Legislator Case Law & Legislation
2113/2009 AI generated

2113/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2113/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2001 μη οριστική, 6/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2006 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 24-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

2113/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.1 της συνθήκης των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29-Σεπτ/30 Οκτωβ.1923 και 42, 45 της συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25 Αυγούστου 1923, εξασφαλίσθηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του ιερού Μουσουλμανικού νόμου στους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους.

Keywords

AI generated
surname right to know one's parentage register of acknowledgments of paternity first name paternity action determination of legal heir
AI generated
1991/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1258/2013
Αγωγή διεκδικητική, Αγωγή περί κλήρου , Δικαιώματος κατάχρηση, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Επαναφορά πραγμάτων, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Κληρονομία , Χρησικτησία, Σύνθεση δικαστηρίου.
482/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1468/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
275/2014
Αγωγή αναγνωριστική, Διαθήκη, Έγγραφα, Επίδοση εγγράφου στο εξωτερικό, Κληρονομία , Χωρισμός υπόθεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2113 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2113/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. X1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αποστολίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Χουλιάρα και Νικόλαο Παπαστεφανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2001 μη οριστική, 6/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2006 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 24-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2345/1920,που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, η οποία επανέλαβε τροποποιημένη τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.9 της Συνθήκης των Αθηνών (1-11-1913) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπονται υπό του ιερού Μουσουλμανικού νόμου.

Επίσης με το άρθρο 4 του ν.147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι τα των συγγενικών δεσμών των Ισραηλιτών και Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ` αυτών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σκοπήθηκε από το νομοθέτη όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματα αυτών (μούλκια), διέπονται υπό του ιερού Μουσουλμανικού νόμου.

Με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.1 της συνθήκης των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29-Σεπτ/30 Οκτωβ.1923 και 42, 45 της συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25 Αυγούστου 1923, εξασφαλίσθηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του ιερού Μουσουλμανικού νόμου στους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους.

Το καθεστώς αυτό δεν ανέτρεψε ο Αστικός Κώδικας, που με το άρθρο 6 του ΕισΝΑΚ, δεν κατάργησε το ανωτέρω άρθρο 4 του ν.147/1914 όσον αφορά τους Μουσουλμάνους, ενώ αντίθετα κατάργησε τούτο ως προς τους Έλληνες Ισραηλίτες, αλλά ούτε και το ν.2345/1920 περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων. Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι ν.147/1914 και 2345/20, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας από τον ιερό Μουσουλμανικό νόμο (Ολ.

ΑΠ 322/1960). Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του ν.1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24.12.1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών" καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ.2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920 και συνεπώς και μετά το ν.1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από τον ιερό Μουσουλμανικό νόμο.

Οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες εξασφαλίσθηκαν με τις προαναφερθείσες συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης, είναι προστατευτικές από άποψη εφαρμοστέου δικαίου για τους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους και αποτελούν ειδικό δίκαιο που εφαρμόζεται με βάση τις διατάξεις του διαπροσωπικού δικαίου (Α.Π. 1097/2007).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του, εις τρόπον ώστε αυτή να εξέρχεται προφανώς από τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του ασκουμένου δικαιώματος.

Οι δε πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαία να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 62/90.

ΑΠ. 65/2005). Τέλος πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π 2/1989 - Ολ). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 11/1996 - ολ).

Ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του, διότι στην περίπτωση αυτή λείπει το έννομο συμφέρον που απαιτείται για την άσκηση αναιρέσεως από τον αναιρεσείοντα. Κατ' εξαίρεση χωρεί αναίρεση για τη μη εξέταση κρισίμων γεγονότων που πρότεινε ο αντίδικος εκείνου που έχει το βάρος της επικλήσεώς του, αν ο τελευταίος είχε επικαλεσθεί τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του ως δικαστική ομολογία, οπότε ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, η οποία, όπως από το δικόγραφο αυτής προκύπτει, είχε ως ιστορική βάση το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων επί του καθαρής ιδιοκτησίας επιδίκου ακινήτου, που περιήλθε σ` αυτούς, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά, εκ της εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας, στις 6.1.1990, αρχικής κυρίας Θ, της οποίας την κληρονομία αποδέχθησαν νόμιμα, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: "...Ο αποβιώσας το έτος 1972 Φ, Έλλην υπήκοος και μουσουλμάνος το θρήσκευμα, με την με αριθμό 908/1968 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Σ/φου Ξάνθης Κωσταντίνου Καλαϊτζή, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 24/8-2-1977 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, εγκατέστησε κληρονόμο του στο σύνολο της ακίνητης και κινητής περιουσίας του, την σύζυγο του Θ, ενώ στο καθένα από τα τρία παιδιά του, Ζ, X1 και Ξ, κατέλιπε το ποσό των 20.000 δρχ., καθόσον, όπως κατά λέξη αναφέρεται στη εν λόγω διαθήκη, "πολλαπλώς προηγουμένως τους εβοήθησε".

Μεταξύ δε των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβάνονταν και ένα οικόπεδο, εμβαδού 847 μ2, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ... της ..., εντός του οποίου υπήρχε οικία εμβαδού 158,77 μ2, την οποία χρησιμοποιούσε ο ανωτέρω αποβιώσας ως κατοικία αυτού και της οικογενείας του. Η προαναφερθείσα σύζυγός του, αποδέχθηκε τη καταληφθείσα σ' αυτήν ακίνητη περιουσία, με τη με αριθμό 31408/24-4-1986 δήλωση αποδοχής ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Σ/φου, η οποία μεταγράφηκε στο τόμο 783 και με αα 25 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης.

Έτσι η προαναφερθείσα κληρονόμος, κατέστη κυρία του ανωτέρω ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ανωτέρω αποβιώσας Φ, είχε αποκτήσει τη κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ...., γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται ρητά από τους εναγόμενους. Μετά δε τον θάνατο αυτού, κάτοχος και νομέας της εν λόγω οικίας, ήταν η σύζυγος του Θ, η οποία εξακολούθησε να διαμένει εντός αυτής με τον γιο της Ζ και την οικογένειά του [εναγόμενους], μέχρι την οριστική της εγκατάσταση κατά το έτος 1986 στη ..., πλησίον του γιου της X1, ο οποίος είχε ήδη εγκατασταθεί στην πόλη αυτή από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960, [όπως και η δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων Ξ] και ανέλαβε την περιποίησή της και την παροχή πάσης φύσεως φροντίδων σ' αυτήν μέχρι του χρόνου του θανάτου της.

Όπως δε προέκυψε, οι προαναφερθέντες, σεβόμενοι την επιθυμία του πατέρα τους, παραιτήθηκαν ρητά με τις με αριθμό 13042 και 13043/26-7-1977 σχετικές δηλώσεις τους ενώπιον του Συμβ/φου Κωνσταντινουπόλεως Τζελάλ Σουρμελή, από τη διεκδίκηση του κληρονομικού τους μεριδίου. Ενόψει αυτών ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πατέρας του δικαιοπαρόχου τους Φ, είχε παραχωρήσει στον γιο του Ζ, το έτος 1971, τη νομή του ανωτέρω ακινήτου, με άτυπη δωρεά εν ζωή και ότι αυτός στη συνεχεία, με την άσκηση νομής και κατοχής επ' αυτού με διάνοια κυρίου επί συνεχή 20ετία μέχρι του χρόνου του θανάτου του [1993], είχε αποκτήσει πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τη κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο στην κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, η οποία όχι μόνον δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, αλλ' αντίθετα ενισχύεται και από το αποδειχθέν γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, σε χειρόγραφες επιστολές που είχε απευθύνει στη μητέρα του Θ, κατά τα έτη 1976 και 1978, όταν αυτή είχε μεταβεί προσωρινά στη Τουρκία, πλησίον του αδελφού του X1, είχε ζητήσει από αυτόν και την Ξ να συμβάλλουν οικονομικά [για λογαριασμό της μητέρας τους] στην καταβολή του φόρου κληρονορονομίας του πατέρα τους που αυτή ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει για να την αποδεχθεί.....

Συνεπώς η ένσταση ιδίας κυριότητας που αυτοί είχαν προβάλλει στη πρωτόδικη δίκη, στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο [κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του συζύγου και πατέρα τους] πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της, καθόσον οι εναγόμενοι, με την επικαλούμενη αποδοχή της κληρονομιάς αυτού και την εν συνεχεία μεταγραφή της, απόκτησαν, όπως είναι φανερό από μη κύριο, αφού ο εν λόγω δικαιοπάροχος τους, ουδέποτε είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προδιαληφθέντα......

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι αυτή είχε συντάξει και παραδόσει στο γιο της Ζ, την με ημερομηνία 10-8-1985 ιδιόγραφη διαθήκη της, που μετά τον θάνατο αυτής κατά το έτος 1990, δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 17/16-1-1992 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και κηρύχθηκε κυρία με την με αριθμό 17/1992 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.

Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο αυτής [διαθήκης], η ανωτέρω διαθέτιδα, κατέλιπε όλη τη κινητή και ακίνητη περιουσία της στο παραπάνω γιο της Ζ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε απεβίωσε κατά το έτος 1993 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ψ1 και τα παιδιά του Ψ2 και Ψ3 [εναγόμενους]. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι προαναφερθέντες Φ και η σύζυγος του Θ, κατά τον χρόνο το θανάτου τους, ήταν Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, ενώ τα άλλα δύο τους παιδιά, ο X1 [πρώτος ενάγων] και η Ξ, που απεβίωσε το 1992 [δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων], είχαν απώλεσει την Ελληνική ιθαγένεια με σχετική πράξη της Ελληνικής Πολιτείας, όπως προκύπτει από το με αριθμό ...

πιστοποιητικό του Δημάρχου Ξάνθης, συνομολογείται δε και από τους διαδίκους. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής της Θ είναι το δίκαιο της Ελληνικής Πολιτείας και ειδικότερα το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους Έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους το θρήσκευμα, εφόσον πρόκειται για κληρονομικό ακίνητο που ανήκει στη κατηγορία των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας [μούλκια], όπως επίσης συνομολογείται από τους διαδίκους, ενώ για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής της Ξ, είναι το Τουρκικό κληρονομικό δίκαιο, ενόψει του ανωτέρω τόπου της συνήθους διαμονής της, κατά το χρόνο του θανάτου της [...], καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή είχε αποκτήσει τη Τουρκική υπηκοότητα μετά την απώλεια της Ελληνικής ιθαγένειας, οπότε και πάλιν θα ετύγχανε εφαρμογής το εν λόγω δίκαιο.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτά τα εξής: 1] η συνταχθείσα από τη Θ πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη, θεωρείται ανίσχυρη και δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, αφού το εφαρμοστέο στη περίπτωση αυτή, Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο, δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό.

Συνεπώς αυτή, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία της παιδιά, τον Ζ και τον X1, σε ποσοστό 8/20 άλλως 48/120, ο καθένας τους [ως άρρενες κατιόντες της κληρονομηθείσας] και την κόρη της Ξ σε ποσοστό 24/120 [ήτοι 1/2 της μερίδας των αρρένων], 2] εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του

Ζ, [δικαιοπαρόχου των εναγομένων], είναι η σύζυγος του Ψ1 σε ποσοστό 6/120, [ήτοι κατά το 1/8 επί του ποσοστού των 48/120, που αυτός δικαιούτο από τη κληρονομιά της μητέρας του], ο γιος του Ψ3 σε ποσοστό 28/320 και η κόρη του Ψ2 σε ποσοστό 14/120 [ήτοι το 1/2 της μερίδος του άρρενος κατιόντος-αδελφού της], με βάση επίσης το εφαρμοζόμενο και στη περίπτωση αυτή, Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο, αφού ο ανωτέρω αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν 'Ελλην υπήκοος, Μουσουλμάνος το θρήσκευμα, 3] εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ξ, που πέθανε το 1992, ήταν ο σύζυγος της Β [αρχικώς δεύτερος ενάγων], σε ποσοστό 6/120, [ήτοι 1/4 επί του ποσοστού των 24/120, που αυτή δικαιούτο από τη κληρονομιά της μητέρας της], ενώ το καθένα από τα δύο της παιδιά [λοιποί ενάγοντες], στο υπόλοιπο ποσοστό [18/120] κατ' ισομοιρίαν, ήτοι από 9/120 ο καθένας απ' αυτούς, δεδομένου ότι στη περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, έχει εφαρμογή το τουρκικό κληρονομικό δίκαιο και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 495 & 499 αυτού, οι οποίες είναι γνωστές στο παρόν Δικαστήριο και λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη [άρθρο 337 ΚΠολΔικ], ορίζουν δε ότι ο επιζών σύζυγος κληρονομεί εξ αδιαθέτου κατά το 1/4 και τα τέκνα κατ' ισομοιρία, όπως δηλαδή αντίστοιχα ρυθμίζεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και στο κληρονομικό δίκαιο του Ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί [ενόψει του σχετικού ισχυρισμού που προβάλλεται από τους εναγόμενους], ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ως ανίσχυρη η δημόσια διαθήκη του Φ [όπως και αυτή της συζύγου του κατά τα προδιαληφθέντα], καθώς και οι ανωτέρω παραιτήσεις του X1 και της Ξ, λόγω της εφαρμογής του ιερού μουσουλμανικού δικαίου που αναφέρεται σε συμβιβασμό των κληρονόμων και γίνει δεκτό στη συνέχεια ότι και ο ανωτέρω αποβιώσας κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Θ σε ποσοστό 15/120 [1/8] και από τα τρία του παιδιά Ζ, X1 και Ξ, σε ποσοστό 42/120,42/120 και 21/120 αντίστοιχα, ουδεμία διαφοροποίηση επέρχεται ως προς τα προδιαληφθέντα ποσοστά αυτών [48/120,48/120 και 24/ 120 αντίστοιχα], δεδομένου ότι μετά και το θάνατο της μητέρας τους, τα παραπάνω παιδιά της, κληρονόμησαν και το ποσοστό αυτής [1 5/120],κατά 6/120 ο X1 και ο Ζ και κατά 3/120 η Ξ, τα οποία προστιθέμενα στα ποσοστά της κληρονομιάς του πατέρα τους, οδηγούν στο ίδιο πιο πάνω τελικό αριθμητικό αποτέλεσμα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο X1 [πρώτος ενάγων] και η Ξ [δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων], αποδέχθηκαν νομότυπα τη κληρονομιά της μητέρας τους Θ, με την με αριθμό 417/11-11-1998 δήλωση τους ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία στη συνέχεια μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο 1044 και με αα 267 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης και ότι μετά το θάνατο της Ξ, οι ανωτέρω κληρονόμοι αυτής, ήτοι ο σύζυγος της Β και τα δύο της παιδιά, η και ο Χ3, [υπό στοιχ.2,3 και 4 ενάγοντες], αποδέχθηκαν την κληρονομιά της, με την με αριθμό 418/11-11-1998 δήλωση τους ενώπιον του ίδιου γραμματέα, η οποία νόμιμα επίσης μεταγράφηκε στο τόμο 1044 και με αα 268 των βιβλίων μεταγραφών του προαναφερθέντος υποθηκοφυλακείου.

Έτσι αυτοί όπως και ο πρώτος ενάγων X1, κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή από τη μητέρα τους Θ, κατά τα προαναφερθέντα για τον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστά και συγκεκριμένα: 1] ο Χ1 κατά 48/120,2] ο Β, [που απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στο πρώτο βαθμό], κατά 6/120, 3] η Χ2 κατά 9/120, 4] ο Χ3 κατά 9/120.

Κατά το υπόλοιπο δε ποσοστό των 48/120 επί του επιδίκου και όχι στο σύνολο των ποσοστών αυτού [120/120], όπως αναφέρεται στη με αριθμό 118/1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Ζ ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα ίδια πιο πάνω βιβλία [τόμος 1000 και αα 435], κατέστη συγκύριος του επιδίκου αρχικά μεν ο Ζ, στη συνέχεια δε και μετά το θάνατο αυτού οι εναγόμενοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, που αποδέχθηκαν τη κληρονομιά του, με την νομίμως μεταγραφείσα με αριθμό 76/1994 δήλωση τους ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Γραμματέα.

Τέλος αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθείσες παραιτήσεις του Χ1 και της Ξ από τα μερίδια της κληρονομιάς του πατέρα τους προς όφελος της μητέρας τους, έλαβαν χώρα στα πλαίσια μιας γενικότερης άτυπης συμφωνίας αυτών και του Ζ, προκειμένου να υλοποιηθεί η επιθυμία του πατέρα τους, να παραμείνει το επίδικο αρχικά μεν στην μητέρα τους και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της, σ' αυτόν από τα παιδιά τους που θα διέμενε στην ..., δηλαδή στον δικαιοπάροχο των εναγομένων, αφού τα άλλα αδέλφια του ήταν εγκατεστημένα στη ...

και δεν είχαν σκοπό να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα αυτός ήταν και "ο διαχειριστής" της κληρονομικής περιουσίας της μητέρας του, έχοντας δε ως οικογενειακή στέγη το επίδικο και πιστεύοντας ότι αυτή η επιθυμία του πατέρα τους και η μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνία θα τηρηθεί στο μέλλον, προέβη, ιδιαίτερα μετά τις παραιτήσεις των αδελφών του, σε εκτεταμένες επισκευές και βελτιώσεις της οικίας, δαπανώντας χρηματικά ποσά εξ ιδίων, χωρίς καμμιά συμμετοχή είτε της μητέρας του είτε των αδελφών του.

Συγκεκριμένα προέβη στη κατασκευή περίφραξης με πέτρινο τοιχείο, στην επίστρωση της αυλής με τσιμέντο, στην τοποθέτηση σιδερένιας εξώπορτας και στην αντικατάσταση δύο παραθύρων κλπ, δαπανώντας συνολικά το τόσο των 500.000 δρχ περίπου, όπως τούτο σαφώς κατατίθεται από τους μάρτυρες των εναγομένων και δεν αμφισβητείται [τουλάχιστον ως προς το είδος των εργασιών] από την μάρτυρα των εναγόντων.

Σε αντιστάθμισμα δε αυτής της παραιτήσεώς τους, ο πρώτος ενάγων και η αδελφή του Ξ, πέραν των χρημάτων που συνομολογούν ότι τους έδωσε ο πατέρας τους εν ζωή, έλαβαν στη συνέχεια και άλλα χρηματικά ποσά από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων τη πατρικής κληρονομικής περιουσίας. Συγκεκριμένα το έτος 1987, μετέβησαν στην ...

και επισκέφθηκαν τον Χ1, ο Ζ και ο πρώτος μάρτυρας των εναγομένων Ορχάν Χατζηϊμπραήμ, δικηγόρος Ξάνθης, με σκοπό να του παραδώσουν το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δρχ. περίπου, που έλαβε ο πρώτος για λογαριασμό της μητέρας τους, ως τίμημα από την πώληση ακινήτου αυτής που βρίσκεται στη ..., για να το μοιρασθεί με την αδελφή του Ξ.

Κατά τη διάρκεια της επισκέψεως τους αυτής, όπως τούτο σαφώς και μετά λόγου γνώσεως κατατίθεται από τον προδιαληφθέντα μάρτυρα, συντάχθηκε από την μητέρα τους Θ, στο σπίτι του Χ1 εν γνώσει αυτού [που σημειωτέον την βοήθησε στη σύνταξη αυτής] και της αδελφής του Ξ, η προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη [και όχι στην ...

στις 4-8-1985 όπως αναγράφεται σ'αυτήν]. Με την όλη δε στάση τους απέναντι στον αδελφό τους και ιδιαίτερα με την άτυπη πλην όμως ρητή συναίνεση τους στην ανωτέρω ενέργεια της μητέρας τους, που αποσκοπούσε στο να εξασφαλισθεί κατά κάποιο τρόπο ο αδελφός τους στο μέλλον και ειδικότερα μετά το θάνατο της μητέρας τους, εκδήλωσαν σαφώς την πρόθεση τους να εξακολουθήσουν να σέβονται την επιθυμία του πατέρα τους και να απόσχουν από κάθε ενέργεια διεκδίκησης των κληρονομικών τους μεριδίων και από τη κληρονομιά αυτής.

Η κατάθεση του προαναφερθέντος, που ήταν παρών κατά τη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης και της παράδοσης αυτής στα χέρια του Ζ, αυτήκοος δε μάρτυρας των μεταξύ τους συζητήσεων, σχετικά με τα προαναφερθέντα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, όχι μόνον δεν αναιρείται από εκείνη της μάρτυρος των εναγόντων, αλλ' αντίθετα ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο προδιαληφθείς δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατά το προηγούμενο έτος [1986], είχε προβεί, με εξουσιοδότηση της μητέρας του σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του συζύγου της, για λογαριασμό της και κατέβαλε το φόρο που αναλογούσε με δικά του χρήματα, ενέργειες στις οποίες ασφαλώς δεν θα προέβαινε αν δεν πίστευε ότι το επίδικο θα περιέρχονταν αποκλειστικά σ' αυτόν, μετά το θάνατο της μητέρας του.

Αποδείχθηκε επίσης ότι τόσον ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, όσον και οι ίδιοι μετά τον θάνατο αυτού, προέβησαν σε νέες εκτεταμένες προσθήκες και βελτιώσεις του επιδίκου, δαπανώντας σημαντικά για την εποχή [1992-3 993] χρηματικά ποσά. Συγκεκριμένα, προέβησαν σε πλήρη ανακατασκευή της στέγης, άλλαξαν τις πόρτες με καινούργιες, τοποθέτησαν πλακίδια σ' ένα δωμάτιο, κατασκεύασαν καινούργια τουαλέτα, αντικατέστησαν τα φθαρμένα ταβάνια, τους σωλήνες αποχέτευσης κλπ, δαπανώντας περίπου το ποσό των 3.000.000 δρχ.

συνολικά. Επίσης κατέβαλαν για φόρους κληρονομιάς το συνολικό ποσό των 45.000.000 δρχ., όπως τούτο προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα της ΔΟΥ Ξάνθης. Οι ενέργειες τους αυτές, τελούσαν σε γνώση των εναγόντων οι οποίο ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, ούτε ζήτησαν να συμμετάσχουν στις ανωτέρω δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκαν διαχρονικά οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος τους, μάλιστα δε ο πρώτος ενάγων, κατά την επίσκεψη του στη ...

το 1994 με αφορμή τον γάμο του ανηψιού του Ψ3 [τρίτου εναγόμενου], τον συνεχάρη για τις επισκευές και βελτιώσεις της οικίας αλλά και για την ανεύρεση των χρηματικών ποσών που διέθεσε, [μεγάλο μέρος των οποίων προέρχονταν από δανεισμό], χωρίς να διατυπώσει ποτέ οποιαδήποτε διάθεση συμμετοχής στις δαπάνες ή οικονομικής βοήθειας για την αντιμετώπιση τους.

Ενόψει αυτών, εκτιμάται από το Δικαστήριο ότι η προπεριγραφείσα στάση αυτών απέναντι στον αδελφό τους, για μια συνεχή εικοσαετία, με αρχή τις προαναφερθείσες γραπτές παραιτήσεις τους από τη κληρονομία του πατέρα τους, αποτελούσε ρητή παραίτηση τους και από κάθε μελλοντική διεκδίκηση των μεριδίων από τη κληρονομία και της μητέρας τους.

Έτσι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων αλλά και οι ίδιοι στη συνέχεια, ενόψει της καταστάσεως που δημιουργήθηκε με την μακρόχρονη ανοχή των ανωτέρω δικαιούχων και των κληρονόμων τους, εύλογα πίστευαν, ότι ουδέποτε αυτοί θα ασκούσαν οποιαδήποτε αξίωση τους επί του επιδίκου, τυχόν δε ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως, θα προξενήσει επαχθείς συνέπειες για τους εναγόμενους και θα προκαλέσει έντονη την εντύπωση της αδικίας.

Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο οδηγείται στη κρίση, ότι η μεταγενέστερη άσκηση εκ μέρους των εναγόντων του δικαιώματος κυριότητας τους, με βάση τα μερίδια τους από τη κληρονομιά της μητέρας τους, δεν δικαιολογείται επαρκώς και παρίσταται ως καταχρηστική, δεδομένου ότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, αφού το επιδιωκόμενο όφελος είναι μικρότερο της βλάβης που θα υποστούν οι εναγόμενοι .

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της η σχετική ένσταση που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι και να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων τους. Επομένως, ενόψει όλων αυτών που προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο: α] ορθά εφάρμοσε το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο ως προς τη κληρονομική διαδοχή της Θ και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις σε σχέση με τη προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση ιδίας κυριότητας, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης τους, ελέγχονται ως αβάσιμα και β] εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο ως προς τη κληρονομική διαδοχή της Ξ και εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς τη προβληθείσα από αυτούς ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με την ένδικη έφεση τους.

Συνακόλουθα πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και στην ουσία της κατά ένα μέρος της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή κατά παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως των εναγομένων....". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, και απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων, αποδεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την υπό των εναγομένων υποβληθείσα νομίμως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, λόγω της υπάρξεως, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτιώδους συναφείας μεταξύ της πιο πάνω συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της δικαιοπαρόχου αυτών ως και της μεταγενέστερης άσκησης από αυτούς του αξιωμένου με την αγωγή δικαιώματος, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφή και επαρκή αιτιολογία, ουδόλως δε παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και οι περί του αντιθέτου, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες και δι' αυτής παραβιάσθηκε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Εξ' άλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος και υπό στοιχ 3 λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν σε σχέση με την υποβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, καθ' όσον, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων που υποβλήθηκαν, κατά την πρώτη συζήτηση, προς απόκρουση της αγωγής, ως και της με αριθμό 54/2001 προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα γενικώς τα ουσιώδη περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο για την θεμελίωση, κατά τα προεκτεθέντα, της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, είχαν προταθεί νομίμως από τους εναγομένους και είχαν τεθεί, για όσα από αυτά δεν απεδεικνύοντο εγγράφως, τα οικεία θέματα αποδείξεως.

Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά τα με στοιχ.1, 2 και 4 σκέλη του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα 1) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εκκαλούντων - εναγομένων ότι οι αναιρεσείοντες "μονίμως διαμένανε, κατοικούσαν και αναπτύσσανε την επαγγελματική τους δραστηριότητα από του έτους 1960 στην Τουρκία...

Ουδέποτε πάτησαν το πόδι τους στο επίδικο. Ουδέποτε αξίωσαν κάτι σε σχέση με το επίδικο..." 2) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι επικαλούμενες από τους εναγομένους δαπάνες " ανάγονται στις συνήθεις δαπάνες συντήρησης, οι οποίες κάθε άλλο βαρύνουν τους ιδίους, " μια και οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν το επίδικο όχι μόνο για κατοικία αλλά και για επαγγελματική στέγη....", και 4) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι οι παραιτήσεις του πρώτου αναιρεσειόντα και της δικαοπαρόχου των λοιπών, με τις 13402 και 13043/26.7.1977 συμβολαιογραφικές δηλώσεις αφορούσαν την κληρονομιαία περιουσία του πατρός των και δεν είχαν σχέση με την κληρονομία της μητέρα τους..., καθ' όσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αφού πρόκειται για ισχυρισμούς που προτείνονται είτε από τους αντιδίκους των αναιρεσειόντων (οι με στοιχ. 1 ισχυρισμοί), χωρίς οι τελευταίοι να ισχυρίζονται ότι είχαν επικαλεσθεί τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσιβλήτων ως δικαστική ομολογία, είτε συνιστούν άρνηση των θεμελιούντων την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής πραγματικών περιστατικών (οι με στοιχ. 2 ισχυρισμοί) ή συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων (οι με στοιχ 4 ισχυρισμοί).

II). Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1).

Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παραβίαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 11/2005, Α.Π. 297/2007).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι " η προπεριγραφομένη στάση μας απέναντι στον αδελφό μας, για μια συνεχή εικοσαετία, με αρχή τις προαναφερθείσες γραπτές παραιτήσεις μας από την κληρονομία του πατέρα μας, αποτελούσαν ρητή παραίτησή μας και από κάθε μελλοντική διεκδίκηση των μεριδίων μας από την κληρονομία και της μητέρας μας ", ενώ εάν εφάρμοζε σωστά τα διδάγματα αυτά έπρεπε να δεχθεί και τον ενώπιον αυτού (Εφετείου) προταθέντα νόμιμα, με τις προτάσεις ισχυρισμό τους " ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα αυτά και τη συνήθεια που επικρατούσε στην περιοχή του επιδίκου, στη συντηρητική μουσουλμανική οικογένεια της Δυτικής Θράκης, ενόσω ζουν οι γονείς θεωρούνται ιερά πρόσωπα και κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει τα δικαιώματά τους, γι' αυτό και ο ιερός μουσουλμανικός νόμος δεν αναγνωρίζει, τη σύνταξη διαθηκών και δέχεται μόνο την εξ αδιαθέτου διαδοχή, αλλά και μετά το θάνατό τους δεν διαλύεται το οικογενειακό σπίτι, αλλά τα μέλη της οικογένειας που διαμένουν στο πατρικό σπίτι, χωρίς αντάλλαγμα σέβονται τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους και δεν θεωρείται παραίτηση από το κληρονομικό δικαίωμα αυτών η ανοχή τους για παραμονή στην πατρική οικία των πρώτων για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενόψει μάλιστα του ότι αυτοί υπέστησαν τα έξοδα συντήρησης του κτίσματος ".

Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Εξ' άλλου ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για τον λόγο ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω μουσουλμανική συνήθεια, είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 118, αριθ 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 Κ.Πολ.Δ., τη φερόμενη ως παραβιασθείσα νομική διάταξη που παραπέμπει στο περιεχόμενο των συνηθειών για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή των πραγματικών περιστατικών, δοθέντος ότι αντικείμενο της παραβιάσεως δεν είναι τα συναλλακτικά ήθη, ως δευτερογενές μέρος του κανόνα δικαίου, αλλά η νομική διάταξη που παραπέμπει σ' αυτά (Α.Π. 1510/2003).

ΙΙI). Σύμφωνα με το άρθρο 28 ΑΚ οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας, που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζονται τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την κληρονομία, όχι όμως και τα ζητήματα εκ της ασκήσεως των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, καθ' όσον η άσκηση αυτών ρυθμίζεται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου αυτά βρίσκονται (άρθρο. 27 ΑΚ) κατά το ίδιο δε δίκαιο ερευνάται και εάν η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών αποβαίνει καταχρηστική (άρθρο 26 Α.Κ.), αφού η κατά κατάχρηση άσκηση του δικαιώματος αποτελεί άδικη πράξη και δεν απολαύει προστασίας, εάν ο δικαιούχος, επιδιώκει, κάτω από τις συνθήκες αυτές, την πραγμάτωση των δικαιωμάτων του στην Ελλάδα κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο εφήρμοσε στην συγκεκριμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., για να απορρίψει την διεκδικητική αγωγή των εναγόντων, ενώ όφειλε να εφαρμόσει, μολονότι το επίδικο βρίσκεται στην ..., τις αντίστοιχες διατάξεις του τουρκικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, αφού το τελευταίο (τουρκικό δίκαιο) είχε εφαρμοσθεί, κατά τα προαναφερόμενα, για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής της δικαιοπαρόχου των δεύτερου, τρίτης και τετάρτης των εναγόντων Ξ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμ. 13042 και 13043/26.7.1977 δηλώσεων παραιτήσεως του σ/φου Κωνσταντινουπόλεως Τζελάλ Σουρμελή, σχετικά με έννοια της παραιτήσεως αυτής από την κληρονομία του πατέρα τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα πόρισμα, ως προς την παραίτηση των εναγόντων και από την κληρονομία της μητέρας τους.

Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι με αριθμ. 13042 και 13043/26.7.1977 δηλώσεις παραιτήσεως του σ/φου Κωνσταντινουπόλεως Τζελάλ Σουρμελή, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος ως άνω λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V). Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αναιρεσιβλήτων χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι του κατέληξε ύστερα από την διεξαγωγή των αποδείξεων, που είχαν διαταχθεί με την με αριθμό 54/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, και ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην παραδοχή των ως άνω περιστατικών, που δεν είναι ουσιωδώς διάφορα εκείνων που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, το Εφετείο, δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.2.2006 αίτηση των Χ1 κ.λπ. για αναίρεση της 709/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ