Supreme Court dismisses appeal on public order grounds for failure to cite specific facts in appeal brief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a personal injury claim. The appellant argued that the lower court failed to apply specific legal provisions, but the court found the appeal brief lacked the required specificity regarding public order violations. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under procedural rules demanding clear and precise allegations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 § 2 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be admissible only if it clearly and precisely cites facts falling within the scope of public order provisions, otherwise it is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2112 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2112/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταμπάκη. Ο ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την .../2016 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", την οποία διαδέχτηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2016 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 65/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την από 6-2-2012 έφεση του αναιρεσείοντος καθ’ ο μέρος στρέφονταν κατά της εφεσίβλητης, της οποίας διάδοχος βάσει του ν. 4001/2011 είναι η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο αυτό την 260/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την από 14-11-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη και άλλο πρόσωπο (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) να του καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας χρηματικό ποσό, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, οφειλόμενο σε κοινή υπαιτιότητα των εναγομένων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ.
αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι ή οι οδηγίες (ΑΠ 410/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη και μη πληττόμενη αναιρετικά, ότι ο επισυμβάς στις 20.2.2004 τραυματισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εργαζόμενου στο έργο κατασκευής της νεοαναγειρόμενης οικοδομής του Ι.
Α., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, με την μορφή της αμέλειας, του ίδιου (αναιρεσείοντος) και του δεύτερου εναγομένου, μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, επιβλέποντος μηχανικού του έργου με την έννοια του άρθρου 2 του ν. 1396/1983, έχοντος δηλαδή αναλάβει την γενική επίβλεψη του έργου κατασκευής της οικοδομής, συνιστάμενης της σνυπαιτιότητας του τελευταίου, πλην άλλων, στο ότι "παρέλειψε...να δώσει οδηγίες στον εργοδότη του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) αλλά και άλλους εργάτες για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων στα ηλεκτροφόρα καλώδια...παρέλειψε να παραστεί στην οικοδομή πριν την έναρξη των εργασιών και να επιβλέπει αν έχουν τηρηθεί τα μέτρα ασφαλείας, ώστε ενόψει του προφανούς κινδύνου ηλεκτροπληξίας λόγω των διερχομένων πάνω από την ταράτσα της άνω οικοδομής ηλεκτροφόρων καλωδίων να δώσει οδηγίες για την άμεση διακοπή των εργασιών.
Αντίθετα, επέτρεψε την έναρξη των εργασιών και τη συνέχισή τους, ακόμη και όταν το ύψος της οικοδομής έφθασε σε απόσταση μόλις 35-40 εκατοστών από τα ηλεκτροφόρα καλώδια, ενώ όφειλε να διακόψει έστω στο στάδιο αυτό τις εργασίες και να αναμένει τη διευθέτηση ή μετατόπιση των καλωδίων από τη ΔΕΗ, στην οποία είχε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον ιδιοκτήτη στις 9.12.2004 και να συνεχίσει τις εργασίες μετά την έγκριση της ΔΕΗ, λαμβάνοντας και τα περαιτέρω ενδεικνύομενα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα".
Επίσης αναφορικά με την ευθύνη της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ΔΕΗ, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος αναιρετικού ελέγχου το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη ΔΕΗ (ήδη αναιρεσίβλητη) ουδεμία υπαίτια παράλειψη αποδείχθηκε ότι την βαραίνει ως προς το τραυματισμό του ενάγοντος.
Ειδικότερα, ο ιδιοκτήτης της οικοδομής Ι. Α. υπέβαλε προς τη ΔΕΗ την από 9-12-2004 έγγραφη αίτηση, επισυνάπτοντας και την υπ’ αριθμ. ...-12-2004 οικοδομική άδεια, με την οποία ζητούσε "να μεριμνήσουν για την απομάκρυνση της γραμμής ρεύματος γιατί θα δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα για την ανέγερση της νέας οικοδομής, προς αποφυγή ατυχήματος των ανθρώπων που θα εργασθούν".
Από νόμο, διάταγμα ή κανονισμό η ΔΕΗ δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να ενεργήσει άμεσα για την απομάκρυνση των ηλεκτροφόρων καλωδίων ή για τη διακοπή των εργασιών όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Η οδηγία διανομής ... για τη διαδικασία αντιμετώπισης των περιπτώσεων παραλλαγής δικτύων, που προσκομίζει ο ενάγων σε απόσπασμα, σύμφωνα με την οποία η ΔΕΗ πρέπει εντός τριημέρου από τη λήψη της αίτησης για διευθέτηση δικτύου σε περίπτωση ανοικοδόμησης να προβεί σε αυτοψία, άλλως να γνωστοποιήσει εγγράφως στον ενδιαφερόμενο για μη έναρξη ή συνέχιση εργασιών πριν να γίνει αυτοψία, δεν έχει ισχύ κανονισμού, αφού δεν προκύπτει ότι υπάρχουν οι τυπικές προϋποθέσεις γι’ αυτό, αλλά πρόκειται για οδηγία προς εσωτερική χρήση που δεν δημιουργεί νομική δέσμευση της ΔΕΗ έναντι τρίτων.
Αλλ’ ούτε και η καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη επέβαλε την άμεση ενέργεια της ΔΕΗ αμέσως με την κατάθεση της αίτησης του ιδιοκτήτη, διότι δεν υπήρχε ο εύλογος χρόνος προκειμένου αυτή να ελέγξει και να εξετάσει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και ύστερα από μελέτη να μεταφέρει τα ηλεκτροφόρα καλώδια.
Εξάλλου στην από 9-12-2004 αίτηση αορίστως αναφέρει ο ιδιοκτήτης Ι. Α. ότι "θα δημιουργηθεί πρόβλημα για την ανέγερση της νέας οικοδομής μου", χωρίς να αναφέρει περαιτέρω ότι η ανέγερση της οικοδομής του είχε ήδη σχεδόν ολοκληρωθεί διότι, κατά την κοινή πείρα από τις 9-12-2004 ή έστω στις 6-12-2004, που εκδόθηκε η άδεια, μέχρι της 20-12-2004, που έγινε το ατύχημα, είναι τεχνικώς αδύνατο μια διώροφη οικοδομή να κτιστεί μέχρι την ταράτσα, έτσι ώστε η ΔΕΗ να μπορέσει να εκτιμήσει το επείγον της συγκεκριμένης περίπτωσης και να παρέμβει άμεσα".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεση του αναιρεσείοντος όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας την απορριπτική επί της ουσίας αναφορικά με την αναιρεσίβλητη, όμοια κρίση την απόφαση της πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, δεν παραβίασε ευθέως με την μη εφαρμογή τους τις ως άνω ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914, 932 ΑΚ, και 78, ΠΔ 1073/1981, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της νομικής έννοιας του παρανόμου και της υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, εφόσον από νόμο, διάταγμα ή κανονισμό η αναιρεσίβλητη δεν είχε την υποχρέωση να ενεργήσει άμεσα για την απομάκρυνση των ηλεκτροφόρων καλωδίων ή για την διακοπή των εργασιών, η δε οδηγία διανομής ..., ως οδηγία προς εσωτερική χρήση, δεν δημιουργούσε νομική δέσμευση της ΔΕΗ έναντι τρίτων, ενώ ούτε κατά την καλή πίστη επιβαλλόταν άμεση ενέργεια της ΔΕΗ μετά την κατάθεση της αίτησης του ιδιοκτήτη, λόγω έλλειψης του εν λόγου χρόνου προς έλεγχο και εξέταση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και εκπόνηση μελέτης για την μεταφορά των καλωδίων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο (λόγο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ... ...
της 20.2.1973 Οδηγία διανομής της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση της άνω οδηγίας δεν συνιστά πλημμέλεια δυνάμενη να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.7.2007), ενώ αυτή ήταν εφαρμοστέα, με τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη αφ’ ης στιγμής έλαβε το σχετικό αίτημα από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου παρέλειψε να προβεί εγκαίρως, εντός τριών ημερών, ούτε σε διασφάλιση του χώρου με αποστολή άμεση αιτήματος στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, ούτε σε διενέργεια αυτοψίας και κατόπιν αυτής ειδοποίηση της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, αν και αυτή αποτελεί πάροχο υπηρεσιών δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας και ειδικότερα υπηρεσιών μετατόπισης δικτύου, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι η ως άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός, ειμή μόνο το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, δεν αναφέρονται σ’ αυτό κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ώστε να τίθεται ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας θεμελιώσεως και άλλη νομικής βάσης. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το αυτό άρθρο (562 § 2 ΚΠολΔ), ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι και αν θεωρηθεί ότι η προαναφερθείσα Οδηγία αποτελεί εσωτερική οδηγία και όχι κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εν τούτοις αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της γενικής ρήτρας του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, παραβιάστηκε με τη μη εφαρμογή της, και τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε η ως άνω πλημμέλεια με λόγο εφέσεως, όπως μπορούσε να προβληθεί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ενώ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου, που διορίσθηκε σ’ αυτόν με την .../2016 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176 και 184 του ΚΠολΔ σε συνδ.
με το άρθρο 12 του ν.3226/2004 "περί παροχής νομικής βοήθειας σε πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος", σύμφωνα με το οποίο "η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο"), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2016 αίτηση του Γ. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ