Supreme Court dismisses bank's appeal on gender pay equality and statute of limitations grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek National Bank's appeal against a lower court ruling regarding gender pay equality. The bank argued the claim was time-barred and violated equal treatment principles, but the court found the statute of limitations was twenty years, not five. Furthermore, the court rejected the claim that a prior agreement exempted the bank from equal pay obligations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(1) of the Constitution; Article 119 of the EEC Treaty; Article 288 of the Civil Code: An employer must treat employees with equal qualifications and services equally regardless of gender, unless a specific and serious objective reason justifies an exception.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2112 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2112/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Κ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3038/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1245/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/11/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 26/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-11-2011 αιτήσεως της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1245/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. … |1-4-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά …, προκύπτει ότι, αντίγραφο της ένδικης αίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1245|2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της πράξης του Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η 8-10-2013, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Φ.
Π. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) Επειδή η θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντ/τος, 119 της Συνθ ΕΟΚ και 288 του ΑΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υποχρεώνει τον εργοδότη που απασχολεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα έναντι αμοιβής πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίον προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται, από πλευράς οικειοθελών ή και συμβατικών εργοδοτικών παροχών, ομοιόμορφα, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ορισμένων απέναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατά αντικειμενική κρίση, λόγο (Ολ.
ΑΠ 248/1985, Ολ. ΑΠ 7/1993). Η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν περιορίζεται σε παροχές που έχουν μόνο οικονομικό χαρακτήρα, αλλά εκτείνεται και σε εκείνες που αφορούν άλλης μορφής ωφελήματα, όπως η μονιμοποίηση εκτάκτων, η βαθμολογική ένταξη ή προαγωγή μισθωτών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άνω διατάξεων που καθιερώνουν την εν λόγω αρχή με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει τη συμβατική ελευθερία, συνάγεται ότι η διευρυμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ώστε να κάμπτει και αντίθετες συμφωνίες, δικαιολογείται κατ' αρχή, με το επιχείρημα ότι η εν λόγω αρχή αποτελεί αναγκαστικού δικαίου δικαϊική αρχή, μη ευρισκόμενη στην εξουσία διαθέσεως των μερών, δεν καθίσταται όμως άκυρη, η συμφωνία με την οποία ο εργαζόμενος παραιτείται από μια συγκεκριμένη παροχή, την οποίαν θα μπορούσε αξιώσει με επίκληση της άνω αρχής, εκτός αν η ως άνω παραίτηση δεν είναι προϊόν ελεύθερης δικαιοπρακτικής απόφασης του εργαζομένου ή ο σχετικός συμβατικός όρος ουσιαστικά επιβλήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη.
Τέλος, η αξίωση του μισθωτού να ενταχθεί, κατά τους όρους του νόμου και των κανονισμών, στον αρμόζοντα βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο είναι ενοχική και υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 Α.Κ. εικοσαετή παραγραφή και όχι στην, κατά το άρθρο 937 Α.Κ. πενταετή παραγραφή, για αξιώσεις από αδικοπραξία ή στην κατ' άρθρο 250 Α.Κ., επίσης πενταετή παραγραφή (Α.Π. 244|2013, 185|2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, τα εξής: "Η ενάγουσα είναι διπλωματούχος Χημικός Μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη θεματική περιοχή της προστασίας, συντήρησης και αποκατάστασης μνημείων πολιτισμού και γνώστρια τριών ξένων γλωσσών.
Με την 396/27.5.2002 πράξη του διοικητή της εναγομένης, η ενάγουσα προσελήφθη στις 27.6.2002 από την εναγομένη, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως χημικός μηχανικός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας δύο ετών, ήτοι από 27.6.2002 έως 26.6.2004, αντί μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών 1.320 ευρώ, τοποθετήθηκε δε στο ΙΕΤΑ (Ιδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών) στον τομέα Κερμάτων και Συντηρήσεως.
Στη συνέχεια με απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης, η ενάγουσα διορίστηκε οριστικά με τον βαθμό του Μηχανικού Α" από 27.6.2001, με οικονομικά αποτελέσματα από 27.6.2004, εξακολουθώντας να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ΙΤΕΑ (στη Μονάδα Διαχείρισης Ποιότητας). Σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης, που έχει συμβατική ισχύ, η ενάγουσα πρέπει να παραμείνει πέντε χρόνια στο βαθμό του Μηχανικού Β' για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Μηχανικού Α' και άλλα πέντε χρόνια για την προαγωγή στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου.
Η εναγομένη την 17-2-1977 προσέλαβε δυο (2) υπαλλήλους μηχανικούς και συγκεκριμένα τις διπλωματούχους αρχιτέκτονες Μ. Σ. και Ι. Λ., αρχικά με το βαθμό του Μηχανικού Β', τις οποίες όμως με την 262/13-4- 1984 πράξη του Διοικητή της, τις επανένταξε στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, λαμβάνοντας υπ' όψη της την 2478/4-2-1984 γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών για λόγους ίσης μεταχείρισης.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι η εναγομένη με την 127/2000 πράξη της, συμμορφουμένη στην 320/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την 7036/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη με την 1145/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, επανένταξε στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου για λογούς τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης τους μηχανικούς Η.
Σ., Α. Β., Κ. Δ., Γ. Π., Ν. Ε. και Ν. Β., που αρχικά είχε προσλάβει το 1994 με το βαθμό του Μηχανικού Β'. Το ίδιο συνέβη και με τους αρχιτέκτονες Β. Κ., Π. Π. και Κ. Μ. Β., που προσέλαβε το 1997 αρχικά με το βαθμό του Μηχανικού Β' και στη συνέχεια με την 50/18-1-2005 πράξη του Διοικητή της ανεγνώρισε ότι έχουν από της προσλήψεως τους για λόγους ίσης μεταχείρισης το Βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου στο 16° μισθολογικό κλιμάκιο, σύμφωνα με την 911/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την 9605/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ένταξη της ενάγουσας από την εναγομένη σε διαφορετικό βαθμό από τις παραπάνω αρχιτέκτονες Μ. Σ. και Ι. Λ., έχει σαν αποτέλεσμα να λαμβάνει η ενάγουσα μικρότερο βαθμό και να έχει χρονικά δυσμενέστερη βαθμολογική εξέλιξη, αν και παρέχει την ίδια με αυτές εργασία υπό ουσιωδώς ίδιες συνθήκες (απασχόληση στο ΙΤΕΑ η ενάγουσα και οι συγκεκριμένες Μ.
Σ. και Ι. Λ., στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών), συνιστά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που δεν δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο, εφόσον δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν την εξαίρεση της ενάγουσας από την οικειοθελή αυτή παροχή της εναγομένης προς τις πιο πάνω συναδέλφους της, για την οποία (αρχή ίσης μεταχείρισης) δεν ασκεί έννομη επιρροή ο χρόνος πρόσληψης της ενάγουσας (ΑΠ 550/2010 ό.α.
ΑΠ 1688/2007 ), δεδομένου ότι η ενάγουσα δοκιμάστηκε για την καταλληλότητά της για χρονικό διάστημα δυο ετών από την προσωρινή πρόσληψή της μέχρι την οριστική νομιμοποίησή της, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της υπηρεσίας της εναγομένης. - Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης.
Περαιτέρω, ο προβληθείς από την εναγομένη στον πρώτο βαθμό ισχυρισμός, ότι η ενάγουσα κατά τον διορισμό της είχε συμφωνήσει να διορισθεί με τον βαθμό του Μηχανικού Α' στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο, και ότι συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η ίση μεταχείριση του άρθρου 288 ΑΚ, τον οποίο επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το γεγονός αυτό από μόνο του, δεν αποδεικνύει ειδική συμφωνία και εξαίρεση από την εν λόγω αρχή.
Επίσης, ο πέμπτος λόγος εφέσεως περί εσφαλμένης από την εκκαλουμένη απόφαση απόρριψης της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ είναι αβάσιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά, ότι η ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής ότι θα προσλαμβάνετο με το βαθμό του Μηχανικού Β', ότι ασκεί την αγωγή μετά πάροδο εξαετίας από την πρόσληψή της και ότι η αποδοχή του αιτήματος της θα προκαλέσει αναστάτωση στην Τράπεζα, αφού θα την έθετε, τελείως άδικα σε καταφανώς καλύτερη θέση, χωρίς λόγο, έναντι των λοιπών πτυχιούχων συναδέλφων της, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν κατά το νόμο την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΠ 1145/2001).Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης από την εκκαλουμένη απόφαση απόρριψης της ενστάσεως παραγραφής κατ' άρθρο 250 ΑΚ, της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας, καθόσον η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η οποία αφορά αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να επανεντάξει την ενάγουσα στο βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης".
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3038|2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) "οφείλει να επανεντάξει την ενάγουσα με εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού-προϊσταμένου και με το 16° εισαγωγικό κλιμάκιο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφενός μεν διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε, αφετέρου δε δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες, περί ισότητας των εργαζομένων διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, τις οποίες ορθά εφήρμοσε, αφού δέχθηκε ότι η ενάγουσα παρέχει την ίδια, ουσιαστικά, εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με τις αναφερόμενες στην απόφαση συναδέλφους της και με τις οποίες έχει τα ίδια, τουλάχιστον, προσόντα.
Επίσης, το γεγονός ότι οι τελευταίες είχαν προσληφθεί σε διαφορετικό και δη προγενέστερο χρόνο, δεν ασκεί, όπως αναφέρθηκε, έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 (όπως το δικόγραφο της αίτησης εκτιμάται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 14, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή των άρθρων 250 και 937 Α.Κ. και, συνεπώς, ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε, η αξίωση αυτή υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ.
Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288 και 361 ΑΚ με το να δεχτεί, ότι, καίτοι η αναιρεσίβλητη συμφώνησε με την αναιρεσείουσα να προσληφθεί με το βαθμό του μηχανικού Β, περιστατικό, που καθιστούσε ανεφάρμοστη στην περίπτωσή τους την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εν τούτοις παραβιάστηκε η ως άνω αρχή με την ένταξη των αντιδίκων της στον άνω βαθμό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη της άνω συμφωνίας, ενώ, όπως προκύπτει από την απόφασή του, τούτο έκρινε ότι δεν προκύπτει ειδική συμφωνία εξαίρεσης από την εφαρμογή της άνω αρχής και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Τέλος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε και τα ακόλουθα : " Ο λόγος εφέσεως περί εσφαλμένης από την εκκαλουμένη απόφαση απόρριψης της ενστάσεως από το άρθρο 281 Ακ είναι αβάσιμος. Τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά ότι η ενάγουσα γνώριζε πως θα διορισθεί με το βαθμό του Μηχανικού Β', ότι ασκεί την αγωγή μετά πάροδο εξαετίας από την πρόσληψή της και ότι η αποδοχή του αιτήματος τους θα προκαλέσει αναστάτωση στην Τράπεζα, και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν κατά το νόμο την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος".
Ετσι κρίνοντας το Εφετείο επί του άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, στον οποίον με τη φράση "θα προκαλέσει αναστάτωση στην Τράπεζα", ασαφώς διατυπώνεται η επίπτωση στην οικονομική κατάστασή της, χωρίς να διευκρινίζεται η φύση και η έκτασή της, από την άσκηση του επιδίκου αγωγικού δικαιώματος και σε τι συνίσταται ειδικότερα η εν λόγω "αναστάτωση", δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο αντίθετος επ' αυτού τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2011 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1245|2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ