Supreme Court reverses appeal court ruling on property ownership via prescription and inheritance acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the appeal court's decision regarding a property dispute between two parties. The lower court had rejected the appellant's claim that the respondent acquired ownership through prescription or inheritance, citing insufficient evidence on the duration of possession and lack of formal acceptance of inheritance. The court found the appeal court violated substantive law by failing to verify the specific timeframes of possession and the respondent's inheritance status, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1033, 1045, 1051 of the Civil Code; The court established that an appeal court must rigorously verify the duration of possession and the legal basis of inheritance acceptance to determine if ownership was acquired via prescription or succession, and failure to do so constitutes a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2112 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2112/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη ο οποίος ανακάλεσε την από 28-4-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πετρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7182/2005 μη οριστική, 29488/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2440/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2008 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας πράγματος, κινητού ή ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται νομή, δηλαδή φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως επί εικοσαετία, κατά δε το άρθρο 1051 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976 και 983 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο νομής, εφόσον τόσο αυτός όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.
Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων, αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για ακίνητο με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι η διεκδικητική της κυριότητος αγωγή υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει, αφού πρόκειται για αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, από την κατάληψη του πράγματος, με την οποία και προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με τη δημιουργία πραγματικής καταστάσεως αντιτιθεμένης σ' αυτό, οπότε και γεννάται η σχετική αξίωση και είναι αυτή επιδιώξιμη.
Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου (και εφεσιβλήτου) κατά του ήδη αναιρεσείοντος (και εκκαλούντος), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της οριστικής διανομής των οικoπέδων της εποικισθείσας περιοχής ...
των ετών 1950, 1959 - 1972, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 1189/28-6-1972, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 99/28-6-1972 και εκδόθηκε ο με αριθμό 10166/21-10-1974 οριστικός τίτλος κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε στον Ζ οικοπεδικός κλήρος αποτελούμενος από το με αριθμ.54 οικόπεδο του 6ου Ο.Τ., εμβαδού 728 τ.μ.
Ο Ζ απεβίωσε την 28-11-1956 και κατέλιπε ως κληρονόμους του τα πέντε [5] τέκνα του, ..., ..., ..., Ξ και Θ. Αυτοί, θεωρώντας ότι δεν υφίστατο διαθήκη του αποβιώσαντος διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του σύμφωνα με τις εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις και μεταξύ των άλλων οι, Θ και Ξ, έλαβαν στην αποκλειστική νομή τους το ανωτέρω οικόπεδο, το οποίο κατάτμησαν σε δυο [2] ίσου εμβαδού διακεκριμένα τμήματα και ειδικότερα η Ξ έλαβε το ανατολικό τμήμα, ενώ ο Θ το δυτικό.
Η Ξ από τότε που υπεισήλθε στη νομή του ασκούσε διακατοχικές πράξεις επ' αυτού και ειδικότερα το έτος 1961 ανήγειρε ισόγεια οικία στην οποία διέμενε με την οικογενεία της ενώ το ίδιο έτος κατασκεύασε στο βορειοδυτικό σημείο αυτού και πλησίον του νοητού ορίου με το οικοπεδικό τμήμα του Θ, βόθρο για την εξυπηρέτηση της κατοικίας της.
Στο δυτικό τμήμα που, κατά τα άνω περιήλθε στη νομή του Θ υπήρχε η παλαιά πατρική οικία του κληρούχου Ζ, όπως αυτή άλλωστε αποτυπώνεται στο αριθμ.πρωτ.1821/17-5-1995 απόσπασμα από το διάγραμμα αναμόρφωσης έτους 1972 της οριστικής διανομής των ετών 1950, 1955, ευρισκόμενη στο δεξιό τμήμα του όλου οικοπέδου. Προ του θανάτου του Ζ, ο Θ επικαλούμενος το γεγονός ότι ο ίδιος είναι ακτήμων, αφού ο μεν πατέρας του έχει τύχει αγροτικής αποκατάστασης εκ 34 στρεμμάτων, τα οποία όμως θα περιέλθουν στα πέντε [5] του τέκνα, ενώ ο πεθερός του ουδεμία περιουσία κατέλιπε, ζήτησε από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Νομού Θεσσαλονίκης με την από 20-4-1955 αίτηση του να του χορηγηθεί κλήρος.
Πράγματι, με την με αριθμ. 59/23-11-1956 απόφαση της Α' Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του χορηγήθηκε κλήρος εκ 15 στρεμμάτων. Στη συνέχεια, αποκρύπτοντας, το γεγονός ότι, δυνάμει της κατωτέρω αναφερομένης διαθήκης του αποβιώσαντος πατρός του, καταλείφθηκε σ' αυτόν σεβαστή περιουσία, με την από 12-5-1963 αίτηση του προς την ίδια επιτροπή ζήτησε τη χορήγηση συμπληρωματικού κλήρου.
Η ίδια Επιτροπή, εκτιμώντας το γεγονός ότι μέχρι τότε είχε δικαιωθεί κλήρου 15 στρεμμάτων και ότι εκμεταλλευόταν επί πλέον 7 στρέμματα από κληρονομική διαδοχή των γονέων του εκ του συνόλου των 35 στρεμμάτων που κληρονόμησαν τα πέντε [5] τέκνα τους, δηλαδή συνολικά 22 στρέμματα, του χορήγησε με την αριθμ. 16X1964 απόφαση της, συμπληρωματικό κλήρο εξ [6] στρεμμάτων.
Όπως προαναφέρθηκε, ο αποβιώσας Ζ προ του θανάτου του είχε συντάξει ενώπιόν του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρου Ιωαννίδη, την από 21-1-1956 δημοσία διαθήκη του με την οποία μεταξύ των άλλων εγκατέστησε κληρονόμο του τη θυγατέρα του Ξ. Την ως άνω δημοσία διαθήκη, παρότι γνώριζε ο Θ, αφού συμβίωνε με τον αποβιώσαντα, δεν την εμφάνισε προδήλως για να πετύχει την κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα γεωργική του αποκατάσταση ως ακτήμονας.
Ζήτησε τη δημοσίευσή της προσκομίζοντας τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του διαθέτη στο συντάξαντα συμβολαιογράφο, μόλις το έτος 1972 όταν και με το αριθμ. 223/8-3-1972 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε. Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης κατέλιπε στη θυγατέρα του Ξ το τμήμα του οικοπέδου του, εμβαδού 100 τ.μ.
στο οποίο ήταν κτισμένη η πατρική τους οικία, δηλαδή το δυτικό τμήμα αυτού, αφού, όπως προελέχθη και είναι τούτο αποτυπωμένο στο διάγραμμα της διανομής, μια οικία υπήρχε στο οικόπεδο και αυτή ήταν κτισμένη στο αντίστοιχο τμήμα αυτού. Πλην όμως, από την άτυπη διανομή που είχε προηγηθεί μεταξύ αυτής και του αδελφού της Θ, η Ξ είχε λάβει στη νομή της το ανατολικό τμήμα και ήδη από το έτος 1961 είχε ανεγείρει οικία επ' αυτού.
Για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε μεταξύ των συννομέων να παραμείνει η υφιστάμενη κατάσταση και η Ξ να περιορίσει την κατεχόμενη απ' αυτήν έκταση σε συνολικό εμβαδόν, 274,83 τ.μ., που θα εκτείνεται [η έκταση] ακριβώς μέχρι το σημείο οπού ευρίσκετο ο βόθρος της, συμπεριλαμβανομένου και αυτού, ν' αποτελέσει δε αυτός το όριο με το οικοπεδικό τμήμα του Θ.
Ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του, ισχυρίζεται ότι, η εκκαλουμένη απόφαση κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατά παράβαση κανόνων δίκαιου δέχθηκε ότι, το επίδικο τμήμα κατείχε και ενέμετο η μητέρα του εφεσίβλητου, ενόσω αυτή ζούσε, και εν συνεχεία, μετά το θάνατο της, τη νομή αυτού έλαβε ο εφεσίβλητος, κατόπιν συμφωνίας της πρώτης και του δικαιοπαρόχου και πατέρα του εκκαλούντος, χωρίς να λάβει υπόψη τη διαθήκη του αρχικού δικαιοπαρόχου τους, παππού του εφεσίβλητου, όσο και ότι, κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, η παλαιά οικία, του παππού του εφεσίβλητου, βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου.
Ο λόγος αυτός της υπό κρίση εφέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, γιατί η εκκαλουμένη κατέληξε στο πόρισμά της επί τη βάσει όλων των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε, μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων, έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, έκθεσης αυτοψίας της δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προδικαστική απόφαση, τα οποία χρησιμοποίησε στο πλαίσιο της αυστηρής απόδειξης, είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση και πάντως πλήρη απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος - εφεσίβλητου.
Ειδικότερα, η εκκαλουμένη, δέχθηκε και αποδεικνύεται άλλωστε ότι, η εμφάνιση της δημόσιας διαθήκης από τον πατέρα του εκκαλούντος εναγομένου, η οποία έγινε όψιμα από τον πρώτο το έτος 1972 [θάνατος παππού του εφεσίβλητου το έτος 1956], προφανώς έγινε εκ του πονηρού, βάσει της οποίας η μητέρα του εφεσίβλητου ελάμβανε το δυτικό τμήμα του οικοπέδου, όπου βρισκόταν και η παλιά πατρική οικία, δεν έθιξε δραστικά την πραγματική ιδιοκτησιακή κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε ήδη μετά το θάνατο του παππού του εφεσίβλητου και την άτυπη διανομή των κληρονόμων αυτού, κατά την οποία η μητέρα του εφεσίβλητσυ έλαβε όχι το δυτικό, αλλά το ανατολικό τμήμα του οικοπέδου και είχε κτίσει, με δικές της δαπάνες, κατοικία ήδη το έτος 1961.
Ο εκκαλών, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγινε συμφωνία μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και ότι η παλιά οικία ήταν κτισμένη στο ανατολικό και όχι το δυτικό τμήμα του οικοπέδου. Ο ως άνω ισχυρισμός του δεν βρίσκει έρεισμα επί των λαμβανομένων υπόψη αποδεικτικών στοιχείων. Αντίθετα, κατά του ισχυρισμού αυτού συνηγορούν, εκτός των άλλων, τόσο το ίδιο το προσκομισθέν με επίκληση διάγραμμα της διανομής της εποικισθείσας περιοχής ...
ετών 1950 - 1959 - 1972, στο οποίο απεικονίζεται η οικία στο δεξιό τμήμα του οικοπέδου, όπου και πραγματικά βρισκόταν, όσο και από τον Αύγουστο του 1986 τοπογραφικό διάγραμμα που είχε παραγγείλει ο ίδιος και περιέχει την ίδια ως άνω αποτύπωση της εν λόγω παλαιάς οικίας. Σύμφωνα με την με αριθμ. 226/227/9/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την με αριθμ.7182/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του πραγματογνώμονα, ..., Τοπογράφου Μηχανικού, υπαλλήλου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης με Α' βαθμό, η οποία αναφέρει λεπτομερώς τους τίτλους των διαδίκων που έλαβε υπόψη, και με το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει αυτήν, καταλήγει μετά από εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι, η οικοπεδική έκταση, όπως λεπτομερώς έχει περιγραφεί στις παραγράφους 1, 2, 3 του Γ' Κεφαλαίου και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α, Β, Ε, Ζ, Α και με πλευρικές διαστάσεις, όπως λεπτομερώς αναγράφεται στο με ημερομ. 20-06-1982 Τοπογρ.
Διάγραμμα του Πολιτικού - Υπομηχανικού ..., εμβαδού 274,83 τ. μ., που συνοδεύει τους τίτλους κτήσεως του ενάγοντος εφεσίβλητου, δηλ, τις 21384/29.6.1982 και 21385/29.6.1982 σ/φικές πράξεις του σ/φου Θεσσαλονίκης, Δημ. Συναπόγλου, αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμ. 54 οικοπέδου του Ο.Τ. 6 της εποικισθείσας περιοχής ... στην οδό ....
Αυτή απεικονίζεται με τα στοιχεία Ά', Β, Γ, Η, Λ, Δ', Ν, Μ, Ά' στο σχέδιο 2 που συνοδεύει την ως άνω πραγματογνωμοσύνη. Η οικοπεδική έκταση εμβαδού 70,00 τ.μ., σύμφωνα με το παραπάνω τοπ. διάγραμμα, που συνοδεύει την 21385/29-06-1982 συμβολαιογραφική πράξη, αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμ. 55 οικοπέδου του Ο.Τ. 6 της εποικισθείσας περιοχής ...
στην οδό ... που βρίσκεται ανατολικά και εν επαφή με την προηγουμένη περιγραφείσα, περιήλθε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο, δυνάμει της 1257/1976 απόφασης Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και απεικονίζεται με τα στοιχεία Β, Γ, 2, Ε, Β στο σχέδιο 2 που συνοδεύει την ως άνω πραγματογνωμοσύνη. Το επίδικο εδαφικό τμήμα που απεικονίζεται με τα στοιχεία Η, Θ, Ι, Λ, Η στο με ημερομ. 05-02-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού, ..., με βάση το οποίο έγινε η διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος - εφεσίβλητου, λαμβάνει τώρα την μορφή που απεικονίζεται με τα στοιχεία Δ', Λ, Η, Θ, Μ, Ν, Δ" στο σχέδιο 2 που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη και εμπίπτει κατά το μεγαλύτερο τμήμα του εντός των τίτλων του ενάγοντος - εφεσίβλητου.
Επειδή τα εδαφικά τμήματα με τα στοιχεία Δ', Λ, Ν, Δ' και Ν, Μ, Ι, Ν είναι περίπου ίσα μεταξύ τους, το εμβαδόν της επίδικης έκτασης παραμένει το ίδιο, δηλ.113,64 τ.μ. Ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας, για ν' απαντήσει στα ερωτήματα της προδικαστικής απόφασης, συνεχίζει ότι, εντός της επίδικης έκτασης υπάρχει βόθρος στη θέση και μορφή, όπως αυτή απεικονίζεται στο προαναφερθέν Τοπογραφικό Διάγραμμα, έχει κατασκευαστεί από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και εξυπηρετεί τις ανάγκες της κατοικίας του.
Οι θέσεις των υπαρχόντων κτισμάτων των αντιδίκων είναι σήμερα όπως είναι αποτυπωμένες στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα. Η θέση της αρχικής οικίας του κληρούχου Ζ καλύπτεται σήμερα από την θέση της ισόγειας μονοκατοικίας με υπόγειο που έχει ανεγερθεί από τον εναγόμενο - εκκαλούντα, σύμφωνα με την 935/6.4.1987 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.
Ο εκκαλών, με τους, δεύτερο και τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως του, ισχυρίζεται ότι, η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από τον εκκαλούντα την υπ' αριθμ. 1838/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το σημείωμα του δικαιοπαρόχου πατέρα του εφεσίβλητου ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου, όσο και την υπ' αριθ. 1618//Ν/189 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, γιατί καταρχήν η εκκαλουμένη διαλαμβάνει στην αιτιολογία της, με τον αναγκαίο κατά τη νομολογία βαθμό επαρκείας, προκειμένου αυτή να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Παράλληλα, οι επικαλούμενες από τον εκκαλούντα αποφάσεις και σημείωμα αφορούν διαφορετικό αντικείμενο δίκης, δηλαδή όχι κυριότητα, αλλά νομή. 'Αλλωστε, αυτά δεν μπορούν να εισφέρουν στη δίκη, αφού, αφενός αφορούν άλλο οικοπεδικό τμήμα [τμήμα στο πίσω μέρος από τα κτίσματα των διαδίκων] και όχι το επίδικο, και αφετέρου οι διαπιστώσεις τους [των αποφάσεων] είχαν στηριχθεί, κατά νόμο, μόνο σε πιθανολόγηση και όχι σε πλήρη απόδειξη.
Στον Τέταρτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι, εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι. εντός του επίδικου υπάρχει βόθρος, την απάντηση δίνει η προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που δέχθηκε ότι, εντός της επίδικης έκτασης υπάρχει βόθρος στη θέση και μορφή όπως αυτή απεικονίζεται στο συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα.
Απορριπτέος, επίσης, ως ουσία αβάσιμος, κρίνεται ο πέμπτος λόγος της εφέσεως ότι, η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος ενάγων, απέκτησε το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί, όλες σι επικαλούμενες στην αγωγή του ενάγοντος εφεσίβλητου διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων αυτού και αυτού του ιδίου [π.χ.
ανέγερση οικίας στο δυτικό οικόπεδο] αποδείχθηκαν πλήρως με μάρτυρες και έγγραφα [βλ. την υπ' αριθμ. 30450X1994 αγωγή του εκκαλούντος - εναγομένου εναντίον του εφεσίβλητου], που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εκκαλών, όπου αναφέρει ότι ο επίδικος βόθρος, το σημείο του οποίου ουδόλως αμφισβητείται εκεί, έχει κατασκευαστεί εντός του οικοπέδου του εφεσίβλητου.
Επίσης, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τις ενστάσεις αυτού περί οιονεί δεδικασμένου και παραγραφής, ευρίσκει απάντηση στην προαναφερθείσα απόρριψη των, δευτέρου και τρίτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως. ..... Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις..." Με βάση αυτές τις παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 29488/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ενόψει κυρίως των άνω παραδοχών του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις του Α.Κ., στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης σε σχέση με τα άνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ως βάσιμοι.
Και τούτο γιατί το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, που, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου, χωρίς να δέχεται και ότι ο αναιρεσίβλητος νεμήθηκε το επίδικο ως αποκλειστικός κύριος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας ή εικοσαετίας, προσδιορίζοντας επακριβώς το χρονικό αυτό διάστημα κατά τον χρόνο ενάρξεως και λήξεώς του, δεδομένου ότι πρόκειται για ακίνητο που διατέθηκε προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγα και ο χρόνος καταλήψεως του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα δεν συμπίπτει με τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, επί πλέον δε δεν εκτίθεται σ' αυτήν ο χρόνος θανάτου των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου ή αν αυτός αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία των γονέων του και μετέγραψε την οικεία πράξη αποδοχής ή ακόμη και αν μεταβιβάστηκε σ' αυτόν η κυριότητα του επιδίκου για κάποια νόμιμη αιτία με σύμβαση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, περαιτέρω δε απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος με ασαφείς αιτιολογίες, αφού η απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής στηρίζεται, με ρητή αναφορά στις προηγούμενες σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες όμως απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος σχετικά με το ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν είχε λάβει υπόψη ορισμένα εκ των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων, άνευ οιασδήποτε άλλης σαφούς αιτιολογίας και ιδίως για τον χρόνο καταλήψεως του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών πρώτου και τρίτου των λόγων της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 2440/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ