Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim due to insufficient pleading of acquisition method and evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly address the method of acquisition and admitted evidence, but the court found the appeal inadmissible for procedural defects. The court ruled that the plaintiff must explicitly state the acquisition method in their initial pleading and that the specific evidence cited in the appeal was insufficiently defined to constitute a valid ground for reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033, 1094, 1192 of the Civil Code; Article 216, paragraph 1a of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 19 and 8, item b, and 11, item a of the Code of Civil Procedure: For a property ownership claim, the plaintiff must specify the acquisition method and title in the initial pleading; an appeal based on failure to consider a defendant's denial is inadmissible as it does not constitute a 'matter' under Article 559, and an appeal citing inadmissible evidence is inadmissible if the specific subject matter of the evidence is not clearly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2112 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2112/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη. Της αναιρεσίβλητης: ..........., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 10-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1094, 1192 ΑΚ, 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ. προκύπτει ότι για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε, καθώς και να γίνεται περιγραφή του επίδικου ακινήτου , δηλαδή προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτώς θεωρούνται από τον Άρειο Πάγο, με την ένδικη, από 7-9-2001 διεκδικητική αγωγή, η ενάγουσα εξέθεσε ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 223 τμ.
με την σ' αυτό διώροφη οικία που βρίσκεται στη θέση "........" της νήσου ....... Δωδεκανήσου, συνορεύει δε με τα ακίνητα που στην αγωγή ειδικότερα αναφέρονται, κατά μεν ψιλή κυριότητα με το ........ πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγίστης, από την ............., κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό με διάνοια κυρίας επί 70 και πλέον έτη αναδρομικώς από την ανωτέρω μεταβίβασή του, κατά πλήρη δε κυριότητα μετά την επιστροφή της επικαρπίας στην κυριότητα του ακινήτου από τον κατά την 13-1-1999 θάνατο της ανωτέρω κυρίας τούτου και δικαιοπαρόχου της , η οποία είχε κρατήσει γιαυτήν την επικαρπία του ακινήτου.
Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τις από 29-11-2003 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συνομολόγησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επί του ακινήτου, επικαλούμενος μάλιστα ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο από την ίδια αυτή δικαιοπάροχο.
Επομένως, δεν ήταν αναγκαίο, για τη θεμελίωση της αγωγής, να καθορίσει η ενάγουσα, τη δυνατότητα κτήσης της κυριότητας επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία από το πρόσωπο αυτό, με αναγραφή της νομικής φύσης του επίδικου ακινήτου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, πλημμέλεια διότι δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω μη αναγραφής σ' αυτήν της νομικής φύσης του ακινήτου, υπό το οθωμανικό δίκαιο, ήτοι αν αυτό ανήκε στην κατηγορία των ελεύθερης κυριότητας ή των εραζιί εμιριέ ή των βακουφίων κλπ, από την οποία εξαρτάτο και η δυνατότητα κτήσης κυριότητας επ' αυτού με κτητική παραγραφή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, ενόψει της ανωτέρω ομολογίας του εναγομένου, δεν ήταν αναγκαίο , για τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της, ο καθορισμός, με αυτήν, ή με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, των προϋποθέσεων και του τρόπου κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το πρόσωπο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.
Απορριπτέος, επίσης ως απαράδεκτος, με την ίδια αιτιολογία, είναι και ο συναφής, προς τον ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην πληττόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της δυνατότητας κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, καθόσον, ενόψει της ανωτέρω ομολογίας από τον εναγόμενο, δεν απαιτείτο να διαληφθεί στην απόφαση αιτιολογία για το ουσιώδες αυτό ζήτημα.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί δεν έλαβε υπόψη αιτιολογημένη άρνηση του αναιρεσείοντος του τίτλου κυριότητας επί του επιδίκου της δικαιοπάρόχου της ενάγουσας, που προτάθηκε προς απόκρουση της αγωγής, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την ανωτέρω έννοια, και επομένως η μη λήψη αυτού υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Επειδή, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι των αναφερόμενων στον λόγο αυτό δύο ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα, και οι οποία ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο στην προκείμενη υπόθεση, διότι λήφθηκαν όχι την 20. 00' ώρα της ημέρας που κλήθηκε ο εναγόμενος προς τούτο, αλλά την 20. 25' ώρα της ίδιας ημέρας και μετά την αποχώρηση του εν λόγω διαδίκου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 356/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ