Legislator Case Law & Legislation
2111/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision due to insufficient reasoning on insolvency status.

Case Number 2111/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the Credit Union against the First Instance Court's decision to restructure the debtor's debts under Law 3869/2010. The debtor argued for debt relief and exemption of her primary residence, but the lower court failed to provide adequate reasoning regarding her permanent inability to pay. The Court ruled that the lack of specific analysis on the debtor's income, expenses, and monthly installments rendered the lower court's finding of insolvency legally flawed. Consequently, the appeal was admitted, and the case was remitted to the First Instance Court for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court decision ordering debt restructuring under Law 3869/2010 is void if it fails to substantiate the finding of permanent insolvency with specific analysis of the debtor's income and expenses.

Keywords

AI generated
debt restructuring procedure permanent insolvency insufficient reasoning Law 3869/2010 remittal for retrial creditor protection civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1), 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2111/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 567/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 745/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 8-6-2023 ( αριθμ. εκθ. καταθ. 62684/9-6-2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 745/2023 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 , 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 2. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Η αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας από 24-7-2014 (και με αρ. καταθ. 821/25-7-2014) αίτησή της κατά του ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης στην αίτηση κύριας κατοικίας της ίδιας και της οικογένειάς της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.

Το Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας με την υπ' αριθμ. 567/2018 απόφασή του, αφού δίκασε την αίτηση αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με την από 19-2-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 745/2023 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.

3. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1118/2025, ΑΠ 603/2023,ΑΠ 559/2020).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.

Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022,ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 407/2024, ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ785/2022, ΑΠ544/2022, ΑΠ1351/2021, ΑΠ 656/2021).

Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του ΑΠ 606/2025, ΑΠ 1320/2024, ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020). β.

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες .

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε , του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή ,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).

4. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ.745/2023 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "...Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη γεννήθηκε στη Δημοτική Ενότητα Δομνίστης Καρπενησιού Ευρυτανίας την ...-1961 και είναι άγαμη, μητέρα ενός θήλεος, ήδη ενηλικιωθέντος τέκνου, της Ε.

Δ., που γεννήθηκε την 18-11-1982 στην Αθήνα Αττικής, έγγαμης και μητέρας ενός ανήλικου θήλεος τέκνου, της Ε. Τ., γεννηθείσας ομοίως στην Αθήνα Αττικής, την 11-10-2010. Η αιτούσα-εφεσίβλητη είναι δημόσια υπάλληλος, συγκεκριμένα δε, εργάζεται ως καθαρίστρια στο, Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών "Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού>> με μηνιαίες απολαβές ύψους 960,42 ευρώ και διαμένει μαζί με την παραπάνω θυγατέρα της, Ε., το γαμπρό της, Γ.

Τ. και την εγγονή της Ε., σε διαμέρισμα επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 77, πλέον ημιϋπαίθριου χώρου εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 9,75, επομένως συνολικού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 86,75, με παραρτήματα: α) την υπό στοιχεία Υ-8 μονόχωρη αποθήκη του υπογείου εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 6,50" και β) το υπό στοιχείο Ρ-1 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 10,13, κείμενο στον τέταρτο πάνω από το ισόγειο όροφο, πολυκατοικίας ανεγερθείσας επί οικοπέδου εμβαδού μέτρων, τετραγωνικών 724,50, ευρισκόμενου στη Μεταμόρφωση Αττικής, επί της οδού ..., ...το οποίο αυτή απέκτησε με αγορά....

Η ίδια, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, έλαβε από το καθ' ου η αίτηση-εφεσίβλητο, βάσει της υπ' αριθ. ... από ...-2009 δανειακής σύμβασης, στεγαστικό δάνειο αρχικού κεφαλαίου 143.959,00 ευρώ, με ανεξόφλητο υπόλοιπο την 30-06-2021, ποσού 56.248,00 ευρώ, το οποίο η εφεσίβλητη- αιτούσα θα αποπλήρωνε σταδιακά με μηνιαία παρακράτηση από το μισθό της, αρχικά σε ποσοστό μέχρι 6/10, μειούμενο σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...-2012 Υπουργική Απόφαση, σε ποσοστό μέχρι 3/10.

Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, τα ετήσια εισοδήματα της αιτούσας-εφεσίβλητης έβαιναν συνεχώς μειούμενα, αναλυτικότερα δε, αυτά ανέρχονταν: α) κατά το οικονομικό έτος 2010, στο ποσό των 17.156,01 ευρώ, β) κατά το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 16.467,61 ευρώ, γ) κατά το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 14.718,02 ευρώ, δ) κατά το οικονομικό έτος 2013, στο ποσό των 12.284,38 ευρώ και τέλος, ε) κατά το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 12.338,04 ευρώ.

Για την εξόφληση του επίδικου δανείου, αυτή υπολόγιζε όχι μόνο στις ικανοποιητικές αποδοχές που ελάμβανε κατά το χρόνο λήψης του, αλλά και στην οικονομική συνδρομή της κόρης της και του γαμπρού της, ο οποίος τότε, εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος-συντηρητής σε σειρά ιδιωτικών εταιριών, όπως η εταιρία με την επωνυμία "...

Βιομηχανία Λευκών Ειδών Α.Ε.", αποκομίζοντας από την εργασία του τουλάχιστον το ποσό των 1.350,00 ευρώ το μήνα, ενώ η θυγατέρα της εργαζόταν ως καθηγήτρια αγγλικών σε ιδιωτικό φροντιστήριο, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 650,00 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, εξαιτίας της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στη χώρα από το έτος 2010 και μετά, τα εισοδήματά τους μειώθηκαν δραστικά.

Αναλυτικότερα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα εκκαθαριστικά σημειώματα αυτών, ενώ κατά τα οικονομικά έτη 2011 και 2012, το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στα συνολικά ποσά των (18.954,60+5.592,14=) 24.546,74 ευρώ και (20.653,92+2.228,68=) 22.882,60 ευρώ αντίστοιχα, κατά τα οικονομικά έτη 2013 και 2014, αυτά περικόπηκαν συνολικά στα ποσά των (15.777,86+3.593,70=) 19.371,56 ευρώ και (8.808,18+4.169,18=) 12977,35 ευρώ αντίστοιχα, με αποτέλεσμα, λόγω ανακύψασας οικονομικής στενότητας, σε συνδυασμό και με τα υψηλά επιτόκια που ισχύουν κυρίως στο χώρο της καταναλωτικής πίστης, η εξυπηρέτηση των οποίων εξαντλεί το εισόδημά της, το οποίο δεν επαρκεί ούτε για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών της, έχει σταματήσει να εξυπηρετεί τις οφειλές της ήδη από το έτος 2014.

Μάλιστα, η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητάς και των χρεών της δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, καθόσον λόγω της ηλικίας της και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας που είχε ως συνέπεια τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών της, δεν διαφαίνεται προοπτική αύξησης των εισοδημάτων της, ενώ συγχρόνως οι δανειακές της υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, ενόψει της επιβάρυνσης του δανείου της με τόκους υπερημερίας έτσι ώστε αυτή να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.

Για το λόγο αυτό, συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία της εφεσίβλητης- αιτούσας για την αποπληρωμή της επίδικης οφειλής της έναντι του καθ' ου η αίτηση-εκκαλούντος, οπότε ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ρυθμίζοντας το χρέος της και εξαιρώντας από την εκποίηση την προμνησθείσα κύρια κατοικία της.

Όσο για τον ισχυρισμό του εκκαλούντος-καθ' ου η αίτηση πιστωτή, ότι η εφεσίβλητη- αιτούσα ενήργησε καταχρηστικά ζητώντας να ρυθμιστούν τα χρέη της, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, τον οποίον επαναφέρει ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου, με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να αποφανθεί·σε κάθε εκδικαζόμενη αίτηση δανειολήπτη περί υπαγωγής αυτού στις προστατευτικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εν λόγω νόμου, μεταξύ δε αυτών και αν ο αιτών δανειολήπτης (εν προκειμένω η εφεσίβλητη-αιτούσα) έχει περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 19-2-2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 567/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) δεν εκτίθενται οι βιοτικές ανάγκες της αιτούσας, β) το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να καταβάλλει προς τους πιστωτές της για την κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων, όπως και το καθαρό μηνιαίο εισόδημα αυτής κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης ( η οποία σε πρώτο βαθμό συζητήθηκε την 23-2-2018, ενώ ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η υπόθεση συζητήθηκε την 7-1-2022), προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση του πιστωτή της, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να κριθεί αν έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, συνεπώς, αν δικαιούται ή όχι να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. 5. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν περιλαμβάνεται διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 745/2023, τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ