Legislator Case Law & Legislation
2111/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against First Instance Court ruling on labor law cuts to public utility employees.

Case Number 2111/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to review the First Instance Court's decision regarding labor law cuts. The appellants, former employees of a public utility company, argued that the company illegally reduced their wages and benefits under specific laws. The court rejected these claims, finding the company was legally exempt from certain restrictions and that the First Instance Court correctly applied the relevant statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a First Instance Court decision is inadmissible if the lower court correctly applied substantive laws exempting a public utility enterprise from specific financial restrictions.

Keywords

AI generated
labor law cuts public utility enterprise appeal dismissal substantive law application financial restrictions wage reduction legal exemption

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 31 para. 1 lit. a of Law 4024/2011
Law 3833/2010
Law 3845/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2111/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)…………………. 33) α) ……. ….., β) …… …., και γ) …… του …., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Π. του Δ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Δημοτική ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Κουτίνα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2013 (με αριθμό κατάθεσης ...) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …… του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη από ….., παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση, υπ' αριθμ…… απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα όσοι εξ αυτών δεν παραιτήθηκαν νόμιμα από το δικόγραφο της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την από 31.12.2013 αγωγή τους ιστορούσαν ότι, κατά τους αναφερόμενους σ' αυτήν χρόνους, ο καθένας από αυτούς προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν σ' αυτό με την ειδικότητα και τους όρους εργασίας, που εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, αντί μισθού, καθορισμένου από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου.

Ότι αν και παρείχαν κανονικά τη συμφωνηθείσα εργασία τους στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, το τελευταίο, επικαλούμενο τις διατάξεις των ν.3833/2010 και 3845/2010, προέβη σε περικοπή των τακτικών τους μηνιαίων αποδοχών, των δώρων εορτών και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, παρά την εξαίρεσή τους από τους νόμους αυτούς και όπως τα ποσά προσδιορίζονται στην αγωγή, αιτούμενοι για την ανωτέρω αιτία και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της ημέρας που κάθε επιμέρους ποσό έπρεπε να καταβληθεί σε καθένα από αυτούς, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η …. απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο δέχτηκε την αγωγή, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κυρία βάση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) νομικό πρόσωπο άσκησε την από 9.4.2015 έφεσή του, προσβάλλοντας αυτήν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 42/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κρίνοντας ότι το αναιρεσίβλητο ανήκει σε Ο.Τ.Α και ότι το μέτρο μείωσης των αποδοχών όσο και της θέσπισης ανώτατου ορίου που προβλέπονται στις διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, καταλαμβάνει και το προσωπικό του αναιρεσίβλητου, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν.3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν.3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.

Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν.3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005...". Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 ν.3845/2010, έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ.

που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν.1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.

Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: (Άρθρ. 1) "παρ. 1. [...] Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [...] παρ. 3.

Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους.

παρ. 4. Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται δι' αποφάσεως των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, δι' ης θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 3) "παρ. 1.

Η υπό ενός μόνο Δήμου συνιστάμενη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προέρχεται από τη μειοψηφία.

παρ. 2. Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου". [...] (Άρθρ. 5) "παρ. 1.

Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος. παρ. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδία [...] ζ) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων- εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή)". [...] (Άρθρ. 7) "παρ. 1.

Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο". (Άρθρ. 8) " [...] παρ. 3.

Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 9) " [...] παρ. 4. Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως". (Άρθρ. 10) "παρ. 1.

Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών, γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως, στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου, ζ.

Η αξία καταναλισκόμενου ύδατος, [...] ιβ. Επιχορήγηση εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...]. παρ. 2. Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκτασιν υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων εκ δανείων [...]". (Άρθρ. 13) "παρ. 1.

Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων". (Άρθρ. 18) "παρ. 1. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992, (παρ. 2) επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο και (παρ. 3) διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους". [...] (Άρθρ. 20) "παρ. 1.

Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης του τεχνικού προγράμματος έργων καθώς και για κάθε τροποποίησή τους, β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) Για τη σύναψη δανείων, ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες.

παρ. 2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές". (Άρθρ. 21) "παρ. 1. Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές. [...] (παρ. 3) Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις". (Άρθρ. 22) " [...] παρ. 3.

Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κωδικός περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος". (Άρθρ. 24) "παρ. 1. Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων.

Καθ' όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής". (Άρθρ. 25) "παρ. 1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης [...]". (Άρθρ. 26) "Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης από το Νομάρχη δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξαρτήτου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης- Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ.- Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.

Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο- αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση- αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:

α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.

Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό.

Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.

Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους.

Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δε συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των ΔΕΥΑ με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Την ένταξη δε των ΔΕΥΑ στα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει" εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.

Επιχείρημα δε υπέρ της ευρύτητας του όρου "ανήκει" προκύπτει και από την εξειδίκευση του όρου σε επόμενα νομοθετήματα. Ειδικότερα στο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015", με τον οποίον προβλέφθηκε "πλαφόν" για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...

εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...]" Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τον ίδιο λόγο όπως και οι επίμαχες, δηλαδή τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν.

Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν.3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν.3845/2010, όπως και σε αυτό των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 ν.4024/2011 (αλλά και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012, που ακολούθησε) και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο ...), υπό την έννοια ότι δημιουργούνται από τους ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελούν υπό την εποπτεία τους, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής τους γίνεται από τους ΟΤΑ. (ΟλΑΠ 5/2022).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2018, ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006,.ΑΠ 917/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αγωγή, ως προς το αίτημα αυτής για την καταβολή σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες των ποσών που το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, επικαλούμενο τις διατάξεις των ν.3833/2010 και 3845/2010, περιέκοψε από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους, δώρα εορτών και επίδομα άδειας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, για το λόγο ότι το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο οι αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διεπόμενο από τους κανόνες ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των ΟΤΑ ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανωτέρω νόμων, είναι μη νόμιμη, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφενός το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, ως δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, ανεξάρτητα της συγκεκριμένης νομικής μορφής που επελέγη, βάσει του ιδρυτικού του νόμου (ν.1069/1980), δεν αποτελεί αυτόνομο πρόσωπο ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενο νομικό πρόσωπο, το οποίο ως αρμόζει στη φύση του, στην αποστολή και τη θεσμοθετημένη λειτουργία και διοίκησή του, τελεί σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των ΟΤΑ, στο οποίο και ανήκει, αφετέρου δε υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν.3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν.3845/2010, και ειδικότερα συγκαταλέγεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχείρηση ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχει κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληροί το κριτήριο που τάσσεται από τους ανωτέρω μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκει σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο ...), υπό την έννοια ότι δημιουργήθηκε από τον ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελεί υπό την εποπτεία του, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής του γίνεται από τον ΟΤΑ.

Επομένως, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας, με την κύρια αιτιολογία, ως μη νόμιμο το παραπάνω αίτημα της αγωγής για την καταβολή σε καθένα από τους αναιρεσείοντες των ποσών που το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, περιέκοψε από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους, δώρα εορτών και επίδομα άδειας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010), 2 παρ. 2 ν.3833/2010 και 3 παρ. 4, 5 και 6 ν.3845/2010, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, που κυριαρχικά εκτιμήθηκαν από αυτό, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού περί του νόμω αβάσιμου της αγωγής, δεδομένου ότι, όπως δέχεται και το Εφετείο, βάσει των εκτιθέμενων στην αγωγή περιστατικών, δεν εξαιρούνται οι αναιρεσείοντες εκ των περικοπών των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012, που επιβλήθηκαν με τους ν.3833/2010 και 3845/2010, καθόσον το αναιρεσίβλητο ως επιχείρηση ΟΤΑ ειδικού σκοπού, υπάγεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανωτέρω νόμων.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ταυτόσημος με τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο, με τον οποίο αποδίδονται οι ίδιες από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε και τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ.1 περ.α του ν.4024/2011, προκειμένου να δικαιολογήσει ότι δεν συντρέχει κανένας δικαιολογητικός λόγος για την εξαίρεση του αναιρεσίβλητου, ως δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης από τους θεσπιζόμενους δημοσιονομικούς περιορισμούς, παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από 1.1.2013, ενώ οι επίδικες αποδοχές τους αφορούσαν το έτος 2012.

Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε στο συμπέρασμά του περί νομικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και όχι αυτές του άρθρου 31 του ν.4024/2011, οι οποίες παρατίθενται στη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης, προς επίρρωση του ήδη εξαχθέντος δικανικού συμπεράσματος περί εφαρμογής των διατάξεων των ν.3833/2010 και 3845/2010 και επί του προσωπικού του αναιρεσίβλητου ως δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης που ανήκει στον Δήμο ..., όπως άλλωστε εκθέτουν με τον συγκεκριμένο λόγο και οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.7.2019 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 42/2017 απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ