Legislator Case Law & Legislation
2111/2018 AI generated

2111/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2111/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2111/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, αν από τα πρακτικά της απόφασης δεν προκύπτει ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο όλα όσα έγιναν στο ακροατήριο, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η πρόταση του εισαγγελέα περί της ενοχής και της ποινής, η απόφαση περί της ενοχής και της ποινής, παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 233, 236 και 171 παρ. 1 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2111/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. O. του R., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Χρήστο Οικονόμου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 296/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου).

Το Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1201/2018.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 7/7.9.2018 έκθεση - αίτηση του O. S. του R., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/15.5.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, (η οποία κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς στην Ελληνική Επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη δικαιουμένων εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατά συρροή, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως εκατόν δέκα επτά (117) ετών-εκτιτέα ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε έτη και συνολική χρηματική ποινή 47.000,00ευρώ), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 30.8.2018).

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί για την βασιμότητα των λόγων της. Από τη διάταξη του άρθρου 233 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας.

Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσων έγιναν στη διαδικασία, από την Ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 233 ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει, ως προεκτέθηκε, απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 β' δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής.

Επίσης, αν από τα πρακτικά της απόφασης δεν προκύπτει ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο όλα όσα έγιναν στο ακροατήριο, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η πρόταση του εισαγγελέα περί της ενοχής και της ποινής, η απόφαση περί της ενοχής και της ποινής, παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 233, 236 και 171 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠΔ, οι οποίες αφορούν την υπεράσπισή του και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 54/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής:

Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως, αμέσως με την εκφώνηση του ονόματος του αλλοδαπού κατηγορουμένου (είναι Αφγανός), η διευθύνουσα τη συζήτηση Προεδρεύουσα Εφέτης, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτός δεν ομιλούσε την Ελληνική γλώσσα αλλά την αφγανική διάλεκτο ντάρι, διόρισε σε αυτόν ως διερμηνείς, όπως τα άρθρα 233 και 234 ΚΠΔ ορίζουν, εκ του καταλόγου που τηρείται στο Πρωτοδικείο Χίου, τους ευρισκομένους στο ακροατήριο διερμηνείς:

τον M. A. (ον.) A. (επ.) του M. E., ο οποίος γνώριζε τη διάλεκτο ντάρι, από την οποία μετέφραζε στην αγγλική γλώσσα, την οποία επίσης γνώριζε, και μια δεύτερη διερμηνέα τη Θ. Ε. του Α., προκειμένου αυτή να μεταφράζει από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα (κατ' άρθρο 238 ΚΠΔ, δεδομένου ότι η διάλεκτος ντάρι είναι ελάχιστα γνωστή), και οι οποίοι ορκίστηκαν, κατ άρθρο 236 ΚΠΔ, τι θα διερμηνεύσουν ακριβώς και πιστά από την αφγανική διάλεκτο ντάρι και την αγγλική γλώσσα, αντίστοιχα, στην Ελληνική και αντίστροφα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καθώς και τα αναγνωστέα έγγραφα, και κατόπιν οι διερμηνείς ανέλαβαν τα καθήκοντά τους.

Στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται ότι, κατόπιν των ανωτέρω η προεδρεύουσα, με τη βοήθεια των διερμηνέων, ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει αντίρρηση για το διορισμό των εν λόγω διερμηνέων και αυτός απάντησε αρνητικά. Ο διορισμός των ως άνω διερμηνέων έγινε κατά τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 2α,β,γ του ΚΠΔ, όπως αυτό ορίζεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως τα οποία παρέχουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 3 ΚΠΔ, πλήρη απόδειξη για όσα αναγράφονται σε αυτά.

Εφ' όσον, επομένως, οι διερμηνείς διορίσθηκαν από τον οικείο πίνακα των διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά τον διορισμό τους, ούτε να δώσει τον λόγο προηγουμένως στον κατηγορούμενο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, με τον οποίο ο κατηγορούμενος-ήδη αναιρεσείων παραπονείται επειδή το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να συντρέχει λόγος και αναιτιολόγητα και ενώ υπήρχε διερμηνέας στον οικείο κατάλογο του Πρωτοδικείου Χίου, ο οποίος γνώριζε την ελληνική γλώσσα και τη διάλεκτο φαρσί την οποία ομιλεί ο κατηγορούμενος, εν τούτοις διόρισε εκ του καταλόγου έναν διερμηνέα ο οποίος γνώριζε τη διάλεκτο ντάρι, από την οποία μετέφραζε στην αγγλική γλώσσα, την οποία επίσης γνώριζε, και μια δεύτερη διερμηνέα, προκειμένου αυτή να μεταφράζει από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, παραβιάζοντας έτσι το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η επιβαλλομένη, εξ άλλου, από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋπόθεση, όμως της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (Ολ.

Α.Π. 2/2005, Α.Π. 208/2012, ΑΠ 259/2014, Α.Π. 1101/2011). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144 του ίδιου Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση, όπως επίσης και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση.

Αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους.

Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών.

Κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών. Επειδή, κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός, αλλά και την προσωπικότητα του, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών (ΑΠ 1469/2013).

Ενώ, εξ άλλου, το μέτρο επαύξησης των ποινών που συρρέουν για καθορισμό συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής κατ' άρθρο 94 ΠΚ, εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου μέσα στα όρια που θέτει ο νόμος.

Ο ήδη αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως, παραπονείται: Ια . διότι το δικαστήριο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους προταθέντες από αυτόν ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και β του ΠΚ και 1β. διότι το δικαστήριο κατά τον καθορισμό της συνολικής χρηματικής ποινής που του επέβαλε δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία περί του ότι για τον καθορισμό αυτής εκτιμήθηκαν και οι οικονομικοί όροι του καταδικασθέντος.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης με αριθμό 54/2018 αποφάσεως, δεν καταχωρήθηκαν σε αυτά αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αλλά, ακόμη και αν η μη καταχώρησή τους οφείλεται σε παραδρομή, δεν προκύπτει ότι αυτοί (αυτοτελείς ισχυρισμοί) αναπτύχθηκαν και προφορικά και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Ακολούθως των ανωτέρω , εφ' όσον, όπως προειπώθηκε, κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναφέρονται σ' αυτά και στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον δεν ζητήθηκε η διόρθωση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και επιπλέον δεν προσβλήθηκαν αυτά ως πλαστά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το περιεχόμενο τους και να αποτελέσει αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου.

Επομένως η ως άνω 1 α ' αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου είναι απαράδεκτη και εκ τούτου απορριπτέα.

Αναφορικά με την συνολική ποινή καθείρξεως των 117 ετών αλλά και την συνολική χρηματική ποινή των 47.000 ευρώ, που επιβλήθηκαν στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, και με τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής:

"Επειδή, κατά το άρθρο 79 Π. Κ, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο τη βαρύτητα των εγκλημάτων, όσο και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας των εγκλημάτων το Δικαστήριο αποβλέπει στη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα ή τον κίνδυνο που προκάλεσαν, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο των εγκλημάτων, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή τους, στην ένταση του δόλου του κατηγορουμένου.

Κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο σταθμίζει ιδίως το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά τις πράξεις του. Για να το διαγνώσει με ακρίβεια εξετάζει τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε, το χαρακτήρα του και στο βαθμό της ανάπτυξής του, στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, την διαγωγή του κατά την διάρκεια των πράξεων και μετά τις πράξεις, ιδίως την μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες των πράξεών του, συνάμα δε τόσο τους οικονομικούς όρους, όσο και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία συντηρεί.

Έχοντας όλα αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο η ποινή που αναφέρεται στο διατακτικό" "Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 Π.Κ., κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους μία συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξανόμενη.

Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ιδίου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από α) τέσσερις (4) μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη, β) ένα (1) έτος, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη, γ) δύο (2) έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα (10) έτη.

Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε (25) έτη, όταν πρόκειται για κάθειρξη και τα δέκα (10) έτη, όταν πρόκειται για φυλάκιση. Αν τα εγκλήματα, που συρρέουν, πραγματώθηκαν με μία πράξη το Δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη ποινή από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΠΚ, αν συντρέχουν περισσότερες από μία χρηματικές ποινές ή πρόστιμα, η συνολική ποινή που επιβάλλεται αποτελείται από την βαρύτερη τους, επαυξημένη ανάλογα με τους οικονομικούς όρους του καταδικασμένου. Η επαύξηση όμως αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 3/4 του αθροίσματος των υπόλοιπων ποινών που συντρέχουν.

Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι ισόποσες, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μίας από αυτές, η δε διάταξη της παρ 2 του άρθρου 94 εφαρμόζεται και σ αυτό το άρθρο Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης καθώς και σε χρηματικές ποινές, που αναφέρθηκαν παραπάνω για αντίστοιχα εγκλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για αντίστοιχα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 1 ΠΚ).

Συνεπώς, πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο μια συνολική ποινή κάθειρξης εκατόν δέκα επτά (117) ετών, αποτελούμενη από την μία εκ των ίσης διάρκειας ποινών κάθειρξης αυτή των έξι (6) ετών ως ποινή βάσης που επαυξάνεται κατά τρία (3) έτη από έκαστη των ετέρων 37 ποινών κάθειρξης και μία συνολική χρηματική ποινή 47.000,00 ευρώ αποτελούμενη από την μία εκ των ισόποσων χρηματικών ποινών αυτή των 10.000,00 ευρώ, ως ποινή βάσης που επαυξάνεται κατά 1.000,00 ευρώ από έκαστη των 37 λοιπών χρηματικών ποινών των 10.000,00 ευρώ, καθώς και να οριστεί εκτιτέα ποινή για έκαστο των κατηγορουμένων τα είκοσι πέντε (25) έτη, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό" Επομένως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε την από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ., την οποίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του της νομίμου βάσεως, ενώ για τον υπολογισμό της συνολικής χρηματικής ποινής των 47.000,ευρώ, αφού το μέτρο επαύξησης αυτής εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου μέσα στα όρια του νόμου, ως ανωτέρω, δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ειδική αιτιολογία σχετικώς με την εκτίμηση των οικονομικών όρων του ήδη αναιρεσείοντος.

Επομένως, και η 1β. αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγου, εδραζομένη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέα.

Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7/7.9.2018 έκθεση - αίτηση του O. S. του R., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/15.5.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου) .

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ