Legislator Case Law & Legislation
2111/2014 AI generated

2111/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2111/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2561/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε στην ουσία την από 10.11.2009 έφεση και τους από 10.9.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης και κατ' εκτίμηση αντέφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3878/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ δέχθηκε την από 10.12.2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας απόφασης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 14.1.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως αβάσιμα στην ουσία τα σχετικά αιτήματα της αγωγής, η οποία κατά το τελευταίο αίτημά της είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη με την πρωτόδικη ήδη απόφαση.

Legislator headnote

AI generated

2111/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρ. 247 ΑΚ, το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη παραγράφεται, αρχίζει δε η παραγραφή κατά το άρθρ. 251 του ίδιου Κώδικα από τότε που γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, οπότε με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής ο υπόχρεος δικαιούται κατά το άρθρ. 272§1 του ίδιου και πάλι Κώδικα να αρνηθεί την παροχή του.

Keywords

AI generated
treasury bill order for enforcement objection to debt enforcement negotiable instrument capital requirements bank charges
AI generated
1986/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
486/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
493/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 1990 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2476/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2509/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.
1196/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1653/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2111/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", και αυτής ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3878/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2561/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουλίου 2011 αίτησή της και τους από 13 Ιουλίου 2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου του προσθέτου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, κύριων και πρόσθετων, αναιρετικών λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2561/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε στην ουσία την από 10.11.2009 έφεση και τους από 10.9.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης και κατ' εκτίμηση αντέφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3878/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ δέχθηκε την από 10.12.2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας απόφασης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 14.1.2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε κατά το μέρος αυτό ως αβάσιμα στην ουσία τα σχετικά αιτήματα της αγωγής, η οποία κατά το τελευταίο αίτημά της είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη με την πρωτόδικη ήδη απόφαση.

Ειδικότερα με την απόφαση αυτή, αφού αναγνωρίστηκε ότι αναδρομικά από τις 9.5.1995 εξοφλήθηκε συμψηφιστικά το δάνειο που είχε η λάβει αναιρεσείουσα από την απώτερη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, διατάχθηκε ακολούθως η εξάλειψη της ασφαλίζουσας το δάνειο αυτό υποθήκης που είχε εγγραφεί σε βάρος ακινήτου της αναιρεσείουσας, ενώ ως ουσιαστικά αβάσιμη απορρίφθηκε η αξίωσή της για καταβολή σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 90.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, αλλά και του δικαιώματος κυριότητάς της στο ενυπόθηκο ακίνητό της, συνεπεία της κακόβουλης άρνησης της δανείστριας τράπεζας και στη συνέχεια της ίδιας της αναιρεσίβλητης να λάβουν το πράγματι οφειλόμενο ποσό του δανείου και να συναινέσουν στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας αυτό υποθήκης και μάλιστα η αναιρεσίβλητη ακόμη και μετά την συμψηφιστική απόσβεση του δανείου, για την είσπραξη του οποίου παράνομα, επίσης, αρχικά η δανείστρια τράπεζα το Μάϊο του 1995 και ακολούθως η αναιρεσίβλητη το Μάϊο του 1999 επέσπευσαν σε βάρος της αναιρεσείουσας αναγκαστική εκτέλεση για ποσά μεγαλύτερα των πράγματι οφειλόμενων, με αποτέλεσμα να την εμπλέξουν έτσι σε μακροχρόνιους δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων εμφανιζόταν ως ασυνεπής οφειλέτρια, γεγονός που συνιστά συκοφαντική σε βάρος της δυσφήμηση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Παραδεκτά επίσης με το από 20.7.2012 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς τα προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

2. Κατά το άρθρ. 247 ΑΚ, το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη παραγράφεται, αρχίζει δε η παραγραφή κατά το άρθρ. 251 του ίδιου Κώδικα από τότε που γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, οπότε με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής ο υπόχρεος δικαιούται κατά το άρθρ. 272§1 του ίδιου και πάλι Κώδικα να αρνηθεί την παροχή του.

Υποστηρίζεται ότι στοιχεία αναγκαία για τη θεμελίωση της ένστασης παραγραφής και άρα καλυπτόμενα από το δεδικασμένο της απόφασης που δέχεται την ένσταση και απορρίπτει την αγωγή είναι μόνον η δήλωση του ενιστάμενου ότι προτείνει την παραγραφή και η διαδρομή του χρόνου αυτής, όχι δε και η ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, έστω και αν το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξή της, αφού πρόκειται τότε για πλεοναστική κρίση, δηλαδή κρίση που δεν στηρίζει αναγκαίως, ως προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1459/2000).

Όμως, ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως είναι ορθότερο, ότι η ύπαρξη αξίωσης αποτελεί αναγκαίο στοιχείο κατά το άρθρ. 247 ΑΚ για την υποβολή ένστασης παραγραφής της, η σχετική κρίση δεν στηρίζει άμεσα το απορριπτικό της αγωγής διατακτικό της απόφασης που δέχεται στο αιτιολογικό της την ένσταση παραγραφής, γι' αυτό και δεν καλύπτεται με δεδικασμένο, αφού στην ίδια απορριπτική κρίση θα κατέληγε το δικαστήριο είτε εξέταζε είτε όχι την ύπαρξη της αξίωσης.

Εξ άλλου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου εν όψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου κατά τη νέα δίκη με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά κατ' αυτή και προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτών (ΑΠ 1509/2002? 1098/2011? 1343/2013).

Ελέγχεται έτσι με το λόγο αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν πράγματι την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και η κρίση του ίδιου δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον όμως αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1459/2003? 998/2008).

Αντίθετα αναιρετικά ανέλεγκτη είναι η σχετική κρίση, αν αυτή στηρίζεται αποκλειστικά σε μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος και απορριπτέος (ΟλΑΠ 1339/1985? ΑΠ 1002/2005? 2/2006).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001? 130/2004? 1858/2005? 1098/2011? 1343/2013? 929/2014).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρ. 340, 346 ΑΚ και 221§1(γ) ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει τόκους, νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε και η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της οφειλής (ΟλΑΠ 13/1994, 23/2004, ΑΠ 1044/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../25.7.1992 δανειστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κρομμύδα, σε συνδυασμό με την .../1.9.1992 πράξη λήψης δανείου της ίδιας συμβολαιογράφου, που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγόμενη τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη), η δεύτερη χορήγησε στην ενάγουσα τοκοχρεολυτικό δάνειο κεφαλαίου 6.000.000 δραχμών.

Το δάνειο αυτό ήταν εξοφλητέο, κατά το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας, εντός 58 εξαμηνιαίων δόσεων. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε σταθερό, ύψους 23% ετησίως, για τις τρεις πρώτες δόσεις και μεταβλητό για τις υπόλοιπες, ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο χορήγησης από την τράπεζα δανείων της ίδιας κατηγορίας και χρονικής διάρκειας, πλέον 2,75%.

Προς εξόφληση της αποπληρωμής του δανείου η δανείστρια τράπεζα ενέγραψε στα σχετικά βιβλία του υποθηκοφυλακείου Λιβαδειάς, στις 27.8.1992, πρώτη υποθήκη, για το ποσό των 6.600.000 δραχμών, επί μιας αυτοτελούς ανεξάρτητης διηρημένης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) με στοιχείο Ι της ενάγουσας, που βρίσκεται στη συνοικία Μητρόπολη της Λιβαδειάς, επί της οδού Στρατηγού Ιωάννου 10.

Στις 9.5.1995 η εναγόμενη τράπεζα (κατ' ακριβολογία η δανείστρια τράπεζα) κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 17.4.1995 επιταγή, επί περιλήψεως του ως άνω .../25.7.1992 δανειστικού συμβολαίου, προς πληρωμή του ποσού των 8.094.150 δραχμών, για κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις του χορηγηθέντος δανείου, επισπεύδοντας σε βάρος της ενάγουσας αναγκαστική εκτέλεση.

Στην εν λόγω επιταγή η επισπεύδουσα τράπεζα εξέθεσε ότι η ενάγουσα καθυστερεί την καταβολή τόκων κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας, χρεωλύτρων, εξόδων και αναλογούντων στους καθυστερούμενους τόκους φόρων και ότι για το λόγο αυτό κατήγγειλε τη σύμβαση και κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο.

Έτσι, στις 9.5.1995, όταν η επισπεύδουσα τράπεζα κοινοποίησε στην ενάγουσα την ως άνω επιταγή της, επέχουσα θέση καταγγελίας, η ληξιπρόθεσμη και απαιτητή απαίτηση της τράπεζας αυτής σε βάρος της ενάγουσας ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσό των 8.094.150 δραχμών. Πριν από αυτά η ενάγουσα, με την από 10.6.1989 αγωγή της, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας (κατ' ακριβολογία της ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη τράπεζα) να της καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών, λόγω αδικοπραξίας των αρμόδιων οργάνων της, χωρίς όμως να ζητήσει και την εκ τόκων απαίτησή της από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής της.

Επί της εν λόγω από 10.6.1989 αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα ήδη αμετάκλητη, η οποία ανεγνώρισε την υποχρέωση της τότε εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτηθέν ποσό των 10.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την από 18.10.2002 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η (τότε και τώρα) εναγόμενη τράπεζα να της καταβάλει τους αναλογούντες στο επιδικασθέν με την ως άνω απόφαση ποσό των 10.000.000 δραχμών τόκους υπερημερίας από 28.6.1989, όταν και επιδόθηκε η προαναφερόμενη από 10.6.1989 αναγνωριστική αγωγή.

Με την 6754/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κρίθηκε ότι η από 28.6.1989 επίδοση της ως άνω αναγνωριστικής αγωγής ενέχει και όχληση της εναγομένης για την πληρωμή του ποσού των 10.000.000 δραχμών (29.347,03 ευρώ) και ότι συνεπώς από το χρόνο εκείνο και εντεύθεν, μέχρι και τις 31.12.2002, οφείλονται τόκοι υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου.

Επιδίκασε, όμως, τόκους μόνον για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2002, συνολικού ύψους 24.904,97 ευρώ, κρίνοντας ότι οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 28.6.1989 έως 31.12.1997 είχαν παραγραφεί, αφού μέχρι το χρόνο επιδόσεως της ως άνω από 18.10.2002 αγωγής, δηλαδή στις 5.11.2002, είχε συμπληρωθεί η νόμιμη πενταετής παραγραφή, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης τράπεζας.

Το σχετικό με τους από 28.6.1989 τόκους υπερημερίας κεφάλαιο της εν λόγω 6754/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προσεβλήθη με έφεση από οποιοδήποτε διάδικο μέρος. Όμως η απόφαση αυτή δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως προς τη γένεση και ύπαρξη αξιώσεως τόκων επί κεφαλαίου 10.000.000 δραχμών για το από 28.6.1989 έως 31.12.1997 χρονικό διάστημα, όπως λανθασμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού δεν επιδίκασε τόκους για το ως άνω χρονικό διάστημα λόγω παραγραφής τους, οπότε...

τα στοιχεία που εξετάστηκαν ήταν μόνον η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής και η προταθείσα σχετική δήλωση της εναγομένης και όχι η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσης απαιτήσεως εκ τόκων, για την οποία δεν υπάρχει έτσι δεδικασμένο. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η επίδοση αναγνωριστικής αγωγής δεν αποτελεί όχληση και πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του..., ώστε να οφείλονται έκτοτε τόκοι υπερημερίας".

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις για το δεδικασμένο, κρίνοντας ότι η υπ' αριθ. 6754/2003 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως παραγεγραμμένη την ένδικη τότε αξίωση της αναιρεσείουσας για καταβολή σ' αυτή από την αναιρεσίβλητη τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών κατά το διάστημα ειδικότερα από 28.6.1989 έως 31.12.1997, ενώ δέχθηκε την αξίωσή της για το επόμενο διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2002, δεν δημιούργησε δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη σχετικής αξίωσης της αναιρεσείουσας για το πρώτο από τα παραπάνω διαστήματα, είναι δε πλεοναστική όσο και εσφαλμένη, όπως επίσης ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, η παραδοχή της ίδιας υπ' αριθ. 6754/2003 απόφασης ότι η επίδοση, στις 28.6.1989, της από 10.6.1989 αγωγής της αναιρεσείουσας στην ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί και πράγματι αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η υποχρέωση της τράπεζας αυτής να αποζημιώσει την αναιρεσείουσα με το ως άνω ποσό των 10.000.000 δραχμών, αποτέλεσε, παρόλο τον αναγνωριστικό χαρακτήρα της εν λόγω αγωγής, και όχληση προς την παραπάνω τράπεζα για την καταβολή του ποσού αυτού, επί του οποίου, συνεπώς, οφείλονται έκτοτε και μέχρι τις 31.12.2002 τόκοι υπερημερίας (αν και το κεφάλαιο των 10.000.000 δραχμών, που αφορά απολεσθέντες τόκους του διαστήματος από 1.6.1985 έως 31.5.1990, κατέστη στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο όχι από 28.6.1989, αλλά μόνον από 1.6.1990 και μετέπειτα).

Παρέπεται ότι το Εφετείο, εφόσον ορθά κατά τα προεκτεθέντα έκρινε ότι δεν καλύπτεται με δύναμη δεδικασμένου η ύπαρξη αξίωσης της αναιρεσείουσας για καταβολή σ' αυτή τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών κατά το διάστημα από 28.6.1989 έως 31.12.1997 και ούτε κατά τα λοιπά αναφέρθηκε το Εφετείο σε όχληση για την καταβολή του κεφαλαίου αυτού από την αναιρεσίβλητη ή προηγουμένως από την ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ορθά ακολούθως έκρινε, σύμφωνα με όσα το ίδιο δέχθηκε, ότι δεν προκύπτει απαίτηση της αναιρεσείουσας για καταβολή τέτοιων τόκων που να μπορεί να συμψηφιστεί με την οφειλή της από το δάνειο των 6.000.000 δραχμών, που έλαβε από την ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, όπως η οφειλή της είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 8.094.150 δραχμών ή 23.753,93 ευρώ στις 9.5.1995, οπότε και επιδόθηκε σ' αυτή, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης απόφασης, η από 17.4.1995 καταγγελία της δανειακής σύμβασης από τη δανείστρια τράπεζα με επιταγή προς πληρωμή του ως άνω ποσού.

Κατ' επέκταση με ορθή εν τέλει ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 247, 251, 340, 345, 346 και 443 ΑΚ η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα αγωγικά αιτήματα που είχε αυτή δεχθεί, απέρριψε στη συνέχεια με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά αυτά αιτήματα, με τα οποία η αναιρεσείουσα, προτείνοντας σε συμψηφισμό απαίτησή της από τόκους ειδικότερα του διαστήματος από 1.1.1991 έως 17.4.1995, που όμως δεν έγινε κατά τα προεκτεθέντα δεκτή, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η οφειλή της από το παραπάνω δάνειο και επομένως και η ασφαλίζουσα το δάνειο αυτό υποθήκη επί ακινήτου της αποσβέστηκαν συμψηφιστικά ήδη από τις 18.4.1995, γεγονός για το οποίο ζητείται περαιτέρω η εξάλειψη της υποθήκης.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο των κύριων λόγων και με τους πρώτο και δεύτερο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 16(α) και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με ελλιπείς ή αντιφατικές σε κάθε περίπτωση αιτιολογίες η απόφαση αυτή έκρινε ότι το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 6754/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν καλύπτει την ύπαρξη απαίτησης της αναιρεσείουσας για τους παραγεγραμμένους τόκους του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών και γενικότερα ότι δεν αποτέλεσε όχληση και δεν δημιούργησε τέτοια απαίτηση η επίδοση ως προς το κεφάλαιο αυτό, στις 28.6.1989, της από 10.6.1989 αγωγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ώστε να μπορεί η απαίτησή της αυτή να προταθεί σε συμψηφισμό με την οφειλή της από το δάνειο των 6.000.000 δραχμών, που έλαβε από την ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. 3.

Με τον τρίτο των κύριων και τον τρίτο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι μολονότι η ύπαρξη αξίωσης της αναιρεσείουσας για τους παραγεγραμμένους τόκους του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών, που αφορούν το διάστημα από 28.6.1989 έως 31.12.1997, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου όχι μόνον από την υπ' αριθ. 6754/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και από τη μεταγενέστερη υπ' αριθ. 5502/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εντούτοις το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ούτε το δεδικασμένο της δεύτερης αυτής απόφασης, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε το δεδικασμένο της η αναιρεσείουσα, αλλιώς εσφαλμένα έκρινε ότι δεν δημιουργείται από την απόφαση αυτή τέτοιο δεδικασμένο.

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8(β), αλλιώς από τον αριθμό 16(α) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθ. 5502/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία άλλωστε, κατά το ενδιαφέρον μέρος της έχει ενσωματωθεί και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η αμετάκλητη αυτή απόφαση δεν έκρινε η ίδια με δύναμη δεδικασμένου την ύπαρξη αξίωσης της αναιρεσείουσας για παραγεγραμμένους τόκους επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών για όλο το ως άνω διάστημα, αλλά αφού εξέλαβε και μάλιστα εσφαλμένα, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η ύπαρξη τέτοιας αξίωσης καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης υπ' αριθ. 6754/2003 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, περιορίστηκε να αναγνωρίσει αξίωση τέτοιων τόκων μόνο για το διάστημα από 1.6.1990 έως 31.12.1990, ποσού 4.737,32 ευρώ. 4.

Κατά το άρθρ. 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός κατά το άρθρ. 441 του ίδιου Κώδικα με δήλωση του ενός προς τον άλλο, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά.

Ειδικότερα, συνάγεται από τα παραπάνω άρθρα, ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δυο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού.

Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε.

Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που προτείνεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 844/1999). Περαιτέρω, ορίζει το άρθρ. 443 ΑΚ, ότι σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνο της παραγραφής της.

Ως συνύπαρξη των απαιτήσεων πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής νοείται η παράλληλη ύπαρξη και των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό τους, μπορεί δε να προταθεί σε συμψηφισμό η απαίτηση που παραγράφηκε, ακόμη και αν έχει ήδη απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση λόγω της παραγραφής (ΑΠ 1626/2006).

Η ρύθμιση δικαιολογείται από την αναδρομική ενέργεια του συμψηφισμού, που σημαίνει ότι κρίσιμος για τον συμψηφισμό δεν είναι ο χρόνος που γίνεται η σχετική δήλωση, αλλά ο χρόνος στον οποίο αυτός ανατρέχει και κατά τον οποίο πρέπει να είναι γεννημένες, αλλά και αγώγιμες οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις, οι οποίες στον ίδιο χρόνο πρέπει ασφαλώς να είναι και αμοιβαίες.

Κατά την έννοια αυτή δεν μπορεί να προταθεί προς συμψηφισμό κατά της απαίτησης του δανειστή απαίτηση του οφειλέτη του κατά τρίτου, με την οποία ναι μεν στη συνέχεια βαρύνεται λόγω διαδοχής ο δανειστής, από χρόνο όμως κατά τον οποίο η απαίτηση είχε ήδη παραγραφεί, ενώ και αντιστρόφως ο οφειλέτης δεν μπορεί να προτείνει προς συμψηφισμό απαίτησή του κατά απαίτησης που ο δανειστής του απέκτησε εναντίον του από άλλον, σε χρόνο όμως και πάλι που η απαίτηση του οφειλέτη του είχε παραγραφεί, αφού στις περιπτώσεις αυτές οι απαιτήσεις δεν ήταν αμοιβαίες μεταξύ των ίδιων προσώπων κατά το χρόνο κατά τον οποίο συνυπήρξαν πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής.

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997? ΑΠ 1530/2001? 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989? ΑΠ 864/2003? 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000? 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989? 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994? 140/2006? 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν επίσης κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991? ΑΠ 448/1996? 1668/2005? 1508/2014). Με τον πέμπτο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι μετά την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για συμψηφιστική απόσβεση της δανειακής οφειλής της κατά την κύρια αγωγική βάση, δηλαδή αυτή της θεμελίωσης συμψηφιστέας απαίτησής της στο δεδικασμένο της υπ' αριθ. 6754/2003 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική αγωγική βάση, κατά την οποία θεμελιώνεται απαίτησή της από τόκους προς συμψηφισμό στην από 1.7.1989 έγγραφη όχλησή της προς την ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η όχληση αυτή, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στον πέμπτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, αλλά και στην παραδεκτά επισκοπούμενη ένδικη αγωγή, είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει την παραπάνω τράπεζα, από την επίδοση της όχλησης το πρώτο πενθήμερο του Ιουλίου 1989, υπερήμερη ως προς την καταβολή του ζητούμενου με την όχληση κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών και επομένως οφειλέτιδα κατά το άρθρ. 345 ΑΚ τόκων επί του κεφαλαίου αυτού, το οποίο αναγνωρίστηκε ακολούθως με την υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι οφειλόταν ως αποζημίωση στην αναιρεσείουσα.

Το Εφετείο παρέλειψε, πράγματι, να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω επικουρική αγωγική βάση, όμως η παράλειψή του αυτή είναι τελικά χωρίς νομική επιρροή, αφού πρόκειται για μη νόμιμη αγωγική βάση, αν ληφθεί υπόψη ότι οι τόκοι υπερημερίας που κατά την ένδικη αγωγή δημιούργησε η από 1.7.1989 όχληση προς την ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ειδικότερα οι προτεινόμενοι προς συμψηφισμό με τη δανειακή οφειλή της αναιρεσείουσας παραγεγραμμένοι τόκοι του χρονικού διαστήματος από 1.1.1991 έως 17.4.1995, αφορούσαν στις 17.4.1995, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της αναδρομικής ενέργειας του συμψηφισμού, όπως με αναφορά στο χρόνο αυτό προσδιορίζεται και ζητείται να αναγνωριστεί με την ένδικη αγωγή η ενέργεια του συμψηφισμού, απαίτησή της κατά της παραπάνω τράπεζας, ενώ τότε η οφειλή της ήταν προς την ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, δηλαδή δεν πρόκειται για αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των αυτών προσώπων κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε με αναγωγή στο χρόνο αυτό να είναι δυνατή η αναδρομική συμψηφιστική απόσβεσή τους στην έκταση που καλύπτονται.

Συνεπώς ως αλυσιτελής και εν τέλει ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 5. Κατά το άρθρ. 1269 ΑΚ, η υποθήκη εγγράφεται μεν στα βιβλία υποθηκών για ορισμένη χρηματική ποσότητα, για την οποία και ασκείται κατά το άρθρ. 1291 του ίδιου Κώδικα η εμπράγματη (υποθηκική) αγωγή προς είσπραξη του ασφαλισμένου με την υποθήκη χρέους, όμως η υποθήκη είναι κατά το άρθρ. 1281 του αυτού Κώδικα δικαίωμα αδιαίρετο. Αυτό σημαίνει ότι η χρηματική ποσότητα για την οποία εγγράφεται η υποθήκη, προσδιορίζει αριθμητικώς το όριο μόνον της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν αποτελεί περιγραφή του μεγέθους της ασφαλισμένης απαίτησης, η οποία, ως αυτοτελές αναγκαίο στοιχείο της υποθήκης, μπορεί να έχει διαφορετικό ύψος από το ποσό της εγγραφής της. Έτσι, αν το ποσό της εγγραφής είναι μικρότερο από την ασφαλισμένη απαίτηση, η καταβολή του δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης, διότι ασφαλίζει ολόκληρη την απαίτηση, σύμφωνα με την αρχή του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης, με εξαίρεση μόνον την περίπτωση του άρθρ. 1294 ΑΚ.

Συνεπώς, απόσβεση της υποθήκης επέρχεται κατά το άρθρ. 1317 ΑΚ μόνο με την ολοσχερή απόσβεση της ασφαλισμένης απαίτησης, δηλαδή με την εξόφληση του όλου χρέους και όχι με την καταβολή του τυχόν μικρότερου ποσού για το οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη. Συνακόλουθα η διάκριση μεταξύ ασφαλισμένου και μη ασφαλισμένου με την υποθήκη μέρους της απαίτησης έχει έννομη σημασία μόνο για την κατάταξη και την προνομιακή ικανοποίηση του ενυπόθηκου δανειστή μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού (ΑΠ 1418/1985, 872/1996, 560/2006).

Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για υποθήκη υπέρ εταιρείας προς εξασφάλιση απλού, χρεωλυτικού ή με ανοικτό λογαριασμό δανείου, που αυτή παραχώρησε, στην οποία υποθήκη εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 48 του από 17.7/13.8.1923 ν.δ/τος οι διατάξεις του, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρ. 52§3 του ΕισΝΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρ. 53 και 57 του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος, εάν το δάνειο καταστεί απαιτητό για οποιονδήποτε λόγο, δικαιούται η δανείστρια εταιρεία να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση επί του ενυπόθηκου ακινήτου, επιδίδοντας προς το σκοπό αυτό στον οφειλέτη επιταγή προς πληρωμή, η οποία ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση από τότε που θα εγγραφεί στο βιβλίο κατασχέσεων.

Η επιταγή αυτή αποτελεί, ακόμη και όταν με την υποθήκη δεν ασφαλίζεται ολόκληρη η απαίτηση από το δάνειο, την πρώτη πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης για όλο το ποσό της απαίτησης, δηλαδή τόσο για το μέρος που καλύπτει η υποθήκη όσο και για το μη καλυπτόμενο από την υποθήκη υπόλοιπό της, ως προς το οποίο εφαρμόζεται επίσης η αυτή διαδικασία εκτέλεσης.

Συνεπώς δεν απαιτείται για το κύρος της επιταγής να αναφέρεται ειδικά σ' αυτή και το ασφαλισμένο με την υποθήκη μέρος της απαίτησης, αλλά αρκεί η μνεία του συνολικού ποσού της, για το οποίο και εγγράφεται αυτή στο βιβλίο κατασχέσεων. Έτσι η διάκριση μεταξύ ασφαλισμένου και μη ασφαλισμένου με την υποθήκη μέρους της απαίτησης έχει και πάλι σημασία μόνο για τη μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού κατάταξη, οπότε κατά το ασφαλισμένο μέρος της θα καταταγεί αυτή προνομιακά, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος της θα καταταγεί συμμέτρως με τις απαιτήσεις των απλών εγχειρόγραφων δανειστών κατά τη διανομή του τυχόν υπόλοιπου του πλειστηριάσματος (ΟλΑΠ 564/1986).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 1324 ΑΚ, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση. Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης γίνεται κατά το άρθρ. 1325 ΑΚ με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ αν αυτός δεν συναινεί, μολονότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εξάλειψη της υποθήκης, ορίζουν τα άρθρ. 1327 και 1328 ΑΚ ότι διατάζεται από το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον, εφόσον η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.

Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει μεν ότι δεν θεμελιώνεται στο νόμο ρητή υποχρέωση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης, όμως η άρνησή του ενδέχεται τελικά να είναι παράνομη και να στηρίζει αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, αφού κατά την έννοια του άρθρου αυτού παράνομη είναι όχι μόνον η συμπεριφορά που παραβιάζει ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν ιδίως από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποτυπώνονται πρωτίστως στα άρθρ. 200, 281 και 288 του ΑΚ.

Έτσι παράνομη είναι η συμπεριφορά και όταν δεν τηρείται η επιμέλεια που μπορεί και πρέπει να δείχνει ο μέσος άνθρωπος για την ασφάλεια και προστασία προσώπων και αγαθών με τα οποία έρχεται σε επαφή, δηλαδή όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων, αλλιώς το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλους υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 5/2001, 1145/2003, 527/2013), στο μέτρο πάντως που αυτό επιβάλλεται από τις ως άνω αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών.

Συνεπώς η αδικαιολόγητη και κακόβουλη άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας την απαίτησή του υποθήκης, μολονότι η απαίτησή του αποσβέσθηκε, συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια και τον υποχρεώνει σε αποζημίωση του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη ζημία που αυτός αιτιωδώς υπέστη σε δικαίωμά του ή έννομο συμφέρον του.

Τέτοια είναι και η ζημία που η άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προκαλεί στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου εξ αιτίας στην περίπτωση αυτή της αδυναμίας ή της περιορισμένης δυνατότητας του τελευταίου να διαθέσει το ακίνητό του προς όφελος της περιουσίας του (ΑΠ 1002/1980), ενώ η δυνατότητα που παρέχεται στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να διατάξει αυτό την εξάλειψη της υποθήκης, δεν νομιμοποιεί την άρνηση συναίνεσης του δανειστή, δίνει όμως σ' αυτόν το δικαίωμα να προτείνει ένσταση από το άρθρ. 300 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου θα μπορούσε να αποφύγει ή να περιορίσει την όποια ζημία του, αν είχε έγκαιρα προσφύγει για την εξάλειψη της υποθήκης στο δικαστήριο (βλ.

και ΑΠ 75/2001). Αδικοπρακτική ευθύνη από την άρνηση εξάλειψης της υποθήκης μπορεί να θεμελιωθεί και στο άρθρ. 919 ΑΚ, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Το άρθρο αυτό, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρ. 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται μεν από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Ανάγεται έτσι σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή, την οποία δεν αποκλείει πάντως η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας, έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991).

Ειδικότερα προϋποθέσεις της ευθύνης κατά το άρθρ. 919 ΑΚ είναι η ύπαρξη ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλαδή πράξης ή παράλειψης, αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, η οποία έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας και προκάλεσε πράγματι σε αιτιώδη μ' αυτή συνάφεια ζημία σε άλλον, δηλαδή πρέπει η συμπεριφορά του δράστη, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, να ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει και πράγματι επέφερε τη συγκεκριμένη ζημία κατά τρόπο αντίθετο προς τις επιταγές της κυρίαρχης κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής, που συγκροτούν τη νομική έννοια των χρηστών ηθών, όπως αυτή εξειδικεύεται με κριτήριο τις ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στο πλαίσιο αυτό η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000, 55/2003, 991/2014).

Κατά τα λοιπά αδιάφορο είναι αν ο δράστης είχε ή όχι συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, είναι όμως αναγκαίο για την ύπαρξη ευθύνης του κατά το άρθρ. 919 ΑΚ να ενήργησε με πρόθεση βλάβης, που σημαίνει ότι πρέπει να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να ήθελε την πρόκληση της ζημίας, έστω και αν αυτός δεν ήταν ο αποκλειστικός σκοπός του, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος του, όπως συμβαίνει όταν γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά προχώρησε στην επιζήμια συμπεριφορά του (ΑΠ 55/2003, 1652/2006, 900/2011, 43/2013, 1664/2014).

Ασφαλώς ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου δικαιούται και χρηματικής ικανοποίησης κατά τα άρθρ. 59 και 932 ΑΚ, αν από την παράνομη και υπαίτια άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προσβλήθηκαν, από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά, εκφάνσεις της προσωπικότητάς του και υπέστη έτσι ηθική βλάβη.

Ειδικότερα, κατά μεν το άρθρ. 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται και αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, κατά δε το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος, υποχρεώνοντας τον υπαίτιο σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Έτσι η προστασία της προσωπικότητας συντελεί στην προστασία της ίδιας της αξίας του ανθρώπου που τίθεται με το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Tα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τα αγαθά αυτά συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 34/2010).

Σύμφωνα έτσι με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή και περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1599/2000, 333/2010, 356/2010, 1007/2010).

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361 - 363 ΠΚ. Κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δηλαδή απαιτείται να ειπωθούν προφορικά ή να διατυπωθούν γραπτώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις, οι οποίες, κατά την κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του είτε περιφρόνηση γι' αυτόν (ΑΠ 903/2010, 1095/2010), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, η οποία, ωστόσο, μένει ατιμώρητη κατά το άρθρ. 366§1 ΠΚ, αν το γεγονός είναι αληθινό, με την επιφύλαξη, πάντως, ότι η απόδειξη της αλήθειάς του απαγορεύεται, όταν αυτό αφορά σχέσεις αποκλειστικά του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, η οποία (ανακοίνωση) μπορεί να γίνει και με τη μορφή υποψίας ή υπαινιγμού ή με τη θέση ερωτήματος ή ως συμπέρασμα από ορισμένα στοιχεία ή με εκφράσεις που δηλώνουν αμφιβολίες ή επιφυλάξεις (ΑΠ 1197/2010).

Στην έννοια του γεγονότος μπορεί να υπαχθεί και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, όταν κατ' αυτόν τον τρόπο υποκρύπτονται, αμέσως ή εμμέσως, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή εφόσον συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα (ΑΠ 34/2010, 1904/2008).

Διαφορετικά πρόκειται για απλή εξύβριση (ΑΠ 1652/2013), η οποία ως έγκλημα προϋποθέτει το δόλο του δράστη (ΑΠ 903/2010), δηλαδή απαιτείται να γνωρίζει και να θέλει αυτός το εξυβριστικό αποτέλεσμα των εκφράσεων και χαρακτηρισμών του για κάποιον άλλον (ΑΠ 903/2010, 1095/2010). Αντίστοιχα για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται το γεγονός να είναι οπωσδήποτε ψευδές, αλλά και γνώση επιπλέον του ψεύδους από το δράστη.

Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικά αδικήματα, η εξύβριση και η δυσφήμηση θεμελιώνονται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια προσβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την τιμή άλλου ή ισχυρίζεται ή διαδίδει γι' αυτόν σε τρίτους γεγονότα αναληθή που θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, όπως είναι και αυτά που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί τον εξυβριστικό χαρακτήρα των εκφράσεών του ή το δυσφημιστικό χαρακτήρα των ισχυρισμών ή διαδόσεών του, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361 - 367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009, 333/2010, 179/2011, 271/2012).

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον [άρθρ. 367§1(γ) ΠΚ], το οποίο ως έννοια νομική ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Ο ισχυρισμός λοιπόν του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει τον άδικο χαρακτήρα του εξυβριστικού ή δυσφημιστικού για τον ενάγοντα άλλου ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της προβαλλόμενης με την αγωγή αξίωσης του ενάγοντος για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, που προκάλεσε ο εξυβριστικός ή δυσφημιστικός σε βάρος του ισχυρισμός του αντιδίκου του, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης ή της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 387/2005, 1904/2008).

Εξ άλλου, ορίζοντας η διάταξη του άρθρ. 940§3 ΚΠολΔ, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 2143/2007, 1468/2010), ότι αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ, ιδρύει ειδική μορφή αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 49/2005, 9/2010, ΑΠ 1552/2009), που συνιστά νόμιμη βάση για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον η ακυρωθείσα εκτέλεση προκάλεσε και ηθική βλάβη στον καθ' ου επισπεύσθηκε (ΑΠ 1410/2002, 223/2004).

Το παράνομο, ως προϋπόθεση της αξιούμενης αποζημίωσης, θεμελιώνεται κατά την ως άνω διάταξη στον άδικο χαρακτήρα της εκτέλεσης, απόρροια της αμετάκλητης ακύρωσής της, η οποία μπορεί να αφορά την όλη εκτελεστική διαδικασία ή επιμέρους πράξεις της (ΑΠ 2207/2009, 1120/2011) για λόγους είτε ουσιαστικούς είτε τυπικούς, ενώ αδιάφορο είναι το είδος του τίτλου δυνάμει του οποίου επισπεύσθηκε η εκτέλεση (ΑΠ 273/2008).

Τέλος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 864/2003, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/ 1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072-3/2005, 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996, 1508/2014).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση και πάλι της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η εναγόμενη τράπεζα επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά, ήτοι αντικείμενη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθόσον η άρνησή της να θεωρήσει εξοφλημένη την απαίτησή της και να εξαλείψει την εγγραφείσα υποθήκη από το ακίνητο της ενάγουσας δεν ήταν αθέμιτη και καταχρηστική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, αλλά αντίθετα η τράπεζα καλόπιστα είχε την πεποίθηση ότι διατηρούσε βάσιμη και ισχυρή απαίτηση από την προαναφερθείσα δανειακή σύμβαση.

Άλλωστε η ενάγουσα τη δήλωση συμψηφισμού πρόβαλε για πρώτη φορά με την από 9.12.2004 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 13.12.2004, δηλαδή μετά πάροδο πλέον των εννέα ετών από την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως στις 9.5.1995 και την επανέφερε με την κρινόμενη αγωγή της. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγόμενη τράπεζα το Μάϊο του 1995 και του 1999 αρνήθηκε την προσήκουσα προσφορά και καταβολή απ' αυτή (ενάγουσα) του ποσού των 6.600.000 δραχμών και δεν συνήνεσε στην εξάλειψη της υποθήκης από το ως άνω ακίνητο της.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι όντως η ενάγουσα κατά τους παραπάνω χρόνους είχε προβεί, όπως ισχυρίζεται, στην προσήκουσα προσφορά και καταβολή του εν λόγω ποσού, ούτε άλλωστε εκθέτει στην αγωγή της με ποιο τρόπο προέβη στην εν λόγω προσφορά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και κατά το μέρος που είχε κρίνει ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα την επίδικη αξίωση της αναιρσείουσας για επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 90.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, αλλά και του δικαιώματος κυριότητάς της στο ενυπόθηκο ακίνητο.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η άρνηση της αναιρεσίβλητης να θεωρήσει εξοφλημένη την απαίτησή της από τη δανειακή σύμβαση και να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας το δάνειο υποθήκης, δεν υπήρξε αθέμιτη και καταχρηστική, αφού καλόπιστα σε κάθε περίπτωση πίστευε ότι η απαίτησή της ήταν βάσιμη και ισχυρή.

Η εκτίμηση αυτή της εφετειακής απόφασης δικαιολογείται επαρκώς από το σύνολο των παραδοχών της και ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη ότι (α) δεν υπήρξε, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση της απόφασης, προσφορά από την αναιρεσείουσα του οφειλόμενου ποσού του δανείου κατά μεν το μήνα Μάιο του 1995, που το ποσό αυτό ήταν 8.094.150 δραχμές, στη δανείστρια τράπεζα, δηλαδή στην ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, κατά δε το μήνα Μάιο του 1999 στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, που απορρόφησε από τις 2.12.1998 την ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, η οποία είχε προηγουμένως απορροφήσει, από τις 22.12.1997, τη δανείστρια τράπεζα, (β) η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα από 9.4.1999 επιταγή προς αυτή της αναιρεσίβλητης για την πληρωμή οφειλόμενου τότε από το δάνειο συνολικού ποσού 19.661.206 δραχμών, που της επιδόθηκε στις 20.5.1999, ναι μεν ακυρώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 5823/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι όμως για ανυπαρξία οφειλής της, αλλά για αοριστία των σχετικών κονδυλίων, όπως η ίδια δέχεται, (γ) η ως άνω επιταγή αφορά μεν ποσό που υπερβαίνει το ποσό της υποθηκικής κάλυψης της αναιρεσίβλητης, δηλαδή τα 6.600.000 δραχμές, όμως προκειμένου για υποθήκη, που ρυθμίζεται, όπως η επίδικη, από τις διατάξεις του από 17.7/13.8.1923 ν.δ/τος, η επιταγή προς πληρωμή, ως πρώτη πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ/τος, δεν είναι αναγκαίο να περιορίζεται μέχρι το ποσό της υποθηκικής κάλυψης της οφειλής, αλλά μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να αφορά και το μεγαλύτερο ποσό της όλης οφειλής, (δ) η ίδια επιταγή, η οποία πάντως δεν ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση, αφού ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται εγγραφή της στο οικείο βιβλίο κατασχέσεων, προηγήθηκε της από 9.12.2004 εξώδικης δήλωσης που επέδωσε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη στις 13.12.2004, προτείνοντας σε συμψηφισμό κατά της όλης απαίτησης της αναιρεσίβλητης από το δάνειο απαίτησή της για τόκους συνολικού ποσού 7.800.000 δραχμών ή 22.890,68 ευρώ επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών κατά το διάστημα από 1.6.1990 έως 1.9.1992, η οποία όμως ήταν αμφισβητούμενη τότε και ούτε μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρηθεί αναγνωρισμένη στη συνέχεια με βάση την υπ' αριθ. 6754/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (ε) η αυτή δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας υπόκειται ως προς την αποσβεστική ενέργειά της στους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν, δηλαδή με τη δήλωση αυτή η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε νόμιμα προς συμψηφισμό με την δανειακή οφειλή της την παραπάνω απαίτησή της κατά το μέρος που αυτή παραγράφηκε σε χρόνο ήδη που η μεν απαίτησή της ήταν κατά της ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, στην τράπεζα όμως αυτή δεν είχε ακόμη τότε περιέλθει, κατά διαδοχή της ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, η δανειακή απαίτηση, ώστε να υπάρχει αμοιβαιότητα των συμψηφιστέων απαιτήσεων μεταξύ των αυτών προσώπων και (στ) σε κάθε περίπτωση η ως άνω δήλωση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι αρκεί για την απόσβεση της βαρύνουσας το ακίνητό της υποθήκης η κάλυψη μόνον του ποσού για το οποίο παραχωρήθηκε η υποθήκη και όχι η πλήρης εξόφληση της δανειακής οφειλής της κατά το χρόνο της δήλωσης αυτής.

Με τα δεδομένα αυτά η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφερθεί ειδικότερα στην από 9.4.1999 επιταγή προς πληρωμή της αναιρεσίβλητης και στην ακυρωτική αυτής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία έγγραφα έλαβε παρόλα αυτά υπόψη, είναι τελικά χωρίς έννομη επιρροή, αφού καλύπτεται από τη γενική παραδοχή της απόφασης ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να θεωρήσει εξοφλημένη τη δανειακή απαίτησή της και να συναινέσει στην εξόφληση της ασφαλίζουσας αυτή υποθήκης δεν ήταν αθέμιτη και καταχρηστική, αλλά καλόπιστη, όπως αυτό προκύπτει ειδικότερα ως προς την επιταγή από το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά ποσά μη οφειλόμενα, ώστε η επίδοσή της στην αναιρεσείουσα και η εμπλοκή της σε δικαστικό αγώνα για την ακύρωσή της να συνιστά συκοφαντική ή και απλή σε βάρος της δυσφήμηση.

Συνεπώς με ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και έκρινε απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της αναιρεσείουσας λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης της, αφού προς το σκοπό αυτό έλαβε υπόψη της και όλα τα κρίσιμα έγγραφα, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο τέταρτος των κύριων και ο τέταρτος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς όλες τις αιτιάσεις τους, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι (α) άφησε αδίκαστο, αλλιώς δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για συκοφαντική δυσφήμησή της και κατ' επέκταση ηθικής βλάβης της συνεπεία της από 9.4.1999 επιταγής προς πληρωμή ποσών που υπερβαίνουν την υποθηκική κάλυψη και τελικά μη οφειλόμενων, που της επέδωσε η αναιρεσίβλητη, (β) αλλιώς, αν θεωρηθεί ότι λήφθηκε υπόψη ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, δεν λήφθηκαν υπόψη τα επιστηρίζοντα τον ισχυρισμό αυτό έγγραφα, δηλαδή η από 9.4.1999 επιταγή προς πληρωμή και η ακυρωτική αυτής υπ' αριθ. 5823/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (γ) αλλιώς εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 57, 59, 251, 281, 288, 299, 440, 441, 443, 914, 919, 932, 1324, 1328 ΑΚ και 940§3 ΚΠολΔ, με συνέπεια να μην αξιολογηθεί ως αδικοπρακτική η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και προσβλητική ειδικότερα για την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας και το δικαίωμα της κυριότητάς της στο ενυπόθηκο ακίνητο, (δ) αλλιώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα και (ε) αλλιώς παραβιάστηκαν οι διατάξεις για την αναδρομική ενέργεια του συμψηφισμού των απαιτήσεων, δηλαδή πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8(β), 11(γ) και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ δεν στοιχειοθετείται πλημμέλεια από τον αριθμό 9(γ) του ίδιου άρθρου, όταν η αιτίαση, όπως εν προκειμένω, δεν αφορά σε αδίκαστο αίτημα, αλλά σε μη λήψη υπόψη αγωγικής βάσης που στηρίζει πρόσθετα το αίτημα.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.7.2011 αίτηση και τους από 13.7.2012 πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ' αριθ. 2561/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ