Legislator Case Law & Legislation
2111/2013 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal against state liability judgment regarding attorney fees and statute of limitations.

Case Number 2111/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding state liability claims. The court found the lower court erred in applying the statute of limitations and in awarding attorney fees to the state. Consequently, the judgment was remanded for retrial on these specific points while costs were offset.

Legislator headnote

AI generated

Articles 105 and 106 of the Introductory Law to the Civil Code; Article 22 of Law 3639/1957: State liability claims are subject to a five-year limitation period, and attorney fees in mixed victory cases must be offset against state costs.

Keywords

AI generated
state liability statute of limitations attorney fees costs offset civil procedure public administration remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 1 of Law 1406/1983
Article 1 paragraph 2 of Law 1406/1983
Article 105 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 106 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 22 of Law 3639/1957
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 5/1995 of the Administrative Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2111/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Τoυ αναιρεσιβλήτoυ: Π. Χ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μελλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1589/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/3/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 16/2/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί, κατά δε το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α )...

β ) ...η ) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, θ) τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 105 του Εισ. ΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου και αυτό ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5 /1995).

Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ3/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι σ' αυτή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι είχε προσληφθεί από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στις 8/6/1978 και εργάσθηκε μέχρι τις 10/12/1998, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, μετά την έκδοση διαπιστωτικής πράξεως της Ειδικής Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με την οποία ο ενάγων εξέπεσε αυτοδικαίως από την υπηρεσία του λόγω αμετάκλητης καταδίκης για το πλημμέλημα της κλοπής και ότι από την παράνομη ως άνω συμπεριφορά της Ειδικής Γραμματέως, που συνίσταται στην έκδοση διαπιστωτικής πράξεως εκπτώσεως από την υπηρεσία, η οποία ακυρώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως μη νόμιμη, στερήθηκε τις αποδοχές του, κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκτός υπηρεσίας, καθώς επίσης προσεβλήθη η προσωπικότητά του και ζήτησε τα εις αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την στέρηση των αποδοχών του και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια και με υπόβαθρο τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που συνέδεε τον ενάγοντα με το εναγόμενο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου το δίκασαν δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει τη διαφορά αυτή, είναι αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του Π.Δ. 18/1989, η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, όταν η Διοίκηση ενεργεί σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει υποχρέωση όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη νομικώς τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε με βάση την πράξη αυτή, ώστε να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν εάν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωτική πράξη. Εξάλλου, με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ θεσπίζεται η ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος.

Συνεπώς, στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των δημοσίων οργάνων περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία αυτός υπέστη με τη στέρηση , εξαιτίας της παράνομης πράξης ή παράλειψης ,παροχών τις οποίες με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις θα αποκόμιζε εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 410 /1088 "1. Ο προσληφθείς εκπίπτει αυτοδικαίως από την υπηρεσία, αν έχασε την ελληνική ιθαγένεια ή αν καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση, α) σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης κάθειρξης, β) σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, γ) για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 18 του Υπαλληλικού Κώδικα ( Π.Δ.611 /1977, άρθρο 22 παρ. 2 ) ..." (σ' αυτά περιλαμβάνεται και η κλοπή ), " Η έκπτωση επέρχεται ,έστω και αν η ποινή έχει ανασταλεί με όρους. 2 .

Για τη λύση της συμβάσεως εργασίας λόγω εκπτώσεως εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ...". Εξάλλου, με το άρθρο 99 επ. του Π.Κ. προβλέπεται η υπό όρον αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα όχι κατώτερο των τριών ετών και όχι μεγαλύτερο των πέντε, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα.

Στο άρθρο 101 προβλέπονται οι περιπτώσεις ανακλήσεως της χορηγηθείσας αναστολής, ενώ στο άρθρο 102 προβλέπεται, στην μεν παρ. 1 η άρση της αναστολής, αν ο καταδικασθείς καταδικαστεί εκ νέου σε ποινή στερητική της ελευθερίας για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε εντός του χρόνου της αναστολής, στη δε παρ. 2 ότι η αναστολή, αν δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.

Τέλος, στο άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι οι παρεπόμενες της ποινής στερήσεις δικαιωμάτων και ανικανότητες αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή, αν πρόκειται όμως για στερήσεις ή ανικανότητες σε βάρος δημοσίων υπαλλήλων το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μη αναστολή αυτών.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση επιτυχούς δοκιμασίας του καταδικασθέντος με αναστολή, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί, με συνέπεια την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εξάλειψη όχι μόνο της υποχρεώσεως εκτίσεως της ποινής, αλλά και αυτής της ίδιας της ποινής.

Συνεπώς, αν παρέλθει ο χρόνος αναστολής εκτελέσεως της ποινής για αδίκημα που συνεπάγεται αυτοδίκαιη έκπτωση από την υπηρεσία, όπως είναι η κλοπή (άρθρο 47 του Π.Δ. 410/1988 και 22 παρ. 2 του Π.Δ. 611/1977), η Διοίκηση κωλύεται να εκδώσει διαπιστωτική πράξη αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως εργασίας εργαζομένου, λόγω ποινικής καταδίκης, αφού η καταδίκη δεν υφίσταται πλέον. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 8/6/1978, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως έκτακτος υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Με την 11698/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε ( 5 ) μηνών, με τριετή αναστολή, για το αδίκημα της κλοπής, η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η Φ. 471.24/4/1998/σ.3393/26/10/1998 απόφαση της Εδικής Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με τη οποία διαπιστώθηκε η σύμφωνα με το άρθρο 46 περ. β' του Π.Δ. 410 /1988, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 παρ. 1 περ. γ' και 2 του ίδιου διατάγματος, αυτοδίκαιη έκπτωση του αναιρεσίβλητου από την υπηρεσία, λόγω της παραπάνω αμετάκλητης καταδίκης του.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος με αίτηση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο την απέρριψε. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε έφεση ενώπιον του ΣτΕ. Με την 1055/2003 απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας απεφάνθη, ότι η διαπιστωτική απόφαση της Ειδικής Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, περί εκπτώσεως του αναιρεσίβλητου από την υπηρεσία, η οποία εκδόθηκε στις 26/10/1998, δηλαδή μετά την επιτυχή πάροδο της τριετούς αναστολής εκτελέσεως της ποινής του, δεν είναι νόμιμη, αφού ενόψει της επιτυχούς παρελεύσεως της ορισθείσας διάρκειας της δοκιμασίας του με την αναστολή, η ποινή θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί και η καταδίκη του δεν υπήρχε πλέον.

Συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς της Ειδικής Γραμματέως του ΥΕΘΑ, η οποία ενεργώντας ως όργανο του Δημοσίου, στα πλαίσια της δημόσιας εξουσίας που της είχε ανατεθεί, εξέδωσε στις 26/10/1998 την προαναφερόμενη διαπιστωτική πράξη, ενώ κατά το χρόνο εκδόσεως της δεν υφίσταντο οι κατά το άρθρο 47 παρ. 1 περ. γ' του Π.Δ. 410/1988 προϋποθέσεις της εκπτώσεως από την υπηρεσία του, ο αναιρεσίβλητος υποχρεώθηκε να παραμείνει εκτός υπηρεσίας καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1 /1 /1999 έως 24/2 /2004. 'Ετσι, κατά το διάστημα αυτό στερήθηκε τις μηνιαίες αποδοχές που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε νομίμως για την παροχή των υπηρεσιών του, εάν δεν είχε απομακρυνθεί και ότι από την παράνομη πράξη της Ειδικής Γραμματέως του ΥΠΕΘΑ προσεβλήθη η προσωπικότητά του.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ , 914, 57, 59 και 932 ΑΚ, καθόσον υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον ενάγοντα με τριετή αναστολή, μετά την επιτυχή πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος δοκιμασίας, θεωρείται ότι δεν του επιβλήθηκε και ως εκ τούτου συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά η από την Εδική Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας έκδοση της ως άνω διαπιστωτικής πράξεως για την έκπτωση του αναιρεσίβλητου από την υπηρεσία, η οποία δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι δεν υφίστανται οι κατά νόμο προϋποθέσεις για αποζημίωση του αναιρεσίβλητου, για το λόγο ότι από τη δική του συμπεριφορά, για την οποία καταδικάσθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, υπέστη την αναφερόμενη απ' αυτόν ζημία ,με συνέπεια τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε στον αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362 /1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους ", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ'α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου κ.λ.π., από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ1 και 2/2012, ΑΕΔ32/-2008). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362 /1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17ΑΚ, για τις παρόμοιες υποθέσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων ( Ολ.

ΑΠ 3 / 2006 ) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων. 'Ετσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδα και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών.

Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου, σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας (ΑΕΔ 1 και 2/2012).

Ενόψει των ανωτέρω η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362 /1995 δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 /1974, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες, κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά ,αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους, ενώ και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31 / 2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974).

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου δεν υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του 2362/1995, αλλά σε πενταετή παραγραφή, στην οποία υπόκεινται οι λοιπές απαιτήσεις κατά του Δημοσίου και ότι η διετής ως άνω παραγραφή συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού ,και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται το ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με το επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.Α.Π.43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας ,αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, σε σχέση με την κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος, γιατί η ως άνω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση, που ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και συνεπώς η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Επειδή, το άρθρο 22 του Ν. 3639 /1957 ορίζει: α ) Στην παρ. 1 ότι, " επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντας διάδικο δαπανάς αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη να υπερβεί δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμό δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς".

β) Στην παρ. 2 ότι, " εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα : α ) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β ) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθεί". γ) Στην παρ. 3 ότι, " αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ".

Με την παρ 2 της υπ' αριθμ. 134423 Οικ. Της 8/12/1992/201/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ( ΦΕΚ τ. Β'11/20/1/1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 ορίστηκε ότι, "σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στον νικώντα αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Α.Ν.427/1945 "περί Κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.

της 7/10 Ιουνίου 1957 (άρθρο 22 Ν. 3639 /1957) ορίζεται από 40.000 σε 100.000 δρχ.". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που επιβάλλουν το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, όταν ο κάθε διάδικος νικήσει εν μέρει και ηττηθεί εν μέρει και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και κατά το μέρος που επιδίκασε δικαστικά έξοδα σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα μέρη αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη, την 144/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα παραπάνω μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ