Legislator Case Law & Legislation
2111/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's land dispute decision due to lack of procedural grounds.

Case Number 2111/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by parents against a lower court ruling regarding a land dispute in Ioannina. The parents argued that the appellate court failed to properly evaluate specific documentary evidence and relied on unproven assertions. The court rejected these claims, stating that the lower court had duly considered all submitted documents and that the appeal lacked valid legal grounds under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on arguments that the lower court already considered and evaluated, or if the appeal fails to meet the strict requirements for admissibility under the relevant articles.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility lower court review documentary evidence land dispute procedural grounds dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2111 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2111/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα στο ανήλικο τέκνο τους Ζ, 7. Χ7, 8. Χ8 και 9. Χ9. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καββαδία ο οποίος δήλωσε : α) ότι παραιτούνται του από 20-12-2005 δικογράφου της αναιρέσεως ως προς το τμήμα του υπό στοιχεία Α II-1 λόγου αριθ.12 και β) ότι η κόρη (Ζ) των 5ου και 6ης αναιρεσειόντων, της οποίας ασκούσαν την γονική μέριμνα, ενηλικιώθηκε, και συνεχίζει ατομικώς την δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Δήμου Ιωαννιτών (OTA) που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα και κατά Β. των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γιωτόπουλο εκτός του 3ου (Ψ2) o οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και με την από 30-8-2000 πρόσθετη παρέμβαση των προσθέτως παρεμβαινόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2001 μη οριστική, 192/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2005 αίτησή τoυς και με τους από 7-1-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαο Μπιχάκης ανέγνωσε την από 11-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-12-2005 αιτήσεως και των από 7-1-2008 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως της 192/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

| . Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, για δε τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία για κάποιο από τους διαδίκους παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, που να έχει δοθεί αποκλειστικά με τους ανωτέρω συστατικούς τύπους, ο διάδικος αυτός, είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι, δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νόμιμα, ενώ αν δεν έχει κληθεί νόμιμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η άνω συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση από τη σειρά του σχετικού πινακίου οι αναιρεσίβλητοί.: Ψ1, Ψ4 και Ψ5 παραστάθηκαν εκπροσωπούμενοι από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γιωτόπουλο.

Δεν αποδεικνύεται όμως από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, με προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου, η χορήγηση στο δικηγόρο αυτόν πληρεξουσιότητας από τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους και συνεπώς αυτοί θεωρούνται ότι δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νομός. Ο αναιρεσίβλητος Δήμος Ιωαννιτών που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσκομίζει τις : 3276, 3268, 3269 και 3266/21-2-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20-2-2004 οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον απολειπόμενο αναιρεσιβλήτο Ψ2 και τους θεωρουμένους ως μη παραστάντες ως άνω αναιρεσίβλητους μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως αυτών για την μετ' αναβολή δικάσιμον, αφού η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και αφού ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Ψ2 δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και οι υπόλοιποι ως άνω τρεις αναιρεσίβλητοι δεν έλαβαν μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, πρέπει παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει.-

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζομένη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Συνακόλουθα η παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης ως προς τον Α

ΙΙ λόγο αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που έγινε πριν από την προφορική δήλωση της υποθέσεως με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα υπόθεση πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το μέρος αυτού του ως άνω λόγου αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ., Ολ. ΑΠ 7/1993).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται Λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ύπαρχε!, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όρο, της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν ο, όρο, της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης αλλά και "ζητήματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ..

θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙV. Με τον δεύτερο υπό στοιχ. Β λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 10,8 περ.α' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι α) δέχθηκε αυθαίρετα, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και χωρίς να ταχθεί θέμα απόδειξης, β) χωρίς να προβληθεί από τους αναιρεσίβλητους, και γ) χωρίς επαρκείς αιτιολογίες ότι " από το έτος 1926 και εξής μεταβαλλόταν συνεχώς η θέση του δρόμου προς τη λίμνη, που αποτελούσε το προς το νότο όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων, με αποτέλεσμα, ενώ κατά τον ανωτέρω χρόνο (29-10-1926) συντάξεως του τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού ...

ο προαναφερθείς δρόμος βρίσκονταν παράλληλα προς τα ανατολικά όρια του ακινήτου των εναγόντων, κατά τον μεταγενέστερο χρόνο συντάξεως του 13574/1930 συμβολαίου αγοράς, λόγω δυνατότητας των κάρων να διέρχονται από οποιαδήποτε σημείο του επιδίκου, μετατοπίστηκε στη θέση στην οποία εικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του ...

το όριο του επιδίκου προς την αναμφισβήτητη ιδιοκτησία των εναγόντων και για το λόγο αυτό αναγράφηκε στο προαναφερθέν συμβόλαιο ως νότιο όριο των δυο ακινήτων οδός προς λίμνη". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται, όχι σε πράγματα και ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή σε αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής ή ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε επιχειρήματα του δραστήριου, αντλούμενα από το πραγματικό υλικό για την απόκρουση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής των αναιρεσειόντων.

V. Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, επιληφθέν αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου παρά το νόμο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου το από την τελεσίδικη απόφαση προκύπτον δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., πλην όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι οι διατάξεις που καθιερώνουν αυτό τέθηκαν για εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι για κάποιο ανώτερο κοινωνικό σκοπό.

Επομένως, αν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία μνεία για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ιδίου κώδικα τότε μόνο, όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο για την απόδειξη της βάσης της αγωγής ή για την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτόν που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 1339/1985). Εξάλλου ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων προταθέντων, ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός που αποτελεί πράγμα, έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και είναι νόμιμος και ασκεί έτσι ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα πράγματα εξομοιώνονται με μη προταθέντα (ΑΠ 612/20009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 16 πλημμέλεια, διότι το Εφετείο σιγή απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, που απορρέει από την 58/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων ως εναγόντων και του αναιρεσιβλήτου Δήμου Ιωαννιτών, ως εναγομένου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν του, δια του ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικατερίνης Παπαγεωργίου Τσικνιά, γενομένου συμβιβασμού και η οποία αναγνώρισε τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων εξ αδιαιρέτου συγκυρίους ενός οικοπέδου 1.539,30 τ.μ., το οποίο ταυτίζεται κατά θέση, επιφάνεια και όρια με το επίδικο, τον δε ισχυρισμό αυτόν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο ότι πρόβαλλαν με τις προτάσεις των, οι οποίες κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως επελήφθη της έρευνας για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου.

Ο αυτός λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της έφεσης που έγινε στις 16-2-2005 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου απαραδέκτως προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεων των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στις 22-2-2005 μετά τη συζήτηση της έφεσης, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 237 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1) με την προσθήκη δεν προβάλλονται παραδεκτά νέοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, παρά μόνον όσοι σχετίζονται με τους ισχυρισμούς του αντιδίκου που προτάθηκαν για πρώτη φορά ή τείνουν σε αντίκρουσή τους.

VI. Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλα^ της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τις ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. στ' του άρθρου 111 του π.δ/τος 41/14-11-1995 " περί κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο νόμου των ισχυουσών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", η Δημαρχιακή Επιτροπή αποφασίζει για την άσκηση όλων των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων.

Εν προκειμένω με τον τρίτο, με στοιχ. Γ, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 9 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την προταθείσα ενώπιον του ένσταση των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της από 31-10-1999 εφέσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης και ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω έφεση, καθόσον τυχόν απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του πρώτου αναιρεσίβλητου (εκκαλούντος) για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης αντιβαίνει ευθέως στο περιεχόμενο των υπ' αριθ. 177/1993,275/1995 και 39/1998 αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, αφενός μεν διότι η ως άνω ένσταση δεν συνιστά αίτηση με την έννοια του αρθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώτου αναιρεσίβλητου ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν επί της αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης.

VΙI. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 225, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγω αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κύριο λόγο στοιχ. Α

ΙΙ 1, 2 της αίτησης αναίρεσης, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο προσθέτους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο ήτοι :

τις 177/1993 και 275/1995 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ιωαννιτών, την 39/1-4-1998 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Ιωαννιτών με το συνημμένο σ' αυτή από Ιουνίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα, τις 147/1986, 167/1986, 12/1993, 220/1995 και 20/2001 οικοδομικές άδειες της Δνσης Πολεοδομίας του Δήμου Ιωαννιτών, το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικ. Τσικνιά, το 1443/1994 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δήμου Ιωαννιτών, τον από 24 Μαΐου 1926 πίνακα περιγραφής του 274 κτήματος, τις 122/04 και 103/04 αποφάσεις του Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, του χάρτη με αριθμό 8 - απόφαση 8α περί αναγνωρίσεως δημοτικής οδού, τον χάρτη με αριθμό 6 - επίσημη τοπογράφηση Υπουργείου Δημοσίων 'Εργων χρονολογίας 1969 - 1970 και το από 14-9-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του Δήμου Ιωαννιτών καθώς και το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως Ιωαννιτών - χάρτης που εκπονήθηκε κατά την περίοδο 1950 - 1954, τις από 15-5-1987 προτάσεις του Δήμου Ιωαννιτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και της 58/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Δ. Λιάσκου και την από 21-8-2004 έκθεση των Τεχνικών Συμβούλων ... και .... Όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "την από 21-8-2004 έκθεση των τεχνικών συμβούλων των εναγόντων ...

και ..., τα έγγραφα, τις φωτογραφίες και τις αεροφωτογραφίες, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στους παραπάνω λόγους αναιρέσεως επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

VIII. Tέλος, ο ίδιος (πρώτος κύριος λόγος) με στοιχ. Α

ΙΙ 2 δ' από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο "δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που αναμφίβολα έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το από 29-10-1926 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... αποτελεί τμήμα του φακέλου του αρθρ. 274 κτήματος", είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει πράγμα, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό των διαδίκων που θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι αποδεικτικό μέσο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθέντα τον πρώτο κύριο λόγο της αναίρεσης με στοιχ. Α

ΙΙ από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Απορρίπτει την από 20-12-2005 αίτηση για αναίρεση της 192/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της τρίτης υπέρ αυτού προσθέντως παρεμβαίνουσας Ψ3, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ