Supreme Court allows appeal against default judgment for debt collection due to insufficient reasoning on insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a debt collection fund against a default judgment rendered in favor of a bank. The court found that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the debtor's permanent and general inability to pay, a critical factor under the relevant insolvency law. Consequently, the appeal was accepted, the default judgment was annulled, and the case was remitted for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 553, and 321 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal against a default judgment if the lower court fails to provide adequate reasoning on the debtor's permanent inability to pay, thereby rendering the appeal admissible and the judgment voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2110 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2110/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Τσικαλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-10-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η 559/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στη τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (ΟλΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1162/2025,ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 648/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).
Κατά το άρθρο 518 παρ. 1του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, ενώ αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες. Και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατά τη παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, που είναι, στην περίπτωση που επιδόθηκε η πρωτόβαθμη απόφαση, κατά το άρθρο 518 §1 ΚΠολΔ, τριάντα ημέρες. Δηλαδή, η προθεσμία της αναίρεσης , όταν έχει επιδοθεί η απόφαση, είναι συνολικά εξήντα ημέρες, ήτοι τριάντα ημέρες για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η πρωτόβαθμη απόφαση και άλλες τριάντα ημέρες από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή η αναίρεση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 25-5-2023 (αριθ.εκθ.κατάθ.5326/25-5-2023),αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ.559/2023 τελεσίδικη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 23-10-2013 (αριθ.εκθ.κατάθ.10516/2317/23-10-2013) αίτηση του αιτούντα και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου.
Εφόσον, δε, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στις 31-3-2023 ( ημέρα Παρασκευή), η γνήσια προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη εργάσιμη ημέρα (3-4-2023) και έληγε στις 2-5-2023. Την επομένη άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), η οποία, θα έληγε στις 1-6-2023.
Στις 25-5-2023 που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πειραιά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν είχαν περάσει εξήντα ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι τριάντα ημέρες για άσκηση έφεσης από την επίδοσή της και τριάντα ημέρες από την επομένη της παρόδου της προηγούμενης προθεσμίας και την τελεσιδικία αυτής.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία τόσο του πρώτου των καθ'ών και ήδη αναιρεσείοντος, όσο και της δεύτερης των καθ'ών και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς την τελευταία και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).
Στη δίκη, δε, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1711/2025,ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7-3-2025) επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την δικάσιμο αυτή (7-3-2025) η ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Παρέστησαν, όμως , νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). 3. Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.559/2023 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά την από 23-10-2013 αίτηση με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του.
Το Ειρηνοδικείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην των καθ'ών η αίτηση, την δέχθηκε εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.
4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1118/2025, ΑΠ 603/2023,ΑΠ 559/2020).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας ( ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023,ΑΠ 1482/2022,ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022,ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 407/2024, ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ785/2022, ΑΠ544/2022, ΑΠ1351/2021, ΑΠ 656/2021).
Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,. ΑΠ 606/2025, ΑΠ 1320/2024,ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020). β.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες .
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).
5. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "...Ο αιτών γεννήθηκε στις ....1963 και είναι έγγαμος (σε δεύτερο [Β'] γάμο) με την Α. Π., με την οποία έχει αποκτήσει ένα τέκνο την Β. - Ε. Χ. που γεννήθηκε στις ....2010. Ωστόσο ο αιτών, από τον πρώτο (Α) γάμο, που είχε συνάψει με την Α. Ρ., έχει αποκτήσει και άλλο ένα τέκνο τον Δ. Χ. που γεννήθηκε στις ....1994. Στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει εμπορική ιδιότητα και εργάζεται ως δημοτικός υπάλληλος, στο Δήμο Πειραιώς, με μηνιαίες αποδοχές, που ανέρχονταν, κατά τον μήνα Μάιο του έτος 2021, στο καθαρό ποσό των 1.144 ευρώ (....). Η σύζυγος του αιτούντος, εργάζεται στην εταιρεία "ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ", με σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 587,57 ευρώ (...).
Περαιτέρω ο αιτών έχει στην πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα, ένα διαμέρισμα, του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στον Πειραιά, επί της οδού ..., εμβαδού 50,99 τ.μ., η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 36.330,38 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ του έτους 2020). Εκτός από το ως άνω διαμέρισμα έχει στην πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα, μια αποθήκη του υπογείου της ίδιας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στον Πειραιά, επί της οδού ..., εμβαδού 5,93 τ.μ., η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 718,27 ευρώ (βλ.
ΕΝΦΙΑ του έτους 2020). Το πιο πάνω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, για την οποία ζητεί, με την κρινόμενη αίτηση, να εξαιρεθεί από την εκποίηση. Επιπλέον, ο αιτών, έχει στην πλήρη κυριότητά του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο, εμβαδού 247 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο Σαλαμίνας, στην θέση "ΜΠΑΤΣΙ".
Τέλος, στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του αιτούντος, ανήκουν: 1) το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, κυλινδρισμού 1390 cc και 2) ένα μηχανάκι παπάκι. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως, ο αιτών είχε αναλάβει, προς τις καθ'ών χρέη, τα οποία κατά τον χρόνο της κρινόμενης αιτήσεως ανέρχονταν.
Α) προς στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", το ποσό των 1.385,92 ευρώ, δυνάμει συμβάσεως χορηγήσεως πιστωτικής κάρτας (αριθμ. λογαριασμού ...) και Β) προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το ποσό των 116.769,15 ευρώ, δυνάμει συμβάσεως στεγαστικού δανείου. Επομένως, οι οφειλές του αιτούντος προς τις καθ'ών, κατά τον χρόνο καταθέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 118.155,07 ευρώ.
Τα δηλωθέντα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος το οικονομικό έτος 2009 ανέρχονταν στο ποσό των 18.394,89 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 18.429,29 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 στο ποσό των 17.763,40 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 16.639,96 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 13.909,18 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 13.717,44 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 15.289,63 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 στο ποσό των 14.727,70 ευρώ, το φορολογικό έτος 2017 στο ποσό των 15.366,96 ευρώ, το φορολογικό έτος 2018 στο ποσό των 16.442,07 ευρώ και το φορολογικό έτος 2019 στο ποσό των 17.309,03 ευρώ (..).
Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις αποδοχών, ο αιτών, έως και το έτος 2011, ελάμβανε έξοδα κίνησης από την υπηρεσία του, πέραν του μισθού του, τα οποία δεν αναφέρονται στην πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, διότι πρόκειται για αμοιβές που απαλλάσσονται από φόρο. Έτσι λοιπόν το έτος 2007 έλαβε έξοδα κίνησης ύψους 3.900 ευρώ, το έτος 2008 το ποσό των 3.974,62, το έτος 2009 το ποσό των 4.820 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 3.166,43 ευρώ και το έτος 2011 το ποσό των 2.920,19 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες βεβαιώσεις αποδοχών του Δήμου Πειραιά για τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011). Τα παραπάνω εισοδήματα του αιτούντος συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις δανειακές συμβάσεις δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων, που είχε ως συνέπεια τη μείωση και καθήλωση των μισθών και των συντάξεων, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία του αιτούντος πληρωμής του κύριου όγκου των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις μετέχουσες πιστώτριες. Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ήτοι για την υπαγωγή του στην ρύθμιση των οφειλών του για πέντε έτη.
Με δεδομένο λοιπόν ότι ο αιτών έχει καθαρά μηνιαία εισοδήματα ύψους 1.144 ευρώ και ότι η σύζυγός του εργάζεται και έχει καθαρά μηνιαία εισοδήματα ύψους 587,57 ευρώ, με αποτέλεσμα να συνεισφέρει στις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας της (οι μηνιαίες εύλογες δαπάνες διαβίωσης δύο ενηλίκων με ένα τέκνο ανέρχονται στο ποσό των 1.337 ευρώ), θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές ποσού 180 ευρώ για εξήντα (60) μήνες, συμμέτρως καταβαλλόμενες προς τις καθ'ών, οι οποίες θα καταβάλλονται από την 1η έως την 20η ημερολογιακή ημέρα εκάστου μηνάς, αρχής γεννώμενης την 20η ημερολογιακή ημέρα του πρώτου, μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, μήνα, ήτοι συνολικά πρέπει να καταβληθεί προς τις καθ'ών το ποσό των 10.800 ευρώ.
Με την παραπάνω ρύθμιση, δεν δύναται να εξοφληθούν οι απαιτήσεις των καθ'ών, και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, για την διάσωση της προπεριγραφόμενης κύριας κατοικίας του. Ειδικότερα ο αιτών οφείλει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 29.638,92 ευρώ, ο δε χρόνος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού πρέπει να οριστεί σε 240 μηνιαίες δόσεις των 123,50 ευρώ (έκαστη εξ αυτών), διανεμόμενο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Η αποπληρωμή του ορισθέντος, για την διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας του αιτούντος, ποσού θα ξεκινήσει από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά τον χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σημειωτέον ότι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 είναι ανεξάρτητη της προβλεπόμενης από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 8 Ν. 3869/2010. Πράγματι, τα κριτήρια της ρύθμισης του άρθρου 3869/2010 (συμβατική διάρκεια των δανείων, αξία του ακινήτου την κύρια κατοικία του αιτούντος) δεν σχετίζονται με την εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη, καθώς, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση κύρια κατοικία του, επιβάλλεται σε αυτόν ένα πρόσθετο βάρος, ασχέτως των μηνιαίων απολαβών του, η δε ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 Ν. 3869/2010 δεν συναρτάται με τα πάσης φύσεως εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του δανειολήπτη, όπως αντίθετα συμβαίνει με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/20109 παρ. 2 Ν. 3869/2010..".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντα και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής οριζόμενα. Κρίνοντας, έτσι, το δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου-αιτούντα στις διατάξεις του ν. 3869/2010 αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει να καταβάλει ο αιτών για την κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεών του προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να κριθεί αν έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, συνεπώς, αν δικαιούται ή όχι να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβε, ως προς το ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών του πρώτου αναιρεσίβλητου, ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
6. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση . Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης, δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικών εξόδων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί την υπ'αριθμ.559/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας,
- Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ