Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding proper service of summons and lack of appearance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment from the Eastern Crete Court of Appeal. The appellant failed to appear at the scheduled hearing, and the court found that proper service of the summons had been effected via a judicial officer's report. Consequently, the court ruled that the absence was justified by the prior legal notification, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 575, 226 § 4 items a, g, d, and 568 of the Code of Civil Procedure: If a party is absent at a hearing scheduled after a postponement due to a notice on the docket, the court must verify whether the party expedited the initial hearing or was lawfully summoned in advance; if so, no new summons is required, and the hearing proceeds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2110 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2110/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Γ. Δ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 698/2011 μη οριστική και 202/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 7-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 § 4 εδ. α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων. Προς απόδειξη της κλητεύσεώς του η αναιρεσίβλητη προσκομίζει την υπ’ αριθμ. ... από 2-2-2016 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Μ.
Π., από την οποία αποδεικνύεται ότι, μετά από παραγγελία της ίδιας, ακριβές αντίγραφο της από 3 Νοεμβρίου 2015 αιτήσεως του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 202/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 11-4-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία του τελευταίου. Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 443/2011). Περαιτέρω κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή".
Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περιθάλψεως και οικονομικής ενισχύσεως, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.
Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της ελλείψεως ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (ΑΠ 109/2010, 1361/2007, 497/1977).
Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσεώς του εκτιμά την συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ’ αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατ’ αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστού της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (πρβλ.
ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1719/2009, ΑΠ 982/2004). Εξ άλλου κατά το άρθρο 509 § 1 ΑΚ η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανακλήσεως επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση περί ανακλήσεως σ’ αυτόν ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του και εφόσον ο λόγος της ανακλήσεως είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση.
Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφ’ ενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανακλήσεως, αφ’ ετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανακλήσεως λόγου και, αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 1025/1998).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας αποδόσεως εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 2054/2014).
Εν προκειμένω από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέθετε σ’ αυτήν, ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί, μεταβίβασε κατά το έτος 2003 λόγω δωρεάς στον εναγόμενο (πρώην γαμβρό της) το 1/6 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητος ενός ακινήτου, το οποίο ειδικότερα περιγράφει κατά θέση, έκταση και όρια και ότι ακολούθως ο εναγόμενος εγκατέλειψε τη θυγατέρα της (και σύζυγό του), με την οποία είχε συνάψει το έτος 1998 νόμιμο γάμο, καθώς και το ανήλικο τέκνο τους, παύοντας να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με αυτούς, επιπλέον δε άσκησε κατά της συζύγου του αγωγή διαζυγίου.
Ότι λόγω της περιφρονητικής αυτής και αχάριστης συμπεριφοράς του, η ενάγουσα προβαίνει δια της αγωγής σε ανάκληση της δωρεάς, με αποτέλεσμα να καθίσταται αυτός υπόχρεος σε αναμεταβίβαση την ως άνω ποσοστού της ψιλής κυριότητας και αδικαιολογήτως πλουσιότερος εκ της περιουσίας της, εφόσον δεν στέργει προς τούτο.
Ζήτησε δε ακολούθως να καταδικαστεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως με αντικείμενο την αναμεταβίβαση του αντικειμένου της δωρεάς. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιείχε σαφή και πλήρη έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αφού δεν ήταν αναγκαίο για την κατά νόμο πληρότητά της να διαλαμβάνεται ο αριθμός μεταγραφής του ανωτέρω μεταβιβαστικού συμβολαίου (αρκούσε δηλ.
η επίκληση της νόμιμης μεταγραφής), καθώς και αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της βασιμότητας του λόγου ανακλήσεως της δωρεάς, αφού το τελευταίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, ούτε όμως και αίτημα για αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του το σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών επεκαλείτο το απαράδεκτο του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου λόγω αοριστίας, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και έτσι δεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να μην κηρύξει απαράδεκτο και είναι αβάσιμος ο πρώτος -κατ’ αμφότερα τα σκέλη του- και ο δεύτερος (εκτιμώμενος ορθώς ως μόνον εκ του άρθρου 559 αριθμού 14 ΚΠολΔ) λόγοι αναιρέσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 589/2008).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλονότι ενώ στην αγωγή εκτίθεται απλώς ότι ο εναγόμενος -μετά την προς αυτόν δωρεά- άσκησε κατά της τότε συζύγου του, θυγατέρας της δωρήτριας, αγωγή διαζυγίου, χωρίς να περιλαμβάνεται ιδιαίτερος σχολιασμός του περιεχομένου αυτής, το δικαστήριο δέχτηκε ότι από τη συμπεριφορά εκείνου επήλθε ισχυρός κλονισμός των μεταξύ των σχέσεων και ότι με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου λύθηκε αμετάκλητα ο υφιστάμενος γάμος τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω εκτιθέμενα δεν αποτελούν "πράγμα" αλλά επιχείρημα αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Καθιερώνεται δηλ.
λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομιστεί καμία απόδειξη (ΑΠ 39/2010). Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τους αριθμούς 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις εξής πλημμέλειες:
α) της παραβιάσεως του άρθρου 512 ΑΚ που ορίζει ότι "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν", β) ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γ) ότι περιέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τη θεμελίωση όμως του δευτέρου των ισχυρισμών αυτών δεν προβάλλει κάποια αιτίαση για πράγματα θεωρηθέντα ως αποδεδειγμένα με αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν στο εφετείο. Επομένως κατά το σκέλος αυτό ο λόγος είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 512 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει τα εξής: "Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη δωρεά έγινε εκ μέρους της ενάγουσας από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρεπείας προς αυτόν και δεν ανακαλείται, ισχυρισμό που παραδεκτά επαναφέρει με την κρινόμενη έφεση.
Συγκεκριμένα επικαλείται, ότι ο ίδιος πώλησε ιδανικό μερίδιο επί ακινήτου του, αντί τιμήματος 189.230,96 ευρώ, το οποίο (τίμημα) εισέπραξε σε επιταγές και στη συνέχεια διέθεσε για την αγορά ενός ακινήτου - μονοκατοικίας, συνολικής αξίας 325.752 ευρώ, της εξ αδιαιρέτου και εξ ημισείας συγκυριότητας αυτού και της συζύγου του.
Ότι το υπόλοιπο τίμημα καλύφθηκε με δάνειο που αμφότεροι οι σύζυγοι έλαβαν και ότι η ενάγουσα πεθερά του, προέβη στην επίδικη δωρεά, ως ανταπόδοση για την καταβολή εκ μέρους του, του μεγαλύτερου μέρους του τιμήματος της εν λόγω μονοκατοικίας. Ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου όμως δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθώς αφενός μεν στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (.../23-7-2002) αναφέρεται ως τίμημα μικρότερο ποσό (119.652,99 ευρώ), αναλογούν στην αντικειμενική αξία του ακινήτου και η καταβολή αυτού αναφέρεται ότι έγινε με μετρητά ποσού 2.264,99 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο από 117.388 ευρώ πιστώθηκε και η εξόφληση του υποσχέθηκε ότι θα γίνει με τραπεζικό δάνειο ή από δικά τους χρήματα με αποπληρωμή σε επτά δόσεις έως την 20-1-2003, προέκυψε όμως ότι ο εναγόμενος κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγό του, βάσει επιταγών, το συνολικό ποσό των 189.230,96 ευρώ, αφετέρου δε αποδείχθηκε ότι στην αγορά του ακινήτου αυτού - του τιμήματος εκτός συμβολαίου ανερχομένου στο ποσό των 352.752 ευρώ -συνέβαλε κατά μεγάλο ποσοστό και η θυγατέρα της ενάγουσας πρώην σύζυγος του εναγομένου, η συμβολή δε αυτής συνίσταται στην πληρωμή εξ ημίσεος δόσεων του ληφθέντος κοινού δανείου ποσού 117.386 ευρώ, στην καταβολή μέσω επιταγής ποσού 44.020 ευρώ, στην καταβολή δαπάνης για αμοιβή συμβολαιογράφου, τελών μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο κλπ, ενώ η επικαλούμενη συμβολή της σε δαπάνες για την αγορά (επιπλέον της συγγραφής υποχρεώσεων της εργολαβίας) υλικών μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και τον εξοπλισμό της κατοικίας (περίπου 82.000 ευρώ) δεν αντικρούεται ειδικώς από τον εναγόμενο.
Εξάλλου, στο προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο ουδεμία μνεία γίνεται περί κατάρτισης της δωρεάς από λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος, η κρίση δε του δικαστηρίου για τον χαρακτηρισμό της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ’ αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά, σύμφωνα με όσα ως άνω αποδείχθηκαν, κρίνεται βάσιμο ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας ούτε ότι η δωρεά αυτή ήταν ανταποδοτική της οικονομικής συμβολής του εναγομένου στην αγορά του παραπάνω κοινού ακινήτου (μονοκατοικίας), που αποτέλεσε την πρώην συζυγική στέγη αυτού και της θυγατέρας της ενάγουσας, αφού στην απόκτηση αυτού συνέβαλε σημαντικά και η τελευταία".
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί μη δυνατότητος ανακλήσεως της εν λόγω δωρεάς δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απορρίψεως της ενστάσεως αυτής διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του ΑΚ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα οικεία μέρη του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Νοεμβρίου 2015 αίτηση του Ν. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 202/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ