Supreme Court dismisses appeal on inheritance possession rights and upholds lower court ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance possession rights. The appellant argued that the lower court failed to recognize a legal presumption of possession based on a prior final judgment declaring the respondent unworthy of inheritance. The court rejected this, ruling that the respondent had validly acquired possession as an heir immediately after the decedent's death and maintained it until the appellant's possession began in 2006, which was more than a year after the respondent's possession ended. Consequently, the court held that the appellant's arguments regarding the lower court's failure to apply the doctrine of res judicata were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 983, 984, 988, 991 of the Civil Code; The heir acquires the right of possession without physical control or knowledge of the inheritance, and if a third party acquires possession before the heir, the heir loses it and may sue for eviction, but cannot re-acquire possession unilaterally if the third party acquired it within the last year.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2110 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2110/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., προσωρινά διαμένουσας στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Στασινόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την 17-10-2005 αγωγή της Ψ, ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5117/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και, συνεπώς, μπορεί να ασκήσει και τις περί νομής αγωγές (άρθρο 984 ΑΚ).
Για να αποκτήσει ο κληρονόμος και φυσική εξουσία πρέπει να καταλάβει σωματικά το πράγμα. Επομένως, η έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 983 ΑΚ, είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα, τη δική του φυσική εξουσία (ΑΠ 1526/06 - ΑΠ 202/05).
Εάν τρίτος επιληφθεί της νομής κληρονομιαίου πράγματος πριν ή ο κληρονόμος επιληφθεί αυτού (μετά το θάνατο του κληρονομουμένου), τότε αυτός μεν (τρίτος) αποκτά τη νομή, ο δε κληρονόμος θεωρείται ως απολέσας αυτήν και έχει κατά του τρίτου την περί αποβολής από τη νομή αγωγή (όπως θα είχε και ο κληρονομούμενος εάν ζούσε).
Εάν όμως ο κληρονόμος επιχειρήσει την εκ νέου ανάκτηση της νομής αυτογνωμόνως και χωρίς τη θέληση του εν τω μεταξύ καταστάντος νομέως τρίτου, προσβάλλει παρανόμως την κτηθείσα απ' αυτόν νομή, εκτός αν ο τρίτος είχε αποκτήσει επιληψίμως παρ' αυτού εντός του τελευταίου έτους κατ' άρθρο 988 ΑΚ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1860, 1862 παρ. 1 και 1863 ΑΚ συνάγεται ότι αν στο πρόσωπο του κληρονόμου επέλθει κάποιος λόγος έκπτωσης από την κληρονομία, όπως είναι και η κήρυξη της αναξιότητας, ματαιώνεται αναδρομικά η κτήση από αυτόν της νομής.
Εξάλλου, ο Αστικός Κώδικας, ορίζει: α) στην § 1 του άρθρου 984 ότι η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές έγιναν παράνομα, και χωρίς τη θέλησή του, και στην § 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου ότι η νομή που αποκτήθηκε με τέτοια αποβολή είναι επιλήψιμη, β) στο άρθρο 987 εδ. α' ότι ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του και γ) στο άρθρο 991 ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.
Ειδικότερα, η προσβολή είναι παράνομη, όταν ο νόμος δεν την επιτρέπει, ή την επιτρέπει με την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων ή με τη συνδρομή ορισμένων όρων που δεν συντρέχουν, όμως, κατά το χρόνο της προσβολής. Αλλά, κατά το νόμο, περίπτωση επιτρεπόμενης προσβολής δεν υφίσταται από το ότι ο προσβολέας είχε κατά του νομέα δικαίωμα να απαιτήσει τη νομή.
Η προσβολή δε χωρίς τη θέληση του νομέα γίνεται όταν δεν υπάρχει συναίνεση τούτου. Έτσι, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι εκείνος, που αποβλήθηκε από τη νομή προστατεύεται αυτοτελώς, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η νομή του στηριζόταν σε δικαίωμα, η δε αγωγή περί αποβολής από τη νομή δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν να αποκρουστεί με την ένσταση του εναγομένου ότι η προσβολή έγινε δυνάμει εμπραγμάτου ή ενοχικού δικαιώματος, επί του επιδίκου πράγματος δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης του σ' αυτόν, εκτός αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα (ΑΠ 572/2008 - ΑΠ 1522/06 - ΑΠ 771/02 -ΑΠ 1408/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εργάζονταν, από το έτος 1967, ως οικιακές βοηθοί, στην ΑΑ, με την οποία συγκατοικούσαν στο επί της οδού ..., στην ..., διαμέρισμά της.
Η ως άνω ΑΑ απεβίωσε στις 14-4-1988 σε ηλικία 84 ετών. Μετά το θάνατο της ανωτέρω, η ενάγουσα εμφάνισε προς δημοσίευση την από 12-7-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2041/17-6-1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη της αυτή η άνω αποβιώσασα ανακαλούσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο της την ενάγουσα.
Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. 3912/16-12-1988 πρακτικό του ως άνω Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε και η από 30-1-1987 (προηγούμενη) ιδιόγραφη διαθήκη της άνω αποβιώσασας, με την οποία αυτή εγκατέστησε κληρονόμους της την ενάγουσα και την εναγομένη επί δύο ακινήτων της, που αποτελούσαν και την όλη κληρονομία της και συγκεκριμένα εγκατέστησε την ενάγουσα στο ως άνω διαμέρισμά της (στο οποίο συγκατοικούσαν και οι τρεις) και την εναγομένη σε μια διώροφη λιθόκτιστη οικία, που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ... .
Κατόπιν ασκήσεως της από 21-3-1989 αγωγής της νυν εναγομένης κατά της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8084/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ως άνω από 12-7-1987 ιδιόγραφης διαθήκης της ΑΑ, λόγω του ότι η διαθέτης, κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτή "εξ αιτίας πνευματικής νόσου, εστερείτο της χρήσεως του λογικού".
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 7347/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1030/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της νυν ενάγουσας (τότε εναγομένης) περί αναιρέσεως της άνω εφετειακής απόφασης. Επίσης, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της τότε ενάγουσας κατά της ως άνω 8084/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε τη σωρευόμενη, στο ίδιο ως άνω από 21-3-89 δικόγραφο, αγωγή της περί κηρύξεως της αναξιότητας της τότε εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8020/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, γενομένης δεκτής της σχετικής αγωγής, η τότε εναγομένη και νυν ενάγουσα κηρύχθηκε ανάξια να κληρονομήσει την αποβιώσασα ΑΑ, για το λόγο ότι εξαφάνισε δολίως άλλη (προγενέστερη όλων) ιδιόγραφη διαθήκη που είχε συντάξει η ως άνω διαθέτης, το έτος 1985, και είχε όμοιο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη από 30-1-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της.
Η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1528/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της τότε εναγομένης (νυν ενάγουσας) περί αναιρέσεως της ως άνω εφετειακής απόφασης. Μετά την κήρυξη της (νυν) ενάγουσας ανάξιας, με την παραπάνω απόφαση (την τελεσιδικία της), επήλθε η έκπτωση αυτής από την κληρονομία της ΑΑ (από την ως άνω από 30-1-87 ιδιόγραφη διαθήκη της), η οποία (έκπτωση) ανατρέχει στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης (άρθ. 1863 ΑΚ), δηλαδή, η ενάγουσα έχασε αναδρομικά όλα τα κληρονομικά της δικαιώματα επί του επιδίκου κληρονομιαίου διαμερίσματος, αφού η επαγωγή της κληρονομίας ως προς αυτήν θεωρείται σαν να μην έγινε (μετά την κήρυξη της αναξιότητάς της).
Εν τω μεταξύ, η ενάγουσα, αμέσως μετά το θάνατο της άνω κληρονομουμένης (14-4-1988), επιλήφθηκε (με την ιδιότητα τότε του κληρονόμου) της νομής του ως άνω επί της οδού ... (...) ευρισκομένου κληρονομιαίου διαμερίσματος (επιδίκου), το οποίο εκμίσθωσε, ως κατοικία, στην ΑΑ και εισέπραττε τα μισθώματα. Μετά την έκδοση των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων (περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 12-7-1987 ιδιόγραφης διαθήκης και περί κήρυξης της ενάγουσας ανάξιας να κληρονομήσει την άνω διαθέτιδα), η εναγομένη απέστειλε στην άνω μισθώτρια του διαμερίσματος ΑΑ την από 15-3-2005 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση - πρόσκληση (κοινοποιήθηκε στις 22-3-2005), με την οποία την κάλεσε να καταβάλλει στο εξής σ' αυτήν τα μισθώματα του μισθίου διαμερίσματος και να της παραδώσει αντίγραφο της μισθωτικής σύμβασης.
Προς τούτο επικαλέσθηκε η εναγομένη δικό της δικαίωμα κυριότητας επί του (επιδίκου) διαμερίσματος, στηριζόμενο στην ιδιότητά της ως αποκλειστικής (πλέον) κληρονόμου (από την από 30-1-87 ιδιόγραφη διαθήκη της άνω διαθέτιδος), που απέκτησε λόγω της επελθούσης, κατ' άρθρο 1807 ΑΚ, προσαύξησης στη μερίδα της (ακίνητο στο ...) της μερίδας (επίδικο διαμέρισμα) της εκπεσούσης ενάγουσας (αναδρομικά από το θάνατο της διαθέτιδος).
Μετά απ' αυτό, η άνω μισθώτρια κατέβαλλε τα μισθώματα του διαμερίσματος στην εναγομένη μέχρι και το μήνα Νοέμβριο 2005, οπότε, μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν, στις 18-11-2005, σχετικής εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης της ενάγουσας, άρχισε να καταθέτει αυτά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ήδη στις 13-4-2006, η εν λόγω μισθώτρια απέδωσε το μίσθιο διαμέρισμα (επίδικο) στην εναγομένη, παραδίδοντας τα κλειδιά του σ' αυτήν.
Με τον παραπάνω τρόπο, η εναγομένη κατέλαβε το διαμέρισμα, αποβάλλοντας την ενάγουσα από τη νομή της σ' αυτό, της οποίας (νομής), όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε επιληφθεί από το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (πριν δηλαδή από την εναγομένη ως κληρονόμο κατά τα ανωτέρω), και συνέχιζε να την ασκεί μέχρι την ως άνω αποβολή της.
Και ναι μεν μπορεί η νομή της ενάγουσας να ήταν επιλήψιμη (μετά την κήρυξη της αναξιότητάς της), τούτο όμως παρείχε το δικαίωμα στην εναγομένη, η οποία έτσι απώλεσε την κτηθείσα, βάσει του άνω επικαλούμενου κληρονομικού της δικαιώματος, νομή επί του επιδίκου, να ασκήσει κατ' αυτής (ενάγουσας) την αγωγή περί αποβολής από τη νομή.
Αντ' αυτού, όμως, η εναγομένη προέβη αυτογνωμόνως, κατά τα ανωτέρω, σε κατάληψη του επιδίκου (κληρονομιαίου) ακινήτου, αποβάλλοντας έτσι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη παράνομα (έστω και αν ενήργησε ως κληρονόμος), την ενάγουσα από την ως άνω νομή της (της οποίας η τελευταία είχε επιληφθεί πρώτη).
Επομένως, η νομή της ενάγουσας έχει προσβληθεί με την εκ μέρους της εναγομένης αποβολή αυτής, εφόσον η εν λόγω αποβολή έγινε αφενός παράνομα, δηλαδή χωρίς προς τούτο δικαίωμα, αφετέρου χωρίς τη θέλησή της, δηλαδή χωρίς τη συναίνεσή της. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εναγομένη πρόβαλε το ως άνω επικαλούμενο κληρονομικό της δικαίωμα επί του επιδίκου, τόσον πρωτοδίκως όσον και, σε επαναφορά, κατ' έφεση, προκειμένου να θεμελιώσει την ένσταση του άρθρου 991 ΑΚ, ισχυριζόμενη συγχρόνως ότι το άνω δικαίωμά της έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα με τις προαναφερόμενες εφετειακές αποφάσεις (περί ακυρότητας της άνω τελευταίας διαθήκης και περί αναξιότητας της ενάγουσας).
Ο ισχυρισμός αυτός (ως ένσταση του άρθρου 991 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατ' αρχήν, όπως συνάγεται και από την προηγηθείσα νομική σκέψη, το κληρονομικό δικαίωμα δεν περιλαμβάνεται στα δικαιώματα στα οποία αναφέρεται το ως άνω άρθρο, δηλαδή εμπράγματα ή ενοχικά (των οποίων η τελεσίδικη αναγνώριση θεμελιώνει την προβαλλόμενη ένσταση), ενώ, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ως άνω επικαλούμενες και προσκομιζόμενες προς τούτο δικαστικές αποφάσεις, δεν αναγνωρίζεται με αυτές (ρητά όπως θα έπρεπε για τη θεμελίωση της ένστασης) το άνω κατά προσαύξηση κληρονομικό δικαίωμα της εναγομένης, ούτε, βεβαίως, δικαίωμα αυτής να νέμεται το επίδικο.
Εξάλλου, τα προβαλλόμενα από την εναγομένη ότι η ένδικη αγωγή, ως προς τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή περί ακυρότητας της ως άνω από 30-1-1987 ιδιόγραφης διαθήκης και περί ανυπαρξίας, εντεύθεν, του κληρονομικού της δικαιώματος, είναι απαράδεκτη, λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου (ως προς την εγκυρότητα της διαθήκης), απορρέει από τις ίδιες παραπάνω δικαστικές αποφάσεις [περί ακυρότητας της (μεταγενέστερης) διαθήκης και περί κληρονομικής αναξιότητας της ενάγουσας], όπου το παραπάνω ζήτημα κρίθηκε ως προδικαστικό, αλλά και από μη αμφισβήτηση εκ μέρους της ενάγουσας του κύρους της άνω διαθήκης στις παραπάνω δίκες, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα, περί νομής, δίκη, καθόσον, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ακόμη και στην περίπτωση που η εναγομένη έχει αποκτήσει την ιδιότητα της κληρονόμου (βάσει της άνω διαθήκης και κατά προσαύξηση) και πάλιν η ως άνω ενεργηθείσα απ' αυτήν αποβολή της ενάγουσας από τη νομή του επιδίκου ήταν παράνομη για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους.
Τα ίδια παραπάνω ισχύουν και για τα αναφερόμενα από την εναγομένη προς απόκρουση των διαλαμβανομένων στην αγωγή (χωρίς να απαιτούνται) σχετικά με την κτήση κυριότητας της ενάγουσας με τακτική χρησικτησία, καθόσον, εν προκειμένω, κρίνεται αγωγή περί νομής και όχι περί κυριότητας. Επίσης, εν προκειμένω, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1052 ΑΚ, την οποία επικαλείται η εναγομένη, διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στον υπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας του νομέως της κληρονομίας υπέρ του πραγματικού κληρονόμου, προκειμένου να αποκτήσει ο τελευταίος κυριότητα επί του πράγματος (με χρησικτησία)...
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και κυρίως το αναγκαίο στοιχείο του παρανόμου της αποβολής της ενάγουσας από τη νομή του επιδίκου (άρθρο 984 ΑΚ) και επομένως πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν". Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη περί νομής αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας - εναγομένης, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη νομέα του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα ν' αποδώσει σ'αυτήν τη νομή του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την κήρυξη της αναξιότητάς της, εξακολούθησε να έχει τη νομή του επιδίκου (επιλήψιμη έναντι της αναιρεσείουσας), β) ότι η αναιρεσείουσα απέστειλε στη μισθώτρια του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου την από 15-3-2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία την κάλεσε να καταβάλλει στο εξής σ'αυτήν τα μισθώματα και ακόμη ότι στις 13-4-2006 η μισθώτρια παρέδωσε το μίσθιο αυτό σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) και ότι έτσι ενεργώντας η τελευταία το κατέλαβε αυτογνωμόνως, αποβάλλοντας παράνομα την αναιρεσίβλητη από τη νομή του και γ) ότι η εκ του άρθρου 991 ΑΚ προβληθείσα από την αναιρεσείουσα καταλυτική της ένδικης αγωγής ένσταση, κατά την οποία αυτή κατέχει το επίδικο ακίνητο με βάση δικαίωμα που της είχε αναγνωρισθεί τελεσίδικα, είναι αβάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, η αναιρεσίβλητη είχε επιληφθεί της νομής του επιδίκου αμέσως μετά το θάνατο της κληρονομουμένης ΑΑ (14-4-1988) με την ιδιότητα της κληρονόμου, την οποία (νομή) διετήρησε, επιλήψιμα βέβαια, μετά την κήρυξη της αναξιότητάς της.
Εξάλλου η οικειοθελής παράδοση του επιδίκου μισθίου από τη μισθώτρια στην αναιρεσείουσα δεν αναιρεί το παράνομο της αποβολής της αναιρεσίβλητης, αφού η μισθώτρια δεν ήταν νομέας του επιδίκου αλλά κάτοχος με βάση την έννομη σχέση της μίσθωσης και συνεπώς μόνο την κατοχή του παρέδωσε στην αναιρεσείουσα.
Ακόμη η αναιρεσείουσα, με βάση την αμετάκλητη 8020/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε η αναιρεσίβλητη ανάξια να κληρονομήσει την κληρονομουμένη ΑΑ, δεν μπορεί να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 991 ΑΚ ένσταση, προεχόντως, διότι με την απόφαση αυτή δεν κρίθηκε δικαίωμα το οποίο παρέχει σ' αυτήν (στην αναιρεσείουσα) εξουσία πάνω στο επίδικο ακίνητο (κήρυξε την αναιρεσίβλητη ανάξια να κληρονομήσει την ανωτέρω).
Τέλος, ορθώς το Εφετείο δεν έκρινε την αγωγή ως απαράδεκτη, βάσει του άρθρου 988 ΑΚ, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) τουλάχιστον ήδη από το 2004, με τη δημοσίευση της πιο πάνω 8020/2004 απόφασης, είχε επιλήψιμη νομή, είχε δηλαδή αποβάλει την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), ενώ η τελευταία ανέκτησε τη νομή του επιδίκου, αντεκβάλλοντας την αναιρεσίβλητη, στις 13-4-2006, με την παράδοση του κλειδιού σ' αυτήν από τη μισθώτρια, δηλαδή μετά την πάροδο έτους από την εκβολή της από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το αντίστοιχο τμήμα του, και δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά τα τμήματά του από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω 8020/2004 απόφαση, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το εκ της αποφάσεως αυτής δεδικασμένο δεν μπορεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να οδηγήσει σε παραδοχή της παραπάνω ένστασης (άρθρο 991 ΑΚ).
Ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά το τμήμα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι με βάση τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το παράνομο της αποβολής από το επίδικο της αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τη αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5117/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ