Legislator Case Law & Legislation
210/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to specify facts for review.

Case Number 210/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision regarding property division and enclosure. The appellant argued procedural violations but failed to specify the exact facts or assumptions of the lower court required for appellate review. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for lack of clarity and ordered the appellant to bear the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the facts and assumptions of the lower court to allow for effective review of alleged procedural violations.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of clarity procedural review property division legal costs factual assumptions inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure
Article 9(1) of Law 4067/2012
Articles 1012-1013 and 281 of the Civil Code
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(2), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 210 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 210/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. Κ. του Κ. και της Θ., συζύγου Ν. Κ., κατοίκου …, της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κανέλλη Σταμογιάννου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Π. και της Μ., 2) Γ. Κ. του Β. και της Φ., συζύγου Β. Κ., κατοίκων …, της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κουλάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς (Μολάων). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.12.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 380/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου, δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.12.2018 έφεση αυτής (αναιρεσείουσας) κατά της υπ' αριθμ. 53/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμηράς, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30.03.2015 και από τα άρθρα 984 και 1012 του Α.Κ.

αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι (Β. Κ. του Π. και της Μ., Γ. Κ. του Β. και της Φ., σύζυγος Β. Κ.), στην από 30.03.2015 αγωγή τους που απηύθηναν στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς και έστρεψαν κατά της ήδη αναιρεσείουσας (Θ. Κ. του Κ. και της Θ., σύζυγος Ν. Κ.) ισχυρίσθηκαν ότι η τελευταία τους απέβαλε από τη (συν)νομή τους σε τμήμα ομόρου προς το δικό της ακινήτου καθώς και ότι το ακίνητό τους είναι περίκλειστο.

Ζήτησαν δε την παραδοχή της αγωγής τους, την αναγνώριση της (συν)νομής τους επί του καταληφθέντος τμήματος του ακινήτου τους, την απόδοση της (συν)νομής τους, την παραχώρηση εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας της προτεινομένης διόδου για την άρση της ιδιότητας του ακινήτου τους ως περικλείστου και τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως την οποία πρέπει να καταβάλουν στην ήδη αναιρεσείουσα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού εξεδίκασε την ως άνω έχουσα αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την οριστική, υπ' αριθμ. 53/2018, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτή (αγωγή) κατά τα κύρια αυτής αιτήματα. Κατά της ως άνω κρινάσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 12.12.2018 έφεσή της, την οποία απηύθυνε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης) και έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζητώντας την παραδοχή της εφέσεώς της, τυπικά και κατ' ουσίαν, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την αναδίκαση της αγωγής, την απόρριψη αυτής, άλλως την παραδοχή της κατά τα αιτήματά της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξεδίκασε την ως άνω έφεση, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την αυτή διαδικασία, και, με την τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 380/2019, τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα ήσκησε την από 27.12.2021 αίτησή της που απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για τον προβαλλόμενο λόγο.

Κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01.01.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (Α.Π. 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 981/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 7/2006). Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα δηλ.

ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (Ολ. Α.Π. 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. Α.Π. 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 120/2014), επί απορρίψεως δε αγωγής ή ισχυρισμού ως μη νομίμου πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνονται το περιεχόμενο δηλ. η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού που είχε επικαλεσθεί νομίμως και παραδεκτώς ο αναιρεσείων, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 699, 700/2011). Τέλος, ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 905/2018, Α.Π. 1042/2017).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνον ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 561/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 429/2021).

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 9§1 του ν. 4067/2012, 1012 - 1013 και 281 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και απορριπτέος αποβαίνει.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα, καίτοι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τις παραδοχές αυτού (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) υπό τις οποίες χώρησαν οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αλλά περιορίζεται στην αποσπασματική αναφορά ορισμένων από τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2021 αίτηση της Θ. Κ. του Κ. και της Θ., συζύγου Ν. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 380/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ