Legislator Case Law & Legislation
210/2022 AI generated

210/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 210/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7025/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1168/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2017 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

210/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 Κ.Πολ.Δ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ενώ κατά το άρθρο 445 του ίδιου Κώδικα, "έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη....".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 210 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 210/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Ι., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παρασκευά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Σ. Α.Ε.Β.Μ.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Σ. Α.Ε.Β.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δανάη Κουκουλέτσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7025/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1168/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1168/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 8-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 3536/2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 7025/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει δεκτή με το τεκμήριο ερημοδικίας (άρθρο 271 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), την από 19-3-2012 και με αριθμό κατάθεσης 987/2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει την ενάγουσα, με βάση την ευθύνη της από σύμβαση πώλησης και παροχής υπηρεσιών, το ποσό των 23.920,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 23.920,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της 30-9-2008 έως την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθ.8 του ίδιου άρθρου, νοούνται, δηλαδή, ως πράγματα οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελειωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1046/2013, ΑΠ 247/202, ΑΠ 1209/2010). Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1115/2012, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1339/2007, ΑΠ 1238/2007). Για τη βασιμότητα του παρόντος λόγου δηλαδή, θα πρέπει το δικαστήριο να δεχθεί πράγματα χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1179/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, διέλαβε ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της τα εξής: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, απ' όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται αναφορά παρακάτω, δίχως, όμως, να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της παρούσας διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Το Εφετείο, δηλαδή, ρητά εκθέτει στην απόφασή του το είδος των αποδεικτικών μέσων από τα οποία, άντλησε απόδειξη για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν επίδραση την έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενη ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί δήθεν συμφωνίας διευθέτησης των μεταξύ των διαδίκων οικονομικών διαφορών, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 39/2016, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 891/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 Κ.Πολ.Δ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ενώ κατά το άρθρο 445 του ίδιου Κώδικα, "έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη....".

Η ιδιόχειρη υπογραφή στο ιδιωτικό έγγραφο είναι αναγκαία προϋπόθεση, για να έχει το έγγραφο το κύρος του επώνυμου αποδεικτικού μέσου (άρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ) και να αναπτύξει την αυξημένη αποδεικτική του δύναμη κατ' άρθρ. 445 Κ.Πολ.Δ, άλλως, αν στερείται υπογραφής, έχει την ισχύ απλού δικαστικού τεκμηρίου (Ολ. ΑΠ 15/2003).

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από μόνο ότι στην απόφαση του δικαστηρίου δεν γίνεται διαστολή ποιά έγγραφα έλαβε αυτό υπόψη του ως ιδιωτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρ. 443 επ. και ποιά ως τεκμήρια κατά την έννοια του άρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1431/2008, ΑΠ 168/2006), ούτε όταν στην απόφαση γίνεται αναφορά του εγγράφου όχι ως αποδεικτικού στοιχείου, αλλά ως επιχειρήματος προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει συναχθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 308/2008, ΑΠ 307/2008).

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές "... Με τη με αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη …, που καταχωρήθηκε στις 31.10.2007, στα Μ.Α.Ε. της Νομαρχίας …, εγκρίθηκε η διάσπαση της α.ε. με την επωνυμία "Α. Σ. Α.Ε.Β.Ε." και η από την ενάγουσα α.ε.

με την επωνυμία "Α. Σ. Α.Ε.Β.Μ.Ε." απορρόφηση του κλάδου της, που ασχολούνταν με το εμπόριο αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτών, με τις επισκευές αυτοκινήτων και την παροχή εν γένει υπηρεσιών. Έτσι, η ενάγουσα κατέστη οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω δικαιοπαρόχου της. Η τελευταία, στα πλαίσια της δραστηριότητάς της, από το ενταύθα υποκατάστημά της, πώλησε στην εναγόμενη διάφορα ανταλλακτικά και τοποθέτησε αυτά, κατόπιν σχετικής συμφωνίας τους, στο φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας Renault, τύπου Magnum, και εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες επισκευής αυτού.

Για τις πωλήσεις ανταλλακτικών η ενάγουσα εξέδωσε Σ.../26.5.2006, Σ.../26.5.2006, Σ.../26.5.2006, Σ.../17.8.2006, Σ.../17.8.2006, Σ.../26.2.2007, Σ.../26.2.2007, Σ.../15.3.2007, Σ.../23.3.2007, Σ.../8.6.2007 και Σ.../13.7.2007, αξίας, με ΦΠΑ, 154,60 ευρώ, 112,28 ευρώ, 181,86 ευρώ, 350,99 ευρώ, 161,30 ευρώ, 34.043,22 ευρώ, 1.341,13 ευρώ, 4.787,20 ευρώ, 263,51 ευρώ, 762,47 ευρώ, 1.254,47 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικής αξίας 43.258,43 ευρώ, και ήταν πληρωτέα τα επιμέρους ποσά, με σχετική συμφωνία, αντίστοιχα, στις 15.06.2006, 15.06.2006, 15.06.2006, 15.09.2009, 15.09.2006, 15.03.2007, 15.03.2007, 30.03.2007, 15.04.2007, 30.06.2007 και 12.08.2007, ενώ για την αμοιβή εκτέλεσης των ανατεθειμένων σ' αυτήν εργασιών η ενάγουσα εξέδωσε τις με αριθμ.

Σ.../17.8.2006, Σ.../28.2.2007, Σ.../8.6.2007 και Κ.../13.7.2007 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, με αμοιβή, με ΦΠΑ, 140,42 ευρώ, 3.867,50 ευρώ, 214,20 ευρώ, 359,86 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 4.581,98 ευρώ, πληρωτέα τα επιμέρους ποσά, με σχετική συμφωνία τους, αντίστοιχα, στις 30.09.2006, 15.03.2007, 30.06.2007 και 12.08.2007. Τα παραπάνω ανταλλακτικά που τοποθέτησε στο αυτοκίνητο και εργασίες που έγιναν το έτος 2006 αφορούσαν τακτική συντήρηση (service), ενώ τα παραπάνω ανταλλακτικά που τοποθέτησε και εργασίες που έγιναν στο αυτοκίνητο το έτος 2007 αφορούσαν επισκευή και εμπλοκή του αυτοκινήτου της εναγόμενης με αυτοκίνητο τρίτου προσώπου.

Η εναγόμενη δεν πλήρωσε το ανωτέρω συμφωνηθέν τίμημα ούτε την ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Το παραπάνω αυτοκίνητο είχε αγοράσει, τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, η εναγόμενη με το σύστημα leasing από την δικαιοπάροχο της εναγόμενης. Παράλληλα, το αυτοκίνητο αυτό, που είχε λάβει αριθμό κυκλοφορίας ΙΑΕ ..., παρουσίαζε ορισμένα προβλήματα λειτουργίας.

Για το λόγο αυτό, η εναγόμενη με την από 24.01.2008 επιστολή της ζήτησε την αντικατάσταση του αυτοκινήτου με άλλο ή την επιστροφή καταβληθέντος τιμήματος, επιφυλαχθείσα για άσκηση άλλων δικαιωμάτων της, όπως αποζημίωσης. Στα πλαίσια αυτά, και μετά από διαπραγματεύσεις, περί τέλη Μαρτίου του έτους 2008, στο υποκατάστημα της ενάγουσας, στο …, επήλθε συμφωνία των διαδίκων, όπως κλείσουν τις μεταξύ τους διαφορές, με καταβολή από την ενάγουσα του ποσού των 25.000,00 ευρώ, σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης και με παροχή έκπτωσης 50% επί της συνολικής αξίας καθενός από τα ανωτέρω τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών και εκκρεμούσαν έως τότε για πληρωμή από την εναγόμενη, καθόρισαν προθεσμία πληρωμής από την εναγόμενη την 30.09.2008, παραιτούμενη η τελευταία από αξιώσεις της για ελαττώματα του αυτοκινήτου.

Πράγματι, η ενάγουσα, στις 27.03.2008, με τη με αριθμ. ... εντολή της κατέβαλε στην εναγόμενη το ποσό των 25.000,00 ευρώ, με μεταφορά του ως άνω ποσού από το λογαριασμό της στο λογαριασμό της εναγομένης, στην Ά. Τράπεζα. Όμως, η εναγόμενη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το μετά την ανωτέρω έκπτωση τίμημα και αμοιβή αυτής, παρόλο που η ενάγουσα όχλησε, προφορικώς, πλειστάκις αυτήν, και εγγράφως με την από 20.11.2009 επιστολή της.

Η απαίτηση της καταβολής του τιμήματος και της αμοιβής ήταν απαιτητή στις 30.09.2008, ενώ η έναρξη παραγραφής της όλης απαίτησης της ενάγουσας άρχισε την 01.01.2009, και μέχρι το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής της, στις 28.03.2012, στην εναγόμενη, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 11124/28.03.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Κατόγλου, δεν παρήλθε η επικαλούμενη από την εναγόμενη πενταετής παραγραφή (άρθρ. 250 αρ.1, 252, 253 ΑΚ).

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση παραγραφής μέρους των αξιώσεων της ενάγουσας, κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής αντένστασης της ενάγουσας, για την ύπαρξη μεταγενέστερης συμφωνίας των διαδίκων παροχής προθεσμίας πληρωμής, η οποία ενέχει και αναγνώριση της απαίτησης αυτής από την εναγόμενη.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 23.920,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της 30.09.2008 έως την εξόφληση...".

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου για δικονομικό σφάλμα παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... μετά από διαπραγματεύσεις, περί τέλη Μαρτίου του έτους 2008, στο υποκατάστημα της ενάγουσας, στο …, επήλθε συμφωνία των διαδίκων, όπως κλείσουν τις μεταξύ τους διαφορές, με καταβολή από την ενάγουσα του ποσού των 25.000 ευρώ, σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης και με παροχή έκπτωσης 50% επί της συνολικής αξίας καθενός από τα ανωτέρω τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών και εκκρεμούσαν έως τότε για πληρωμή από την εναγομένη, καθόρισαν προθεσμία πληρωμής από την εναγομένη την 30-09-2008, παραιτούμενη η τελευταία από αξιώσεις για ελαττώματα του αυτοκινήτου ....".

Ότι με την παραδοχή της αυτή φαίνεται να έλαβε υπόψη της την προσκομισθείσα από την ενάγουσα με ημεροχρονολογία 27-03-2008 "δήλωση" της εναγομένης, ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία περί της παραπάνω συμφωνίας, η οποία δήλωση όμως δεν φέρει την υπογραφή της αναιρεσείουσας - εναγομένης. Ότι έτσι, το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως ιδιωτικό έγγραφο, τέτοιο που δεν έφερε την υπογραφή του εκδότη και του προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική ισχύ, παραβιάζοντας τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 443 και 445 Κ.Πολ.Δ και ήχθη σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θα είχε εξάγει, σχετικά με την επίμαχη ως άνω συμφωνία, εάν δεν είχε αξιολογήσει την από 27-3-2008 δήλωση ως έγκυρο ιδιωτικό έγγραφο.

Από τις συνολικές ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, προκύπτει ότι αυτή δέχεται κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, περί τα τέλη Μαρτίου του έτους 2008, για τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών, χωρίς να αναφέρει αν η συμφωνία αυτή περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο και χωρίς να διαλαμβάνει οτιδήποτε για την επίμαχη, από 27-3-2008, δήλωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ούτε με ρητή αναφορά, ούτε και με έμμεσο τρόπο, δηλαδή ότι στήριξε την κρίση της, για την απόδειξη της συμφωνίας αυτής, σε εξώδικη ομολογία της εναγομένης, ως περιεχομένης στην από 27-03-2008 δήλωσή της.

Επομένως, αφού δεν προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου έλαβε υπόψη της την ανωτέρω δήλωση ως ιδιωτικό έγγραφο με πλήρη αποδεικτική δύναμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 443 και 445 του Κ.Πολ.Δ, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.12 του ίδιου Κώδικα, και ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας σε αυτήν το σφάλμα της έλλειψης νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η απόφαση διέλαβε, ανεπαρκείς κατ' ορθήν εκτίμηση, αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ουσιώδες ζήτημα της αποδοχής ή μη εκ μέρους της αναιρεσείουσας των οφειλομένων ποσών που της αποδίδει η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, καθώς επίσης και για το χρόνο στον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι σχετικές απαιτήσεις της αντιδίκου της, ο οποίος χρόνος ασκεί επίδραση στην προταθείσα ένσταση παραγραφής των αξιώσεων.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει πρωτίστως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται και δη ενάριθμα οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011). Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο και στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ειδικότερα η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε στο φορτηγό αυτοκίνητο της ενάγουσας ανταλλακτικά συνολικής αξίας 43.258,43 ευρώ και εκτέλεσε εργασίες συνολικής αξίας 4.581,98 ευρώ, ότι κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων στο τέλος Μαρτίου του έτους 2008 παρασχέθηκε στην αναιρεσείουσα έκπτωση 50% επί της αξίας των τιμολογίων πώλησης και παροχής υπηρεσιών και ότι το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής των 23.920,20 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την αναιρεσείουσα την 30-9-2008, διέλαβε αιτιολογίες σαφείς και επαρκείς, σε βαθμό που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 513 επ., 681, 345, 346 ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε, μη αποστερώντας έτσι, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Αντίθετα η αναιρεσείουσα, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2017 αίτηση της Ε. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 1168/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ