Legislator Case Law & Legislation
210/2020 AI generated

210/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 210/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

210/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για τον προαναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ' άρθρ. 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1507/2018).

Keywords

AI generated
cessation of accident benefits claim for insurance benefits traffic accident paralysis insurance accident victim compulsory accident insurance
AI generated
2017/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
1920/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
517/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2003 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2004 αίτησή του.
464/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
1845/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 210 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 210/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Κατακαλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Χ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 25-2-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25628/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1158/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-5-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 434/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης από 31-5-2016 αίτησης για την αναίρεση της 1158/2013 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 26-2-2019 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-2-2019 κλήση του αναιρεσείοντα επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 31-5-2016 (αρ. κατ. 98/31-5-2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1158/2013 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 434/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατ' άρθρ. 564 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά το Ν. 4335/2015. Ήδη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη αναίρεση, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 31-5-2016, δηλαδή μετά την 1-1-2016 και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 1158/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε στις 30-5-2013, δηλαδή πριν από την ισχύ του Ν. 4335/2015, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η οποία άρχισε την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, την 1-6-2013 και λήγει την 1-6-2016, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 31-5-2016, δηλαδή εμπροθέσμως.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 συνάγεται, ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου, που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια. Η παράλειψη του στοιχείου αυτού δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση.

Συνεπώς, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για τον προαναφερόμενο λόγο προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ' άρθρ. 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1507/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με τις από 3-9-2019 έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες έχουν κατατεθεί στις 5-9-2019, ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι δεν αναγράφεται σ' αυτό ως στοιχείο ο αριθμός φορολογικού μητρώου - ΑΦΜ του αναιρεσείοντος.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι δεν έχει τηρηθεί η προθεσμία των είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα, με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, τα απαιτούμενα κατ' άρθρ. 118 ΚΠολΔ στοιχεία του δικογράφου της αναίρεσης αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει η ταυτότητα του αναιρεσείοντα, την οποία δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητες, ούτε επίσης επικαλούνται κάποια βλάβη από την παράλειψη αυτή ή ότι δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για το πρόσωπο του αναιρεσείοντα, η παράλειψη αναγραφής του αριθμού φορολογικού μητρώου αυτού - ΑΦΜ δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη και συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατόπιν τούτου η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, ότι ο αναιρεσείων τραυματίστηκε σοβαρά στις 29-11-2003, σε τροχαίο ατύχημα, ενώ οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο συγκρούστηκε με το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ε. Μ., ως προστηθείς στην οδήγηση αυτού, από την ήδη 1η αναιρεσίβλητη, κυρία του ανωτέρω αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε σε βάρος των ήδη αναιρεσιβλήτων - υποχρέων (ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε τραυματιστεί θανάσιμα) την αρχική από 12-8-2004 (αρ.

κατ. 27233/2004) αγωγή, με την οποία αξίωνε, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, την καταβολή του ποσού των 71.760 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία ως θερμοϋδραυλικός, εξαιτίας του τραυματισμού του, για το χρονικό διάστημα από 29-11-2003 (ημέρα του ατυχήματος) έως τις 29-11-2005 (διετία).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11365/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως αόριστο το κονδύλι αυτό. Κατόπιν έφεσης του παθόντα αναιρεσείοντα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει το ανωτέρω κονδύλι ως προς το ποσό των 26.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα 13 μηνών μετά το ατύχημα, δηλαδή από 29-11-2003 έως 29-12-2004.

Επίσης, η ανωτέρω απόφαση έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ποιες δυνατότητες έχει ο παθών και ήδη αναιρεσείων και για ποιες εργασίες είναι ικανός μετά τις 29-12-2004. Εκτός τούτου, η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, η οποία έχει καταστεί και αμετάκλητη, όπως όλοι οι διάδικοι αναφέρουν και άλλωστε τούτο προκύπτει και από το υπ' αρ. 271/26-11-2010 πιστοποιητικό αμετακλήτου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έκρινε με ισχύ δεδικασμένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντα ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου των αναιρεσιβλήτων (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ως προς την πορεία αυτού).

Επίσης με ισχύ δεδικασμένου έκρινε τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, το είδος των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο αναιρεσείων - παθών και την ευθύνη των υποχρέων αναιρεσιβλήτων ως κυρίας και ασφαλιστή αντίστοιχα του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Στη συνέχεια, ο παθών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 16-5-2007 (αρ. κατ. 34929/2007) δεύτερη στη σειρά αγωγή του, με την οποία ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης συνολικού ποσού 133.500 ευρώ ως απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία για την επόμενη τριετία, δηλαδή για τα έτη 2005 έως 2007. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 19897/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την σχετική αξίωση της δεύτερης αγωγής ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 487/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατόπιν έφεσης του παθόντα, η οποία συζητήθηκε στις 2-12-2011, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2103/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, ας σημειωθεί, δημοσιεύτηκε στις 15-12-2011 και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση υιοθετώντας την άποψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η άσκηση της δεύτερης αγωγής προσκρούει στο δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 478/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της δεύτερης τελεσίδικης απόφασης, ο παθών με την ανωτέρω πρώτη τελεσίδικη απόφαση είχε κριθεί ανίκανος μόνο για χρονικό διάστημα 13 μηνών έναντι του συνολικά αιτουμένου διαστήματος των 23 μηνών.

Πριν να δημοσιευθεί, στις 15-12-2011, η υπ' αριθμ. 2103/2011 δεύτερη τελεσίδικη απόφαση, ο παθών άσκησε την ένδικη, από 14-1-2010, τρίτη στη σειρά αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος, ότι το ατύχημα εξακολούθησε να αναδύει δυσμενείς συνέπειες, τις οποίες παραθέτει αναλυτικά, όπως θα εκτεθεί παρακάτω και είχαν ως αποτέλεσμα να κριθεί από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Ν.

Σερρών, το έτος 2009, κινητικά ανάπηρος σε ποσοστό 67% έως το έτος 2012, ζητούσε να αναγνωριστεί, ότι δικαιούται το συνολικό ποσό των 258.750 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων για την επόμενη πενταετία, δηλαδή από το έτος 2008 έως το έτος 2012. Οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες σε αντίκρουση της ένδικης τρίτης αγωγής προέβαλαν την ένσταση δεδικασμένου και επί πλέον η 2η τούτων ασφαλιστική εταιρεία την ένσταση διετούς παραγραφής κατ' άρθρ. 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως τότε ίσχυε.

Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με την από 25-2-2010 (αρ. κατ. 8516/2010) παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της 1ης εναγομένης, κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά της 2ης συνεναγομένης της, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής του παθόντα - αναιρεσείοντα σε βάρος της, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να της καταβάλει, ό,τι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα - παθόντα πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων.

Ας σημειωθεί, ότι το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν αφορά την παρούσα δίκη και αναφέρεται μόνο διηγηματικά για τη δικονομική πορεία της υπόθεσης. Επί της ανωτέρω ένδικης τρίτης αγωγής και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25628/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε το σχετικό κονδύλιο διαφυγόντων εισοδημάτων ως απαράδεκτο λόγω του δεδικασμένου της υπ' αριθμ. 478/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ δεν ερεύνησε καθόλου την ένσταση παραγραφής, όπως και την αναγωγή.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε σε βάρος της ανωτέρω απόφασης την από 30-9-2010 (αρ. κατ. 3939/2010) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία υιοθετώντας τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης δέχτηκε ότι υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 478/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι ο ενάγων - παθών δεν επικαλείται απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του μετά την άσκηση της αρχικής αγωγής του και την συνεπεία αυτής ανικανότητά του προς εργασία για το επίδικο χρονικό διάστημα (πενταετία).

Κατόπιν τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α` ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση και καθετί, που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που αποτελεί οποιαδήποτε χειροτέρευση και γενικά δυσμενής εξέλιξη αυτής (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), η οποία, πάντως, πρέπει να είναι απρόβλεπτη, δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μιας ζημιογόνου αιτίας, που έχει ήδη επέλθει στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Το γεγονός αυτό της επιδείνωσης της υγείας του θα πρέπει ο παθών να επικαλεστεί με την αγωγή του για το ορισμένο της, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την επιδείνωση, κατά τα άρθρα 111, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2038/2006). Δεν δικαιολογεί τις περαιτέρω αξιώσεις κάθε απόκλιση από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών της αδικοπραξίας, αλλά σημασία έχουν μόνο οι μεταγενέστερες συνέπειες και επιπλοκές, τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο έκδοσης της προηγούμενης απόφασής του, δεν έλαβε υπόψη του, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν έπρεπε σοβαρά να αναμένονται.

Κατά πόσο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα, που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης απόφασής του. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας του και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, από την αρχή, ότι θα επέλθουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 938/2010).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 51/ 2011). Τέλος, στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.

Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (ΑΠ 1304/2017, ΑΠ 1010/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 831/ 2011).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 349/2014).

Εξάλλου, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011).

Επίσης, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ σε συνδυασμό με 914, 297 και 298 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο παθών - αναιρεσείων δεν δικαιούται αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του λόγω ανικανότητας προς εργασία εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το έτος 2012, διότι δήθεν η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με ισχύ δεδικασμένου έκρινε ότι αυτός είναι ανίκανος μόνο για 13 μήνες μετά το ατύχημα, δηλαδή από 29-11-2003 έως 29-12-2004 και ότι δήθεν αυτός δεν επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, το πραγματικό της οποίας πληρούσαν τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής και συνιστούσαν μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του, που δεν κρίθηκαν στην προηγούμενη δίκη επί της αρχικής του αγωγής, διότι, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται δεν ήταν τότε αντικειμενικώς διαγνωστά.

Επίσης, με το Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 321, 322 έως 325 και 331 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής του, δεσμεύει και την ένδικη τρίτη στη σειρά αγωγή του ως προς τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία και την καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων για το περαιτέρω διάστημα της πενταετίας 2008 έως 2012, παρά το νόμο δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων.

Τέλος, με το Γ' σκέλος του ίδιου ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων δεν εκθέτει στην ένδικη τρίτη αγωγή του πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής του, που συνιστούσαν την ιστορική της βάση και θεμελιώνουν την επιδείνωση της υγείας του, που αντικειμενικά δεν ήταν διαγνωστή από την αρχή κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης και τα οποία ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης.

Επίσης με το 2ο συναφή αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. ...-3-2009 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ν. Σερρών, με την οποία αυτός κρίθηκε κινητικά ανάπηρος σε ποσοστό 67% για την τριετία 1-4-2009 έως 31-3-2012, δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν του χρονικού διαστήματος της αρχικής αγωγής και την οποία γνωμάτευση είχε επικαλεστεί στο αγωγικό δικόγραφο και είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις του και η οποία ήταν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς την επιδίκαση αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία για το αγωγικό ένδικο χρονικό διάστημα 2008 έως 2012.

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του 1ου αναιρετικού λόγου ως προς όλα τα σκέλη αυτού, προκύπτει ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο ζήτημα της έκτασης του δεδικασμένου και της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσείοντα μετά από τη σχετική νομική ανάπτυξη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στις 29-11-2003 και περί ώρα 16.15' ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο στην Ε.Ο. Σερρών - Δράμας με κατεύθυνση προς Δράμα. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Ε. Μ., οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της ιδίας ως άνω οδού αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Σέρρες.

Όταν τα άνω αυτοκίνητα βρίσκονταν στο 8ο χλμ. της άνω οδού, ο οδηγός του δεύτερου αυτοκινήτου εισήλθε εντελώς αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο του ενάγοντος, το οποίο εξετράπη σε παρακείμενο χαντάκι, βάθους 30 εκατοστών και πλάτους 80 εκατοστών. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστούν και τα δύο αυτοκίνητα σοβαρές υλικές ζημίες, να θανατωθεί ο Ε.

Μ. και να τραυματιστεί σοβαρά ο ενάγων. Ο τελευταίος άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 12.8.2004 και με αριθ. καταθέσεως 27233/18.8.2004 αγωγή κατά των εναγομένων, με την οποία, επικαλούμενος ότι αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο θανών οδηγός του με αριθ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι εξαιτίας του ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του αδυνατεί να εργαστεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 24 μηνών, δηλαδή από την 29.11.2003 και μέχρι την 29.11.2005, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, μεταξύ των άλλων, και το ποσό των 71.760 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια των άνω εισοδημάτων του κατά το άνω χρονικό διάστημα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 478/2007 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος του άνω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο θανών οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόσον αυτός οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να λάβει υπόψη τις δύσκολες οδικές συνθήκες (μεγάλη κυκλοφορία, υγρό οδόστρωμα), με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα του ενάγοντος, β) ότι ο τελευταίος κατά τη σύγκρουση τραυματίσθηκε αρκετά σοβαρά και συγκεκριμένα υπέστη κατάγματα των οδόντων της άνω γνάθου δεξιά που έφεραν στεφάνες, εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις των αντιβραχίων (μεσότητος) αμφοτερόπλευρα, τραύμα της περιοχής του αριστερού αγκώνος, εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις του αριστερού βραχιονίου, της οσφυϊκής χώρας, συντριπτικό κάταγμα του δεξιού μηριαίου οστού, ανοιχτό κάταγμα του κάτω πόλου της αριστερής επιγονατίδος, συντριπτικό κάταγμα δεξιάς περόνης, συντριπτικό ανοιχτό κάταγμα δευτέρου βαθμού του κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης με συμμετοχή της αρθρικής επιφάνειας της ποδοκνημικής, βαρύτατη θλαστική κάκωση των πέριξ μαλακών μορίων και κατάγματα -εξαρθρήματα του δεξιού άκρου ποδός ταρσού, μεταταρσίου, γ) ότι τα κατάγματα αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά και ειδικότερα ότι ο ενάγων υποβλήθηκε σε οστεοσύνθεση (ΔΕ) μηριαίου με πλάκα 95ο και ολισθαίνοντα ήλο, σε οστεοσύνθεση κατάγματος κνήμης με βελόνες και βίδες και εξωτερική κατασκευή ΟRTHΟFIX, οστεοσύνθεση επιγονατίδας, οστεοσύνθεση περόνης και ανοιχτή ανάταξη ταρσού - μεταταρσίου, για το λόγο δε αυτό νοσηλεύθηκε στην ορθοπεδική κλινική του Νοσοκομείου Σερρών μέχρι την 20.12.2003 και εισήλθε εκ νέου την 23.5.2004, διότι παρουσίασε καθυστερημένη πώρωση το κάταγμα της (ΔΕ) κνήμης και της (ΔΕ) περόνης, οπότε του έγινε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και τοποθέτηση νέας και εξήλθε στις 3.6.2004, και δ) ότι μέχρι τις 29.12.2004 δεν ήταν δυνατόν ο ενάγων να εργασθεί και ότι δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο ότι μετά την 3.6.2004 που εξήλθε από το νοσοκομείο έλαβε χώρα κάποια άλλη ιατρική πράξη αναγκαία για την περαιτέρω βελτίωση της υγείας του, ούτε ποιες δυνατότητες έχει και για ποιες εργασίες είναι ικανός μετά τις 29.12.2004.

Με βάση τις παραδοχές αυτές κρίθηκε ότι ο ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία επί δεκατρείς μήνες μετά το ατύχημα και δη μέχρι την 29.12.2004 και του επιδικάσθηκε για απώλεια εισοδημάτων κατά το διάστημα αυτό το ποσό των 26.000 ευρώ......... Όπως προαναφέρθηκε, με την 478/2007 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έγινε ήδη αμετάκλητη, κρίθηκε ότι ο ενάγων ήταν ανίκανος για συγκεκριμένη εργασία, ορισμένη χρονική περίοδο (13 μήνες) μετά το ατύχημα, που είναι μικρότερη από εκείνη που είχε ζητήσει αυτός με την από 12.8.2004 και με αριθ.

καταθέσεως 27233/18.8.2004 αγωγή του. Ως εκ τούτου, το μεταγενέστερο αίτημά του που ασκείται με την ένδικη αγωγή και αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης από την ίδια αδικοπραξία για απωλεσθέντα εισοδήματα από την εργασία του για μεταγενέστερο χρόνο από την πρώτη αγωγή, προσκρούει, σύμφωνα και με όσα προεκτέθησαν στην άνω νομική σκέψη, στο δεδικασμένο που ήδη παρήχθη από την άνω τελεσίδικη απόφαση αναφορικά με τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία, δεδομένου μάλιστα ότι ο τελευταίος δεν επικαλείται με τη νέα αυτή αγωγή του απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, μετά την άσκηση της προγενέστερης αγωγής, οφειλομένη στον, εκ του ως άνω τροχαίου, τραυματισμό του και συνεπεία αυτής (απρόβλεπτης επιδείνωσης) ανικανότητά του προς εργασία για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο αυτού που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ενόψει του ότι δεν μπορεί να επιδιωχθεί αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα περαιτέρω χρονικού διαστήματος από αυτό που επιδικάσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση, αφού υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο αυτής, η νέα αυτή αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη...". Εξάλλου, από την ένδικη από 14-1-2010 (αρ.

κατ. 2486/2010) αγωγή, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων μετά την παράθεση των σωματικών βλαβών, που είχε υποστεί κατά το τροχαίο ατύχημα, αναφέρει τα ακόλουθα: "...Σήμερα βαδίζω με βακτηρία αγκώνος χωλαίνων δεξιά και εμφανίζω συνεχή οσφυαλγία και κατά διαστήματα ισχιαλγία.

Επίσης παρουσιάζω βράχυνση του δεξιού σκέλους σε σχέση με το αριστερό και απίσχναση από το ύψος του γλουτού μέχρι την γαστροκνημία δεξιά, ενώ η στήριξή του στο αριστερό κάτω άκρο είναι προβληματική λόγω δυσκαμψίας. Η σημερινή κλινική και ακτινολογική μου εικόνα δυστυχώς είναι εξαιρετικά άσχημη, καθώς παρουσιάζω:

Βράχυνση του δεξιού σκέλους κατά τρία περίπου εκατοστά, από την πρόσθια άνω λαγόνιο άκανθα έως τον έσω σφυρό σύστοιχα. Έκπτωση της μυϊκής μάζας και της μυϊκής ισχύος στο δεξιό σκέλος από τους μύες του γλουτού, τον τετρακέφαλο μηριαίο και το γαστροκνήμιο σε ποσοστό 25% περίπου για τη μάζα και 30% για την ισχύ.

Οι τιμές είναι σε σύγκριση με το αριστερό σκέλος, στο οποίο έχει επίσης επέλθει μείωση στη μάζα και την ισχύ των μυών. Η έκπτωση της μάζας και ισχύος δεξιά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη, εάν η σύγκριση γινόταν με ένα φυσιολογικό σκέλος. Το εύρος των κινήσεων των αρθρώσεων του δεξιού σκέλους εμφανίζεται εξαιρετικά περιορισμένο σε όλες τις κινήσεις.

Το εύρος των κινήσεων του αριστερού ποδός είναι εξαιρετικά περιορισμένο, συνεπεία των πολλαπλών κακώσεων και της μακρόχρονης ακινητοποίησης των αρθρώσεων, σε τέτοιο βαθμό ώστε να χαρακτηρίζεται ασήμαντο. Παρόλη τη φυσιοθεραπεία και την κατ' ιδίαν προσπάθεια που αόκνως καταβάλλω, η αποκατάστασή μου εξελίσσεται βραδύτατα, λόγω της σοβαρότητας της σωματικής μου βλάβης.

Σε ιατρικό καθαρό επίπεδο, η φύση και το είδος του τραυματισμού μου έχουν αξιολογηθεί ως άκρως επικίνδυνα, πολύπλοκα και βαρύτατα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι έχω καταστεί ισοβίως ανάπηρος. Επίσης μετά βεβαιότητας καθίσταται επιτακτική η ανάγκη υποβολής μου για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα σε φυσιοθεραπείες και κινησιοθεραπείες, καθώς το δεξιό σκέλος εμφανίζει δυσκαμψία των αρθρώσεων και μείωση της μυϊκής ισχύος σε ποσοστό άνω του 50% από το φυσιολογικό, ώστε εάν δεν επισπευσθεί η αποκατάστασή του, θα εμφανίσω στο μέλλον υψηλό ποσοστό αναπηρίας.

Επίσης παρουσιάζω μονίμως και διαρκώς οσφυαλγία, η οποία οφείλεται στην κάκωση της οσφύος, συνεπεία του ατυχήματος και στην ανισοσκελία και τη δυσχέρεια κατά τη βάδιση, λόγω της δυσκινησίας των αρθρώσεων των κάτω άκρων, που συνεπάγονται χωλότητα και μείωση της δυνατότητας απόσβεσης των κραδασμών κατά τη βάδιση.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η επίταση της οσφυαλγίας και η δυσμενής απόληξή της. Περαιτέρω και όπως προκύπτει από την από 30-5-2007 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη στο Δικαστήριο Σας γνωμάτευση της ορθοπεδικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών πάσχω από τα παρακάτω: 1. Δις χειρουργηθέν ανοικτό συντριπτικό κάταγμα κάτω 1/3 (ΔΕ) κνήμης τύπου Pilar.

Βαρεία μετατραυματική οστεορθρίτιδα (ΔΕ) ποδοκνημικής. Επώδυνη μετατραυματική δυσκαμψία (ΔΕ) ποδοκνημικής με σημαντικό περιορισμό των κινήσεων αυτής λόγω της οστεοαρθρίτιδας. 2. Χειρουργηθέν κάταγμα κάτω 1/3 (ΔΕ) μηριαίου. Επώδυνη δυσκαμψία (ΔΕ) γόνατος. 3. Βράχυνση (ΔΕ) σκέλους κατά 3 εκατοστά περίπου, έκπτωση μυϊκής μάζας και μυϊκής ισχύος (ΔΕ) σκέλους, χωλότητα κατά τη βάδιση λόγω ανισοσκέλισης και έκπτωσης της μυϊκής ισχύος. 4.

Χρόνια οσφυοϊσχυαλγίας (ΔΕ). 5. Χειρουργηθέντα κατάγματα εξαρθρήματα ταρσών και μεταταρσϊων. Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα στην ταρση-μεταταρσική άρθρωση. Γραμμή που έχει σαν συνέπεια την επώδυνη δυσκαμψία του (ΑΡ) άκρου ποδός και τη μη φυσιολογική χρήση του (ΑΡ) άκρου ποδός. 6. Χειρουργηθέν κάταγμα (ΑΡ) επιγονατίδος.

Επιπλέον και ήδη με την υπ' αριθμ. ...-3-2009 γνωμάτευση της Α/βάθμιος Υγειονομικής Επιτροπής του Νομού Σερρών έχει κριθεί ότι παρουσιάζω ποσοστό κινητικής αναπηρίας 67% για τρία χρόνια...".

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ο αναιρεσείων εκθέτει σ' αυτήν αναλυτικά τα μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά, που σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης συνιστούσαν επιδείνωση της υγείας του στο μέλλον (χωλότητα δεξιού σκέλους, βράχυνση 3 εκατοστά του δεξιού σκέλους, έκπτωση μυικής μάζας κατά 30%, έκπτωση ισχύος 30% του δεξιού σκέλους, ανισοσκελία, μείωση του κινητικού εύρους σε αμφότερα τα σκέλη, επίταση της οσφυαλγίας και κινητική αναπηρία σε ποσοστό 67% για την τριετία Απρίλιος 2009 έως Μάρτιος 2012), τα οποία δεν είχαν κριθεί στην προηγούμενη δίκη επί της αρχικής αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι τότε, αντικειμενικά δεν ήταν από την αρχή διαγνωστά, ούτε μπορούσε κανείς να τα υπολογίσει, μετά το πέρας της προγενέστερης αρχικής δίκης, ούτε επίσης αναμένονταν σοβαρά κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Εξάλλου ο ενάγων - αναιρεσείων δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει στην αγωγή ότι η επιδείνωση της υγείας του ήταν "απρόβλεπτη", αφού για το ορισμένο της αγωγής, κατά τη νομική υπαγωγή της στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αρκούσε η επίκληση των μεταγενέστερων πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν μελλοντική επιδείνωση και αυτός δεν είχε το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, όπως αβάσιμα δέχτηκε το Εφετείο.

Αντίθετα, οι υπόχρεοι εναγόμενοι βαρύνονται να επικαλεσθούν και να αποδείξουν, ότι η ζημία είναι προβλεπτή οπότε το Δικαστήριο θα κρίνει από τις αποδείξεις για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, το οποίο ως ζήτημα που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Εκτός τούτων επίσης, το γεγονός ότι η επιδείνωση της υγείας του αναιρεσείοντα δεν ήταν αντικειμενικά διαγνωστή κατά το πέρας της αρχικής δίκης προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως μια πραγματική κατάσταση από τη σύγκριση των σωματικών βλαβών αμέσως μετά το ατύχημα και της σημερινής κατάστασης της υγείας του, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην ένδικη αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ σε συνδ. με 914, 297, 298 ΑΚ με μη υπαγωγή των περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους παραβίασε ευθέως και συνεπώς ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

α' ΚΠολΔ. Για τους ίδιους ως άνω λόγους το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 478/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εφόσον τα νεότερα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούσαν επιδείνωση της υγείας του και εκτίθενται στην ένδικη αγωγή δεν είχαν καταχθεί προς κρίση στη δίκη επί της αρχικής αγωγής, ούτε κρίθηκαν, απ' αυτό και επομένως δεν συντρέχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών.

Επομένως, το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321-322, 324-325 και 331 ΚΠολΔ δέχτηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του δεδικασμένου κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και της τελεσίδικης ως άνω απόφασης και συνεπώς, ιδρύεται και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ. Παράλληλα, το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με το παραδεκτό της ένδικης αγωγής για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά περιέγραψε ο ενάγων -παθών και αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής του, με τα οποία θεμελίωνε την μελλοντική επιδείνωση της υγείας του και συνιστούν "πράγμα", τα οποία ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης αναφορικά με την αξίωσή του για αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων εξαιτίας απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του.

Επομένως ιδρύεται και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ.

Κατόπιν όλων αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ως προς όλα τα συναφή σκέλη του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί απόρριψης ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου της αξίωσης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδημάτων εξαιτίας της μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού αναιρετικού λόγου ως προς όλα τα συναφή σκέλη αυτού, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου περί της κινητικής αναπηρίας του αναιρεσείοντα σε ποσοστό 67%, που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της απόρριψης λόγω δεδικασμένου της αξίωσης αποζημίωσης λόγω της απώλειας εισοδημάτων εξαιτίας της απρόβλεπτης μεταγενέστερης επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντα - αναιρεσείοντα, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1158/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο αυτής που περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και αφορά την αξίωση αποζημίωσης λόγω της απώλειας εισοδημάτων εξαιτίας της απρόβλεπτης μεταγενέστερης επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντα- αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ