210/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated210/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α. Κ. Ι. Α. β. Γ. Κ. του Χ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 118), 22. Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 130), 23. α. Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., β. Μ. Χ. του Κ. (αριθμός ιδιοκτησίας 132), 24. α. Κ. Α. του Χ., β. Κ. Χ. του Θ., γ. Κ. Κ. του Θ.. κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 142), 25. α. Κ. Α. Χ., β. Κ. Μ. του Χ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 149), 26.
Full text
Απόφαση 210 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 210/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. α. Ρ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., β. Γ. Ρ. του Ε., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 4), 2. Δ. Ε. του Φ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 14), 3. α. Κ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., β. Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 19), 4. α. Κ. Α. του Σ., β. Α. Σ. του Β., γ. Α. Κ. του Ι., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 23), 5. α. Κ. Α.
του Σ., β. Σ. Σ. του Χ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 24), 6. α. Μ. Α., κατοίκου ..., β. Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Σ. Α., γ. Γ. Μ. του Α., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 30), 7. α. Δ. Χ. του Α., β. Κ. Θ. του Δ., γ. Μ. Χ. του Α., κατοίκων ..., δ. Φ. Α. του Χ., ε. Φ. Τ. συζ. Γ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 42), 8. α. Κ. Α. του Γ., β. Π. Σ. του Δ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 47), 9.
Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 50), 10. Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 51), 11. α. Τ. Α. του Θ., κατοίκου ..., β. Σ. χας Α. Τ., το γένος Θ. Π., γ. Θ. Τ. του Α., κατοίκων ..., δ. Α. συζ. Θ. Τ., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Τ. (αριθμός ιδιοκτησίας 57), 12.
Τ. Θ. του Η., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 58), 13. α. Τ. Η. του Θ., β. Τ. Θ. του Η., κατοίκων ..., (αριθμός ιδιοκτησίας 59), 14. α. Π. Β., β. Π. Β. του Ι., γ. Β. Π. του Ι., δ. Β. Π. του Ι., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 65), 15.α. Ρ. Θ. του Μ., β. Μ. Ρ. του Θ., κατοίκων ..., γ. Θ. Ρ. του Ο., δ. Α. Ρ. του Ε., ε. Α. Ρ. του Ο., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 93), 16.
α. Κ. Β. συζ. Κ., β. Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., γ. Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 99), 17. α. Κ. Β. συζ. Κ., β. Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 102), 18. Γ. Α. συζ. Β., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 109), 19. Κ. Χ. συζ. Θ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 113), 20. Κ. Ι. του Α., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 115), 21.
α. Κ. Ι. Α. β. Γ. Κ. του Χ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 118), 22. Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 130), 23. α. Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., β. Μ. Χ. του Κ. (αριθμός ιδιοκτησίας 132), 24. α. Κ. Α. του Χ., β. Κ. Χ. του Θ., γ. Κ. Κ. του Θ.. κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 142), 25. α. Κ. Α. Χ., β. Κ. Μ. του Χ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 149), 26.
Κ. Α. του Β., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 165), 27. Α. Γ. του Λ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 199), 28. α. Τ. Α. του Δ., β. Τ. Δ. του Α., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 200), 29. α. Β. Κ. του Ν., β. Β. Π. του Κ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 214), 30. Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 224), 31. Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 227), 32.
Σ. Γ. του Β., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 228), 33. α. Σ. Θ.. β. Σ. Ε. του Θ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 232), 34. α. Σ. Κ. του Χ., β. Σ. Χ. του Κ., γ. Σ. Ε. του Θ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 238), 35. Α. Β. του Σ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 239), 36. α. Σ.Θ. του Χ., β. Σ. Ε. του Θ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 241), 37. Α. Ε.
του Θ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 263), 38. Τ. Δ. του Κ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 272), 39. α. Χ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., β Χ. Φ. του Γ., συζ. Γ. Ι. (αριθμός ιδιοκτησίας 325), 40. α. Ζ. Α. του Δ., β. Ζ. Ι. του Δ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 329), 41. α. Ζ. Β. του Ι., β. Ζ. Θ. του Ι., γ. Ζ. Μ. του Ι., δ. Ζ. Π. του Ι., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 334), 42.
α. Κ. Β. του Ν., β. Μ. Β. του Θ., γ. Μ. Η. του Θ., δ. Μ. Μ. του Θ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 339), 43. Σ. - Β. Ι. συζ. Β., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 350), 44. α. Σ. Η. του Κ., β. Σ. Κ. του Η., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 351), 45. Ν. Χ. του Δ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 353), 46. Α Γ. του Θ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 373), 47.
Π. Π. του Κ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 377), 48. α. Σ. Κ. του Θ., β. Σ. Χ. του Κ., κατοίκων ... (αριθμός ιδιοκτησίας 385), 49. Σ. Κ. του Θ.. κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 386), 50. Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 395), 51. Μ. Ι. του Χ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 435), 52. Δ. Π. του Τ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 441), 53.
Μ. Α. συζ. Π., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 442) και 54. Χ. Κ. συζ. Θ., κατοίκου ... (αριθμός ιδιοκτησίας 465).
Οι υπό στοιχ. 1β, 2ος, 4α, 4β, 5α, 5β, 7α, 7ε, 9ος, 14β, 15α, 16α, 16γ, 17α, 18η, 19η, 20ος, 21α, 21β, 26ος, 29β, 32ος, 34γ, 35η και 36β των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι: η υπό στοιχ. 7δ των αναιρεσιβλήτων, Φ. Α. του Χ., απεβίωσε στις 14-7-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Χ. Φ. του Α. και Β. Φ. του Α., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατάθ. …47/2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 297/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με έξι (6) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 349/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 17-11-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 56/2015 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 349/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των συστατικών και των επικειμένων αυτών, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, αναγνωρίσθηκε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ακίνητα και διορθώθηκε ο οικείος κτηματολογικός πίνακας κήρυξης της απαλλοτρίωσης σύμφωνα με το διατακτικό της για την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ' αριθμ. 1093.../0010/02-10-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμό 444/14-10-2008 ΦΕΚ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή του Αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδας (Ε-65) και συγκεκριμένα, για το τμήμα από Χ.Ο. 63+121,00 έως Χ.Ο. 77+723,00, σε έκταση συνολικού εμβαδού 1.515.197,39 τ.μ.
που βρίσκεται στα Δ.Δ., ... του Δήμου …. στο Νομό ….. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως προσδιορίσθηκε ενώπιον του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για τη δικάσιμο της 1-12-2017 και μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 16-11-2018 με αριθμό πινακίου 5, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της από 14-7-2015 με αριθμ.
καταθ. 56/2015 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ανωτέρω που απευθύνεται στον Άρειο Πάγο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 349/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και την υπ' αριθμ. πρωτ. Α…..7/25-6-2018 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Κατά την διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρ. 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20) η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρ. 19, ήτοι η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται, δεκαπέντε, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην ….
ή σε δύο που εκδίδονται στην ….και σε μία που εκδίδεται στη … όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς, και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Κατά την διάταξη του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι, ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 παρ. ι και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ` αναίρεση δίκη, (άρθρ. 573 παρ. ι ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητός τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί, αμέσως, συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).
Για το παραδεκτό της συζητήσεως πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει την συνέχιση της δίκης στο όνομά του, μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα, τόσο του θανάτου του αρχικού πρώτου αναιρεσίβλητου, όσο και της ιδιότητας των δηλούντων την συνέχιση ως μοναδικών εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμων εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού, πρώτου αναιρεσίβλητου, και η ιδιότητα των δηλούντων ως κληρονόμων εκείνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διαδικασία του άρθρ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρ. 131 παρ. 2 του ν. 4070/ 2012 αφού, οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 20. Η εν λόγω συζήτηση προσδιορίσθηκε ενώπιον του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για τη δικάσιμο της 1-12-2017 και μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 16-11-2018 με αριθμό πινακίου 5, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της από 14-7-2015 με αριθμ.
καταθ. …./2015 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ανωτέρω που απευθύνεται στον Άρειο Πάγο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 349/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και την υπ' αριθμ. πρωτ. Α….7/25-6-2018 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ήτοι 1) την από 4-6-2018 και την από 12-7-2018 δύο εκθέσεις τοιχοκολλήσεως στις οποίες βεβαιώνεται, στην μεν πρώτη, ότι τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, και, στην δεύτερη, στον πίνακα δημοσιεύσεων του Δήμου του Νομού …., επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων, περί αναιρέσεως της 349/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, και η Α….7/25-6-2018 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου ότι η συζήτηση της άνω αιτήσεως ορίστηκε, μετά από αναβολή, από την δικάσιμο της 1-12-2017 για τη δικάσιμο της 16-11-2018 ημέρα Παρασκευή ώρα 9.30 και αριθμό πινακίου 5 όπως και από τα φύλλα των εφημερίδων "..." της 26-7-2018, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "……." της 27-7-2018, της "……." της 26-7-2018, και της "..." της 26-7-2018, στις οποίες δημοσιεύεται ειδοποίηση - κλήση του Ελληνικού Δημοσίου προς τους αναιρεσίβλητους να παραστούν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως την 16-11-2018 ημέρα Παρασκευή και ώρα 9,30 ενώπιον του Δ` τμήματος του Αρείου Πάγου, καθώς και περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξεως, προκύπτει ότι, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν νομίμως και εμπροθέσμως γνώση του περιεχομένου και της ημερομηνίας συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για την 1-12-2017 οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο για την 16-11-2018.
Συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους θα πρέπει εκείνοι που δεν εμφανίστηκαν ή δεν παρέστησαν προσηκόντως να δικαστούν ερήμην, ερευνηθεί όμως η υπόθεση ως εάν είναι παρόντες. Κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι με αύξοντα αριθμό 1α (Ρ. Ε.), 3α (Κ. Ι.), 3β (Χ. Κ.), 4γ (Α. Κ.), 6α (Μ. Α.), 6β (Μ. συζ. Μ. Α..), 6γ (Γ. Μ.), 7β (Κ. Θ)., 7γ (Μ. Χ.), 8α (Κ. Α..), 8β (Π. Σ.), 10 ( Δ.), 11α (Τ. Α..), 11β (Σ. χήρα Α. Τ.), 11γ (Θ. Τ., 11δ (Α. συζ. Θ. Τ.), 12 (Τ. Θ.), 13α (Τ. Η.), 13β (Τ. Θ.), 14α (Π. Β.), 14γ (Β. Π.), 14δ (Β. Π.), 15β (Μ. Ρ.), 15γ (Θ. Ρ.), 15δ (Α. Ρ.), 15ε (Α. Ρ.), 16β (Κ. Κ..), 17β (Κ. Κ..), 22 (Κ. Β..), 23α (Μ. Χ., 23β (Μ. Χ.), 24α ( Α.), 24β (Κ. Χ.), 24γ (Κ. Κ..), 25α ( Α.), 25β (Κ. Μ.), 27 (Α. Γ.), 28α (Τ. Α.), 28β (Τ. Δ.), 29α (Β. Κ..), 30 (Σ. Δ.), 31 (Σ. Σ.), 33α (Σ. Θ.), 33β (Σ. Ε.), 34α (Σ. Κ.) 34β (Σ. Χ.), 34γ (Σ. Ε.), 36α (Σ. Θ.), 36β (Σ. Ε.), 37 (Α. Ε.), 38 (Τ. Δ.), 39α (Χ. Θ.), 39β (Χ. Φ.), 40α (Ζ. Α.), 40β (Ζ. Ι.), 41α (Ζ. Β..), 41β (Ζ. Θ.), 41γ (Ζ. Μ.), 41δ (Ζ. Π.), 42α (Κ. Β.), 42β (Μ. Β.), 42γ (Μ. Η.), 42δ (Μ. Μ.), 43 (Σ. - Β. Ι.), 44α (Σ. Η.) 44β (Σ. Κ..), 45 (Ν. Χ.), 46 (Α. Γ.), 47 (Π. Π.), 48α (Σ. Κ..), 48β (Σ. Χ.), 49 (Σ. Κ..), 50 (Σ. Κ..), 51 (Μ. Ι.), 52 (Δ. Π.), 53 (Μ. Α.) και 54 (Χ. Κ..), με αποτέλεσμα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, η υπόθεση να πρέπει να ερευνηθεί και ως προς αυτούς ως εάν ήταν παρόντες εφόσον κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δηλώθηκε η βίαιη διακοπή, λόγω θανάτου της αρχικής διαδίκου, (καθής η αίτηση αναίρεσης), υπό αύξοντα αριθμό 7δ (Φ. Α.) η οποία απεβίωσε την 14-7-2015, (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου της), την δίκη της οποίας συνεχίζουν κατόπιν δήλωσής των οι, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ….Καρδίτσας και από την με αριθμ …4/9-8-2016 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των Β. και Χ. Φ. που μεταγράφηκα νόμιμα, κληρονόμοι της, γιοί της (Β. και Χ. Φ.), οι οποίοι παρέστησαν, νομίμως, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλειου Άτσιου. Επομένως αυτοί νομίμως συνεχίζουν την δίκη, και υπεισέρχονται στην δικονομική θέση της αρχικής διαδίκου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΛΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).
Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 349/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, κατά τη δικάσιμο της 21ης/3/2014, επτά (7) αυτοτελείς αιτήσεις, η μία από τις οποίες σωρεύεται σε παρέμβαση, καθώς και παρέμβαση - ανταίτηση που ασκήθηκε με τις προτάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ότι τα ακίνητα αυτά που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, όπως θα παρατεθούν στη συνέχεια, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, προσδιορίζοντας γι' αυτά ιδιαίτερη αποζημίωση κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, δεχόμενο, τελικά, εν μέρει, όλες τις αιτήσεις και παρεμβάσεις.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παρακάτω ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία απέμειναν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1093.../0010/2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κεντρικής Ελλάδας Ε-65 στην περιφέρεια του Δήμου ,,,, του νομού ,,,), υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου και των παροδίων ωφελουμένων ιδιοκτητών, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, ως εξής, αφού μνημόνευσε, κατ' αρχάς, το εμβαδόν που είχε καθένα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πριν από την απαλλοτρίωση, καθώς και το εμβαδόν των τμημάτων τους που εναπέμειναν:
I) Τα με αριθμούς του οικείου κτηματολογικού πίνακα (εφεξής ΑΚΠ): 4 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 930,59 τετρ. μέτρων), 19, 23 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 655,87 τετρ. μέτρων), 42 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 6.271,30 τετρ. μέτρων), 50, 51, 57, 58, 59 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 549 τετρ. μέτρων), 65 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 5.160,95 τετρ.
μέτρων), 93, 99, 102 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 1.160,35 τετρ. μέτρων), 115, 200, 227, 228, 232, 238, 263, 325, 385 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 4.258,81 τετρ. μέτρων), 386, 435 και 442, με την αιτιολογία ότι, εξαιτίας της μειωμένης έκτασής τους, δυσχεραίνεται πλέον η καλλιέργειά τους ή αυτή καθίσταται οικονομικά ασύμφορη, II) Τα με αριθμούς ΑΚΠ: 14 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 3.428,79 τετρ.
μέτρων), 24, 30 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 3.604,87 τετρ. μέτρων), 47, 109, 132 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 2.142,89 τετρ. μέτρων), 199, 214, 224, 239, 339 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 3.142,65 τετρ. μέτρων), 351, 353, 373 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 1.993,20 τετρ. μέτρων), 377, 395 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 3.204,78 τετρ. μέτρων), 441 και 465 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 3.750,08 τετρ.
μέτρων), με την αιτιολογία ότι αυτά, αφενός μεν, δεν είναι πλέον άρτια και οικοδομήσιμα, αφετέρου δε, εξαιτίας της μειωμένης έκτασής τους, δυσχεραίνεται η καλλιέργειά τους και III) Τα με αριθμούς ΑΚΠ: 113 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 7.401,13 τετρ. μέτρων), 118 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 1.176,88 τετρ. μέτρων), 130, 132 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 9.636,65 τετρ.
μέτρων), 142 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 4.964,90 τετρ. μέτρων), 149, 165 (του δεύτερου τμήματος, εμβαδού 1.013,75 τετρ. μέτρων), 272, 329, 334, 339 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 12.483,10 τετρ. μέτρων), 350, 385 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 10.753,15 τετρ. μέτρων), 395 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 774,50 τετρ. μέτρων) και 465 (του πρώτου τμήματος, εμβαδού 9.057,08 τετρ.
μέτρων), χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012, καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά και του π.δ/τος 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλης ακίνητα, αφού αγνόησε και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και εφαρμόσει την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας κατά τον προσδιορισμό της εν λόγω ιδιαίτερης αποζημίωσης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του και από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν διευκρινίζει, με τις ίδιες παραδοχές του, προεχόντως: 1) το χαρακτήρα των απαλλοτριωμένων ακινήτων, για τα οποία καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, ως αγροτικών ή αστικών και την κατά προορισμό χρήση τους, δεδομένου ότι μόνο η μείωση του εμβαδού των ακινήτων που εναπέμειναν από την απαλλοτρίωση δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε αχρήστευσή τους ή σε (σημαντική) μείωση της αξίας τους και μάλιστα όταν τα ακίνητα δεν έχουν οικιστική χρήση, 2) σε περίπτωση που αυτά είχαν, αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, αγροτική χρήση, α) με τι είδους καλλιέργεια γινόταν η εκμετάλλευσή τους, β) σε τι ακριβώς συνίσταται η δυσχέρεια πλέον στην καλλιέργειά τους ή γ) γιατί αυτή έγινε οικονομικά ασύμφορη (παραπάνω, υπό στοιχ.
I και, κατά ένα μέρος, II, ακίνητα), 3) σε περίπτωση που αυτά είχαν, αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής, όπου βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν, τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους, προσώπου σε οδό κ.λπ.), καθώς και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσης τους, β) τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής, γ) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, δ) τις δυνατότητες πρόσβασης που είχαν τα ακίνητα αυτά πριν από την απαλλοτρίωση και αυτές που διαθέτουν μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δηλαδή την οδό που θα κατασκευαστεί και ε) τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του έργου στις δυνατότητες των παραπάνω ιδιοκτησιών και, συνακόλουθα, στη μείωση της αγοραίας αξίας τους (παραπάνω, υπό στοιχ.
II, κατά ένα μέρος, ακίνητα) και, επιπλέον, το Εφετείο δεν αιτιολογεί 4) για τα υπό στοιχ. III ακίνητα, γιατί αυτά υφίστανται μείωση της αξίας τους, μη αναφέροντας καν ότι δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση της ίδιας χρήσης (που είχαν πριν από την απαλλοτρίωση) και με τις ίδιες προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Αλλά και με την εκδοχή ότι οι παρατιθέμενες στην 90η σελίδα της πληττόμενης απόφασης παραδοχές, κατά τις οποίες τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών, αποτελούν αγροτεμάχια με αμιγώς γεωργική χρήση και, ειδικά, με μονοετείς καλλιέργειες κυρίως σιτηρών και βαμβακιού, ενώ υπάρχουν και κτηνοτροφικές δραστηριότητες, αφορούν και όλα τα επίδικα εδαφικά τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, για τα οποία και καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση, εξαιτίας της μείωσης της αξίας τους που απαιτείται, όπως έχει προεκτεθεί, να είναι σημαντική, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, κατά τις πιο πάνω, υπό τους αριθμούς 2 και 4, αιτιάσεις (και, βέβαια, ως προς τον προσδιορισμό της μείωσης της αξίας τους ως "σημαντικής"), χωρίς να είναι αναγκαίο πλέον να ερευνηθεί αν τα απαλλοτριωμένα ακίνητα πληρούσαν, πριν από την απαλλοτρίωση, τους όρους δόμησης κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα εδαφικά τμήματά τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι στο εξής άρτια, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα, αφού αυτά, κατά τις σχετικές παραδοχές, δεν είχαν, αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση και, συνεπώς, δεν είχαν οικοπεδική αξία.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 94/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους ισχυρισμούς του που προέβαλε παραδεκτά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και που αφορούσαν τη μείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, προκειμένου να μην καθοριστεί γι' αυτά ιδιαίτερη αποζημίωση, όπως οι ισχυρισμοί αυτοί αναφέρονται στις 76η έως και 81η σελίδες του αναιρετηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους, εξαιτίας της επικαλούμενης μείωσης της αξίας τους, και πρέπει να μην καθοριστεί αυτή, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, κατά το ερευνώμενο μέρος του, από το Εφετείο, έστω και εκ του πράγματος, με την απόφαση του αυτή .
Στο πλαίσιο της θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, που καθιερώνεται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου. Αν, όμως, παρόλα αυτά, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση απόφασης, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ή ένδικου μέσου, κατ' άρθρ. 299 ΚΠολΔ), αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, έχει ως συνέπεια η αγωγή κ.λπ. να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες της άσκησής της (ΑΠ 1348/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, εξαιτίας της μείωσης της αξίας τους, για τα δύο εδαφικά τμήματα του ΑΚΠ 272 απαλλοτριωμένου ακινήτου που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση (εμβαδού 11.953,35 τετρ.
μέτρων και 1.130,26 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα και κατά ποσοστό 10% και 80%, αντίστοιχα), με φερόμενο ιδιοκτήτη και, συνακόλουθα, δικαιούχο της ανάλογης αποζημίωσης τον Δ. Κ. Τ., ήδη 38ο των αναιρεσιβλήτων, μολονότι αυτός, ως 78ος αιτών της υπό στοιχ. Ε από 10-3-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 250/11-3-2011, σχετικής αίτησης που αφορούσε και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων του στο ακροατήριο του δικαστηρίου (Εφετείου) που καταχωρίστηκε στα πρακτικά εκείνης της δίκης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησής του και, κατόπιν τούτου, αυτή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ και 18 παρ. 1 εδάφ.
β' ν. 2882/2001. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, πράγματι, το Εφετείο, καθόρισε την ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση, ενώ ο εν λόγω αιτών και ήδη 38ος αναιρεσίβλητος Δ. Κ. Τ. είχε παραιτηθεί, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, και από το αίτημά του αυτό του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που έκρινε έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης της 349/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και να αναιρεθεί αυτή για όλα τα προσβαλλόμενα κεφάλαιά της, πλην εκείνου για το οποίο πλήττεται για παράβαση εκ του αριθμού 8 άρθρ. 559 Κ.ΠολΔ και αναφέρεται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που προέβαλε παραδεκτά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και που αφορούσαν τη μείωση της αξίας των τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, προκειμένου να μην καθοριστεί γι' αυτά ιδιαίτερη αποζημίωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους που χάνουν τη δίκη, μειωμένα όμως, τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/ 1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/ 2001 - ΑΠ 148/2018)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την 349/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ