Legislator Case Law & Legislation
210/2016 AI generated

210/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 210/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 210 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

210/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 210 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
refusal of expense reimbursement dental costs municipal cost reimbursement refusal of dental care coverage denial of public funding excessive administrative fees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 210 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 210/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής" (Ε.Δ.Σ.Ν.Α.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ενιαίου Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, δυνάμει της με αριθ. οικ. 52546/16.12.2011 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη και Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ βαθμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ.Δήμαρχο αυτού, ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος ..., συνέπεια συνενώσεως με τις διατάξεις του Ν. 3852/2010, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Κωστάκη (Κωνσταντίνο) Μπρούστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5035/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7198/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 6-2-2014 αίτησή του και τους από 31-7-2014 πρόσθετους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 29-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 7198/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η 15-5-2012 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η 5035/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί για έλλειψη δικαιοδοσίας η από 22-9-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και στη συνέχεια η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.170.478,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι, σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικό; δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει, ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009, 13/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παρατεθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν α-κόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δι-καίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2012, 29/2009, 21/2009). Τα ίδια κριτήρια διακρίσεων των συμβάσεων σε ιδιωτικές και διοικητικές ισχύουν και όταν η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως συμβαίνει στις προβλεπόμενες από το άρθρο 11 του ν. 1416/1986 προγραμματικές συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται επιτρεπτώς μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα, Δήμων, Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων δημοτικών νομικών προσώπων, με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας των δημόσιων νομικών προσώπων για την επίτευξη αναπτυξιακών κυρίως στόχων. Και στην περίπτωση δηλαδή αυτή, για τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους συμβάσεως επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου. Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική-η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (βλ. ΑΕΔ 18/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο αρχικώς ενάγων ..., τον οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχός του ο ... (ήδη αναιρεσίβλητος), λόγω συνενώσεώς τους κατά τις διατάξεις του ν. 3852/2010, ισχυρίστηκε ότι με τον αρχικώς εναγόμενο Ενιαίο Σύνδεσμο Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, τον οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχός του ο Ει-δικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής (ήδη αναιρεσείων), στον ο-ποίο έχει νομίμως ανατεθεί η διαχείριση των στερεών αποβλήτων των δήμων και των πρώην Νομαρχιών Αθηνών, Πειραιώς και Δυτικής Αττικής, κατάρτισε την υπ’ αριθμ. .../22.4.1997 σύμβαση αναγνωρίσεως δικαιωμάτων, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει κατ’ έτος και για όσο χρόνο θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν στην περιφέρειά του ο Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) και το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακυκλώσεως και Κομποστοποιήσεως (Ε.Μ.Α.Κ) ποσοστό 91,25% επί των διανεμητέων, για την απόθεση οικιακών αποβλήτων, αντισταθμιστικών οφελών που θα εισέπραττε από τις καταβαλλόμενες, προς το σκοπό της παροχής δυνατότητας σε όσους δήμους προκαλείτο όχληση από την λειτουργία των παραπάνω εγκαταστάσεων να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή έργων που μειώνουν την όχληση και της εξασφαλίσεως της συνεργασίας τους για την απρόσκοπτη λειτουργία τους, εισφορές των μελών του. Ότι. μολονότι, ο μεν Χ.Υ.Τ.Α. λειτούργησε έκτοτε συνεχώς έως και το έτος 2008, οπότε επήλθε κορεσμός και έπαυσε να λειτουργεί, το δε Ε.Μ.Α.Κ. εξακολούθησε έκτοτε και έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (22.9.2009) αδιαλείπτως να λειτουργεί, ο εναγόμενος, παραβιάζοντας τις συμβατικές του υποχρεώσεις, του κατέβαλε, για το καθένα από τα έτη 1998 έως και 2009, τα αναφερόμενα (στην αγωγή) μικρότερα ποσά αντισταθμιστικών οφελών έναντι εκείνων που αντιστοιχούσαν στο πιο πάνω συμφωνημένο ποσοστό, και συνεπώς του οφείλει τις επίσης αναφερόμενες (στην αγωγή) λεπτομερώς ετήσιες διαφορές, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 128.165.034 ευρώ. Ότι, εκτός από την πιο πάνω έγγραφη σύμβαση, που αφορά την καταβολή αντισταθμιστικών οφελών λόγω της αποθέσεως στην περιφέρειά του οικιακών απορριμμάτων, ο εναγόμενος με την υπ’ αριθμ. 539/3.12.1998 απόφαση της Εκτελεστικής του Επιτροπής ενέκρινε εισήγηση προς το διοικητικό του συμβούλιο για την καταβολή σε αυτόν ποσοστού 50% και επί των αντισταθμιστικών, για την απόθεση στην περιφέρεια του εξωοικιακών απορριμμάτων, οφελών. Ότι την απόφαση αυτή του εναγομένου την αποδέχθηκε, με συνέπεια να καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση με αντικείμενο την υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλλει ετησίως ποσοστό 50% και επί των αντισταθμιστικών, για την απόθεση στην περιφέρεια του εξωοικιακών αποβλήτων, οφελών. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως ο εναγόμενος του κατέβαλε συμφωνημένο, για τα αντισταθμιστικά αυτά τέλη, ποσοστό (50%) για τα έτη 1999-2003, έκτοτε δε, παραβιάζοντας τη σύμβαση, έπαυσε ολοσχερώς την καταβολή και συνεπώς του οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή, για το καθένα από τα επόμενα έτη 2004 - 2009, χρηματικά ποσά και συνολικά το ποσό των 6.350.388 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 134.515.422 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Με την ένδικη αγωγή εισάγεται διαφορά από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διότι, ναι μεν τα συμβαλλόμενα μέρη είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ο επιδιωκόμενος με αυτήν σκοπός είναι δημόσιος, αναγόμενος στη διαχείριση των οικιακών και εξωοικιακών απορριμμάτων, πλην όμως η επίδικη σύμβαση, καθώς το περιεχόμενό της ειδικότερα αναφέρεται πιο κάτω, κατά το χρόνο της συνάψεώς της, δεν διεπόταν από κανόνες δικαίου που να αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και να περιάγουν τον εναγόμενο σύνδεσμο σε υπερέχουσα, έναντι του ενάγοντος δήμου, θέση, ούτε περιείχε εξουσιαστικές ρήτρες που να του παρέχουν τη δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς στον συμβατικό δεσμό, π.χ. μειώνοντας τα αντισταθμιστικά οφέλη ή μεταβάλλοντας τους όρους λήψεώς τους. Τέτοιο κανονιστικό καθεστώς που να διέπει την επίδικη σύμβαση και να περιάγει τον εναγόμενο σύνδεσμο σε υπερέχουσα, έναντι του ενάγοντος δήμου, θέση, εξάλλου, δεν προκύπτει ούτε από το άρθρο 12 του τότε ισχύοντος ν. 1650/1986 "Για την προστασία του περιβάλλοντος", το οποίο ρύθμιζε ειδικώς τα ζητήματα διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, ούτε από την κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ 69728/ 824/16.5.1996 "Μέτρα και όροι γα τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων", με την οποίαν ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 91/156 ΕΟΚ "περί στερεών αποβλήτων", ούτε από την ΚΥΑ 57293/10.9.1970 "Περί ιδρύσεως ενιαίου Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων περιοχής τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης Νομών Αττικής και Πειραιώς", η οποία καθόριζε κατά τρόπο γενικό τις αρμοδιότητες του εναγομένου συνδέσμου σε σχέση με τη διαχείριση των απορριμμάτων, χωρίς ωστόσο να προσδίδει σε αυτόν οποιαδήποτε ιεραρχική υπεροχή έναντι των ΟΤΑ-μελών του ή έναντι των ΟΤΑ που φιλοξενούν Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.).

Συνεπώς, εφόσον, εκ των τριών στοιχείων που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μία σύμβαση διοικητική, στην προκειμένη περίπτωση λείπει το τρίτο, η ύπαρξη δηλαδή κανονιστικού καθεστώτος που να περιάγει τον αντισυμβαλλόμενο του ενάγοντος σύνδεσμο σε υπερέχουσα έναντι εκείνου θέση ή η συμβατική πρόβλεψη υπαγωγής σε τέτοιο κανονιστικό καθεστώς, η επίδικη σύμβαση είναι, σύμφωνα και με την νομική σκέψη, σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτής, διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, το Εφετείο που, με την ανωτέρω αιτιολογία, δέχθηκε ότι η εκδίκαση της ένδικης αγωγής, (με το προεκτεθέν περιεχόμενο), υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 εδ.α’ του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, η οποία έχει εφαρμογή και επί αξιώσεων των Ο.Τ.Α., (οι οποίοι σημειωτέον κατά το άρθρο 304 του Π.Δ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" και ήδη άρθρο 276 §§ 1 εδ. 2, 2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" έχουν όλα τα δικαστικά διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο), "η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής". Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενδιαφέρουν τις διαλαμβανόμενες στους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: "Ο εναγόμενος, Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, τον οποίο διαδέχθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 52546/16.12.2011 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β’ 2854), ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, ο Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής, (ήδη αναιρεσείον) ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είχε συσταθεί με την ΚΥΑ 57293/10.9.1970, σκοπό είχε τη διάθεση των απορριμμάτων της περιοχής τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης των Νομών Αττικής και Πειραιώς, είτε δια της υγειονομικής ταφής τους σε χώρους που θα κρίνονταν αρμοδίως κατάλληλοι και θα μισθώνονταν ή θα απαλλοτριώνονταν αναγκαστικά, είτε δια της καύσεως, βιομηχανοποιήσεως κ.λ.π. αυτών, μέλη δε αυτού ήταν οι Δήμοι και οι Κοινότητες της πιο πάνω περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων ..., τον οποίον διεδέχθη δυνάμει του Ν. 3852/2010, ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, λόγω συνενώσεως τους, ο ... (ήδη αναιρεσίβλητος). Με την υπ’ αριθμ. 76548/21.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του Χώρου Διάθεσης Απορριμμάτων του ενάγοντος .... Ειδικότερα εγκρίθηκε η λειτουργία Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) σε έκταση 620 στρεμμάτων, κείμενη εντός της περιφέρειας του ενάγοντος, στη θέση "...", για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι δύο ετών, και η απόθεση σε αυτόν ημερησίως: 3.500 τόνων απορριμμάτων κατά τα τρία πρώτα έτη της λειτουργία του, 2.900 τόνων απορριμμάτων κατά τα επόμενα δύο έτη της λειτουργίας του και 500 τόνων απορριμμάτων από το έκτο έτος της λειτουργίας του και μετά. Η λειτουργία του χώρου αυτού υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, ο οποίος, ελλείψει άλλου, δεχόταν, έως και το έτος 2008, το σύνολο σχεδόν των στερεών αποβλήτων των δήμων και κοινοτήτων του Νομού Αττικής, ανήκε στην αρμοδιότητα του εναγομένου. Για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων του ΧΥΤΑ και τη χρηματοδότηση έργων που μειώνουν την εξ αυτής όχληση και αποκαθιστούν το φυσικό περιβάλλον ο εναγόμενος κατέβαλλε στον ενάγοντα και στους όμορους δήμους και κοινότητες που βαρύνονταν από τη λειτουργία του, ως αντισταθμιστικά οφέλη, ένα μέρος από τις εισφορές που εισέπραττε από τα μέλη του, και συγκεκριμένα ποσοστό 72,50% αυτών, το οποίο και κατένεμε μεταξύ των οχλούμενων δήμων και κοινοτήτων, με αποφάσεις των οργάνων της διοίκησής του, ελευθέρως, χωρίς να υπόκειται σε κανονιστικές ρυθμίσεις. Την 22.4.1997 οι διάδικοι κατάρτισαν την υπ’ αριθμ. .../22.4.1997 έγγραφη σύμβαση, που επιγράφεται "Σύμβαση Αναγνωρίσεως Δικαιωμάτων", με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο Σύνδεσμος με αποφάσεις υπουργικές μετά από συμφωνία με την ΤΕΔΚΝΑ εισπράττει από τους ΟΤΑ μέλη του με τη μέθοδο της υπέρ αυτού παρακρατήσεως εκ μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσοστό επί των τακτικών εσόδων κατ’ έτος των Δήμων και Κοινοτήτων που είναι μελή στον Σύνδεσμο. Το προκύπτον από το ποσοστό ποσό διατίθεται από τον ΕΣΔΚΝΑ στους ΟΤΑ που βαρύνονται περιβαλλοντικά για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων του Συνδέσμου. Επειδή, η κύρια όχληση λόγω της λειτουργίας του ΧΥΤΑ στην περιοχή του βαρύνει τον ..., ο Δήμος λαμβάνει την σημαντική μερίδα από τα αντισταθμιστικά αυτά οφέλη, που για το έτος 1997 ανέρχονται στο ποσό των 6.000.000 δραχμών. Ήτοι, εκ του συνολικού ποσοστού των αντισταθμιστικών οφελών εισπράττει ποσοστό 91,50%. Ήδη, προς τακτοποίηση των ρυθμίσεων που έχουν αποφασισθεί, συμφωνούνται τα ακόλουθα: 1) Ο Δήμος θα λαμβάνει τα ως άνω αντισταθμιστικά οφέλη από τον Σύνδεσμο, εφ’ όσον χρόνο, ήτοι έτσι όσα έτη συνεχίζεται η λειτουργία του ΧΥΤΑ και του εργοστασίου ανακύκλωσης στην περιοχή .... 2) Προφανώς κατά τα μέλλοντα έτη το ποσόν που θα λαμβάνει ο Δήμος από τον ΕΣΔΚΝΑ, βάσει του ποσοστού που δικαιούται, επί των αντισταθμιστικών τελών θα είναι αυξημένο, λόγω της αναμενόμενης αυξήσεως κατ’ έτος των τακτικών εσόδων των ΟΤΑ μελών του Συνδέσμου, 3) Ο Σύνδεσμος θα καταβάλλει τα οφειλόμενα στον Δήμο ποσά σε δωδεκατημόρια, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπον ενεργείται η παρακράτηση των αντίστοιχων εισφορών των ΟΤΑ μελών του από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, και πάντως εντός τριών (3) ημερών από την είσπραξη των άνω εισφορών. 4) Εάν δι’ οιονδήποτε λόγο, υπαιτιότητας του Δήμου, παύσει η λειτουργία του ΧΥΤΑ και του Εργοστασίου Ανακύκλωσης στα ..., αυτόματα παύουν να καταβάλλονται αντισταθμιστικά οφέλη στον Δήμο. 5) Ο Δήμος κανένα άλλο δικαίωμα δεν έχει ή διατηρεί κατά του ΕΣΔΚΝΑ για την αιτία αυτή (όπως λ.χ. καταβολής μισθώματος για ιδιοκτησίες του, όπου υπάρχουν εγκαταστάσεις του ΕΣΔΚΝΑ). 6) Επιτρέπεται στον Δήμο να ενεχυριάσει ή να εκχωρήσει την κατά του ΕΣΔΚΝΑ από την παρούσα σύμβαση απορρέουσα απαίτηση του σε τρίτο εν όλω ή εν μέρει". Η σύμβαση αυτή είναι σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, έχει χαρακτήρα συμβάσεως αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, και ειδικότερα της υποχρέωσης του εναγομένου να καταβάλλει στον ενάγοντα, για όσο χρόνο θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν στην περιφέρεια του ο Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α. και το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης και Κομποστοποίησης (Ε.Μ.Α.Κ.), ποσοστό 91,25% επί των διανεμητέων στα αξιούμενα από τη λειτουργία τους μέλη του αντισταθμιστικών οφελών, ήτοι επί του ύψους που αντιστοιχεί στο ποσοστό 72,50% των εισφορών που θα εισέπραττε από το σύνολο των μελών του, επειδή ο ενάγων ήταν ο κυρίως βαρυνόμενος από τη λειτουργία τους δήμος, με εξαίρεση την περίπτωση που η λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών θα διεκόπτετο από υπαιτιότητα του ενάγοντος. Από τις παραπάνω εγκαταστάσεις ο μεν Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων εξακολούθησε να λειτουργεί καθ’ όλο το διάστημα από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης (22.4.1997) έως και το έτος 2008, ότε, λόγω κορεσμού του, έπαυσε να λειτουργεί, ενώ με την υπ’ αριθμόν 132913/25.7.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας η ημερήσια ποσότητα απορριμμάτων που αυτός θα δεχόταν αυξήθηκε από 500 τόνους που προέβλεπε η αρχική υπ’ αριθμόν 76548/21.3.1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ σε 4.500 τόνους, το δε Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης και Κομποστοποίησης τέθηκε σε λειτουργία το έτος 2000 και έκτοτε εξακολουθούσε να λειτουργεί αδιαλείπτως και πέρα από τον χρόνο άσκησης της αγωγής (22.9.2009).

Συνεπώς, ο εναγόμενος είχε από την επίδικη σύμβαση υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα καθ’ όλο το πιο πάνω διάστημα από 22.4.1997 έως και 31.12.2008 τα συμφωνημένα και αναγνωρισμένα δι’ αυτής αντισταθμιστικά οφέλη, ήτοι το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό 91,25% επί του ποσού που αντιστοιχεί στο ποσοστό 72,50% των εισφορών τις οποίες κατά το ίδιο διάστημα εισέπραττε από τα μέλη του". Περαιτέρω, το Εφετείο με βάση τους αναλυτικούς λογαριασμούς που παραθέτει καταλήγει στην κρίση, ότι το ποσό που ο ενάγων είχε δικαίωμα να λάβει, με βάση την επίδικη σύμβαση, ως αντισταθμιστικά οφέλη, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 84.356.998,65 ευρώ. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται, ότι "η ένδικη για το ποσό των 84.356.998,65 ευρώ απαίτηση του ενάγοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), απορρέουσα από σύμβαση μετά του εναγομένου, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή που η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του ν. 2362/1995 προβλέπει για τις χρηματικές απαιτήσεις του δημοσίου που απορρέουν από συμβάσεις τις οποίες αυτό έχει καταρτίσει, ο χρόνος δε της παραγραφής αυτής αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωσή της. Είναι, επομένως, μη νόμιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η επίδικη αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, ο χρόνος της οποίας αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, και ότι συνεπώς οι προ του έτους 2004 μερικότερες απαιτήσεις του ενάγοντος, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 12.170.478 ευρώ, έχουν παραγραφεί, ακριβώς επειδή η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση... Μη νόμιμος, επίσης, είναι και ο έτερος ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά, κατά τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, τις ένδικες αξιώσεις του, επειδή βράδυνε να εγείρει την υπό κρίση αγωγή του, δημιουργώντας του την πεποίθηση ότι τελικά δεν θα τις ασκήσει, με συνέπεια να διογκωθούν αυτές και με την εκ των υστέρων, εκ μέρους εκείνου, αθροιστική άσκηση τους να κινδυνεύει ήδη να υποστεί δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες, διότι τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τους όρους της καταχρηστικής, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, άσκησης των ένδικων απαιτήσεων του ενάγοντος". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται και τα ακόλουθα: "Από τις προαναφερόμενες διαφορές αντισταθμιστικών οφελών που ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από τον εναγόμενο με βάση την επίδικη σύμβαση εκείνες που ανάγονται στα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, δηλαδή τα ποσά των 7.863.367,56, 10.000.638,56, 14.564.506,3918.401.082,39 και 21.356.925,39 ευρώ αντιστοίχως, ενόλω δε 72.186.520.29 ευρώ ο εναγόμενος τα κατέβαλε, με αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του, στον γειτονικό του ενάγοντος τέως ..., ως αντισταθμιστικά οφέλη λόγω της κατασκευής στην περιφέρεια του νέου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων. Μείωσε, δηλαδή, αυτός, αντισυμβατικά βεβαίως κατά τα προεκτεθέντα, τα αντισταθμιστικά οφέλη που όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα τέως ... και αύξησε αντίστοιχα. εκείνα που κατέβαλε στον τέως ... προτού οι δύο αυτοί γειτονικοί Δήμοι ενωθούν από 1-1-2011 σε ένα ενιαίο Δήμο, τον ενάγοντα .... Οι καταβολές των παραπάνω χρηματικών ποσών στον τέως ..., όμως, έγιναν χωρίς νόμιμη αιτία, αφού αυτά ο εναγόμενος είχε από την επίδικη σύμβαση υποχρέωση να τα καταβάλει στον τέως ... και συνεπώς έχει βάσιμη έναντι του τέως Δήμου ... αξίωση προς απόδοση τους κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Μετά τη συνένωση των τέως Δήμων ... και ... σε ένα ενιαίο Δήμο, τον ενάγοντα ..., ο τελευταίος απέκτησε, δυνάμει οιονεί καθολικής διαδοχής, αφενός μεν την απαίτηση του τέως ... κατά του εναγομένου για καταβολή του πιο πάνω ποσού των 84.356.998,65 ευρώ για τις διαφορές αντισταθμιστικών οφελών του διαστήματος 1998-2008 αφετέρου δε την έναντι του εναγομένου υποχρέωση του τέως Δήμου ... προς απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθέντων πιο πάνω αντισταθμιστικών οφελών του διαστήματος 2004-2008 συνολικού ποσού κατά τα άνω 72.186.520,29 ευρώ. Έχουν ήδη συμπέσει δηλαδή στο πρόσωπο του ενάγοντα Δήμου ... οι ιδιότητες, αφενός μεν, του δανειστή της απαίτησης ποσού 84.356.998,65 ευρώ του τέως ... έναντι του εναγομένου από τη μεταξύ τους επίδικη σύμβαση, αφετέρου δε, του οφειλέτη της απαίτησης του εναγομένου ποσού 72.186.520,29 ευρώ έναντι του τέως Δήμου ... από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Βασίμως, επομένως, κατά το άρθρο 440 του ΑΚ, ο εναγόμενος αντιτάσσει σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, ποσού 84.356.998,65 ευρώ, την έναντι αυτού εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού πιο πάνω ανταπαίτησή του, ποσού 72.186.520,29 ευρώ, με συνέπεια αμφότερες οι απαιτήσεις αυτές να αποσβήνονται για όσο μέρος καλύπτονται και να απομένει υπόλοιπο οφειλόμενο από υπέρτερη επίδικη ποσού (84.356.998,65 - 72.186.520,29 =) 12.170.478,36 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις διαφορές αντισταθμιστικών οφελών των παλαιοτέρων 1998, 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003 (ήτοι 1.094.403,23 ευρώ + 469.778,14 + 4.473.722,67 ευρώ + 2.862.682,32 ευρώ + 1.753.684 ευρώ + 1.516.208 ευρώ Χ 12.170.478,36 ευρώ) και κατά το οποίο η επίδικη απαίτηση είναι βάσιμη.

Συνεπώς, αφού γίνει δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη η πιο πάνω ένσταση συμψηφισμού, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν για το ποσό των 12.170.478,36 ευρώ". Κρίνοντας το Εφετείο, ότι η ένδικη απαίτηση των 84.356.998,65 ευρώ υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή, που προβλέπεται από το άρθρο 86 παρ. 3 εδ. α’ του ν. 2362/1995 και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε την ένσταση παραγραφής που πρότεινε το αναιρεσείον (και αφορούσε τις προ του έτους 2004 μερικότερες απαιτήσεις του ενάγοντος, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 12.170.478,36 ευρώ), ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η οποία, όπως προκτέθηκε, έχει εφαρμογή και επί ΟΤΑ. Δεν έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή, (όπως ο αναιρεσείων αβάσιμα ισχυρίζεται), η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, με την οποία καθιερώνεται κατ’ αρχάς η πενταετής παραγραφή τόσον για τις αξιώσεις του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. όσον και για τις κατ’ αυτών απαιτήσεις, δεδομένου ότι η ένδικη απαίτηση περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στην διάταξη του άρθρου 86§3 του ίδιου νόμου περιπτώσεις της κατ’ εξαίρεση οριζόμενης γι’ αυτές εικοσαετούς παραγραφής. Ούτε επίσης έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση η επικαλουμένη από το αναιρεσείον (με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως) διάταξη του άρθρου 2 του α.ν 344/1968, που ορίζει ότι "Η βεβαίωση των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο υπάγονται", διότι η επίδικη απαίτηση δεν εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη και για την παραγραφή της εφαρμόζεται η προεκτεθείσα ειδική διάταξη, (που προβλέπει την εικοσαετή παραγραφή).

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 86 παρ.3 εδ.α’ του ν. 2362/1995 (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή), καθώς και των άρθρων 90 παρ.1 του ίδιου νόμου και 2 του αν 344/1968 (με την μη εσφαλμένη εφαρμογή τους).

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ` αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη κατά την ως άνω κρίση του για την ένστασή του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους παραδεκτά πρότεινε στο πρωτόδικο δικαστήριο με τις προτάσεις του, (για τη στήριξη της εν λόγω ενστάσεως), την οποία νομίμως επανέφερε στο Εφετείο: 1) Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός του ενάγοντος (Δήμαρχος ...) συμμετείχε στην λήψη των αποφάσεων περί του τρόπου διαθέσεως των αντισταθμιστικών οφελών. 2) Ότι μετά την λήψη της αποφάσεως υπ’ αριθμ. …/2004 της Ε.Ε. του Συνδέσμου και την προσαρμογή της συμπεριφοράς του στο περιεχόμενο αυτής της αποφάσεως, ο ... αποδέχθηκε πλήρως την αλλαγή αυτή και την μη τήρηση κατά γράμμα της από 22.4.1997 συμβάσεως αναγνωρίσεως δικαιωμάτων. 3) Ότι ποτέ δεν διατυπώθηκε οιαδήποτε αντίρρηση και διαμαρτυρία, καθώς από το έτος 2004 και εντεύθεν η είσπραξη των ποσών από το αντίδικο γινόταν ανεπιφύλακτα. 4) Ότι ποτέ δεν άσκησε το παραμικρό ένδικο βοήθημα κατά της ανωτέρω υπ’ αριθ. 489/2004 αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής του Συνδέσμου, που διαφοροποιούσε τον τρόπο διαθέσεως των αντισταθμιστικών οφελών, ενώ κανένα ένδικο βοήθημα δεν άσκησε και κατά οιασδήποτε των αποφάσεων της Εκτελεστικής του Επιτροπής, με τις οποίες καθορίζονταν ετησίως τα αντισταθμιστικά οφέλη προς κάθε οχλούμενο δήμο, τούτο δε παρά την σαφή γνώση του Δημάρχου για όλες τις εξελίξεις και 5) ότι στην υπ’ αριθ. πρωτ. ...24.6.2010 σύμβαση αναγνωρίσεως δικαιωμάτων σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. 339/2009 αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής του Συνδέσμου δεν μνημονεύεται καμία οφειλή του Συνδέσμου προς το Δήμο για αντισταθμιστικά παρελθόντων ετών.

Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε μεν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος ως μη νόμιμη με την ανωτέρω αιτιολογία, πλην όμως δεν έλαβε υπόψη του και τα ως άνω υπ’ αριθ.1, 2, 3 και 4 αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, (το υπ’ αριθ. 5 καλώς δεν ελήφθη υπόψη διότι ανάγεται σε χρόνο μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής), τα οποία το εναγόμενο παραδεκτά πρότεινε με τις προτάσεις του στο πρωτόδικο δικαστήριο προς στήριξη της ενστάσεώς του από το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία και νόμιμα επανέφερε στο Εφετείο με τις προτάσεις του. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνολικώς εκτιμώμενα με τα κριθέντα ως άνω από το Εφετείο είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στην ως άνω προβληθείσα ένσταση.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω τρίτου λόγου του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά την διάταξη της περί απορρίψεως της ως άνω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176 και 183), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 7198/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ