210/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καθών η κλήση: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 3. Ψ3, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 4. Ψ4, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 5. Ψ5, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ και 6. Ψ6, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, οι οποίοι ΔΕΝ παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Legislator headnote
AI generated210/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς στον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο η εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 210 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 210/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. χ2, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ΧΧ, κατοίκου ... και 3. Χ3, ατομικά και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ΧΧ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπακώστα.
Των καθών η κλήση: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 3. Ψ3, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 4. Ψ4, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, 5. Ψ5, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ και 6. Ψ6, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ΨΨ, οι οποίοι ΔΕΝ παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/1995 μη οριστική, 2/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2004 μη οριστική, 778/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2004 αίτησή τoυς και με τους από 18-5-2007 προσθέτους λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η 869/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 24-1-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε α) την από 28-2-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, Αρεοπαγίτη-Αντιπροέδρου Γεωργίου Φώσκολου με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και β) την από 28-2-2008 συμπληρωματική έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης να την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς στον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο η εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ.
α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες .../Β/2006 και .../Β/2006 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ληξιαρχείου ... η δεύτερη και ο τέταρτος των αναιρεσειόντων ΨΨ και ΧΧ απεβίωσαν στις 21-6-2006 και 5-10-2006 αντίστοιχα, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της στις 20-10-2004 και κληρονόμοι εξ αδιαθέτου της δεύτερης αναιρεσείουσας ΨΨ είναι η δεύτερη, τρίτη, τετάρτη, πέμπτος και έκτος των κα' ων η κλήση και του τετάρτου αναιρεσείοντος ΧΧ και η δεύτερη και ο τρίτος των καλούντων (βλ.
τα .../2006 και .../2006 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ... και τα .../2006 και .../2009 πιστοποιητικά μη δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου). Οι δεύτερη και τρίτος των καλούντων με την από 24-1-2007 κλήση τους και ως κληρονόμοι του τετάρτου αναιρεσείοντος νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη, ενώ οι καλούντες με την ίδια από 24-1-2007 κλήση παραδεκτώς προσκαλούν τους κληρονόμους της δεύτερης αναιρεσείουσας, η οποία, κατά τα προεκτεθέμενα, αποβίωσε στις 20-6-2006, δεύτερη έως και έκτο των καθ' ων η κλήση για την επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, η αναιρεσίβλητη Ψ1 και οι 2η - 6ος των καθών η κλήση, που ως κληρονόμοι της δεύτερης αναιρεσείουσας ΨΨ, κλήθηκαν, κατά τα προεκτιθέμενα, για την επανάληψη της δίκης, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.
Οι καλούντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζουν τις .../2-5-2007, .../27-5-2007, .../25-5-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ..., τη .../23-5-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αγρινίου ... και τις .../1-6-2007 και .../1-6-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24-6-2007 κλήσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-3-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολειπομένους καθ' ων η κλήση, ενώ στην αναιρεσίβλητη Ψ1 όπως προκύπτει από την .../27-1-2005 έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή ..., επιδόθηκε και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτούς.
Επομένως παρά την απουσία των καθών η κλήση η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως και σύνταξη μαζί και επί των προσθέτων λόγων εκθέσεως από τον ορισθέντα εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται η κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου 568 Κ.Πολ.Δ από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος ορισθείσα, όχι δε και η μεταγενέστερη μετά από αναβολή ή ματαίωση προσδιορισθείσα δικάσιμος (Ολ. 143/1984, Ολ. 654/1984).
Το ίδιο ισχύει και όταν έγινε συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως με την εκδοθείσα απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης για οποιοδήποτε λόγο και επαναφέρεται αυτή με κλήση προς νέα συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η από 18-10-2004 αίτηση αναίρεσης κατά των 778/2004 οριστικής και 79/2004 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Πατρών προσδιορίστηκε από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου να συζητηθεί στις 15-3-2006.
Συζητήσεως γενομένης κατά τη δικάσιμο αυτή, εκδόθηκε η 869/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι δεν είχαν κλητευθεί ορισμένοι από τους διαδίκους. Με κλήση των αναιρεσειοντων προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 19-3-2008. 'Ηδη οι αναιρεσείοντες με δικόγραφο προσθέτων λόγων κατά των ως άνω προσβαλλόμενων αποφάσεων, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-5-2007, ζητούν να γίνουν δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι κατά των αποφάσεων αυτών.
Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους (αρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). διότι έπρεπε να κατατεθούν και επιδοθούν τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου στις 15-3-2006, προκειμένου να συνταχθεί και επ' αυτών έκθεση από τον εισηγητή αρεοπαγίτη μαζί με τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου της αναίρεσης.
IV. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με έφεση η οριστική απόφαση, θεωρείται ότι μαζί έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που είχαν προηγουμένως εκδοθεί, και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεωρούνται εκ του νόμου ως συνεκκληθείσες οι εν λόγω αποφάσεις μόνο κατά τις μη οριστικές διατάξεις τους, εφόσον στηρίχθηκε επ' αυτών η οριστική απόφαση.
Αν η προεκδοθείσα μη οριστική απόφαση περιέχει και οριστικές διατάξεις, όπως είναι εκείνες που απορρίπτουν ή δέχονται ορισμένες βάσεις ή κεφάλαια της αγωγής, δεν θεωρείται και ως προς αυτές συνεκκληθείσα, εκτός αν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατ' αυτής. Αντίθετα, δεν συνιστά οριστική διάταξη κατά την παραπάνω έννοια εκείνη η διάταξη της μη οριστικής απόφασης που απορρίπτει ένσταση και επομένως μπορεί αυτή να επανεξεταστεί και να ανατραπεί από το Εφετείο, παρότι η έφεση δεν απευθύνθηκε ρητά κατά της μη οριστικής απόφασης του πρώτου βαθμού.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή ενός λόγου της έφεσης, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, καθόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, αλλ' εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις αξιώσεις εκείνες που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλ' η αγωγή (ΑΠ 1510/2003, 833/2003.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, μη απορρίπτοντας τους τέσσερις πρώτους λόγους της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτους, αφού επανέφεραν ενώπιόν του αντίστοιχες ενστάσεις εκείνων που είχαν προβληθεί κατά της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων στον πρώτο βαθμό και είχαν απορριφθεί με οριστικές διατάξεις της 8/1995 μη οριστικής απόφασης του Πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία δεν προσβλήθηκε με την έφεση της, υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες από το άρθρο 559 ΚΠολΔ:
α) Από τον αριθ.8 περ. α' διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη εκείνους τους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης που ήταν απαράδεκτοι αφού οι αντίστοιχες ενστάσεις της είχαν απορριφθεί στον πρώτο βαθμό με οριστικές διατάξεις, β) άλλως από τον αριθ.14 περ. β' διότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις απορριπτικές των ενστάσεων διατάξεις της 8/1995 μη οριστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι οι διατάξεις της μη οριστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, που απορρίπτουν ενστάσεις του εναγομένου, δεν δεσμεύουν το εφετείο, το οποίο νόμιμα επιλαμβάνεται, με βάση τους λόγους έφεσης της όλης διαφοράς και συνεπώς και των ενστάσεων εκείνων, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης.
V. Κατά το άρθρο 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997), καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Δεν αφορούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται. Ο λόγος αν ληφθούν ή δεν ληφθούν υπόψη οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. α' (άλλως από τον αριθ. 14 περ. β'), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη (άλλως δεν εκήρυξε απαράδεκτο), τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης με τον οποίο προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό, κατά παράβαση του κανόνα του άρθρου 527 ΚΠολΔ, νέος ισχυρισμός αυτής.
Με το λόγο εκείνο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, προβάλλεται ότι σε αντίθετη με τα όσα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η γιαγιά από την πλευρά της μητέρας των αναιρεσειόντων ΑΑ, που πέθανε το έτος 1938, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, ουδέποτε απέκτησε κυριότητα με οποιοδήποτε τρόπο στα οκτώ επίδικα ακίνητα, ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, που φέρεται ότι ασκούσε επ' αυτών νομή με τα νόμιμα προσόντα επί πενήντα χρόνια πριν τον θάνατο τους.
Ο αντίστοιχος ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος έφεσης, αποτελεί αρνητικό κατά της αγωγής των αναιρεσειόντων ισχυρισμό, δεδομένου ότι οι τελευταίοι στηρίζουν τις ένδικες αξιώσεις τους στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου-γιαγιάς τους ΑΑ, που φέρεται ότι αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων με τα νόμιμα προσόντα από το έτος 1888 μέχρι το θάνατο της (1938).
Επομένως ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται σε πράγμα, που παρά το νόμο έλαβε υπόψη το Εφετείο, αλλά σε αρνητικό ισχυρισμό της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας διότι ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε την ομολογία και να αποδεικνύει την επίκλησή της προσκομίζοντας τις προτάσεις του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ: "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 331/1996, ΑΠ 180/1976, 452/2005) Τέλος δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα προς απόδειξη θέματα.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του (αριθ. 1, 2) προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης στα αναφερόμενα επί μέρους περιστατικά της διαφοράς, που προκύπτει από περικοπές των προτάσεών της ενώπιον του πρωτόδικου δικαστήριο και το Εφετείο έπρεπε να συναγάγει βάσει του άρθρου 261 ΚΠολΔ.
Κατά το μέρος αυτό ο λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν διαλαμβάνει ότι οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί την κατά τα προαναφερόμενα, επικαλούμενη ομολογία της αντιδίκου τους ενώπιον του Εφετείου. Ο συναφής επίσης τέταρτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην ίδια ομολογία της αναιρεσίβλητης αλλά και στην εξώδικη ομολογία της που προκύπτει από την .../1998 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μακρυνείας Ιωάννη Τσιτσέλη, την εξαιρετική αποδεικτική δύναμη που είχαν κατά το νόμο, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος για τον ίδιο όπως παραπάνω λόγο της μη αναφοράς της νόμιμης επίκλησης των ομολογιών αυτών.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, μέρος δεύτερο (αριθ. 3, 4) προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του περί απόρριψης ως αβάσιμης της ένδικης περί κλήρου αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και αποδυνάμωση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα:
α) την .../26-9-1988 πράξη αποδοχής κληρονομίας του παραπάνω συμβολαιογράφου, από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε ως καταπιστευματόδοχος, μετά τον κατά το προηγούμενο έτος θάνατο της βεβαρημένης κληρονόμου και θετής μητέρας της ΒΒ, την κληρονομία του ΓΓ που είχε πεθάνει το έτος 1963, στην οποία, περιλαμβάνονται όλα τα επίδικα ακίνητα, και από την οποία έτσι προκύπτει "ότι ουδέποτε ο ΓΓ είχε συστήσει προς την αντίδικο, ήδη αναιρεσίβλητη, άτυπη δωρεά τούτων και β) την από 9-5-1963 ιδιόγραφη διαθήκη του ίδιου ΓΓ, από την οποία προκύπτει ότι είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ως συγκληρονόμος της μητέρας του, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου τα επίδικα ακίνητα και δεν τα είχε μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στην αναιρεσίβλητη.
Αναφέρουν δε οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο ότι η εν λόγω διαθήκη είχε το εξής περιεχόμενο. : Η Διαθήκη μου. Εν ... την 21-1-1963 ημέραν της ευδομάδος Δευτέραν, ο υπογεγραμένος , κάτοικος του χωρίου ... ορίζο τα της περιουσίας μου ως εξής - μετά τον, θάνατον μου διορίζο κληρονόμο μου την Σύζυγόν μου ΒΒ επί πάσης της περιουσίας μου κατά πλήρη μεν κυριότητα επί της κυνιτής εν γένει τοιαύτης και ακινήτου.
Μετά τον θάνατον της Συζύγου μου η ακίνητος περιουσία να περιέρχεται εις ον ήθελον υιοθετήσει εάν ούτος διάθεση τα εκ πρικός προερχόμενα χρίματα εις εμέ προς συντηρησιν των γερατειών μας τότε εξασφαλίζω ταύτα με το εις θέσην ... ανατολικόν ελεοστάσιον με 18 ελεόδεντρα οροθετούμενον Ανατ. με ... δυτικός με κλοιρονόμους ...
Νότιος με Δοιμόσιαν οδόν και βοράν με κλοιρονόμους ..., εάν δεν υιοθετήσομεν μετά τον θάνατόν μας θα περιέρχοντε ούτος. Η οικία μεθ' ολοκλήρου της περιοχής όρια ανατ. με κληρονόμους ..., διτικός με γκαλτερίμη και κληρονόμους ... και νότιος με ... και βοράν με Δοιμόσιαν οδόν, και ένα αγρόν εις θέσιν ...όρια ανατ.
με ..., δυτικός με ..., Νότιος με ... ... και βοράν με ... μετά των εν αυτό ελαιοδένδρων εις τον ... και δρόμον. Εις του εκ ... αφίνο το κτίμα εντός του οπίου ευρίσκονται τα ελαιόδενδρά των και τα τρία ελεόδενδρα εις την Βοριοδυτικήν γονίαν αυτού οροθ. ανατ. με κληρονόμους ... διτ. με ... Νότιος με ίδιον κτήμα μέχρι την χονδρί αυτής ελιά το υπόλιπον αυτού το αφίνω εις την Αγίαν Φωτεινήν ή δέκα χιλιάδας αντί αυτού, το δίο ελεόδενδρα που βρίσκονται εντός του εις ...
ελεοστάσιον της ... τες αφίνο εις την αναδεκτήν μου ΔΔ. τα υπόλιπα εις τους λίπους κλοιρονόμους. Εάν η σύζιγός μου ιπό άλων κυνουμένη ή τη ιδία αυτής βουλήσει θελίση να προσβολή την παρούσαν μου διαθήκην τότε περιορίζο αυτήν εις την μόνην αυτής μοίρα. Ανακαλώ πάσαν προγενεστέραν Διαθήκην μου και θέλω να ισχύση μόνον η παρούσα τοιαύτη., την παρούσα έγραψα και υπέγραφα ιδιοχείρως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Ο ΓΓ που πέθανε στις 5.4.1963, κάτοικος εν ζωή ..., κατείχε και ενέμετο μέχρι του χρόνου του θανάτου του, εξ ολοκλήρου τα επίδικα ακίνητα, οκτώ (8) τον αριθμό, εκ των οποίων ένα οικόπεδο, εντός του οποίου είχε κατασκευάσει το σπίτι που κατοικούσε, και τα υπόλοιπα επτά (7) είναι αγροί εκτάσεως 2-5 στρεμμάτων περίπου.
Από τους αγρούς τρεις είναι ελαιοπερίβολα και τέσσερις καπνοχώραφα. Στη νομή των επιδίκων ακινήτων ευρίσκετο ο ως άνω ΓΓ προ του έτους 1938 δηλαδή πριν από το θάνατο της μητέρας του ΑΑ, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυς των εναγόντων - εφεσίβλητων ..., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου "Τα ακίνητα τα είχε η ΑΑ, η οποία δεν έκανε καμμία πράξη.
Μόνο ο ΓΓ ασχολήθηκε ... Τα παιδιά καθόλου δεν ανακατεύτηκαν. Η ψυχοκόρη τα καλλιεργούσε. Ο ΓΓ τα βρήκε από τους γονείς του". Και συμπληρώνει ο έτερος μάρτυς της εναγομένης ... "Τα ακίνητα ήταν του ΓΓ και τα είχε από τον πατέρα του" (ϊδετε καταθέσεις των μαρτύρων). Μετά ταύτα ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι δηλ.
η εκ μητρός μάμμη των (γιαγιά τους) ΑΑ, που πέθανε το 1938, και κληρονομήθηκε κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από την μητέρα τους (των εναγόντων) είχε την νομή ή έστω την κατοχή των επιδίκων (κληρονομιαίων) ακινήτων και ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί την βάση του αιτήματος της ενδίκου αγωγής για την αναγνώριση δηλ.
του κληρονομικού δικαιώματος της μητέρας των εναγόντων στην κληρονομία της γιαγιάς τους (ΑΑ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ΓΓ στο οικόπεδο κατασκεύασε το σπίτι που κατοικούσε. Τα καπνοχώραφα τα καλλιεργούσε με καπνό τον οποίο συνέλεγε και μεταπωλούσε, τα ελαιοπερίβολα τα φρόντιζε, τα περιποιείτο, συνέλεγε τον ελαιόκαρπο, τα σκάλιζε τα λιπάριζε και γενικά ασκούσε όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.
Ο ΓΓ και η σύζυγος του ΒΒ επειδή δεν είχαν δικά τους παιδιά και είχαν ανάγκη από περίθαλψη και φροντίδα, λόγω της ηλικίας τους, προσέλαβαν το έτος 1957 την ανηψιά της συζύγου του και ήδη εναγομένη-εκκαλούσα Ψ1, ως "ψυχοκόρη" όπως συνηθίζεται στην περιοχή εκείνη, για να τους περιποιείται. Το 1952 με την προτροπή του ΓΓ η εναγομένη, εμνηστεύθη τον μετέπειτα σύζυγο της ΕΕ, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1964.
Με την τέλεση της μνηστείας ο ΓΓ της μεταβίβασε άτυπα, αίτια δωρεάς την ακίνητη και κινητή περιουσία του, αμέσως δε μετά τον θάνατο του ΓΓ που επεσυνέβη στις 5.4.63, δηλ. στις 23.5.63 η χήρα αυτού ΒΒ υιοθέτησε την εναγομένη και αυτή ως θετό πλέον τέκνο της μαζί με τον σύζυγο της συγκατοικούσαν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι μέχρι το 1987 που πέθανε η θετή μητέρα της ΒΒ, την οποία και κληρονόμησε ως θετό τέκνο αυτής.
Από το έτος 1962 όταν δηλαδή ο ΓΓ παρέδωσε στην εχαγομένη την νομή των επιδίκων ακινήτων αυτή ασκούσε έκτατε και μέχρι του χρόνου εγέρσεως της ενδίκου αγωγής (1993) όλες τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής που ασκούσε και ο ΓΓ. Εκτός όμως από αυτές τις πράξης 1) το έτος 1957 αντικατέστησε με δικά της έξοδα την ξύλινη σκάλα στο σπίτι που έμειναν με τσιμεντένια, 2) το 1971 κατασκεύασε μέσα στο οικόπεδο αποθήκη, 3) το 1973 αντικατέστησε την ξύλινη σκεπή της οικίας με καινούργια, 4) το 1931 διενέργησε εκτεταμένες επισκευές στην ίδια, παλαιά ήδη, οικία, 5) το 1989 ανήγειρε με άδεια στο όνομα του 15ετούς τέκνου της, διώροφη οικοδομή συγχρόνων προδιαγραφών, για την στέγαση της οικογενείας της, δαπανήσασα, το αξιόλογο για την εποχή εκείνη, ποσό των 15.000.000 δρχ. (ίδετε καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων).
Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, εφόσον ή μητέρα των εναγόντων που πέθανε το 1970 άνευ διαθήκης και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες δεν είχε κατά τον χρόνο του θανάτου της την νομή ή έστω την κατοχή των επιδίκων (κληρονομιαίων) ακινήτων, όπως επίσης δεν την είχε και η εκ μητρός μάμμη των που πέθανε το 1938, η περί κλήρου (ένδικη) αγωγή των εναγόντων με την οποία ζητούν α) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της μητέρας τους στην κληρονομία της γιαγιάς τους και β) το δικό τους κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία της μητέρας τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη η οποία κατέχει εξ ολοκλήρου τα επίδικα ακίνητα και ισχυρίζεται ότι τυγχάνει μόνη καπιστευματοδόχος στην κληρονομιαία περιουσία του θείου τους ΓΓ, να τους αποδώσει το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό τους μερίδιο στην κληρονομία της μητέρας τους είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.
Από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και τα δύο πιο πάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο, ο οποίος έτσι είναι αβάσιμος.
VII. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διαλάβει στην απόφαση του μείζονα πρόταση, δηλαδή να παραθέσει τις διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση το ιστορικό της διαφοράς, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης. Τούτο δε διότι η συνταγματική επιταγή περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Βέβαια ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης με τον αριθ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ την έλλειψη νόμιμης βάσης ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως κατά τη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση η ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα ή τις ενστάσεις του εναγομένου, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της απόφασης, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση αλλά και η συμπροσβαλλόμενη μη οριστική δεν διαλαμβάνουν μείζονα πρόταση, που να αναφέρει τους κανόνες δικαίου τους οποίους εφάρμοσαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2004 αίτηση των Χ1, κλπ και τους από 17-5-2007 πρόσθετους λόγους για αναίρεση των 778/2204 οριστικής και 79/2004 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ