Legislator Case Law & Legislation
2109/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lease rent adjustment ruling citing evidence assessment errors.

Case Number 2109/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a final court ruling that reduced a commercial lease rent. The municipality argued the tenant exploited a prime beachfront location and failed to account for economic crisis impacts, claiming the lower rent was arbitrary. The court rejected these arguments, ruling that the lower court's assessment of evidence regarding the property's value and the tenant's conduct was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 nos. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court cannot re-evaluate the evidence or the factual findings of the court of first instance regarding the adjustment of lease rents.

Keywords

AI generated
lease rent adjustment commercial lease dispute appellate review limits evidence assessment public interest defense

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq., 647 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of Law 3463/2006
Article 28 para. 4 item b of Law 2579/1998
Article 276 para. 1 item g of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2109 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2109/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΡΩΠΙΑΣ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΟΜΠΙ ΕΠΕ" και δ.τ. "Mojito Bay", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1965/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5.4.2023 και με αρ. καταθ. 3203/316/6.4.2023 αίτηση αναίρεσης ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο αιτιάσεων, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1965/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΟΜΠΙ Ε.Π.Ε.", κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 επ., 647 επ.

του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1965/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 26.10.2015 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες στήριξαν την καταρτισθείσα από 22.1.2009 σύμβαση μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής ως μισθώτριας και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. "Δήμου Κρωπίας" ως εκμισθωτή, ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος για τη χρήση του περιγραφομένου σε αυτήν μισθίου ακινήτου, κατά τα ειδικότερα εκεί αναφερόμενα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος η υπ' αριθ. 171/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της επί του άρθρου 388 του Α.Κ., καθορίζοντας (μειώνοντας) το ετήσιο μίσθωμα σε 213.373 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ο.Τ.Α.

άσκησε την από 16.3.2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1965/2021 απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της αγωγής, την οποία, αφού απέρριψε αυτήν ως αόριστη κατά την κυρία βάση της επί του άρθρου 388 του Α.Κ.

έκανε δεκτή αυτήν εν μέρει κατά την επικουρική της βάση επί του άρθρου 288 του Α.Κ. αφού έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη και καθόρισε το ετήσιο μίσθωμα, που οφείλει να καταβάλλει η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο ποσό των 230.000 ευρώ. Την απόφαση αυτή επέδωσε ο αναιρεσείων Δήμος στην ήδη αναιρεσίβλητη στις 22-2-2023 (βλ.

υπ'αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Κ. και μετά την άπρακτη πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (στις 09-03-2023), η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (άρθρ. 501, 503 παρ. 1, 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως εάν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.

Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.Α.Π. 3/2014, Α.Π. 800/2020, Α.Π. 765/2020, Α.Π. 699/2020, Α.Π. 549/2020).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου", για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας, το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής, η οποία υπάρχει, όταν, λόγω ουσιώδους μειώσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, καθώς επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια, και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.Α.Π. 3/2014).

Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 του Α.Κ., μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.

Ειδικά, η γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 και εφεξής, η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα, η σημαντική αύξηση της φορολογίας των εισοδημάτων και η επιβολή οικονομικών βαρών στην ακίνητη περιουσία κ.λ.π., που συνεπάγονται και μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 288 του Α.Κ.

και, συνεπώς, τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα (Α.Π. 472/2023, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 983/2018). Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων.

Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει, δηλαδή, τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής και εφεξής (Α.Π. 1439/2021, Α.Π. 765/2020, Α.Π. 595/2020, Α.Π. 549/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., είναι, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., τα εξής: 1) Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και, επομένως, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμία συνέπειά της. 2) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης -από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή- συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.

Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης, που συντρέχουν κάθε φορά. 3) Ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μεταξύ του από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενου αφενός και του αρχικά συμφωνημένου ή τον μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενου μισθώματος αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.

Κατά συνέπειαν, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής, πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. 4) Αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) Ορισμένο αίτημα (Α.Π. 1145/2019, Α.Π. 155/2018, Α.Π. 203/2017, Α.Π. 320/2016).

Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 472/2023, Α.Π. 641/2021, Α.Π. 29/2021, Α.Π. 1242/2020, Α.Π. 800/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίσθηκε (σε σχέση με την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω, επικουρική, εκ του άρθρου 288 του Α.Κ., βάση) ότι, δυνάμει του από 22.1.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, μίσθωσε από τον εναγόμενο, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, τις κτιριακές εγκαταστάσεις της παραλίας Λομβάρδας Κορωπίου (περιοχή Αγίας Μαρίνας), συνολικού εμβαδού 260 τ.μ., με τον περιβάλλοντα χώρο (αποδυτήρια και πλαζ), για χρονικό διάστημα 5 ετών, παραταθείσα μέχρι την 30.6.2019, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (αναψυκτήριο, εστιατόριο, ουζερί, music bar, κλπ).

Ότι, κατόπιν συμφωνίας με τον εκμισθωτή, ανέλαβε την υποχρέωση, με δικές της δαπάνες, να διαμορφώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε, δαπανώντας προς τούτο το συνολικό ποσό του 2.000.000 ευρώ. Ότι το αρχικό ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως, σύμφωνα με τον επίσημο τιμάριθμο, το οποίο, κατά την άσκηση της (πρώτης) από 16.9.2011 αγωγής, ανερχόταν σε 300.000 ευρώ.

Ότι, επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αρ. 529/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό μειώθηκε και καθορίστηκε σε 250.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο για τα μισθωτικά έτη 2012 και 2013 σύμφωνα με τον επίσημο τιμάριθμο. Ότι, από το έτος 2013, εξαιτίας της περαιτέρω σφοδρής και απρόβλεπτης οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, επήλθε σοβαρότερη μείωση των μισθωτικών αξιών των καταστημάτων και συνεχιζόμενη μείωση του κύκλου εργασιών (τζίρου) του εν λόγω καταστήματός της κατά ποσοστό 30% σε σχέση με το έτος 2010 και 60% σε σχέση με το έτος 2009.

Ότι, λόγω απαγόρευσης του καπνίσματος αναγκάστηκε να λειτουργεί την επιχείρηση μόνο κατά τους τρεις θερινούς μήνες. Ότι η απρόοπτη ματαίωση του έργου επέκτασης της Αττικής Οδού μέχρι την περιοχή του μισθίου, δυσχέρανε την αναμενόμενη προσέλευση επισκεπτών. Ότι λόγω της μεταβολής των συνθηκών, που πλέον έχει καταστεί μόνιμη, έχει επέλθει μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ουσιώδης απόκλιση σε σχέση με το ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, η οποία παραβιάζει την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτείται στις συναλλαγές και επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και καθιστά αναγκαία την αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να καθορισθεί κατ' άρθρο 388 του Α.Κ. και επικουρικά, κατ' άρθρο 288 του Α.Κ., το ετήσιο μίσθωμα για το έτος 2015, στο ποσό των 142.248,96 (11.854,08 ευρώ μηνιαίως), άλλως από την επίδοση της αγωγής έως τη λήξη της μισθώσεως με ετήσια αναπροσαρμογή κατά ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτός ανακοινώνεται από την Ε.Σ.Υ.Ε.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, περιέχει, κατά την επικουρική βάση της, εκ του άρθρου 288 του Α.Κ., όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της, και δη, εκτίθενται οι συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, τη μείωση του μισθώματος, αναφέρονται δηλαδή, αφενός μεν το κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής αναπροσαρμογής καταβαλλόμενο μίσθωμα, αφετέρου δε τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το ύψος του μισθώματος, που ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, καθώς επίσης η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος, εξαιτίας των οποίων επιβάλλεται η αναπροσαρμογή αυτού με μείωση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (αληθώς από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε τον δεύτερο λόγο εφέσεως και δεν έκρινε την αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2013, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 49/2022, Α.Π. 633/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 1013/2020, Α.Π. 30/2020).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 502/2022, Α.Π. 777/2021, Α.Π. 664/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1965/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Κατόπιν διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, το από 18.5.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος Δήμος Κρωπίας εκμίσθωσε στην ενάγουσα τις κτιριακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην παραλία Λομβάρδας Κορωπίου, επιφάνειας 260 τ.μ.

και τον περιβάλλοντα χώρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως κυλικείο αναψυκτήριο, σελφ σέρβις φαγητού και αναψυκτικών, ουζερί, εστιατόριο και μπαρ, αντί μισθώματος ανερχομένου σε ποσοστό 18% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων της ενάγουσας ανά μήνα για τα δυο πρώτα έτη και 20% για τα υπόλοιπα τρία έτη, συμφωνήθηκε δε ότι, αν το ποσό αυτό είναι μικρότερο των 500.000 δραχμών, τότε η ενάγουσα θα συμπληρώνει τη διαφορά.

Δυνάμει του από 22-1-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης της ανωτέρω σύμβασης, παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης έως 30-6-2019 και το μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 300.000 ευρώ ετησίως, καταβαλλόμενο σε δυο ισόποσες δόσεις, την 1η Ιανουάριου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να παραμείνει σταθερό για τα τρία πρώτα έτη, έως 30-6-2012, και από 1-7-2012 να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό ίσο προς τον επίσημο τιμάριθμο, όπως ανακοινώνεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία πλέον 2% κατ' ελάχιστο κατά ποσοστό 5%.

Ήδη, με την υπ' αριθ. 529/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το μίσθωμα μειώθηκε στο ποσό των 250.000 ευρώ ετησίως για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, ορίσθηκε δε η ετήσια αναπροσαρμογή του για τα μισθωτικά έτη 2012 και 2013 να καθορίζεται κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου.

Από το έτος 2015 το ετήσιο μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό των 284.497,92 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ήδη από το έτος 2010 έπληξε, μεταξύ άλλων χωρών, την Ελλάδα μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία συνεχίσθηκε και επιδεινώθηκε και μετά τα έτη 2012 και 2013, ειδικότερα δε μετά την 1-1-2013, οπότε υπεγράφη το δεύτερο μνημόνιο (ν. 4046/2012), που επέβαλε ιδιαιτέρως επαχθή οικονομικά μέτρα. Η οικονομική αυτή κρίση είχε ως συνέπεια την έλλειψη οικονομικής ρευστότητας των επιχειρήσεων, την αδυναμία δανεισμού τους, την ανεργία, τη μείωση των μισθών και συντάξεων των πολιτών, κατ' επέκταση δε μείωση των εισοδημάτων τους, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα των εμπορικών επιχειρήσεων και της επιχείρησης της ενάγουσας, ειδικότερα και είχε ως αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την αύξηση των λειτουργικών εξόδων της, τη μείωση των εσόδων της. Συγκεκριμένα, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, που δεν αρνείται ειδικώς ο εναγόμενος Δήμος, η επιχείρηση της ενάγουσας παρουσίαζε ζημιές, ανερχόμενες, τη χρήση 2013 στο ποσό των 424.344,01 ευρώ, τη χρήση 2014 στο ποσό των 523.421,13 ευρώ και το πρώτο οκτάμηνο 2015 στο ποσό των 112.989,83 ευρώ.

Εξάλλου, η παρατεινόμενη αυτή οικονομική κρίση επέφερε μείωση της μισθωτικής αξίας των εμπορικών ακινήτων σε όλη την Ελλάδα. Επισημαίνεται επίσης ότι το μίσθιο ακίνητο χρησιμοποιείται πλέον μόνο κατά τη θερινή περίοδο, είναι απομακρυσμένο από την Αθήνα και εξυπηρετείται μόνο από την παραλιακή λεωφόρο.

Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η μεταβολή των συνθηκών που επήλθε μετά την κατάρτιση της ανωτέρω τροποποιητικής σύμβασης και περαιτέρω, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 529/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έως το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής έχει προσλάβει το χαρακτήρα μόνιμης μεταβολής, ενόψει δε τούτου, το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ουσιώδης απόκλιση ανάμεσα στο μίσθωμα που θα ήταν επιβαλλόμενο, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και το καταβαλλόμενο μίσθωμα, σε τρόπο ώστε η διατήρηση αυτού να επιφέρει στην ενάγουσα ζημία, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό προσδιορισμό του μισθώματος κίνδυνο, δεδομένου ότι μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος και εκείνου που μπορεί, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, υπάρχει σημαντική διαφορά.

Προς τούτο επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η αναπροσαρμογή του οφειλόμενου από την άσκηση της αγωγής έως την 31-12-2017 ετησίου μισθώματος στο ποσό των 230.000 ευρώ....". Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1965/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16.3.2017 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 171/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, καθορίζοντας το ετήσιο μίσθωμα σε 213.373,44 ευρώ), αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, αφού έκρινε ως αόριστη αυτήν κατά την κύρια βάση της επί του άρθρου 388 του Α.Κ., κατά παραδοχή του πρώτου λόγου εφέσεως, την έκανε εν μέρει δεκτή, κατά την επικουρική βάση της, εκ του άρθρου 288 του Α.Κ., και προχώρησε σε αναπροσαρμογή του ετήσιου μισθώματος, το οποίο καθόρισε στο ποσό των 230.000 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31.12.2017.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται το ύψος του συμφωνημένου και καταβαλλομένου ετησίου μισθώματος, που ανερχόταν στο ποσό των 300.000 ευρώ, από την 22-1-2009 και συμφωνήθηκε να παραμείνει σταθερό για τα τρία πρώτα έτη και να αναπροσαρμόζεται αυτό ετησίως από 1-7-2012 κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ότι με την υπ' αριθ. 529/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτό μειώθηκε σε 250.000 ευρώ ετησίως και ορίσθηκε η ετήσια αναπροσαρμογή του, για τα μισθωτικά έτη 2012 και 2013, να καθορίζεται κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου, κατά το έτος δε 2015 διαμορφώθηκε σε 284.497,92 ευρώ.

Διαλαμβάνεται ακόμη ότι η περιγραφόμενη μεταβολή των συνθηκών, που επήλθε μετά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, αλλά και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 529/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει χαρακτήρα μόνιμης μεταβολής, ότι μεταξύ της συμφωνηθείσας και της πραγματικής, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου, υπάρχει ουσιώδης απόκλιση, που επιβάλλει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, την μείωση αυτού, στο καθορισθέν ποσό των 230.000 ευρώ ετησίως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι, εξ αιτίας της μόνιμης πλέον δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, η μισθωτική αξία του επιδίκου, όπως και όλων των επαγγελματικών χώρων, γνωρίζει προοδευτική μείωση, προέβη, πριν από την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στην σύγκριση των δύο ποσών (συμφωνημένου μισθώματος και ελευθέρου τοιούτου) και, αξιολογώντας την διαπιστωθείσα μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχουσα απόκλιση ως τοιαύτη, εξ αιτίας της οποίας δημιουργείται, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η ανάγκη αναπροσαρμογής του συμφωνημένου και καταβαλλομένου μισθώματος, επεδίκασε αυτήν (διαφορά) στο σύνολό της, κρίνοντας ότι η μείωση του ετησίου μισθώματος στο επίπεδο των 230.000 ευρώ είναι αναγκαία, προκειμένου να αρθεί, στην προκειμένη περίπτωση, η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη.

Επομένως, το Εφετείο ερεύνησε τις συνθήκες, που επικράτησαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα, από την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής, η δε μη αναφορά συγκριτικών στοιχείων σχετικά με την αξία ομοειδών μισθίων δεν καθιστά ελλιπή την αιτιολογία, καθόσον ούτε έγινε επίκληση ούτε προσκομίστηκαν τέτοια.

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καλύπτεται δε με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, το αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η άρση της δυσαναλογίας και η αποκατάσταση της διαταραχθείσας καλής πίστης, που είναι αναγκαία για τη μείωση του ετησίου μισθώματος στο επίπεδο των 230.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω και, συνεπώς, πληρούται το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις, που αναφέρονται στον δεύτερο (συμπληρωματικό του πρώτου) λόγο αναιρέσεως, κατά τις οποίες: 1) η αναιρεσίβλητη εκμεταλλεύεται ένα προνομιακό ακίνητο, που εξυπηρετεί κατ' αποκλειστικότητα επισκέπτες και λουόμενους της παραλίας της Λομβάρδας, στον οποίον η προσέλευση ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, πραγματοποιείται από όλη την Αθήνα, 2) το μίσθωμα αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για το Δήμο, προκειμένου να ανταποκρίνεται στο ρόλο του και να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, 3) το μίσθιο ακίνητο περιλαμβάνει κτιριακές εγκαταστάσεις 260 τ.μ.

και η αναιρεσίβλητη έχει κατασκευάσει επί πλέον κλειστή αίθουσα πελατών, 500 περίπου τ.μ., με πέργκολα και υαλοπίνακες και η συνολική καλυμμένη επιφάνεια ανέρχεται στα 760 τ.μ., ο δε πέραν των εγκαταστάσεων ακάλυπτος χώρος είναι 3.600 τ.μ. και ο χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων 3.500 τ.μ., με δυνατότητα επέκτασής του τις ημέρες της αυξημένης προσέλευσης πελατών σε ακόμη 20.000 τ.μ., είχε μισθώσει δε και τη χρήση του αιγιαλού για την εκμετάλλευση ομπρελοκαθισμάτων με επιφάνεια 500 τ.μ., 4) ενώ οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είχαν ήδη αναφανεί κατά την πρώτη αναπροσαρμογή του μισθώματος, παρά την επιδείνωση αυτών επεδίωξε να συνεχίσει τη μίσθωση του ακινήτου με το αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα, και 5) όλα αυτά επιδρούν σημαντικά στη μισθωτική αξία του ακινήτου, είναι απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με διαφορετική προσέγγιση των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α., λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως κατ'άρθρ. 281 παρ. 2 του Ν.3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

Διάταξη για την τύχη του παραβόλου δεν θα τεθεί, διότι ο αναιρεσείων Δήμος δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 εδ. β'του Ν.2579/1998 και 276 παρ. 1 εδ. γ'του Ν.3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.4.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1965/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ