Legislator Case Law & Legislation
2109/2018 AI generated

2109/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2109/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2109/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ'έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ'αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2109 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2109/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Π. Ν. του Ν., κατοίκου ... και 2)Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Νικηφοράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 15109/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ'αριθμ....-2-2018 και ...-2-2018, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος Π. Ν., Β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος Σ. Ν. και να παραπεμφθεί η υπόθεση γι' αυτόν για νέα συζήτηση και Γ) να επεκταθεί το ως άνω επωφελές αποτέλεσμα της αιτήσεως αναιρέσεως του 2ου αναιρεσείοντος Σ. Ν. και στον 1° αναιρεσείοντα Π. Ν..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η με αρ.εκθ. κατάθ. του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ...-2-2018 και η με αρ. εκθ.καταθ. του ίδιου γραμματέα ...-2-2018 αιτήσεις του Π. Ν. του Ν. ...) και του Σ. Ν. του Π., αντίστοιχα, ... (οδ. ...) για αναίρεση της υπ'αρ.15109/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, οι οποίες ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν.

Α)Ως προς την αναίρεση του Π. Ν.: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ.1α και 476 παρ.1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ. Προκύπτει οτι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επί πλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ.1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει οτι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων κατά απόφασης είναι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης από την επίδοσή της (απόφασης).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο Π. Ν. η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του, όπως δε προκύπτει από το από 26-1-2018 αποδεικτικό επίδοσης του ειδικού φρουρού του Α.Τ.Φιλοθέης - Ψυχικού Β. Β. του επιδόθηκε (προσβαλλόμενη) στις 26-1-2018 (την παρέλαβε η σύνοικος σύζυγός του Δ. Κ. - αρθρ. 155 παρ.1 εδ.α, β ΚΠΔ). Η αίτηση αναίρεσης αυτού ασκήθηκε στις 6/2/2018 ενώπιον του γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, συνταγείσης της υπ'αρ....-2-2018 σχετικής έκθεσης, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 10 (δέκα) ημερών από την επίδοση της απόφασης. Επομένως και σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ που προαναφέρθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στην οποία δεν γίνεται καθόλου επίκληση περιστατικών, τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της είναι απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Κατ'ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης του Π. Ν. πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.476 παρ.1 εδ.α , 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Β)Ως προς την αναίρεση του Σ. Ν.:

Η προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του, του επιδόθηκε στις 29-1-2018, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του Αστ/κα του Α.Τ.Παπάγου - Χολαργού Π. Π., και την κρινόμενη αίτησή του την άσκησε στις 6 Φεβρουαρίου 2018, συνταγείσης της υπ'αρ....-2-2018 έκθεσης κατάθεσης του γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης του Σ. Ν. ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της.

Κατά το άρθρο 501 παρ.1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ.α'ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ.1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του Ν.3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357 - 363, 366-373" (Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδ.α'ορίζει οτι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλον την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.3 του ν.3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παρ.1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".

Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει οτι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ'έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία.

Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ'έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ'αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται οτι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ'αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία.

Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας. (Ολ.ΑΠ 3/2006, ΑΠ 713/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 87.999/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών ανασταλείσα για τρία έτη και σε συνολική χρηματική ποινή 2200 ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.

Κατά της πιο πάνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε εμπρόθεσμα έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε ορισθεί για τις 5-4-2016, ο αναιρεσείων παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πλην όμως αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης λόγω αποχής των δικηγόρων για τις 18-10-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της συνηγόρου του, το δε Δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα "για την 2-5-2017 χωρίς κλήση του αναιρεσείοντος και του παρόντος μάρτυρα", δηλαδή η εκδίκασή της αναβλήθηκε αφού είχαν αναγνωσθεί και τα ονόματα αυτών (μαρτύρων).

Κατά την ως άνω δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 15109/2-5-2017 απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ'εφαρμογή του άρθρου 501 παρ.1 του ΚΠΔ. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, στις 2 μαΐου 2017 η δίκη ήταν μετ'αναβολή, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε εμφανισθεί και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της έφεσης, καθόσον το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων.

Άρα το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με το να απορρίψει τη έφεση ως ανυποστήρικτη, δεχόμενο ότι "πρέπει ν'απορριφθεί η έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, δεδομένου οτι στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης ουδέποτε μέχρι σήμερα το Δικαστήριο υπεισήλθε στην εκδίκαση (έναρξη αποδεικτικής διαδικασίας της υποθέσεως)" υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ'αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον κατηγορούμενο και να δικάσει την υπόθεση κατ'ουσίαν.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του Κ.Π.Δ.μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Σ. Ν. του Π., είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (αρθρ.519 ΚΠΔ).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδαφ.α'του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους." Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές δε προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι:

α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορούμενου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (βλ.

σχ. ΑΠ 220/2016, ΑΠ 734/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση ο κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Ν. του Π., για υπέρβαση εξουσίας, ο οποίος έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά αφορά και το πρόσωπο του συγκαταδικασθέντος για τις ίδιες ως άνω πράξεις συναυτουργού σ'αυτές Π. Ν. του Ν., καταδικασθέντος μάλιστα στις ίδιες ποινές με τον αναιρεσείοντα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε δε η κατά της τελευταίας έφεση του με την προσβαλλόμενη ως ανυποστήρικτη, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα που ισχύουν και γι'αυτόν, θάπρεπε να εξεταστεί κατ'ουσίαν. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ένδικης αναίρεσης του Σ. Ν., πρέπει, κατ'άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον προαναφερθέντα που άσκησε αναίρεση εκπρόθεσμα κι αυτή με την παρούσα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, συγκατηγορούμενο, συγκαταδικασθέντα και ωφελούμενο Π. Ν. του Ν..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει την με αρ.εκθ.καταθ. του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ...-2-2018 αίτηση του Π. Ν. του Ν., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ'αρ.15109/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Αναιρεί την με αρ.15.109/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα Σ. Ν. του Π..

Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και στον συγκατηγορούμενο αυτού Π. Ν. του Ν..

Παραπέμπει στο σύνολό της την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ