2109/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας.
Legislator headnote
AI generated2109/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2109 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2109/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω και από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι οποίοι κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, ως διαδόχου του Οργανισμού Αντασφάλισης και Συντονισμού (ΟΑΣΙΣ), που καταργήθηκε με το άρθρο 8 του Ν 3698/2008, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητου: Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θανάση Ξηρό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 10-9-2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας.
Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 6/2014).
Με το άρθρο 8 του Ν.2945/2001 (ΦΕΚ 223 Α/8-10-2001) συστάθηκε ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Αντασφάλισης και Συντονισμού" και με το διακριτικό τίτλο ΟΑΣΙΣ, ο οποίος ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 8 του Ν.3. 698/2008 (ΦΕΚ Α', 198/2-10-2008) και διάδοχος αυτού είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 8 του Ν.2945/2001, ο Οργανισμός λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ιδίου ως άνω νόμου ο σκοπός του Οργανισμού είναι: α) Ο συντονισμός, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της λειτουργίας του Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ), των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αλληλοασφαλιστικών συνεταιρισμών που συμμετέχουν στο ετήσιο πρόγραμμα γεωργικών ασφαλίσεων της παρ. 2 του άρθρου 9 του νόμου αυτού και β) η παροχή αντασφαλιστικών προγραμμάτων στα παραπάνω νομικά πρόσωπα που καλύπτουν αγροτικούς κινδύνους.
Κατά τα άρθρα 10 και 11 του ως άνω νόμου όργανα διοίκησης είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος, το Διοικητικό Συμβούλιο δε είναι επταμελές και αποτελείται, μεταξύ άλλων, από τον Πρόεδρο, που ορίζεται από τον Υπουργό Γεωργίας μεταξύ επιστημόνων με κύρος, γνώσεις και εμπειρία στο αντικείμενο με τριετή θητεία.
Εξάλλου στο άρθρο 13 παρ. 2 του ως άνω Ν.2945/2001 προβλέπονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου, μεταξύ των οποίων, αυτός εκπροσωπεί τον Οργανισμό, συγκαλεί το ΔΣ και διευθύνει τις συνεδριάσεις του, παρακολουθεί την όλη λειτουργία του Οργανισμού, ελέγχει την ορθή εκτέλεση και εφαρμογή των αποφάσεων του ΔΣ του Οργανισμού, παρακολουθεί και ελέγχει τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σχετικά με τις υποχρεώσεις τους προς τον Οργανισμό και την εκτέλεση του προγράμματος γεωργικών ασφαλίσεων και ενημερώνει το ΔΣ, προΐσταται των υπηρεσιών του Οργανισμού και διευθύνει το έργο τους σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις αποφάσεις του ΔΣ και εισηγείται στο ΔΣ θέματα κατάστασης του προσωπικού του Οργανισμού.....
Περαιτέρω η πρόσληψη του Προέδρου του Οργανισμού, που είναι ΝΠΙΔ, γίνεται πράγματι, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που όμως το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής δεν διαμορφώθηκε ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους, αλλά προσαρμόσθηκε στο νόμο, που καθορίζει, ως προς την εν προκειμένω ενδιαφέρουσα διάρκεια της συμβάσεως, τριών ετών, το δε σημαντικότερο προσόν για την επιλογή του ως Προέδρου είναι η εμπιστοσύνη της εποπτεύουσας πολιτικής ηγεσίας προς το πρόσωπό του και η προσδοκία αυτής ότι ο επιλεγόμενος θα αναδειχθεί ικανός για την προώθηση της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της ευθύνης του( βλ.ΟλΑΠ 5/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: ".... Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο (του προαναφερθέντος Οργανισμού ΟΑΣΙΣ) διορίστηκε με την υπ αριθμ. 208628/3-2-2003 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για τριετή θητεία. Με την υπ αριθμ. 208627/3-2-2003 απόφαση του ιδίου Υπουργού διορίστηκε ο ενάγων στη θέση του Προέδρου επίσης για τριετή θητεία με καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
Προκειμένου ο ενάγων να αναλάβει τα ως άνω καθήκοντά του, έπρεπε προηγουμένως να αποσπασθεί από την Αγροτική Τράπεζα, όπου υπηρετούσε (και υπηρετεί μετά την λήξη της θητείας του ως Προέδρου του ως άνω Οργανισμού), ως υπάλληλος του Κλάδου Γεωτεχνικών-Γεωπόνων. Η απόσπασή του πραγματοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 77/5-3-2003 απόφαση της Διοίκησης της Αγροτικής Τράπεζας και από 7-3-2003 άρχισε η θητεία του στη θέση του Προέδρου του Οργανισμού.
Με την υπ' αριθμ. 2/27403/0022/29-5-2003 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο 722/τ.Β/5-6-2003 ΦΕΚ, καθορίστηκε από αναλήψεως καθηκόντων του ενάγοντος (7-3-2003) η μηνιαία αντιμισθία του, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, στο ποσό των 4.200 ευρώ, ενώ επίσης ορίστηκε ότι καταβάλλονται σ' αυτόν τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων - Πάσχα) και αδείας, καθώς και οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Ν.2470/1997(ΦΕΚ Α 40).
Η παραπάνω υπουργική απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 13 του Ν. 2945/2001...Από το ισχύον νομικό πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στον ιδρυτικό νόμο και στον Κανονισμό Λειτουργίας του Οργανισμού, ο ενάγων κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων και την παροχή εν γένει των υπηρεσιών του, υποχρεούτο να εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού, που ήταν το κυρίαρχο όργανο αυτού.
Ως εκ τούτου, ήταν λιαν περιορισμένη η ανάπτυξη πρωτοβουλιών εκ μέρους του ενάγοντος και πλήρης η συμμόρφωση του προς τις οδηγίες και αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού. Περαιτέρω καθ' όλο το χρονικό διάστημα της θητείας του ως Προέδρου του Οργανισμού, συνέχισε να ασφαλίζεται στα ταμεία της Αγροτικής Τράπεζας, όπως όλοι οι εργαζόμενοί της, οι οποίοι συνδέονται με αυτή, με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Άλλωστε μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων του ως Προέδρου του Οργανισμού, υπηρετούσε ως υπάλληλος του Κλάδου Γεωτεχνικών-Γεωπόνων στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία αποσπάσθηκε, προκειμένου να αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντά του. Επιπλέον κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προέδρου του Οργανισμού, υποχρεούτο να παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία αυτού (Οργανισμού).
Ενόψει όλων των παραπάνω, η συνδέουσα τον ενάγοντα με τον Οργανισμό σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως ως προς τον χαρακτήρα της συνδέουσας τον ενάγοντα με τον εναγόμενο Οργανισμό συμβάσεως, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι η συνδέουσα τον ενάγοντα με τον Οργανισμό σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εντολής, ή της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν με τον αρχικά εναγόμενο Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας και συνεπώς εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η πρόσληψη του αναιρεσιβλήτου έγινε, πράγματι, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (βλ.ΟλΑΠ 5/2014).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 2. Στο άρθρο 10 παρ.1 του Ν. 3260/6-8-2004 ("Ρυθμίσεις του συστήματος προσλήψεων και θεμάτων δημόσιας διοίκησης", ΦΕΚ 151/6-8-2004) ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λήγει, αυτοδικαίως, η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα με οποιαδήποτε ονομασία συμβούλια ή επιτροπές κρίσεως θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης πολιτικών υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών που ανήκουν στο Κράτος ή το Κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου ή διορίζει τον διοικητή ή τον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο, πλην αυτών που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και των θυγατρικών τους εταιρειών".
Στο άρθρο 10 παρ.2 του άνω Ν. 3260/2004 ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης, αυτοδικαίως, η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον Ν.2860/2000, γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, πλην των εξαιρουμένων.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα λοιπά συλλογικά όργανα (νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, επιστημονικά ή γνωμοδοτικά συμβούλια ή επιτροπές κλπ) των αυτών ως άνω φορέων, για τα οποία προβλέπεται ορισμένη θητεία. Εξαιρούνται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου τα αιρετά μέλη ή μονομελή όργανα, αυτά που υποδεικνύονται κατά το νόμο, οργανισμό ή κανονισμό ή συλλογική σύμβαση από επαγγελματικές οργανώσεις, οι πρόεδροι και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών του ν. 3051/2002 και αυτά που διορίστηκαν μετά την 15-3- 2004, καθώς και τα συλλογικά όργανα των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα μονομελή όργανα διοίκησης των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο του ΟΑΕΕ, (...) και η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή".
Ακόμη στο άρθρο 11 παρ.4 του άνω Ν. 3260/2004 ορίσθηκε ότι "Τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα, των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 10, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως την αντικατάστασή τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους".
Με τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με το χρόνο (6-8-2004), κατά τον οποίο εκδόθηκε ο Ν. 3260/2004, επιδιώχθηκε η αυτοδίκαιη λήξη της θητείας και η, δια του τρόπου αυτού, αντικατάσταση ενός σημαντικού αριθμού φυσικών προσώπων, τα οποία είτε συγκροτούσαν πολυμελή είτε συνιστούσαν μονομελή όργανα διοίκησης σε κρατικούς φορείς, δια μέσου των οποίων, ακόμη και αν οι φορείς αυτοί έχουν νομική προσωπικότητα ιδιωτικού δικαίου, ασκείται η κυβερνητική πολιτική.
Η αντικατάσταση υπαγορεύθηκε, προεχόντως, από λόγους πολιτικής εμπιστοσύνης, όπως συμβαίνει ύστερα από μια κυβερνητική μεταβολή, οπότε εκτιμάται ότι πρόσωπα, τα οποία είχαν επιλεγεί και προσληφθεί επί θητεία, με βασικό κριτήριο την προς αυτά εμπιστοσύνη μιας συγκεκριμένης πολιτικής ηγεσίας, βρίσκονται σε δυσχέρεια να εξακολουθήσουν την άσκηση των καθηκόντων τους και να συνεργασθούν με τη νέα πολιτική ηγεσία, μετά την αποχώρηση εκείνης που τα είχε επιλέξει (ΟλΑΠ 5/2014).
Περαιτέρω με το άρθρο 20 παρ. 36 περ. β' του Ν.3399/17-10-2005, ορίσθηκε ότι τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων και τα μονομελή όργανα διοίκησης των νομικών προσώπων της περίπτωσης α`,( στα οποία περιλαμβάνεται και ο Οργανισμός (ΟΑΣΙΣ)), που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (17-10-2005), εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, και τα ακόλουθα : "... Περαιτέρω με το άρθρο 20 παρ. 36 περ. β' του Ν.3399/17-10-2005, ορίσθηκε ότι τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων και τα μονομελή όργανα διοίκησης των νομικών προσώπων της περίπτωσης α', (στα οποία περιλαμβάνεται και ο Οργανισμός (ΟΑΣΙΣ), που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (17-10-2005), εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
Κατόπιν αυτού παρατάθηκε η θητεία του ενάγοντος αναγκαστικά από τον Οκτώβριο του 2005 έως και τη λήξη της. Ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Οργανισμό μέχρι την αντικατάστασή του ή τη λήξη της θητείας του, πλην όμως το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν επιμελήθηκε για την υποστήριξη των προγραμμάτων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και για την έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων του, ιδίως οικονομικών, με αποτέλεσμα ο Οργανισμός από τον Νοέμβριο του έτους 2004 να παραμένει ανενεργός και να στερείται οικονομικών πόρων.
Ενόψει αυτής της κατάστασης ο ενάγων, καθώς και τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υπέβαλλαν εγγράφως στις αρχές του 2005 τις παραιτήσεις τους στον Οργανισμό και στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, πλην όμως δεν υπήρξε καμία απάντηση επ' αυτών. Κατόπιν αυτού ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον Οργανισμό μέχρι τη λήξη της τριετούς θητείας του (6-3-2006).
Λόγω των ανωτέρω οικονομικών προβλημάτων ο Οργανισμός από τον Νοέμβριο του 2004 έως 7-3-2006 δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις αποδοχές που δικαιούνταν σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 11 του Ν.3260/2004 και τη διάταξη της παρ. 36 εδ. β' του άρθρου 20 του Ν. 3399/2005. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται τις αποδοχές, ποσού 107.226,70 ευρώ, του χρονικού διαστήματος 1-11-2004 έως 7-3-2006 και συγκεκριμένα μηνιαία αντιμισθία 4.271 ευρώ για καθένα των μηνών Νοεμβρίου 2004 έως Φεβρουαρίου 2006, αντιμισθία 1.025 ευρώ για την πρώτη εβδομάδα Μαρτίου 2006, επιδόματα αδείας 2.136 ευρώ για καθένα των ετών 2005 και 2006, δώρα Χριστουγέννων 4.445,41 ευρώ για καθένα των ετών 2004 και 2005, δώρα Πάσχα 2.136 ευρώ και 1.246 ευρώ για τα έτη 2005 και 2006 και ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη για το Ταμείο Συντάξεων ποσού 13.242,78 ευρώ, για το Επικουρικό ποσού 4.767,41 ευρώ και για το Ταμείο Υγείας ποσού 3.310,69 ευρώ.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ο οποίος εμπεριέχεται. στον πρώτο λόγο εφέσεως ότι ο Οργανισμός ήδη από τον Νοέμβριο του 2004 δεν λειτουργούσε και επομένως ο ενάγων δεν ασκούσε τα καθήκοντά του, ώστε να δικαιούται την μηνιαία αντιμισθία του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι τα οικονομικά προβλήματα του Οργανισμού, δεν αίρουν την υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα τις προβλεπόμενες από το νόμο μηνιαίες αποζημιώσεις του για την παροχή των υπηρεσιών του, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι τη λήξη της θητείας του, ενώ εξάλλου ο Οργανισμός, καθώς και ο αρμόδιος Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μπορούσαν να είχαν αποδεχθεί την ως άνω παραίτηση του ενάγοντος, ώστε να μην υποχρεωθεί ο Οργανισμός (ήδη το Ελληνικό Δημόσιο) να του καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και επιδίκασε στον ενάγοντα μικτές αποδοχές συνολικού ποσού 107.226,70 ευρώ νομιμοτόκως, για το ύψος των οποίων δεν παραπονείται το εκκαλούν με λόγο έφεσης, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο αυτό υποστηρίζει τα αντίθετα, ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ενάγων παρέμεινε στη θέση του και άσκησε τα καθήκοντά του Προέδρου του Οργανισμού μέχρι τη λήξη της τριετούς θητεία στις 7-3-2006 και για το λόγο αυτόν δικαιούνταν τις ένδικες αξιώσεις του, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, σύμφωνα με σκέψεις που προηγήθηκαν, οι υποχρεώσεις του ενάγοντος να παραμείνει στη θέση του και να προσφέρει τις υπηρεσίες του μέχρι τη λήξη της θητείας του, δεν προϋποθέτουν ενεργό οργανισμό, που παρουσιάζει οικονομικά προβλήματα, αλλά νόμιμα συνεστημένο οργανισμό, που δεν καταργήθηκε και ο διορισμένος νόμιμα πρόεδρος αυτού παρέχει τις υπηρεσίες του και δεν έπαυσε με αποδοχή της παραίτησής από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ως κατ' ουσία βάσιμη με την ανωτέρω αιτιολογία.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών κανόνων δικαίου. Τούτο γιατί, η παραδοχή ότι 1) από τον Νοέμβριο του 2004 ο εναγόμενος Οργανισμός (που δεν είχε καταργηθεί), παρέμεινε ανενεργός και στερείτο οικονομικών πόρων και 2) ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) υπέβαλε εγγράφως στον αρμόδιο υπουργό στις 18-1-2005 την παραίτησή του, που όμως δεν έγινε αποδεκτή, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο Οργανισμό μέχρι τη λήξη της θητείας του, με συνέπεια να δικαιούται της συμφωνημένης αντιμισθίας του.
Είναι συνεπώς αβάσιμος ο συναφής τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Δημόσιο, λόγω της ήττας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957( ΟλΑΠ 16/2014), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β`11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 504/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ