Legislator Case Law & Legislation
2109/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second defendant but allows appeal against first defendant regarding court costs.

Case Number 2109/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the second defendant, who had predeceased the proceedings, while allowing the appeal against the first defendant. The first defendant, acting as sole heir, sought restitution of court costs paid to the opposing counsel's representative. The court rejected the request for restitution because the evidence failed to prove the lawyer possessed specific civil law authority to receive money, as general judicial authority does not cover substantive claims. Consequently, the appeal was allowed only for the first defendant, and the opposing party was ordered to pay the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 579 of the Code of Civil Procedure; Article 417 of the Civil Code: The Supreme Court may order restitution of executed judgments if voluntary or forced execution is proven, but such execution requires specific civil law authority for monetary claims, which general judicial power does not grant.

Keywords

AI generated
restitution of judgment specific power of attorney general judicial authority court costs heir succession predeceased party Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 417 of the Civil Code
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 930/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2109 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2109/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, το γένος ΑΑ, κατοίκου ... και 2. Χ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσείων (Χ2) απεβίωσε στις 15-1-2002 και κληρονομήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, το γένος ΓΓ και 2. Ψ2, το γένος ΓΓ, κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1808/2003 μη οριστική, 3715/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4852/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητoύν οι αναιρεσείοντες με την από 23-10-2006 αίτησή τoυς.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 29-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται με την παρούσα εισήγηση, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης της από 23-10-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 4852/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχει κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζουν τις ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6-2-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτές.

Επομένως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.

Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος επομένως έχει τέτοια ικανότητα από τότε που θα γεννηθεί ζων μέχρι το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρ5θρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση κατά δε το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφ' όσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθήκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η έλλειψη του να έχει κάποιος την ικανότητα διαδίκου αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο φερόμενος στην υπό κρίση αίτηση δεύτερος αναιρεσείων Χ2 δεν ήταν υπαρκτό φυσικό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεώς της (26-10-2006) γιατί αυτός είχε αποβιώσει στις 15-1-2002, πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής, η οποία κατατέθηκε στις 4-11-2002, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη οικεία ληξιαρχική πράξη ... τόμος ... έτους 2009 του ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών. Επομένως ως προς το διάδικο αυτόν πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική απολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αποπλάνηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 του ΑΚ προκύπτει ότι η διεκδικητική της ακυρότητας ακινήτου αγωγή, ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος και συμπληρώνεται με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα της κυριότητάς του επί μία εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 του ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, κατά δε το άρθρο 263 του ΑΚ, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν όμως ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής περιστατικά : "Το επίδικο ακίνητο, που είναι αγροτεμάχιο εμβαδού 825,10 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., αρχικά νεμόταν και κατείχε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΑΑ μέχρι το θάνατο του στις 6-2-1981.

Κατά το τρίτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 1981 η δικαιοπάροχος των εναγομένων ΔΔ κατέλαβε το επίδικο, το περιέφραξε με συρματόπλεγμα και φύτεψε μέσα σε αυτό ελαιόδενδρα. Οι ενάγοντες και η μητέρα τους ΒΒ, αφού αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα και συζύγου τους, αντίστοιχα, κατά ποσοστό 6/16 ο καθένας από τους ενάγοντες και 4/16 η μητέρα τους δυνάμει της ...

δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Φάνης Καλλίρη-Αποστόλου, την οποία μετέγραψαν νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας (τόμο ... και αριθμό ...), στη συνέχεια άσκησαν εναντίον της δικαιοπαρόχου των εναγομένων ΔΔ, την από 28-9-1983 (αριθμ. κατ. δικ. 9515/13-10-83) αγωγή τους με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της συγκυριότητας τους, την απόδοση της σε αυτούς και την αφαίρεση του συρματοπλέγματος.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 7457/1984 παρεμπίπτουσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια η με αριθμό 3208/1996 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη. Η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη στις 11-10-1996, αφού κοινοποιήθηκε στους τότε ενάγοντες στις 10-9-1996 (βλ.σχετ.

επισημείωση στο σώμα αυτής του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) και δεν ασκήθηκε εναντίον αυτής κάποιο ένδικο μέσο (βλ. το με αριθμό ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών). Άλλωστε το γεγονός αυτό συνομολογούν και οι διάδικοι. Μέσα στο εξάμηνο, από την τελεσιδικία της πιο πάνω απόφασης, οι σημερινοί ενάγοντες και η μητέρα τους ΒΒ άσκησαν την από 15-11-1996 (αριθμ.

κατ. δικ. 9878/19-11-96) αγωγή τους, που στηρίζονταν στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα και μάλιστα στις 27-11-1996 (βλ. την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Με την άσκηση της αγωγής αυτής διακόπηκε η παραγραφή και άρχισε πλέον να τρέχει νέα εικοσαετής παραγραφή.

Όμως, η αγωγή αυτή δεν συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4-3-1997, λόγω του επισυμβάντος θανάτου της τότε εναγομένης ΔΔ και δικαιοπαρόχου των σημερινών εναγομένων (3-2-1997). Με την από 25-2-98 (αρ.κατ.δικ. 667/4-3-1998) κλήση τους, οι παραπάνω ενάγοντες επανέφεραν την εν λόγω αγωγή για συζήτηση και ορίσθηκε δικάσιμος η 6-10-1998, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.

Οι προαναφερόμενοι ενάγοντες άσκησαν, εναντίον των σημερινών εναγομένων και του πατέρα τους ΓΓ, ως κληρονόμων της ΔΔ (τότε εναγομένης), την από 29-9-1998 (αρ.κατ.δικ. 9703/1-10-98) νέα αγωγή τους, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, στις 2-10-1998 (βλ. τις με αριθμό ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...).

Με την αγωγή αυτή οι προαναφερόμενοι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προηγούμενης από 15-11-96 αγωγής τους. Επομένως, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, με την παραίτηση αυτή αίρονται οι ουσιαστικές συνέπειες, δηλαδή η διακοπή της παραγραφής, που είχε επέλθει με την από 15-11-96 αγωγή, η δε νέα από 29-9-98 αγωγή είχε ασκηθεί στις 2-10-98, δηλαδή μετά την πάροδο του εξαμήνου, που συμπληρώθηκε στις 11-4-1997, με αποτέλεσμα η παραγραφή να μην θεωρείται ότι διακόπηκε με την πρώτη από 28-9-1983 αγωγή και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο αντίθετος ισχυρισμός (αντένσταση) των εναγόντων, περί διακοπής της παραγραφής, ως προς το σκέλος αυτό.

Στη συνέχεια οι σημερινοί ενάγοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους ΒΒ (τότε πρώτης ενάγουσας), που πέθανε στις 30-5-1999, αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά και άσκησαν την από 25-10-2001 (αρ. κατ. δικ. 8847/9-11-01) αγωγή τους, εναντίον των σημερινών εναγομένων δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος ΓΓ (πατέρας τους) είχε αποβιώσει στις 21-5-2001.

Η αγωγή αυτή στηρίζονταν στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και η οι ενάγοντες ζητούσαν πλέον να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, να διαταχθεί η απόδοση του σε αυτούς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν το συρματόπλεγμα Στη συνέχεια οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν εναντίον των σημερινών εναγομένων την από 29-10-2002 (αρ.κατ.δικ. 8552/4-11-2002) αγωγή τους, δηλαδή την κρινόμενη, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα.

Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 18-11-2002 (βλ.σχετική επισημείωση στο δικόγραφο της αγωγής της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους που υπέβαλαν ενώπιον το. πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές εκτιμώνται από το δικαστήριο, ισχυρίζονται ότι δικαίωμα των εναγόντων έχει παραγραφεί, διότι από το έτος 1970, που ο δικαιοπάροχός τους νεμόταν και κατείχε το επίδικο μέχρι την κατάθεση της κριμένης αγωγής (4-11-2002) συμπληρώθηκε εικοσαετία.

Ο ισχυρισμός αυτός, είπε το Εφετείο, είναι σαφής και ορισμένος και στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 του ΑΚ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης των εναγόντων (πρώτος). Κατά της ένστασης αυτής οι ενάγοντες με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμά τους έχει παραγραφεί, διότι η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση εντός εξαμήνου της πρώτης από 28-9-1983 αγωγής και στη συνέχεια των λοιπών αγωγών, αφού παραιτούνταν μόνο από το δικόγραφο αυτών.

Όμως, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, με την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ανατρέπονται αναδρομικά οι ουσιαστικές συνέπειες, δηλαδή η διακοπή της παραγραφής, με αποτέλεσμα με την παραίτηση κάθε φορά, από το προηγούμενο δικόγραφο της αγωγής, με τη νέα αγωγή, να μη διακόπτεται η παραγραφή . 'Ετσι, η κρινόμενη αγωγή, που ασκήθηκε στις 18-11-02, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της εικοσαετίας από την κατάληψη του επιδίκου ακινήτου, κατά το τρίτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 1981, να μη διακόψει την παραγραφή.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής και να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία η ένσταση παραγραφής και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίστοιχοι λόγοι της έφεσης (δεύτερος και τρίτος).

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εναγόμενες, στις προαναφερόμενες από 28-1-2003 προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης (σελ.3) ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν επέδωσαν προς αυτούς την από 25-10-2001 (αρ.κατ.δικ. 88477 9-11-01) αγωγή τους. Οι ενάγοντες δεν απάντησαν στον ισχυρισμό αυτό με τις προτάσεις ή την προσθήκη αυτών της πρώτης συζήτησης, αν και στην αγωγή καθ' υποφοράν και στις προτάσεις αυτές ισχυρίζονταν ότι άσκησαν και την αγωγή αυτή.

Όμως οι ενάγοντες σήμερα με την προσθήκη των προτάσεων της παρούσας συζήτησης (23-3-2006) ισχυρίζονται ότι πράγματι δεν είχαν επιδώσει στους εναγομένους την από 25-10-2001 αγωγή με αποτέλεσμα να μην ασκηθεί νόμιμα αυτή και μάλιστα με την επίδοση της στους αντιδίκους (άρθρο 215 παρ.1 του ΚΠολΔ). Έτσι, δεν παραιτήθηκαν νόμιμα από το δικόγραφο της από 29-9-98 αγωγή τους, η οποία ασκήθηκε στις 2-10-1998, δηλαδή πριν τη συμπλήρωση της εικοσαετούς παραγραφής, από την κατάληψη του επιδίκου ακινήτου (τρίτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 1981).

Ο ισχυρισμός αυτός περί διακοπής της παραγραφής (αντένσταση) απαράδεκτα προβάλλεται με την προσθήκη των προτάσεων της παρούσας συζήτησης, διότι ναι μεν παραδεκτά μπορούσε να προταθεί με την προσθήκη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης όχι όμως και της παρούσας (άρθρο 527 ΚΠολΔ) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για την αιτία αυτή.

Ανεξάρτητα από το γεγονός και αν ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί νόμιμα, εφόσον η από 29-9-98 αγωγή είναι ακόμη εκκρεμής (άρθρο 221 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφού δεν έχει εκδοθεί επ' αυτής οριστικής απόφαση (βλ. ΑΠ 457/2000), η συζήτηση της κρινόμενης από 29-10-2002 αγωγής, θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 222 παρ.2 ΚΠολΔ).

Έπειτα από όλα αυτά η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας την περί διακοπής της παραγραφής αντένσταση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή αυτών κατά παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Όμως το Εφετείο, με το να απορρίψει, με την κύρια αιτιολογία, ως απαράδεκτη, ως υποβληθείσα το πρώτον με την προσθήκη των ενώπιον αυτού προτάσεων της αναιρεσείουσας την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της από 29-9-1998 αγωγής, η οποία εκδόθηκε, όπως τούτο (το Εφετείο) δέχτηκε, στις 2-10-1998., μολονότι, όπως προκύπτει από τα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα, την αντένσταση αυτή παραδεκτώς η αναιρεσείουσα είχε προτείνει στο Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσθήκη (σελ. 5) των ενώπιον αυτού προτάσεών της και, ως ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς την είχε επαναφέρει στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, όπως αυτός ορθώς εκτιμάται, αφού γίνεται λόγος και για άσκηση της από 29-9-1998 αγωγής, παρά το νόμο έκρινε ως απαράδεκτη την, υπό την προαναφερόμενη βάση, πιο πάνω αντένσταση και έτσι ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Επιπλέον και αναφορικά με τις λοιπές σχετικώς αιτιολογίες της απόφασης, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, αφενός μεν παραβίασε ευθέως, δια της μη εφαρμογής τους, τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, διότι ενώ δέχεται ότι η από 29-9-1998 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων και τότε εναγόντων, που επιδόθηκε στις 2-10-1998, είναι ακόμη εκκρεμής, και η κατάληψη του επίδικου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο των ' εναγομένων έλαβε χώρα το τρίτο δεκαήμερο Δεκεμβρίου του έτους 1981, κρίνει στη συνέχεια ότι η έγερση της ως άνω αγωγής δεν διέκοψε την μη συμπληρωθείσα μέχρι την άσκηση της εικοσαετή παραγραφή της από 29-10-2002 ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που επιδόθηκε στους εναγομένους στις 18-11-2002, αφετέρου δε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από την με χρονολογία 22-9-1998 αγωγή τους στη συνέχεια δέχεται ότι η ίδια αγωγή είναι ακόμη εκκρεμής και καταλήγει στην απόρριψη της αντένστασης των αναιρεσειόντων περί διακοπής της εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής με αποτέλεσμα να απορρίπτει την τελευταία κατά παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής αυτής.

Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι από τους αρ. 1 και 19 δεύτερος και τέταρτος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται από τον Εισηγητή καθώς και ο προαναφερόμενος τρίτος, κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 97 §§1 και 2 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο τον χορηγήσαντα αυτήν, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν την διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ενδίκων μέσων, να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα ναι να επιδιώκει την εκτέλεση, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές, περιορισμός δε της πληρεξουσιότητας ισχύει μόνο αν δηλώθηκε ρητά όταν χορηγήθηκε.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 417 ΑΚ, η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να την δεχθεί, η δε καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η καταβολή της επιδικαζόμενης παροχής δύναται να γίνει και προς το δικαστικό πληρεξούσιο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχει, όπως άλλωστε συμβαίνει κατά κανόνα, σχετική πληρεξουσιότητα του αστικού δικαίου, αφού η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 97 ΚΠολΔ δικαστική πληρεξουσιότητα αναφέρεται μόνο σε διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η λήψη της ως άνω παροχής, που αποτελεί πράξη του ουσιαστικού δικαίου (και όχι διαδικαστική) για την οποία ο ΑΚ απαιτεί ειδική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 930/94).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Χ1 ενεργούσα ατομικώς και ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος ετέρου αναιρεσείοντος Χ2 με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις ης που κατατέθηκαν στις 9.3.2009 υποβάλλει αίτημα επιστροφής της εκουσίως καταβληθείσας στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αντιδίκων Μιχαήλ Βεκρή δικαστικής δαπάνης του πρώτου και δευτέρου βαθμού, ανερχομένης σε 1.450 ευρώ.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και στηρίζεται στην ως άνω άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πλην όμως δεν προαποδεικνύεται η εκούσια εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης και της σε αυτήν ενσωματωθείσης πρωτόδικης απόφασης από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 2-4-2007 απόδειξη του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Μιχαήλ Βεκρή, αφού δεν αποδεικνύεται ότι αυτός ήταν εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα προς είσπραξη χρημάτων, μη αρκούσης της γενικής δικαστικής πληρεξουσιότητας.

Επομένως η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2006 αίτηση για αναίρεση της 4852/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσειόντων.

ΑΝΑΙΡΕί την 4852/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, το γένος ΑΑ.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ