Supreme Court dismisses appeal on co-ownership land strip dispute, rejecting failure to consider proposed regulation amendments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a co-ownership land strip dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider their proposal to divide the common strip into four exclusive parts, claiming this omission violated procedural rules. The court rejected this claim, finding that the lower court had duly examined and rejected the proposal as legally unfounded, thus the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591, 614, 615 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellate court has already considered and rejected the appellant's arguments as legally unfounded, rendering the appeal baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2108 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2108/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Σ., 2) Μ. Τ. του Σ., συζ. Π. Κ., 3) Ε. Κ. του Ι., 4) Ι. Κ. του Π., 5) Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Δ. Π., 6) Π. Κ. του Ι., κατοίκων ... και 7) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γλυφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Μ. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Ν., 3) Η. Κ. του Α. και 4) Δ. Κ. του Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 3η και 4ος παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μιχαλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Η. Κ. του Α. (3η), παρίσταται και για την Μ. σύζ. Α. Κ. (2η), ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας αυτής.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Σ. Μ. του Ζ., 2) Ζ. Μ. του Σ. και 3) Α. σύζ. Ζ. Μ., το γένος Μ. Ε., κατοίκους ... , που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 461/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1027/2022 μη οριστική και 6314/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1730/155/23-2-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6314/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 13-12-2022 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 23-2-2023 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού, όπως προκύπτει από τις νομίμως προσκομιζομένες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.
Λ., ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και κλήση για τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους Σ. Μ., Ζ. Μ. και Α. συζ. Ζ. Μ., αναγκαίους ομόδικους των αναιρεσίβλητων, κατά τα κατωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα, οι οποίοι παραστάθηκαν στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν άσκησαν έφεση ούτε και αναίρεση.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 14-1-2019 (αριθμ. έκθ. κατ. 9662/167/31-1-2019) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι οι ίδιοι, οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, και οι εναγόμενοι Σ.
Μ., Ζ. Μ. και Α. συζ. Ζ. Μ., μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, είναι συγκύριοι ενός ενιαίου οικοπέδου που βρίσκεται στον Βύρωνα Αττικής, στη θέση "Άγιος Ιωάννης Καρέας", επιφανείας 1.058 τ.μ., επί του οποίου έχουν συσταθεί τέσσερις ίσης επιφανείας κάθετες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ), εκάστη των οποίων έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, έχουν δε υπαχθεί στο σύστημα της κάθετης οροφοκτησίας δυνάμει της αναφερόμενης πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών, νομίμως μεταγεγραμμένης, επί δε των αυτοτελών οικοδομών κάθε κάθετης ιδιοκτησίας έχουν συσταθεί οι περιγραφόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκουν στους διαδίκους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή και ότι οι ίδιοι (ενάγοντες- αναιρεσείοντες) αποτελούν την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών του οικοπέδου με συνολικό ποσοστό 750/1000 εξ αδιαιρέτου επί του κοινού οικοπέδου.
Ότι στο κοινό οικόπεδο προσκυρώθηκε σε μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών, όμορο του ως άνω αρχικού ακινήτου εδαφικό τμήμα, επιφανείας 549 τ.μ., δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου μεταβίβασης, όπως τούτο περιγράφεται στην αγωγή, ότι αυτοί (διάδικοι) ως συνιδιοκτήτες εκάστης κάθετης ιδιοκτησίας κατέστησαν συγκύριοι του προσκυρωθέντος αυτού εδαφικού τμήματος κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά και ότι, κατόπιν της προσκύρωσης, το συνολικό τελικό οικόπεδο (αρχικό και προσκυρωθείσα εδαφική λωρίδα) κατέστη ενιαίο, φέρει ΚΑΕΚ 050361130005/0/0 και έχει εμβαδόν 1.636 τ.μ.
Ότι οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα εντός του προσκυρωθέντος κοινόκτητου τμήματος προέβησαν, εκτός των άλλων, σε αυθαίρετες κατασκευές (μανδρότοιχους, δύο στηθαία από οπλισμένο σκυρόδεμα, διάδρομο-ράμπα, κατασκευή θέσεων στάθμευσης) και κατ' αυτών (εναγομένων) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1796/2015 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να αφαιρέσουν όλες τις αυθαίρετες κατασκευές, χωρίς όμως να συμμορφωθούν ακόμα προς τούτο.
Ότι αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων είναι να δημιουργούνται έριδες και διαπληκτισμοί μεταξύ των συγκυρίων και ότι ο Κανονισμός εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας, καθόσον δεν προβλέπει τον τρόπο χρήσης της μεταγενεστέρως της καταρτίσεώς του προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας, οι δε εναγόμενοι, εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ενιαίου οικοπέδου κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 250/1000 εξ αδιαιρέτου, αρνούνται να συμπράξουν στην τροποποίηση/συμπλήρωση του Κανονισμού.
Περαιτέρω, εξέθεσαν ότι ο πλέον πρόσφορος τρόπος να ρυθμιστεί, επ' ωφελεία όλων των συνιδιοκτητών, η χρήση της κοινόκτητης αυτής λωρίδας είναι να διαιρεθεί αυτή σε τέσσερα ίσα μέρη και κάθε μέρος να ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στον εκάστοτε ιδιοκτήτη καθεμίας από τις κάθετες ιδιοκτησίες, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, και ότι έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο προδικασία με την κατάθεση σχεδίου τροποποίησης του Κανονισμού σε συμβολαιογράφο Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο σχετικής πράξης κατάθεσης.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, εκτός άλλων που δεν ενδιαφέρουν στην παρούσα δίκη, να τους παρασχεθεί η άδεια να συμπληρώσουν/τροποποιήσουν τον Κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών σχετικά με τη ρύθμιση της χρήσης της προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας στο κοινό οικόπεδο, κατά τον αναφερόμενο ως άνω και περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο, σύμφωνα με το κατατεθέν στη συμβολαιογράφο σχέδιο τροποποίησης Κανονισμού και να ανατεθεί η διενέργεια όλων των νομίμων πράξεων για την οριστική σύνταξη, υπογραφή και μεταγραφή του Κανονισμού στους 1η, 3η και 6ο των εναγόντων, οι οποίοι θα ενεργήσουν για τον εαυτό τους και ως πληρεξούσιοι των λοιπών συνιδιοκτητών, προκειμένου να υπογράψουν, με την ιδιότητά τους αυτή, την πράξη τροποποίησης.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 461/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον στην παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, αφού έκρινε ορισμένο και νόμιμο το άνω αγωγικό αίτημα, ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημα ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν την από 10-7-2020 (αριθ.
έκθ. κατ. 6138/4814/2020) έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1027/2022 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε απαράδεκτη η συζήτησή της και εν συνεχεία η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6314/2022 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 14-1-2019 αγωγή, ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της (να παρασχεθεί άδεια στους ενάγοντες να συμπληρώσουν/τροποποιήσουν τον Κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών), απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).
Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω νόμος 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις (Α.Π. 1231/2020).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδαφ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακό δώμα κ.λπ.
Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ' αυτά, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής (Α.Π. 480/2018).
Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσης επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και γενικότερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών.
Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (Α.Π. 92/2017, Α.Π. 298/2015, Α.Π. 1300/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1562/1985 " αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ'ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ'ανάλογη εφαρμογή των προηγούμενων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών (Α.Π. 1470/2002).
Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου (Α.Π. 626/2024). Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση ύπαρξης κάθετης ιδιοκτησίας επί περισσοτέρων οικοδομών που έχουν ανεγερθεί επί ενιαίου οικοπέδου.
Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λ.π. της συνιδιοκτησίας, συνάγεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα οροφοκτησίας του νόμου 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.
Εξαίρεση εισάγει η (προαναφερθείσα) διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών (Α.Π. 626/2024), καθώς και σε συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 65% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη συμπλήρωση ή και την τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου ( Α.Π. 1655/2018).
Σε ό,τι, όμως, αφορά τον ίδιο κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα: α) στις "σχέσεις" που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και β) τη "ρύθμιση" στην οποία αυτές υποβάλλονται.
Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 65% μπορεί να ζητήσει τη συμπλήρωση ή και την τροποποίηση του κανονισμού προς ρύθμιση υφισταμένων από τη συνιδιοκτησία σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών (Α.Π. 626/2024, Α.Π. 1655/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία.
Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο.
Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η Α.Κ. 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσης. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (Ολ.ΑΠ. 927/1982, Α.Π. 1487/2005, Α.Π. 415/2004).
Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ., γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστης αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει (αρχή της καλής πίστης) αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.
Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστης, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί (Α.Π. 1231/2020).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Στην εξεταζόμενη υπόθεση, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και αίτημα η αγωγή, κατά το μέρος που φέρεται προς κρίση, προεχόντως δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις προπαρατιθέμενες νομικές διατάξεις, στις οποίες επιχειρούν να τη θεμελιώσουν οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, αλλά και κατά παραδοχή του δεύτερου (2ου) λόγου εφέσεως κατά το πρώτο σκέλος του.
Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, στο επίκοινο οικόπεδο, αρχικής επιφάνειας 1.058 τ.μ., επί του οποίου είχαν συσταθεί, με την υπ' αριθ. .../1958 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών, τέσσερις ίσου εμβαδού κάθετες ιδιοκτησίες, προσκυρώθηκε εδαφική λωρίδα, επιφάνειας 549 τ.μ., με την υπ' αριθ. 12689/1993 συμβολαιογραφική πράξη, η οποία (προσκυρωθείσα εδαφική λωρίδα) ενώθηκε με το επίκοινο οικόπεδο, προσαυξάνοντας αυτό, αποτελεί δε έκτοτε το τελικό ενιαίο επίκοινο οικόπεδο (λαμβάνοντας ένα ΚΑΕΚ), επιφανείας 1.636 τ.μ., επί του οποίου οι ιδιοκτήτες κάθε μιας εκ των τεσσάρων καθέτων ιδιοκτησιών έχουν ποσοστό συγκυριότητος 250/1000 εξ αδιαιρέτου.
Έτσι, η προσκυρωθείσα αυτή εδαφική λωρίδα συνιστά το ακάλυπτο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, που είναι κοινόκτητος χώρος και συνεπώς ως προς αυτόν έχουν εφαρμογή οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3741/1929, υπάγεται δηλαδή αυτοδικαίως από το νόμο στα αντικείμενα αναγκαστικής συγκυριότητος, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.
Επ' αυτού καθένας από τους συνιδιοκτήτες όλων των καθέτων ιδιοκτησιών δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου πράγματος, και να προβαίνει στην επισκευή, συντήρηση και ευπρεπισμό αυτού, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλει τον συνήθη προορισμό αυτού του κοινόκτητου και κοινόχρηστου τμήματος του επικοίνου οικοπέδου.
Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στις οικείες νομικές σκέψεις δεν μπορεί να ζητηθεί η συμπλήρωση/τροποποίηση Κανονισμού με σκοπό τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία προηγουμένως απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, όπως για τις αποκλειστικές χρήσεις γης. Με άλλα λόγια, εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν ζητούν την συμπλήρωση/τροποποίηση του Κανονισμού για την ρύθμιση του τρόπου χρήσης του προπεριγραφόμενου κοινόκτητου και κοινόχρηστου τμήματος του επικοίνου οικοπέδου, αλλά ζητούν το διαχωρισμό αυτού σε τέσσερις ζώνες αποκλειστικής χρήσης, ήτοι τη δημιουργία δικαιωμάτων αποκλειστικής χρήσης χωρίς όμως τις αναλυόμενες στις οικείες νομικές σκέψεις προϋποθέσεις, ήτοι τη συμφωνία όλων των συγκυρίων/συνιδιοκτητών, εφόσον οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) δεν συμφωνούν σ' αυτό.
Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση του κοινόκτητου από ορισμένους συνιδιοκτήτες προς όφελος άλλων είναι αναγκαία, διότι όλων των λοιπών θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης, εφόσον κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων. Συναφώς πρέπει να αναφερθεί ότι έχει κριθεί ότι, κατ' εξαίρεση, η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 του ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο.
Έτσι, με βάση τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου, να τροποποιηθεί η δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, ιδίως δε όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας (...).
Ωστόσο, στην κρινόμενη περίπτωση δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τέτοια περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 288 του ΑΚ και ακολούθως την αυτεπάγγελτη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, καθόσον μόνο το θεωρητικό ενδεχόμενο ότι στο μέλλον από την χρήση του κοινόχρηστου αυτού χώρου θα δημιουργηθούν έριδες και αντιδικίες (οι ήδη κατά το παρελθόν παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες των εναγομένων έχουν επιλυθεί, κατά τα εκτιθέμενα, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση) δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του δικαιώματος απόλυτης χρήσης του κοινόχρηστου πράγματος από τους συνιδιοκτήτες, καθόσον, στην αντίθετη περίπτωση, θα καταργούσε σε κάθε οροφοκτησία την ύπαρξη κοινόχρηστων χώρων, με την τυχόν εκ μέρους κάποιου συνιδιοκτήτη έλλειψη συμμόρφωσης, παραβίαση ή/και διενέργεια παράνομων πράξεων στους εν λόγω χώρους, και συνεπώς, με την επίκληση μόνον αυτού του λόγου αποκλείεται παρέκκλιση από τις προμνημονευόμενες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή κατά το φερόμενο προς κρίση αίτημα έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Έσφαλε, λοιπόν, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κρίνοντας την αγωγή ως προς το ως άνω αίτημά της ως ορισμένη και νόμιμη, τη δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και επέτρεψε "την τροποποίηση/συμπλήρωση της υπ' αριθ. .../1958 πράξης του Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Γ. Κ. , του οικοπέδου μετά κτισμάτων, που βρίσκεται στο Δήμο Βύρωνα Αττικής στη θέση "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΕΑΣ" και στο Ο.Τ. 433 επί της οδού ..., το οποίο φέρει ΚΑΕΚ 050361130005/0/0, στους ενάγοντες, ως εκπροσωπούντες πλειοψηφία των συγκυρίων που υπερβαίνει ποσοστό 65% επί της περιγραφόμενης συνιδιοκτησίας για λογαριασμό απάντων των συνιδιοκτητών, σχετικά με τη ρύθμιση χρήσης της προσκυρωθείσας οικοπεδικής λωρίδας, σύμφωνα με το σχέδιο τροποποίησης/ συμπλήρωσης κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών, που έχει κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Αθηνών Θ.
Κ.-Α. με την υπ' αριθ. ...-2018 πράξη κατάθεσης, καθώς και τη διενέργεια όλων των αναγκαίων νομίμων πράξεων για την οριστική σύνταξη, υπογραφή και μεταγραφή της τροποποίησης του Κανονισμού στους 1η, 3η και 6° των εναγόντων, οι οποίοι θα ενεργήσουν για τον εαυτό τους και ως πληρεξούσιοι των λοιπών συνιδιοκτητών, προκειμένου να υπογράψουν με την ιδιότητά τους αυτή την πράξη τροποποίησης του Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών".
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η έφεση των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το αναφερόμενο ανωτέρω μέρος, να κρατηθεί η αγωγή από το Δικαστήριο τούτο κατά το μέρος που φέρεται προς κρίση και δη ως προς το αίτημά της να παρασχεθεί άδεια στους ενάγοντες να συμπληρώσουν/τροποποιήσουν τον Κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών σχετικά με τη ρύθμιση χρήσης της προσκυρωθείσας οικοπεδικής λωρίδος στο κοινό οικόπεδο, κατά τον περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο, σύμφωνα με το κατατεθέν στη συμβολαιογράφο σχέδιο τροποποίησης Κανονισμού και να ανατεθεί η διενέργεια όλων των νομίμων πράξεων για την οριστική σύνταξη, υπογραφή και μεταγραφή του Κανονισμού στους 1η, 3η και 6° των εναγόντων, και να απορριφθεί αυτή κατά το αίτημά της αυτό ως νομικά αβάσιμη...".
Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητων, και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 461/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε απέρριψε την ένδικη από 14-1-2019 αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη.
Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - που αποτελούν την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών του κοινού οικοπέδου με συνολικό ποσοστό 750/οοο εξ αδιαιρέτου, ήτοι πλειοψηφία άνω του 65%- πραγματικά περιστατικά, για την τροποποίηση/συμπλήρωση της υπ' αριθμ. .../1958 πράξης του Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Γ. Κ., σχετικά με τη ρύθμιση χρήσης της προσκυρωθείσας στο ενιαίο οικόπεδο οικοπεδικής λωρίδας, επιφανείας 549 τ.μ., ώστε να διαιρεθεί αυτή σε τέσσερα ίσα μέρη και έκαστο τούτων (μερών) να ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στον εκάστοτε ιδιοκτήτη καθεμίας εκ των τεσσάρων κάθετων ιδιοκτησιών, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, δεχόμενο ότι, εν προκειμένω, δεν ζητείται η συμπλήρωση/τροποποίηση του Κανονισμού για τη ρύθμιση του τρόπου χρήσης του κοινόκτητου και κοινόχρηστου τμήματος του επικοίνου οικοπέδου, αλλά ζητείται ο διαχωρισμός αυτού σε τέσσερεις ζώνες αποκλειστικής χρήσης, δηλαδή ζητείται η δημιουργία δικαιωμάτων αποκλειστικής χρήσης, για την οποία, όμως, κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", απαιτείται η συμφωνία όλων των συγκυρίων συνιδιοκτητών.
Επίσης, το Εφετείο έκρινε ότι δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τέτοια πραγματικά περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 288 Α.Κ. και ακολούθως την αυτεπάγγελτη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, δεχόμενο ότι μόνο το θεωρητικό ενδεχόμενο ότι στο μέλλον από τη χρήση του κοινόχρηστου αυτού χώρου θα δημιουργηθούν έριδες και αντιδικίες δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση του δικαιώματος απόλυτης χρήσης του κοινόχρηστου πράγματος από τους συνιδιοκτήτες.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971, 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 9 του ν. 1562/1985 και 288 Α.Κ., εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα: α) η παρεχόμενη από το νόμο εξουσία στο δικαστήριο για συμπλήρωση/τροποποίηση του κανονισμού δεν επεκτείνεται σε θέματα, για τα οποία απαιτείται ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών, αλλά περιορίζεται σε όσα θέματα μπορούν οι συνιδιοκτήτες να ρυθμίσουν αποφασίζοντας κατά πλειοψηφία, ήτοι σε ρύθμιση των υφιστάμενων από τη συνιδιοκτησία σχέσεων και όχι σε σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών και β) πράγματι δεν εκτίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν περίπτωση που η εφαρμογή της ισχύουσας υπ' αριθμ. .../1958 πράξης του Κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών οδηγεί σε προφανή αδικία σε βάρος των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, η οποία (προφανής αδικία) προσκρούει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε δημιουργεί κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης συνιδιοκτησίας, ώστε να χρήζει, ως εκ τούτου, τροποποίησης από το Δικαστήριο η προαναφερόμενη συστατική πράξη, κατ'απόκλιση των συμφωνηθέντων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.ΑΠ.3/1997, Α.Π. 1231/2020, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009, Α.Π. 1821/2008).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμη.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 14/2022). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 14/2022 ), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τους προβαλλόμενους με την αγωγή ισχυρισμούς των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, ότι: α) εντός της προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν, εκτός των άλλων, παρανόμως σε αυθαίρετες κατασκευές, ότι κατ' αυτών εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη 1796/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να αφαιρέσουν όλες τις αυθαίρετες κατασκευές, χωρίς όμως να συμμορφωθούν ακόμα προς τούτο, β) ότι αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων είναι να δημιουργούνται έριδες και διαπληκτισμοί μεταξύ των συγκυρίων, γ) ότι ο κανονισμός εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας, καθόσον ουδέν προβλέπει για τον τρόπο χρήσης της μεταγενεστέρως της καταρτίσεως αυτού προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας, οι δε εναγόμενοι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ενιαίου οικοπέδου κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 250/1000 αρνούνται να συμπράξουν στην τροποποίηση/συμπλήρωση του Κανονισμού και δ) ότι ο πλέον πρόσφορος τρόπος να ρυθμιστεί επ'ωφελεία όλων των συνιδιοκτητών, η χρήση της κοινόκτητης αυτής λωρίδας είναι να διαιρεθεί σε τέσσερα ίσα μέρη και σε έκαστο τούτων (μερών) να έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, οι εκάστοτε ιδιοκτήτες καθεμίας εκ των καθέτων ιδιοκτησιών και, ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προαναφερθείς λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ, 2 Κ.Πολ.Δ.), όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, που επιχειρούν να θεμελιώσουν ιστορικώς το αίτημα των εναγόντων να τους παρασχεθεί άδεια να συμπληρώσουν/τροποποιήσουν τον Κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών σχετικά με τη ρύθμιση χρήσης της προσκυρωθείσας οικοπεδικής λωρίδας στο κοινό οικόπεδο, κατά τον αναφερόμενο και περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο ορθά έκρινε ότι δεν βρίσκουν νομικό έρεισμα στις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις και απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή.
Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 1730/155/23-2-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6314/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ