Legislator Case Law & Legislation
2108/2017 AI generated

2108/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2108/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2199/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3915/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

2108/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 20/9/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
bankruptcy claim withdrawal of debt enforcement changed financial circumstances composition in bankruptcy lack of economic substance company in difficulties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2108 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2108/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Μ., 2) Α. συζύγου Μ. Τ., 3) Μ. Τ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Μηνιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ …Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μάρκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2199/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3915/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 20/9/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3915/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 2199/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12.7.2002 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στο ενεχυριασθέν αμοιβαίο κεφάλαιο το οποίο προσδιορίζουν και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να τους καταβάλει αποζημίωση από την εκτιθέμενη αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 9.9.2015 κλήση της αναιρεσίβλητης, μετά από τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 22.9.2008, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενο της τελευταίας, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά και εκ του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν, με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ (το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου), "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική τοιαύτη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.

Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, όπως και γενικά ο χαρακτηρισμός της δικαιοπραξίας, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, αποτελεί νομικό ζήτημα, και συνεπώς η περί τούτων κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 234/2017, ΑΠ 166/2016).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, δεν ελέγχεται αναιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 234/2017). Από τα παραπάνω παρέπεται ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ, αισχροκερδής δύναται να είναι, υπό τους ανωτέρω όρους, κάθε επαχθής δικαιοπραξία περιουσιακού περιεχομένου και ότι αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης αυτής επί δικαιοπραξιών επί των οποίων λαμβάνει χώραν ανταλλαγή παροχών από τις οποίες η μία δεν είναι περιουσιακή ή αποτιμητή σε χρήμα, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (ΑΠ 63/2005, ΑΠ 1121/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης και δη της από 12.7.2002 αγωγής των αναιρεσειόντων, και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι με την από 25.6.1999 σύμβαση συνέστησαν υπέρ της αναιρεσίβλητης ενέχυρο επί των αναφερόμενων ονομαστικών μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου που ήταν στο όνομά τους, για την εξασφάλιση απαιτήσεως αυτής κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και ότι αν και εξοφλήθηκε η απαίτηση της αναιρεσίβλητης και αποσβέστηκε το συσταθέν ενέχυρο, κατά τον τρόπο που εκθέτουν, η τελευταία αρνείται την απόδοση των ενεχυριασθέντων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ζήτησαν δε την καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από αυτή την αντισυμβατική συμπεριφορά της, την οποία δεν θα είχαν υποστεί εάν είχε αποδοθεί το ενέχυρο κατά το χρόνο της απόσβεσής του.

Η αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε υποχρέωση απόδοσης του ενεχυριασθέντος αμοιβαίου κεφαλαίου και συνεπώς δεν είναι υπερήμερη ως προς την απόδοσή του, καθόσον κατέχει τούτο με βάση την από 11.10.1999 σύμβαση ενεχυρίασης των ίδιων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, διάφορη της επικαλούμενης αρχικής από τους αναιρεσείοντες, και ενόψει του ότι δεν έχει πληρωθεί ακόμη ο όρος της σύμβασης αυτής ότι το ενέχυρο ισχύει μέχρι την επαναγορά των μετοχών της εταιρίας από τους φορείς της επένδυσης, δεν αποσβέστηκε το ενέχυρο.

Οι αναιρεσείοντες, προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού, με την αγωγή τους, ισχυρίστηκαν, καθ' υποφορά, όπως και με τις προτάσεις τους, ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη νεότερη σύμβαση ενεχυριάσεως των ίδιων με την πρώτη σύμβαση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, η οποία υπογράφηκε από αυτούς στο τέλος Σεπτεμβρίου 1999 και όχι κατά τον φερόμενο χρόνο υπογραφής της (11.10.1999) και μάλιστα στην κατοικία τους, και όχι στα γραφεία της εναγομένης, όπως συμβαίνει σε κάθε άλλη περίπτωση, σε έγγραφο ανυπόγραφο που προσκόμισε ο διευθυντής αυτής στο Υποκατάστημα του Φαλήρου και χωρίς να τους χορηγηθεί επίσημο αντίγραφο της σύμβασης, υπογραμμένο και από τα όργανα της εναγομένης, παρά τη ρητή υπόσχεση του τελευταίου, υπογράφηκε από αυτούς ενώ εντός των αμέσως προσεχών ημερών επρόκειτο να υπογραφεί, όπως πραγματικά συνέβη, σύμβαση μεταξύ της εταιρίας "...

της οποίας ο πρώτος ενάγων είναι βασικός μέτοχος και Πρόεδρος του Δ.Σ. αυτής, ομίλου τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη και φορέων της επένδυσης, προκειμένου η εταιρία, με τη ρύθμιση και αναδιάρθρωση των χρεών της προς τις τράπεζες, όπως προβλέπονταν στη σύμβαση, να εξυγιανθεί και να καταστεί βιώσιμη, μολονότι στο κείμενό της διαλαμβάνονταν και ο όρος ότι το ενέχυρο των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου "ισχύει μέχρι την επαναφορά των μετοχών από τους φορείς, όπως αυτό προβλέπεται από τη ΣΥΜΒΑΣΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ για το ποσό που αφορά την Τράπεζα υπέρ της οποίας και μόνο συνεστήθη, οπότε και αποσβένεται", καθόσον εξαναγκάστηκαν στην υπογραφή της από την εναγόμενη τράπεζα, με τη δήλωση, ότι εάν αρνιόταν να υπογράψουν αμέσως τη σύμβαση, η εναγόμενη θα υπαναχωρούσε από τις διαπραγματεύσεις με τις υπόλοιπες τράπεζες και τους φορείς της επένδυσης, οι οποίες διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε πολύ κρίσιμη φάση και με τον τρόπο αυτό θα ματαιώνονταν η υπογραφή της σύμβασης ρύθμισης της πιστούχου ως άνω εταιρίας, η οποία (ματαίωση) θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή του πρώτου των εναγόντων, κατ' επέκταση δε και των λοιπών, και θα ευρίσκετο σε σοβαρό κίνδυνο η προσωπική ελευθερία του πρώτου τούτων, καθόσον οι πιστώτριες τράπεζες θα προχωρούσαν σε πλειστηριασμό των ακινήτων τους, αφού είχαν εγγυηθεί για τα χρέη της εταιρίας και είχαν συναινέσει σε εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών στα ακίνητά τους, και επιπλέον ο πρώτος των εναγόντων είχε προσωπική ποινική και αστική ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας προς το Ελληνικό Δημόσιο, το ΙΚΑ και το ΤΣΕΜΔΕ, ανερχόμενα για μεν το ΙΚΑ σε 407723852 δραχμές, για δε το ΤΣΕΜΔΕ σε 400000000 δραχμές, ότι την ανάγκη τους αυτή γνώριζε η εναγόμενη και γι' αυτό κατά τρόπο επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολή αξίωσε και πέτυχε την υπογραφή της νέας αυτής σύμβασης ενεχυριάσεως, με την οποία πέτυχε τη συνομολόγηση και λήψη ωφελημάτων που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή τους, δεδομένου ότι με την προσθήκη του ανωτέρω όρου στη σύμβαση ενεχυριάσεως, ο οποίος δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση, στην οποία η απόσβεση του ενέχυρου επέρχονταν με την εξόφληση της οφειλής της πιστούχου εταιρίας, ο νέος όρος είναι ιδιαίτερα βλαπτικός και επαχθής για τους ενάγοντες, καθόσον η απόσβεση του ενέχυρου μετατίθεται για τρία χρόνια, χρόνος κατά τον οποίο οι φορείς της επένδυσης πρέπει να επαναγοράσουν τις μετοχές, και σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τη συμπεριφορά τρίτων ήτοι των φορέων της επένδυσης, που ανέλαβαν αυτή την υποχρέωση, έτσι όμως, η εναγόμενη με τον όρο αυτό ακύρωσε ουσιαστικά τα ωφελήματα των εναγόντων από την υπογραφή της σύμβασης ρύθμισης, με την οποία οι ενάγοντες σκοπούσαν, να απεκδυθούν μεν των δικαιωμάτων και προνομίων τη διοίκηση και το κεφάλαιο της εταιρίας, να αρθούν όμως όλες οι εμπράγματες ασφάλειες από την προσωπική τους περιουσία και να απαλλαγούν από κάθε υποχρέωση που αφορά τις οφειλές της εταιρίας, δεσμεύοντας με την αποδοχή του όρου αυτού τα δικαιώματά τους υπέρμετρα, αποδυναμώνοντας κεκτημένο δικαίωμά τους και περιορίζοντας κατά τρόπο ανεπίτρεπτο την οικονομική τους ελευθερία και παθαίνοντας σοβαρή οικονομική ζημία.

Με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ισχυρίζονται ότι η σύμβαση ενεχυριάσεως είναι άκυρη γενικά ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ, αλλά και ειδικότερα ως καταπλεονεκτική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτού, έκρινε ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η επίδικη σύμβαση για τη νέα ενεχυρίαση των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου αυτών είναι άκυρη ως αισχροκερδής, κατά την έννοια του άρθρου 179 ΑΚ, είναι αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, δεδομένου ότι η εναγόμενη τράπεζα, όπως ομολογούν, χάρισε ποσοστό 20% του προς αυτήν χρέους, ήτοι από την απαίτησή της ποσού 1.759.565.426 δραχμών, χάρισε ποσό 351.913.085 δραχμών, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που με όμοια αιτιολογία είχε απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, περί ακυρότητας της σύμβασης κατά το άρθρο 179 ΑΚ, δε είναι νόμιμος. Τούτο διότι η πιο πάνω παροχή ή αντιπαροχή των αναιρεσειόντων για απόδοση του ενεχύρου, αφού γίνει η επαναφορά των μετοχών από τους φορείς, όπως προβλέπεται στη σύμβαση ρύθμισης, με τα εκτεθέντα στην αγωγή δεδομένα του χρόνου σύναψης της προσβαλλόμενης σύμβασης, δεν είναι περιουσιακή ή αποτιμητή σε χρήμα, και δεν γεννάται, κατά συνέπεια, ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής των συμβαλλόμενων.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο και τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και συνεπώς οι πρώτος λόγος (με στοιχείο Α στην αίτηση) και πέμπτος λόγος (με στοιχείο Γ περ.

β' της αίτησης), είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους που αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, με την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, επίσης ως αόριστου, είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον κατά το αντίστοιχο σκέλος του ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων, από τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αβάσιμοι κατ' ουσία, με την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία κρίθηκε από την προσβαλλομένη, ότι ορθά, έστω και σιωπηρά, απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/1995).

Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και έκρινε την υπόθεση επί της ουσίας, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, και η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή αόριστη, ο προαναφερόμενος λόγος είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017). Κατόπιν τούτου τυγχάνει απαράδεκτος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως (με στοιχείο Γ περ.

β'), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, για το λόγο ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε, ως αόριστη, την ένσταση που είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγο εφέσεως για ακυρότητα της νέας σύμβασης ενεχυριάσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων τους, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε κρίση του Εφετείου επί της ουσίας, ως προς αυτή την ένσταση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης αυτών, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (ΑΠ 1665/2014).

Προσφυγή στις ως άνω διατάξεις υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ .Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει, ακριβώς, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1665/2014). Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1847/2014).

Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης. (ΑΠ 934/2014). Περαιτέρω τη πλαγίου, παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν εφαρμόστηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία, και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα το δικαστήριο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τον αναιρετικό λόγο της παράβασης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 25.6.1998 συμβάσεως ενεχυριάσεως οι ενάγοντες ενεχυρίασαν το άνω αμοιβαίο κεφάλαιο στην εναγομένη προς εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτής κατά της ...

εκ της 13048 συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού και των αυξητικών τοιούτων με τις οποίες η εναγομένη χορήγησε στην εταιρία αυτή πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000.000 δραχμών και της .../1997 συμβάσεως δανείου ύψους 3,5 δις δραχμών, που χορήγησε η εναγομένη προς την ίδια ως άνω εταιρεία. Κατά το τέλος του μηνός Ιουνίου του 1999 η άνω ανώνυμη εταιρία (...), της οποίας ο πρώτος ενάγων ήταν ιδρυτικό μέλος και αρχικός μέτοχος, ευρίσκετο σε κακή οικονομική κατάσταση διότι χρωστούσε στις τράπεζες το ποσό των 10.609.180.624 δραχμών.

Προς αποφυγή λήψεως αναγκαστικών μέτρων κατά της εταιρίας αυτής και του πρώτου ενάγοντος και προς εξυγίανση αυτής αλλά και προς διασφάλιση των απαιτήσεων των δανειστριών τραπεζών επετεύχθη μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων και υπεγράφη την 11.10.1999 σύμβαση ρύθμισης και αναδιάρθρωσης των χρεών της άνω ανώνυμης εταιρίας μεταξύ της εταιρίας αυτής, των Γ.

Τ., Μ. Τ., Δ. Τ., οκτώ τραπεζών μεταξύ των οποίων και η εναγομένη και των Κ. Κ., Κ. Τ. και Π. Π. των τελευταίων ως "φορέων της επένδυσης". Με τη σύμβαση αυτή οι τράπεζες διέγραψαν το 20% των απαιτήσεών τους κατά της άνω ΑΕ, ήτοι ποσό 2.121.386.125 δραχμών υπό την προϋπόθεση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 3.388.242.000 δραχμών και το υπόλοιπο ποσό του 80% του χρέους προς τις τράπεζες αναδιαρθρώθηκε κατά τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων οι τράπεζες θα αναλάβουν 11.316.460 νέες κοινές ονομαστικές μετοχές της άνω Α.Ε.

σε τιμή διαθέσεως 750 δρχ. ήτοι εν συνόλω 8.487.345.000 δρχ. και οι άνω φορείς θα αναλάβουν 2.300.000 τέτοιες μετοχές στην ίδια τιμή ήτοι εν συνόλω 1.725.000.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι η άνω Α.Ε. θα ανοίξει δεσμευμένο λογαριασμό στην διαχειρίστρια της συμβάσεως αυτής ... χορηγώντας προς την τράπεζα αυτή ανέκκλητη εντολή να πιστώνει αμέσως τους λογαριασμούς των τραπεζών με το ποσό που κάθε μία από αυτές θα καταθέσει προς κάλυψη του τιμήματος των μετοχών.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι η καταβολή των ανωτέρω ποσών, που ανέρχονται στο 80% του χρέους της άνω Α.Ε. προς τις τράπεζες, θα επιφέρει πλήρη εξόφληση και ολοσχερή απόσβεση των απαιτήσεων των τραπεζών κατά της άνω Α.Ε.. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι οι άνω φορείς υποχρεούνται να αγοράσουν το 97% των μετοχών της άνω Α.Ε.

που ανήκουν στις τράπεζες εντός τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης της άνω αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου...... οι δε τράπεζες οφείλουν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στους φορείς τις ανωτέρω μετοχές........ Συμφωνήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, ότι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των τραπεζών και των φορέων και εν γένει η εκτέλεση της συμβάσεως αυτής θα τελεί υπό την αίρεση της σωρευτικής επελεύσεως α) της υπογραφής της σύμβασης από όλους τους συμβαλλομένους β)......γ) της καταβολής από τους φορείς του ποσού της συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω Α.Ε..

Από το πλέγμα των όρων της σύμβασης αυτής διεμορφώθη νέα απαίτηση της εναγομένης κατά της άνω Α.Ε., η ικανοποίηση της οποίας συντελείται όταν ολοκληρωθεί και το τελευταίο στάδιο ήτοι η επαναφορά των μετοχών των τραπεζών από τους φορείς, δοθέντος ότι δια της συγκλίνουσας βουλήσεως όλων των συμβαλλομένων συνήφθη η σύμβαση αυτή, στο περιεχόμενο της οποίας έκαστος απέβλεψε και προήλθε στη ρύθμιση της απαιτήσεώς του κατά της Α.Ε..

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, προς ασφάλεια της εκ της ρυθμίσεως και αναδιαρθρώσεως του χρέους απαιτήσεως της εναγομένης, δια της από 11.10.1999 συμβάσεως ενεχυριάσεως ενεχυρίασαν στην εναγομένη το ίδιο ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιό τους, με τον πρόσθετο όρο ότι το ενέχυρο αυτό ισχύει μέχρι την επαναγορά των μετοχών αυτών από τους άνω φορείς όπως προβλέπεται από την σύμβαση ρύθμισης για το ποσό που αφορά την τράπεζα (εναγομένη) υπέρ της οποίας και μόνο συνεστήθη, οπότε και αποσβένεται.

Το εάν η σύμβαση αυτή (ενεχυριάσεως) υπεγράφη προ ή μετά την υπογραφή της άνω ρυθμιστικής σύμβασης δεν ασκεί επιρροή ως γεγονός αφού αυτή αναφέρεται στο περιεχόμενο της ρυθμιστικής σύμβασης. Περαιτέρω συνομολογείται ότι οι άνω φορείς δεν έχουν επαναγοράσει από τις τράπεζες τις μετοχές αυτές και έτσι η ικανοποίηση της εκ της ρυθμίσεως αυτής απαίτησης της εναγομένης δεν έχει κατά τα ανωτέρω επέλθει και ως εκ τούτου το ενέχυρο αυτό δεν έχει αποσβεσθεί.

Οι ενάγοντες, αντικρούοντες τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι ως ενεχυρούχος δεν υποχρεούται στην απόδοση του ενεχυριασθέντος τούτου αμοιβαίου κεφαλαίου προς αυτούς και εντεύθεν μη καταστάσης υπερημέρου και συνεπώς μη υποχρεουμένης εις αποζημίωση αυτών, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι η νεότερη ως άνω σύμβαση ενεχυριάσεως, που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 1999 και μάλιστα στην κατοικία τους, περιέχει επαχθείς σε βάρος τους όρους και συνήφθη υπό συνθήκες ιδιαίτερα πιεστικές γι' αυτούς καθόσον ειδικότερα, ενώ επέκειτο να υπογραφεί η ως άνω ρυθμιστική σύμβαση αναδιαρθρώσεως του χρέους της άνω Α.Ε.

προς τις τράπεζες, η εναγομένη τους εξανάγκασε να υπογράψουν τη σύμβαση αυτή ενεχυριάσεως με τον άνω όρο δηλώνοντάς τους ότι σε περίπτωση αρνήσεώς τους θα υπαναχωρούσε από τις διαπραγματεύσεις και θα ματαιωνόταν η υπογραφή της ρυθμιστικής συμβάσεως, που επακολούθησε, η τυχόν δε ματαίωση της τελευταίας συμβάσεως θα είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή του πρώτου τούτων και κατ' επέκταση και των λοιπών εναγόντων (συζύγου και τέκνου του) ως και ότι η προσωπική του ελευθερία θα βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω και άλλων οφειλών της άνω Α.Ε.

προς το Δημόσιο, το ΙΚΑ κλπ. Ότι έτσι η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους αυτή και έτσι πέτυχε την συνομολόγηση και λήψη ωφελημάτων που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή τους και συγκεκριμένα ενώ με την αρχική σύμβαση και το νόμο η απόσβεση του ενεχύρου θα επήρχετο με την εξόφληση της οφειλής της άνω Α.Ε., με την προσθήκη του άνω όρου η απόσβεση του ενεχύρου μετατέθηκε για τρία χρόνια τουλάχιστον και εξαρτήθηκε από τη συμπεριφορά των φορέων της επένδυσης, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση επαναγοράς των μετοχών, η οποία είναι αβέβαιο πότε και αν θα εκδηλωθεί από αυτούς και συνεπώς η νέα αυτή σύμβαση ενεχυριάσεως είναι άκυρη ως αντίθετη στα άρθρα 178 και 179 Α.Κ..

Υπό τα άνω εκτιθέμενα ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων είναι αόριστος και απορριπτέος αφού δεν εκτίθεται προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και δη κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως αυτής. Ειδικότερα η προσθήκη αυτού του όρου, που έγινε με τη θέληση και των εναγόντων δεν καθιστά τη σύμβαση αυτή καταπλεονεκτική κατά τα άνω εκτιθέμενα και δη τη δυσαναλογία προφανή αν ληφθεί υπόψει, ως οι ενάγοντες συνομολογούν, ότι οι τράπεζες τους χάρισαν το ποσό του 20%, ήτοι το ποσό των 2.121.836.125 δραχμών, η δε εναγομένη το ανάλογο ποσό, ανερχόμενο σε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δρχ (20% του 1.759.565.426 δρχ.

βλέπε σύμβαση ενεχυριάσεως και σύμβαση ρυθμίσεως παράρτημα 2 εν τέλει).

Συνεπώς, ορθώς η εκκαλουμένη απέρριψε τον ισχυρισμό τους αυτό ως αόριστο και τον τοιούτο του άρθρου 179 Α.Κ. σιωπηρώς, αφού υπό τα άνω εκτιθέμενα η σύμβαση αυτή δεν είναι αντίθετη ούτε στα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι ενάγοντες πρωτοδίκως ισχυρίστηκαν επικουρικά ότι η άνω σύμβαση ενεχυριάσεως είναι άκυρη διότι η ημερομηνία της δεν είναι αληθής αφού αυτή συνήφθη περί το τέλος Σεπτεμβρίου 1999 στο σπίτι τους και όχι στις 11.10.1999, την οποία η σύμβαση αυτή φέρει και η οποία τέθηκε εκ των υστέρων χωρίς τη συναίνεσή τους.

Ο ισχυρισμός τους αυτός ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμος από την εκκαλουμένη αφού, ως ελέχθη, η ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης αυτής δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητά της. Όθεν και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος και τελευταίος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και συνακολούθως η έφεση στο σύνολό της.

Περαιτέρω η εκκαλουμένη εδέχθη ότι δι' ανανεώσεως η πρώτη σύμβαση ενεχυριάσεως αποσβέστηκε και αντικαταστάθηκε από τη νέα σύμβαση ενεχυριάσεως. Αλλά και αν τούτο δεν συνέβη κατά σαφή θέληση των διαδίκων, η προσθήκη του νέου ως άνω όρου δεν πάσχει ακυρότητα διότι συνιστά τροποποίηση ή συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης, άλλωστε δε με τη νέα ενεχυρίαση ασφαλίζεται η εκ της ρυθμίσεως αυτής απαίτηση της εναγομένης κατά της άνω Α.Ε..

Όθεν ορθώς κατ' αποτέλεσμα η εκκαλουμένη έκρινε τον σχετικό περί τούτου ισχυρισμό των εναγόντων και απέρριψε αυτόν και ως εκ τούτου ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος πρόσθετος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ως ελέχθη, εφόσον οι φορείς δεν επαναγόρασαν τις άνω μετοχές, δεν ικανοποιήθηκε η απαίτηση της εναγομένης και της ρυθμιστικής αυτής σύμβασης και ως εκ τούτου το ενέχυρο δεν αποσβέστηκε.

Ο όρος αυτός δεν συνιστά διαλυτική προθεσμία αλλά προϋπόθεση προς ικανοποίηση της απαίτησης της εναγομένης κατά της άνω Α.Ε. κατά τους όρους της άνω ρυθμιστικής συμβάσεως, στην οποία όλοι οι συμβαλλόμενοι προήλθαν ασφαλώς και προς διασφάλιση των απαιτήσεων εκάστου εκ τούτων ως δανειστού. Όθεν ορθώς, η εκκαλουμένη εδέχθη τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόντων, κατά τον οποίο απεσβέσθη λόγω εξοφλήσεως το ενέχυρο και ως εκ τούτου οι τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος και τελευταίος πρόσθετος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Κατ' ακολουθίαν, ορθώς εν κατακλείδι η εκκαλουμένη έκρινε ότι η τελευταία σύμβαση ενεχυριάσεως είναι έγκυρη και ως εκ τούτου, η εναγομένη νομίμως κατέχει το ενεχυριασθέν ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιο και παρεπομένως δεν υποχρεούτο να αποδώσει τούτο στους ενάγοντες και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται εις αποζημίωση των εναγόντων, ήτοι ορθώς απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά το αναγνωριστικό αίτημα της αποζημίωσης των εναγόντων".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του και το απορριπτικό επί της ουσίας της αγωγής και της έφεσης των αναιρεσειόντων πόρισμά του, με το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, συμπληρώνοντας κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ τις σιωπηρές απορριπτικές του αιτιολογίες, με τις οποίες απέρριψε την αγωγή για αποζημίωση των αναιρεσειόντων και τον καταλυτικό ισχυρισμό τους για ακυρότητα της σύμβασης ενεχυρίασης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται, και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε, ως προς τις ίδιες απορριπτικές διατάξεις, την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν ως απαιτούμενα για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 178ΑΚ, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη ακυρότητας της σύμβασης ενεχυρίασης, αφού αυτή δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι 1) η προσθήκη του προβαλλόμενου ως ανήθικου όρου της νέας σύμβασης ενεχυρίασης έγινε με τη θέληση των αναιρεσειόντων, 2) ότι η αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της ρυθμιστικής σύμβασης του χρέους της ανώνυμης εταιρίας προς τις τράπεζες, χάρισε ποσοστό 20% της απαίτησής της των 1.759.565.426 δραχμών κατ' αυτής, 3) ότι με τη νέα ενεχυρίαση κατά τροποποίηση ή συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης οι αναιρεσείοντες ενεχυρίασαν το ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιό τους, με τον πρόσθετο όρο ότι το ενέχυρο αυτό θα ισχύει μέχρι την επαναγορά των μετοχών από τους φορείς επένδυσης και για το ποσό που αφορά την αναιρεσίβλητη τράπεζα υπέρ της οποίας και μόνο συνεστήθη, οπότε και θα αποσβένεται και 4) ότι οι φορείς της επένδυσης δεν έχουν επαναγοράσει από τις τράπεζες τις μετοχές αυτές και έτσι η ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τη ρύθμιση αυτή δεν έχει επέλθει και ως εκ τούτου το ενέχυρο αυτό δεν έχει αποσβεστεί και η αναιρεσίβλητη, που δεν κατέστη υπερήμερη, ως προς την απόδοση του ενεχυρασθέντος αμοιβαίου κεφαλαίου, δεν υποχρεούται σε αποζημίωση των αναιρεσειόντων.

Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ και, επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης (με στοιχεία Β-1 έως Β-5 του αναιρετήριου), τρίτος λόγος αναίρεσης (με στοιχεία Β-7 του αναιρετήριου), τέταρτος λόγος αναίρεσης (με στοιχεία Γ-α του αναιρετήριου) και πέμπτος λόγος αναίρεσης (με στοιχεία Γ-β του αναιρετήριου), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Τέλος, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τις πιο πάνω παραδοχές της, δέχθηκε όσα συνάγονται αμέσως και σαφώς από την προμνημονευόμενη από 11.10.1999 σύμβαση ενεχυριάσεως, που προσβλήθηκε ως άκυρη από τους αναιρεσείοντες, και δεν προέβη σε ερμηνεία της συμφωνίας αυτής ούτε διαπίστωσε έστω και εμμέσως κενά ή αμφίβολα σημεία σ' αυτήν τη συμφωνία.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η εκκαλουμένη εδέχθη ότι δι' ανανεώσεως η πρώτη σύμβαση ενεχυριάσεως αποσβέστηκε και αντικαταστάθηκε από τη νέα σύμβαση ενεχυριάσεως. Αλλά και αν τούτο δεν συνέβη κατά σαφή θέληση των διαδίκων, η προσθήκη του νέου ως άνω όρου δεν πάσχει ακυρότητα διότι συνιστά τροποποίηση ή συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης, άλλωστε δε με τη νέα ενεχυρίαση ασφαλίζεται η εκ της ρυθμίσεως αυτής απαίτηση της εναγομένης κατά της άνω Α.Ε.".

Με τις παραδοχές αυτές, που είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, το Εφετείο δέχθηκε, ως συναγόμενο αμέσως και σαφώς από την προμνημονευόμενη συμφωνία, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της, ότι "η προσθήκη του νέου όρου συνιστά τροποποίηση ή συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης". Για να καταδειχθεί δε στη συνέχεια από την προσβαλλόμενη ότι ορθά κατ' αποτέλεσμα η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων για ακυρότητα του νέου όρου ενεχυρίασης, επαναλήφθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης ότι "δι' ανανεώσεως η πρώτη σύμβαση ενεχυρίασης αποσβέστηκε ή αντικαταστάθηκε από τη νέα σύμβαση ενεχυρίασης" με τη ρητή ουσιαστική παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι αυτό δεν συνέβη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (με τα στοιχεία Β-1 έως Β-6 του αναιρετήριου) και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (με τα στοιχεία Γ-α του αναιρετήριου), κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι το Εφετείο, καίτοι προέβη εμμέσως στη διαπίστωση ότι στην προμνημονευόμενη συμφωνία οι δηλώσεις βούλησης δεν είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια, στη συνέχεια δεν προέβη σε ερμηνεία της ως άνω συμφωνίας και έτσι παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και 2 παρ. 1, 22 παρ. 5 του ν. 2251/1994, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή τους, ότι το Εφετείο, με το που προέβη στη διαπίστωση ότι στην επίμαχη συμφωνία των διαδίκων οι δηλώσεις βούλησης είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια, ενώ αποδεικνύονταν από το συμφωνητικό που τις περιείχε ότι είχαν διατυπωθεί οι δηλώσεις αυτές ασαφώς, με συνέπεια να επιβάλλεται η ερμηνεία της συμφωνίας κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και 2 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ν. 2251/1994, παραβίασε τις διατάξεις αυτές του ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν ως εσφαλμένη την προαναφερόμενη διαπίστωση η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 11.5.2006 αίτηση για αναίρεση της 3915/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.5.2006 αίτηση των Μ. Τ. του Μ., Α. συζύγου Μ. Τ. και Μ. Τ. του Μ. για αναίρεση της 3915/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ