Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to lack of substantive ruling on abuse of right claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against the Third Instance Court's final eviction order. The appellants argued that the lower court erred by rejecting their claim of abuse of right without a substantive ruling. The court held that since the lower court rejected the claim as inadmissible, no factual examination occurred, making the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to examine a substantive claim or its rejection of a claim as inadmissible is inadmissible because no factual finding exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2107 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2107/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 2) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΥΙΟΣ ΟΕ", η οποία εδρεύει στον Δήμο Χαλκηδόνας του Νομού Θεσσαλονίκης (14° χλμ Ε.Ο. Θεσ/νικης - Βέροιας), με ΑΦΜ 091946791, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1104/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 327/2024 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-04-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 327/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 06-04-2021 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 1104/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 30-10-2019 αγωγή διανομής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού πώληση του κοινού ακινήτου των διαδίκων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Α. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.
Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας, ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 458/2017).
Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 59/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 795, 798, 799, 1113 ΑΚ, 216 παρ. 1α και 478 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής διανομής κοινού ακινήτου πρέπει και αρκεί να αναφέρεται σ' αυτήν, πλην άλλων, η ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας των διαδίκων επί του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται η επίκληση και των παραγωγικών του εν λόγω δικαιώματος πραγματικών γεγονότων. Μόνο σε περίπτωση ειδικής αμφισβήτησης αυτού του δικαιώματος από τον εναγόμενο, ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος να θεραπεύσει την επιγενόμενη αοριστία του αγωγικού δικογράφου, προσδιορίζοντας, παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις του (άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ), τον τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου (ΑΠ 1283/2013, 2001/2009, 151/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτήν και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, δύναται να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της απόδειξης, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης.
Επιφέρει δε η δήλωση περί ανάκλησης της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008, ΑΠ 155/1995). Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανάκλησης της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1439/2017).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με τον παρόντα λόγο ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με το εκτιμώμενο ως πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι επαναφέρουν τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό τους περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής, εκθέτοντας, ειδικότερα, ότι η γονική παροχή που συνέστησε προς αυτόν ο πατέρας του, Μ.
Ν., δυνάμει της οποίας μεταβίβασε σε αυτόν κατά κυριότητα ποσοστό 45% εξ αδιαίρετου επί του επίδικου ακινήτου, υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και αποτελεί δωρεά στο σύνολό της, την οποία ο δωρητής (Μ. Ν.) ανακάλεσε με την από 31-1-2020 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στον ενάγοντα στις 3-2-2020, λόγω επίμεμπτης συμπεριφοράς του τελευταίου, που συνιστά αχαριστία, καλώντας τον ταυτόχρονα να του αναμεταβιβάσει την κυριότητα του δωρηθέντος ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, λόγω δε της αρνήσεως του ενάγοντας να προβεί στην ως άνω αναμεταβίβαση, άσκησε σε βάρος του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ.
έκθ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/2239/1880/5-2-2020 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η συνδρομή του επικαλούμενου λόγου ανάκλησης της δωρεάς και να υποχρεωθεί ο αντίδικός του (και ήδη ενάγων) να του αναμεταβιβάσει την κυριότητα του δωρηθέντος ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και, σε περίπτωση άρνησής του, να καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης προς τούτο, καθώς και να υποχρεωθεί να του αποδώσει το ένδικο ακίνητο κατά το ως άνω ποσοστό, η εκδίκαση δε της ως άνω αγωγής εκκρεμούσε κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ, όπως αναφέρουν οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 10873/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή, λόγω αοριστίας.
Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, με βάση τα ιστορούμενα, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν έχει επέλθει αναμεταβίβαση της κυριότητας του ως άνω ποσοστού επί του επίδικου ακινήτου, καθώς η αναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς, επιτυγχάνεται με την καταδίκη του δωρεοδόχου σε δήλωση βουλήσεως κατ' άρθρο 949 του ΚΠολΔ, και τη μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής, εν προκειμένω δε, δεν έχει γίνει καν δεκτή, πολλώ δε μάλλον τελεσιδίκως, η εν λόγω αγωγή του Μ.
Ν.
Συνεπώς, ούτε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είχε μεταβληθεί η εμπράγματη κατάσταση του δωρηθέντος, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί ο ενάγων να είναι συγκύριος του επίδικου (κοινού) ακινήτου και, συνεπώς, να δικαιούται να ζητήσει τη διανομή αυτού."...
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές (ήτοι ότι ο ενάγων εξακολούθησε να είναι συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και ουδέποτε επήλθε αναμεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητάς του λόγω ανάκλησης της δωρεάς αφού εξέλιπαν οι σχετικές προϋποθέσεις - καταδίκη του δωρεοδόχου σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και δήλωσης) το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων - εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε επίσης απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, σχετικά με το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της ενεργητικής ή μη νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω μη απόρριψης της αγωγής για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 505, 509 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 795 παρ.1 ΑΚ "κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα του κοινωνού για λύση της κοινωνίας αποκλείεται στην περίπτωση που το κοινό πράγμα από τη φύση του ή με τη ρητή ή σιωπηρή θέληση των κοινωνών έχει ταχθεί για εξυπηρέτηση διαρκούς σκοπού. Τέτοιος σκοπός δεν συντρέχει, όταν το κοινό πράγμα χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνούς για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών η άλλων αναγκών τους.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, που το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, προς απόκρουση της περί διανομής αγωγής του αναιρεσίβλητου του κοινού ακινήτου, διότι τούτο έχει διαρκή σκοπό με το να χρησιμοποιείται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ομόρρυθμη εταιρεία, για την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας παραγωγής και εμπορίας συρραπτικών μηχανημάτων ξυλοκιβωτοποιίας, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, για πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Βασική προϋπόθεση για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο θα πρέπει να έχει εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να έχει διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, όχι να απέρριψε την αγωγή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (Ολ ΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντες ότι το Εφετείο με "αντιφατικές και πάντως ελλιπείς αιτιολογίες" απέρριψε τον προαναφερθέντα ισχυρισμό τους, με βάση το άρθρο 795 παρ.1 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, κατά τα προαναφερθέντα, είναι απαράδεκτος, αφού ο πιο πάνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.
Γ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του το αίτημά τους για αποφυγή κατάτμησης του ακινήτου και διανομής της επιχείρησης που ασκείται σε αυτό, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, ο προαναφερθείς ισχυρισμός δεν συνιστά ''πράγμα'', με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αποτελεί αίτημα το οποίο στηρίζεται μάλιστα σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά το σχηματισμό των μερών πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να αποφεύγεται η κατάτμηση των ακινήτων και η διανομή των επιχειρήσεων. Τούτο προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο διέταξε την αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση που διατάχθηκε, με την επικυρωθείσα από την προσβαλλομένη 1104/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η δια πλειστηριασμού πώληση αυτού.
Δ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ολ.ΑΠ 25/2003, ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για διανομή του κοινού ακινήτου, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενοι ότι ο τελευταίος επιδιώκει να ανατρέψει μία κατάσταση διαμορφωθείσα για διάστημα πλέον των 40 ετών, χωρίς να δικαιολογεί οικονομικό συμφέρον, κινούμενος από αισθήματα εκδίκησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1104/2021 απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν οι αναιρεσείοντες για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές:
"Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, οι εναγόμενοι επαναφέρουν τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό τους ότι το δια της αγωγής δικαίωμα του αντιδίκου τους ασκείται καταχρηστικά, διότι ο τελευταίος ουδέποτε κατά το παρελθόν έθεσε θέμα λύσης της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να τους δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, ότι με την ένδικη αγωγή επιδιώκει να ανατρέψει μια κατάσταση που διαμορφώθηκε από το έτος 1976, καθώς από τότε το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της δεύτερης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος υπήρξε και ο ίδιος από το έτος 1992 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, οπότε και διατάχθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2109/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αποκλεισμός του από αυτήν, λόγω συνδρομής στο πρόσωπό του σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εκ μέρους του παράβαση της υποχρέωσης πίστης προς την εν λόγω εταιρία, καθώς προέβη στη σύσταση της ανταγωνιστικής εταιρίας προκαλώντας ζημία στη δεύτερη εναγόμενη με την αθέμιτη και ανταγωνιστική δράση του, την απόσπαση συνεργατών, προμηθευτών και πελατών της και την εν γένει υπονόμευση της λειτουργίας της, ενώ, περαιτέρω, εξέθεταν ότι ο ενάγων προέβη στην άσκηση της ένδικης αγωγής για λόγους εκδίκησης, λόγω του αποκλεισμού του από τη δεύτερη εναγόμενη, και χωρίς να δικαιολογεί οικονομικό συμφέρον, ότι επέλεξε το επαχθέστερο, για τους εναγόμενους, μέσο της δικαστικής λύσης της κοινωνίας, ενώ θα μπορούσε να επιλέξει άλλο, ηπιότερο, μέσο για την ικανοποίηση των συμφερόντων του, ήτοι τη διατήρηση της κοινωνίας, οπότε και θα εξακολουθούσε να εισπράττει το αναλογούν στο ποσοστό του μηνιαίο μίσθωμα, ύψους άνω των 1.660 ευρώ, από την εκμίσθωση του επίδικου στην ανωτέρω εναγόμενη, ή την πώληση του μεριδίου του στους εναγόμενους, ότι η λύση της κοινωνίας θα επιφέρει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στους ίδιους, καθώς θα απωλέσουν τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα η δεύτερη εναγόμενη, ακόμα δε και αν η τελευταία καταφέρει να συνεχίσει τη λειτουργία της σε άλλες εγκαταστάσεις, η λειτουργία αυτής θα διακοπεί μέχρι τη μετεγκατάστασή της, με ολέθριες συνέπειες για τον κύκλο εργασιών της, το κύρος και την αξιοπιστία της, αλλά και για το εισόδημα του πρώτου ενάγοντος - ομορρύθμου εταίρου αυτής, των εργαζομένων και των συνεργατών της, από τη διακοπή δε της εμπορικής της δραστηριότητας θα επωφεληθεί η προαναφερθείσα εταιρία FOREN Ι.Κ.Ε συμφερόντων του ενάγοντος και, κατ επέκταση, ο ίδιος, και θα υλοποιηθεί έτσι ο σκοπός, για τον οποίο και άσκησε το δια της αγωγής δικαίωμα και, τέλος, ότι σε άλλη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων ο αντίδικός τους ισχυρίσθηκε ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του επίδικου, καθώς μπορεί να κατατμηθεί σε δύο ίσης αξίας τμήματα, ενώ με την ένδικη αγωγή ισχυρίζεται, τελείως αντιφατικά, ότι είναι ανέφικτη η αυτούσια διανομή, ζητώντας την δια πλειστηριασμού πώλησή του.
Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, καθώς δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά δεικνύοντα προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία, συνδυαζόμενη με συμπεριφορά των εναγόμενων, που να τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του αντιδίκου τους, να δημιούργησε σε αυτούς ευλόγως την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα επεδίωκε δικαστικώς τη λύση της κοινωνίας, έτσι ώστε η άσκηση της ένδικης αγωγής, λόγω της μεταβολής της στάσης του, να προκαλεί μη αναμενόμενες και μη ανεκτές, δυσμενείς συνέπειες στους εναγόμενους, δοθέντος ότι ουδόλως αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να ανάγονται σε προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος ως κοινωνού του ένδικου ακινήτου, καθώς τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται και αφορούν σε προηγηθείσα συμπεριφορά αυτού, ανάγονται σε ενέργειές του ως ομορρύθμου εταίρου της δεύτερης εναγομένης, μη σχετιζόμενες με την ιδιότητά του ως κοινωνού του επίδικου.
Ομοίως, και ο ισχυρισμός τους ότι η λύση της κοινωνίας θα ανατρέψει μια διαμορφωθείσα από το έτος 1976, κατάσταση, και θα επιφέρει δυσμενέστατες συνέπειες σε αυτούς, σε αντίθεση με τον ενάγοντα που θα επωφεληθεί μέσω της ανταγωνιστικής εταιρίας που συνέστησε, δεν συνδέεται με προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος ως κοινωνού.
Εξάλλου, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις τους όσο και στο δικόγραφο της έφεσης, ο ενάγων απέκτησε την ψιλή κυριότητα του επίδικου, κατά ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου, το έτος 2000, και την πλήρη κυριότητα, κατά το ως άνω ποσοστό, το έτος 2010.
Συνεπώς, η κατάσταση που διαμορφώθηκε πριν καταστεί ο ενάγων κοινωνός του επίδικου, ουδόλως θα μπορούσε να συνδεθεί με οποιαδήποτε συμπεριφορά αυτού. Ομοίως, ακόμα και αν θεωρηθεί αληθές ότι ο ενάγων ισχυρίσθηκε σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του επίδικου, ενώ με την ένδικη αγωγή ισχυρίζεται το αντίθετο, αυτό δεν συνδέεται με προηγηθείσα συμπεριφορά του που να μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιούργησε ευλόγως στους εναγόμενους την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του για λύση της κοινωνίας, καθώς καταδεικνύει, αντιθέτως, ότι έθεσε και στο παρελθόν θέμα λύσης.
Ο τρόπος δε της λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν απαιτούνταν καν να αναγράφεται στην αγωγή, καθώς ανήκει στις εξουσίες του Δικαστηρίου, Τέλος, όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό, ερευνώμενο στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι και ως προς το σημείο αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει αόριστος.
Και τούτο, διότι, για να κριθεί εάν υπάρχει μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των διαδίκων, κατά το άρθρο 25 του Συντάγματος (βλ. ΑΠ 55/2023 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), όφειλαν οι εναγόμενοι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να επικαλεστούν ότι πρότειναν στον ενάγοντα να αγοράσουν το ιδανικό του μερίδιο επί του επίδικου, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα την αξία αυτού και το προτεινόμενο τίμημα, καθώς και να επικαλεστούν ότι ο αντίδικός τους δεν αποδέχθηκε την πρότασή τους, ήτοι στοιχεία που ουδόλως επικαλέστηκαν εν προκειμένω, αλλά και να αιτιολογήσουν γιατί δεν προέβησαν σε αίτημα προς το Δικαστήριο, περί επιδίκασης σε αυτούς ολόκληρης της υφιστάμενης στο επίδικο, επιχείρησης, κατ' άρθρο 483 ΚΠολΔ, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να κρίνει εάν η συνέχιση της εκμίσθωσης του επίδικου στη δεύτερη εναγόμενη, με αναλογούν μερίδιο μισθώματος στον ενάγοντα άνω των 1,660 ευρώ, κατά τους ισχυρισμούς τους, αποτελεί τη δικαιότερη επιλογή για αμφότερες τις διάδικες πλευρές.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ως αόριστο τον ανωτέρω ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας, δεν έσφαλε, και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος".
Ήδη με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω ένστασή τους ως αόριστη και δεν εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ενώ εξάλλου δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς τους, που είχαν νόμιμα προταθεί και δικαιολογούσαν το ορισμένο της ένστασής τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ως αβάσιμο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του τα περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες για την θεμελίωση της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορθώς δεν θεώρησε επαρκή, αφετέρου δε δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, καθόσον, πράγματι, η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, υπό τα άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν αόριστη και άρα απορριπτέα.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π.3/1997). Το ίδιο ισχύει και για την πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 9/2011, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 615/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (τέταρτο) αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά την απόρριψη της προαναφερθείσας ένστασής τους και οι από τους αριθμούς 11γ και 19 του του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ο λόγος όμως αυτός, κατ' αυτό το σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-04-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 327/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ