Legislator Case Law & Legislation
2107/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract duration, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 2107/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim regarding the duration of his employment contract. The appellant argued the lower court erred in assessing the weight of evidence regarding a clause extending the contract until retirement, but the court found no specific evidence ruling on the burden of proof. Consequently, the court ruled that the lower court correctly evaluated the available documents and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not issue a specific ruling on the burden of proof, as it retains free discretion to evaluate evidence in labor disputes.

Keywords

AI generated
labor contract duration burden of proof weight of evidence appeal inadmissibility labor law procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2107 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2107 /2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Παπαδέα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: … Σωματείου με την επωνυμία …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην πόλη … του …. των … και λειτουργεί στην Ελλάδα στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Κομματά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2098/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2358/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27-12-2021 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ.1277/2021) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 2358/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 6-3-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1956/2020) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2098/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 5-3-2019 αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί:

α) ότι με το εναγόμενο φιλεκπαιδευτικό σωματείο τον συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τη συνταξιοδότησή του στην Ακαδημαϊκή Βαθμίδα του "… " και ειδικότερα στη θέση του "…" και β) η ακυρότητα της από 20-12-2018 καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 38/2020, 19/2020, 130/2016, 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, 183/2020, 99/2020, 1551/2018, 319/2017).

Επιπλέον, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω άρθρων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 698/2018, 113/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ1354/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, Α) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ότι με την κρίση του ότι, η από 1-10-2011 σύμβαση εργασίας του με το αναιρεσίβλητο διεπόταν αναγκαστικά από τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Εκπαιδευτικού Προσωπικού του, αγνοώντας τις ιδιαίτερες συμφωνίες που αποτέλεσαν περιεχόμενο της ίδιας εργασιακής (από…) συμβάσεως και ότι δεν είχαν πληρωθεί οι προϋποθέσεις που αυτός (Κανονισμός) θέτει για τη μετάταξή του σε ανώτερη βαθμίδα, καθώς και ότι η σύμβασή του έληξε στις … και έκτοτε δεν ανανεώθηκε νομίμως και παρέμεινε απασχολούμενος στο εκπαιδευτικό ίδρυμα του αναιρεσιβλήτου με απλή σχέση εργασίας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 680 ΑΚ, Β) κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι με το να κρίνει ότι η μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης του αναιρεσείοντος με το σωματείο … στο αναιρεσίβλητο πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως και ανεξαρτήτως της γνώσης ή συναίνεσής του κατά το χρόνο της μεταβίβασης και με τις ισχύουσες τότε συνθήκες καταλήγοντας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών πως εξ'αυτής της νομικής αιτίας η βούλησή του δεν ήταν απαραίτητη για τη συντέλεση της μεταβίβασης αυτής, ούτε μπορούσε να καθιδρύσει νέα σχέση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 4 και 8 του Π.Δ. 178/2002 και Γ) κατά το τρίτο σκέλος του, ότι με το να κρίνει, ότι η σύμβαση εργασίας του με το αναιρεσίβλητο ήταν ορισμένου χρόνου και έληξε οριστικά στις … , και ότι δε συνήφθη καθ' οιονδήποτε τρόπο νέα τριετής σύμβαση, καταλήγοντας στη δικανική κρίση περί απασχόλησής του στο αναιρεσίβλητο από την … με απλή εργασιακή σχέση εργασίας, χωρίς να προσδιορίζεται ποια εν τέλει ήταν εκείνη η σύμβαση εργασίας, η οποία έπασχε από ακυρότητα ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί στη συνέχεια η έννοια της απλής εργασιακής σχέσης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε επίσης στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών για την κατάρτιση των από … συμβάσεων, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επιπλέον, με τον έβδομο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, προσάπτονται επί λέξει στην προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: 1.1. "Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στηριζόμενο στην άποψη που προέβαλε το αντίδικο, έκανε δεκτό ότι ήταν πάγια τακτική του προηγούμενου εργοδότη μου να προβλέπει αυξημένες αποδοχές σε περίπτωση προαγωγής του εργαζόμενου καθηγητή βάσει του ισχύοντος κανονισμού και με τον τρόπο αυτό ερμήνευσε τους όρους αυτούς περί αποδοχών και ωφελημάτων ως υπό αίρεση προαγωγής, ώστε με τον τρόπο αυτό να μην έρχονται σε αντίθεση και έτσι να μην αναιρούν τον όρο περί λήξης της σύμβασής μου ταυτόχρονα με τη συνταξιοδότησή μου".

Ότι "η συγκεκριμένη αιτιολογία είναι καταρχάς αντιφατική, καθώς είναι απόλυτα σαφές από το κείμενο των εν θέματι όρων και γίνεται αποδεκτό από το ίδιο το Εφετείο πως η μισθολογική επαναφορά θα γινόταν από την … στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με το προ κρίσης για την ίδια βαθμίδα (δηλαδή του… )...."... Οτι "το Εφετείο, έχοντας αναγνωρίσει πως στη συγκεκριμένη υπόθεση δε χωρεί εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παρά ταύτα προέβη σε τέτοια ερμηνεία υπό την έννοια της "ανακάλυψης" αίρεσης στο κείμενο της από … σύμβασης....".

Περαιτέρω, ότι "η αιτιολογία είναι και ανεπαρκής, διότι: α) δεν προσδιόρισε το κενό/αμφιβολία, που είναι απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ώστε να προχωρήσει στη συνέχεια σε ερμηνεία, β) ρητά αποδέχθηκε την επεξήγηση του αντιδίκου για την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης του προηγούμενου εργοδότη μου ….

αλλά δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στη δική μου δικαιοπρακτική βούληση και το νομικό λόγο και τις προϋποθέσεις αυτού.... γ) σε κανένα σημείο της απόφασης δεν αιτιολόγησε τον λόγο για τον οποίο, ενώ ερμηνεύτηκε ο συγκεκριμένος και ιδιαίτερα σημαντικός και κρίσιμος όρος του από … συμφωνητικού ως τελών υπό αίρεση, ωστόσο η εν λόγω αίρεση δε διατυπώθηκε στο έγγραφο αυτό αλλά αφέθηκε να εννοηθεί και να ερμηνευθεί , σε αντίθεση με τα επόμενα συμφωνητικά, για τα οποία έγινε δεκτή η συνομολόγηση όρων από παραδρομή". "1.2.

Ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο σκεπτικό του σχετικά με το κύρος του από … συμφωνητικού μεταφοράς και των σε αυτό δηλώσεων. Το Εφετείο έκρινε (σελ.28) πως η αναφορά της απασχόλησής μου μέχρι τη συνταξιοδότηση (tenure)στο προοίμιο της εν λόγω σύμβασης δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη φύση και διάρκεια της εργασιακής σχέσης.

Δεν είναι σαφές αν το Εφετείο βασίστηκε για τη διαμόρφωση της κρίσης του αυτής: α) στην εξ' αναγκαστικού δικαίου εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, β) στην προηγουμένως διατυπωθείσα νομική άποψή του πως δεν ήταν απαραίτητη η συναίνεση του εργαζόμενου για τη μεταφορά στη νέα επιχείρηση και για τους όρους της μεταφοράς, ή γ) στο γεγονός πως το εν λόγω τριμερές συμφωνητικό δε θα μπορούσε να καθιδρύσει διαφορετική εργασιακή σχέση λόγω της εφαρμογής του κανονισμού του …, που προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για τη μετατροπή μιας εργασιακής σύμβασης σε αορίστου χρόνου (μέχρι τη συνταξιοδότηση-tenure)". "1.3.

Ότι ομοίως αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες διέλαβε το Εφετείο όσον αφορά και το κύρος του από Απριλίου … ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης (με φερόμενη ημερομηνία …): Συγκεκριμένα το Εφετείο έκρινε (σελ. 28) πως η αναφορά της διάρκειας της εργασιακής σύμβασής του μέχρι τη συνταξιοδότησή του στο εν λόγω συμφωνητικό δεν είναι στοιχείο συστατικό της ισχύος και της εξέλιξης της εργασιακής σχέσης και αποτελεί "πρόδηλο σφάλμα" εξ' "αντιγραφής" από το προγενέστερο συμφωνητικό (δηλαδή από το από ….

συμφωνητικό). Ετσι καταρχάς το Εφετείο παραθέτει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς, ενώ έχει ήδη κρίνει πως δεν υφίσταται κενό/αμφιβολία στη σύμβαση και κατά συνέπεια δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εν τούτοις προέβη σε ερμηνεία σαφώς διατυπωμένου όρου στο συμφωνητικό και ειδικότερα της δικής μου δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης χαρακτηρίζοντάς την "πρόδηλο σφάλμα".

Ότι οι αιτιολογίες είναι και ανεπαρκείς, και, διότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι εμφιλοχώρησε "πρόδηλο σφάλμα" από πλευράς του αντιδίκου και ως εκ τούτου τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις περί πλάνης, δεν εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, ούτε προσδιόρισε τις νομικές προϋποθέσεις για την προσφυγή στις ίδιες διατάξεις". "1.4.

Ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς εν τέλει κατέληξε στο συμπέρασμα πως η διάρκεια της εργασιακής σχέσης μου με το αντίδικο έληξε στις … και πως η αντίθετη περιγραφή της διάρκειας αυτής στο από … και στο από Απρίλιο … (με φερόμενη ημερομηνία …) συμφωνητικό δεν επηρέασαν την ισχύ της εν λόγω λήξης.

Εν προκειμένω όμως στοιχειοθετείται αντίφαση στο σκεπτικό του Εφετείου, καθώς αυτό δέχθηκε πως η εργασιακή σχέση μου μέχρι τη συνταξιοδότησή μου έχει αποτυπωθεί "τυπικώς" αλλά όχι ουσιαστικώς (σελ. 32) στα εν λόγω κείμενα...". "1.5. Ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφασή του πρωτίστως, διότι δεν παρέθεσε τις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση "απλής εργασιακής σχέσης", δηλαδή δεν προσδιόρισε τη σύμβαση εκείνη, η ακυρότητα της οποίας οδήγησε στη σχέση αυτή.

Αντ' αυτού έκανε μια γενικόλογη αναφορά στο σχετικό άρθρο για τη μη τήρηση του Κανονισμού Εκπαιδευτικού Προσωπικού του …, χωρίς μάλιστα να αιτιολογεί για ποιο λόγο ένας Κανονισμός με την ισχύ που έχει, ως ανωτέρω, θα μπορούσε να καταστήσει μια σύμβαση άκυρη...." "1.6. Ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι "ενώ δέχθηκε πως η από … καταγγελία του αναιρεσιβλήτου ρητά αφορούσε ανυπόστατη σύμβαση (και όχι σύμβαση που καταρτίστηκε αλλά είναι άκυρη, υπήγαγε την υπόθεση στις διατάξεις περί άκυρης σύμβασης", και επιπλέον "δεν αιτιολογεί καθόλου την εγκυρότητα της εν λόγω καταγγελίας, η οποία ρητά αφορά ανύπαρκτη σύμβαση και, συνεπώς, δεν είχε και δε θα μπορούσε να έχει την παραμικρή έννομη συνέπεια".

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω, πρώτος, κατά τα τρία σκέλη του και δεύτερος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν διαλαμβάνονται, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες επιπλέον δεν προσδιορίζονται επακριβώς, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και κάποιες αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του, χωρίς να αναφέρει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, καθώς και σε μη ορθή εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Επιπλέον, υπό τα παραπάνω εκτιθέμενα, δε μπορεί να ερευνηθεί ούτε η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομου λόγου αναιρέσεως, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νόμιμης βάσης, ως έχουσα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και επιπλέον δεν αναφέρονται και οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν.

Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Οι ίδιοι δε λόγοι, κατά το μέρος, που πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ' αυτούς επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, είναι απορριπτέοι κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτοι, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, εφόσον όμως αυτός περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 22/2005, 9/1997, 11/1996, 469/1984, ΑΠ 460/2013).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο υπ' όψη οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 778/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καταλογίζει στο Εφετείο την προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι "και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έληξε στις 31-8-2018, από την 1-9-2018 και εφεξής καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας με βάση την προσφερόμενη εργασία του και την αποδοχή αυτής από το αναιρεσίβλητο, όπως αποδείχθηκε από το από … ηλεκτρονικό μήνυμά του, από τις μισθολογικές απολαβές του και την έγγραφη αποδοχή του τίτλου του και από την αποζημίωση που προσφέρθηκε με την καταγγελία".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτός προβλήθηκε στο Εφετείο και η επίδραση που ασκούσε στη δίκη η μη λήψη υπόψη αυτού. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, χωρίς όμως να καθορίζει ποίους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη. Ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ως προβληθείς από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμός που φέρεται να λήφθηκε ως αληθής για τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, "ότι στο από… , με φερόμενη ημερομηνία σύνταξης την … συμφωνητικό εμφιλοχώρησε πρόδηλο σφάλμα", χωρίς απόδειξη και παρόλο που το ίδιο στις προτάσεις του συνομολόγησε πως πράγματι το συμφωνητικό αυτό συντάχθηκε τον … και όχι την …, δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει σε θεμελίωση ασκούμενου με την αγωγή, ή ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, κατά την έννοια που προεκτέθηκε.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008,14/2005, ΑΠ 322/2011, 371/2009).

Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 204/2017, 1409/2015, 1185/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως , όπως ορθά εκτιμάται, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, "δεν έλαβε υπόψη της το από … έγγραφο ηλεκτρονικό μήνυμά του προς το Τμήμα Διαχείρισης Προσωπικού του αναιρεσιβλήτου, την… , με το οποίο είχε δηλώσει ευθέως και απερίφραστα ότι εργαζόταν στο αναιρεσίβλητο με τους ίδιους όρους, ήτοι αδιαμφισβήτητα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μέχρι τη συνταξιοδότηση".

Όμως - ανεξάρτητα από την αοριστία του ως άνω αναιρετικού λόγου, δεδομένου ότι δεν αναφέρει ο αναιρεσείων ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε το ως άνω αποδεικτικό μέσο, ούτε καθορίζει τον ισχυρισμό προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε αυτό, το περιεχόμενο του ισχυρισμού αυτού και την επιρροή του στο διατακτικό της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και ότι το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του - ενόψει της περιεχόμενης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωσης του Εφετείου, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1056/2014, 1627/2010, 832/2009).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1056/2014, 9/2014, 1663/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο λόγο αυτό εγγράφων, και δη: α) του από …. ιδιωτικού συμφωνητικού, β) του από … τριμερούς συμφωνητικού, γ) του από … ιδιωτικού συμφωνητικού (με φερόμενη ημερομηνία… ) και δ) δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων, από ….

του Πρύτανη Κ. Α. με τη δήθεν προσφορά εργασίας από …. Όμως ουδόλως παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό, κατά τον αναιρεσείοντα, περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, ούτε το διαφορετικό περιεχόμενο που κατά τον ίδιο προσέδωσε σ' αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στοιχεία που είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αναγκαία για να μπορεί να θεωρηθεί ορισμένος ο αναιρετικό αυτός λόγος και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσκομισθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 935/2021, 1287/2019, 319/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον έκτο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έσφαλε ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί συμβατικής ισχύος του όρου της συμβάσεως εργασίας του περί της διάρκειας αυτής μέχρι τη συνταξιοδότησή του, κρίνοντας ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν απέδειξε τη συμβατική ισχύ του ως άνω όρου, ερμηνεύοντας τη ρητή σχετική δήλωσή του στα συμφωνητικά διαφορετικά από τα ίδια τα κείμενα (ως υπό αίρεση δήλωση στο πρώτο και πρόδηλο σφάλμα στα επόμενα δύο) ενώ, αφού το Εφετείο δέχθηκε πως τα έγγραφα αυτά αποτυπώνουν τη συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο, το βάρος απόδειξης έπρεπε να μεταφερθεί στο αναιρεσίβλητο, το οποίο έπρεπε να αποδείξει πως ισχύουν οι προϋποθέσεις για τη διαφορετική ερμηνεία των όρων της συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι βάσιμος, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι "..κατά τα λοιπά, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι μέχρι τον χρόνο που η εργασιακή σχέση του ενάγοντος-εκκαλούντος μεταφέρθηκε κατά τα ανωτέρω στο εναγόμενο-εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο είχε συμφωνηθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η μετατροπή της κατά παράταση παραπάνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (τριετούς διάρκειας) σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τη συνταξιοδότηση".

Ο ίδιος ως άνω λόγος (559 αριθ.13) όσον αφορά το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως αβάσιμος, μετά από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα, και όχι γιατί το ήδη αναιρεσίβλητο- εναγόμενο, δεν (αντ)απέδειξε τα αντίθετα, ότι δηλαδή ισχύουν οι προϋποθέσεις για τη διαφορετική ερμηνεία των όρων της συμβάσεως αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί ισχύος του όρου της συμβάσεως εργασίας του περί της διάρκειας μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2021 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ.1277/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2358/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στο αναιρεσίβλητο το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ