Legislator Case Law & Legislation
2107/2018 AI generated

2107/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2107/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γ. και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2107/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της. διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεως της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008 ΑΠ 855/2014).

Keywords

AI generated
fraudulent obtaining of a benefit immediate termination for fraud fraudulent bankruptcy fraud on creditors lack of signature forgery of official marks
AI generated
254/2011
Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.
268/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/8/2013 αίτησή τους και τους από 14/7/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
1595/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
117/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2084/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4058/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1886/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.260/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2107 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2107/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γ. και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 6 Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Ι., κατοίκου ... που παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία Ντούμα, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' άριθμ. 287/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3412/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο ΑΘηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 121/2018.

Αφού άκουσε Την ορισθείσα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-12-2017 αίτηση (αρ.εκθ. 106/2017) του Ι. Μ. του Ι. για αναίρεση της αποφάσεως 3412/2017του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης.

Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη 120.000 ευρώ (το ποσό των 120.000 ευρώ ορίστηκε με την παρ. 1β του όρθρου 25 του ν. 4055/12).

Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 (το ποσό των 30.000 ευρώ ορίστηκε με την παρ.

Ια του άρθρου 25 του ως άνω ν. 4055/12). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.

Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της. διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεως της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008 ΑΠ 855/2014).

Εξ άλλου, ως "περιουσιακό όφελος" νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ.

Ζημιούμενος αμέσως από το ως άνω έγκλημα δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του . Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, όπως το εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικό δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό.

Κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι' αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή Και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.

Ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου, κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσό και το ποιόν τους. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία. Ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου ή η απατηλή δημιουργία σε βάρος του υποχρεώσεων από ακυρώσιμη δικαιοπραξία, την οποία βλάβη δεν αναιρεί η δυνατότητα δικαστικής αντιμετώπισης της ακυρωσίας ή η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε (δράστη ή τρίτου);έστω και αν οι τελευταίοι είναι απόλυτα αξιόχρεοι, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη.

Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, ενώ δεν απαιτείται η βλάβη να έχει ως μόνη αιτία την απατηλή συμπεριφορά του δράστη και τη συνακόλουθη πράξη ή ανοχή περιουσιακής διάθεσης εκείνου που παραπλανήθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν που ζημιώθηκε.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον.

Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ.

ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.

ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4055/2012, του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ' άρθρ. 113 αυτού, από 2-4-2012, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ.

α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, ποσό των 15,000 και 73,000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Δηλαδή, κατ' εφαρμογή της τελευταίας ως άνω ηπιότερης ποινικής διατάξεως (άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ.), η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ/ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ αντί των 73.000 ευρώ.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ7 αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Περαιτέρω, κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει & αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.

ΑΠ 3/08). Παγίως, τέλος, η νομολογία και η επιστήμη δέχονται, ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν & αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη.

Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. Βεβαίως το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο δε αναιρετικός λόγος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών. Κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ., η πραγματογνωμοσύνη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, όταν όμως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τα, προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, οφείλει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα περιστατικά, που αποκλείουν εκείνα, επί των οποίων ο πραγματογνώμονας θεμελίωσε το πόρισμά του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση 3412/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό , κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα άνω των 30.000 ευρώ και 2) της απάτης κατ' επάγγελμα άνω των 30.000 ευρώ και καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 5 ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή κάθειρξης 6 ετών .

Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτή εκτίθεται ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο ..., στις 27-2-2003 κατάρτισε κατ' εξακολούθηση πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση των εγγράφων αυτών.

Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο έχοντας την ιδιότητα του γενικού διευθυντή της εταιρείας με την επωνυμία ''...'' και τον διακριτικό τίτλο ''... AE'' και στην πραγματικότητα την εξουσία διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεως αυτής, με την ...... των νόμιμων εκπροσώπων της, αφού πρόκειται για εταιρεία συμφερόντων του, κατάρτισε λέξι συναλλαγματικές εκδόσεις της ως άνω εταιρίας στην 247-2-2003, οι οποίες έφεραν στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων αυτής Α.

Μ. (θυγατέρες του) και Μ. Μ. (υπαλλήλου της εταιρίας) καθώς και εντύπωμα της σφραγίδας με την εταιρική της επωνυμία, είχαν δε συμπληρωθεί από τον κατηγορούμενο ως προς τα λοιπά στοιχεία τους, πλην εκείνου του αποδέκτη. Συγκεκριμένα κατάρτισε τις με ημερομηνία λήξης 30-5-2003, 30-6-2003, 30-7-2003, 30-9-2003, 30-11-2003 και 30-12-2003 συν/κες, ποσού 10.000, 11,800, 5000, 15000, 15000 και 15000 αντίστοιχα, σε διαταγή της εκδότριας εταιρείας, στις οποίες ανέγραψε τα στοιχεία του εγκαλούντος Μ.

Β. του Κ. στη θέση του αποδέκτη και έθεσε, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του τελευταίου εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του. Είχε δε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών αυτών συν/κων τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας ... στην οποία τις κατέθεσε μετά τη γενόμενη μεταβίβαση την οπισθογράφηση της εκδότριας εταιρίας, αξία ληφθείσα λόγω ενέχυρου πιστώσεως, προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης της, σχετικά με το γεγονός ότι πρόκειται για γνήσιες συν/κες, την αξία των οποίων όφειλε να καταβάλει ο εγκαλών ως αποδέκτης αυτών.

Ακολούθως, στις 27-2-2003 έκανε χρήση των πλαστών συν/γων, αφού τις κατέθεσε στο υποκατάστημα της εν λόγω τράπεζας, στην ... για τον προαναφερόμενο λόγο. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσκομίσει στην προαναφερόμενη εταιρεία συμφερόντων του, παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 71.800 ευρώ, ότι δηλαδή η αξία των συν/γων, βλάπτοντας τη περιουσία του εγκαλούντος κατά το ποσό αυτό, πλέον του ποσού των 23,27 ευρώ για τόκους, δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες, που προέκυψαν από την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ.

Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αιτήσεως της άνω τράπεζας και νόμιμης κομίστριας των συν/κων. Αποδείχθηκε, επίσης ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλευση της πράξης αυτής, σε βάρος και άλλων ατόμων, όπως της Χ.

συζ. Γ. Μ. και Ι. Χ. του Δ., την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατηγορούμενος στην ..., στις 27-2-2003, με σκοπό να αποκομίσει η άνω εταιρεία, της διαχείρισης των εταιρικών της υποθέσεων, παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε επανειλημμένα, εν γνώσει του ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο της ...

στον οποίο προσκόμισε τις έξι προαναφερόμενες συν/κες, ότι αυτές είναι γνήσιες και ότι ο εγκαλών Μ. Β. έχει υπογράψει στη θέση του αποδέκτη και είναι οφειλές των αναφερόμενων σε αυτές ποσών....Έτσι το έπεισε να δεχθεί τη μεταβίβαση του με οπισθογράφηση από την ανωτέρω εκδότρια εταιρεία προς την ... λόγω ενέχυρου πιστώσεως για τη εξασφάλιση χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποστεί περιουσιακή βλάβη κατά το άνω ποσό (71.800+2327.20 ευρώ) με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος της εταιρίας ''...

AE, στο οποίο αυτός εξ' αρχής αποσκοπούσε κατόπιν αυτών, ο ισχυρισμός που προέβαλε ο καθηγούμενος, ότι λόγω της εκ των υστέρων ακυρώσεως της υπάρ. ....7/20005 άνω διαταγής πληρωμής με την υπ'αρ. ...7/2005 άνω διαταγής πληρωμής, με την υπ'αρ. 961/2005 ήδη απόκλητη-απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν υπάρχει ζημία στον εγκαλούντα παρά μόνο των δικαστικών εξόδων στην άσκηση της άνω .....

και έτσι θα πρέπει το αδίκημα να μετατραπεί σε πλημμέλημα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγο παραγραφής, αφού τελικά δεν υπήρξε περιουσιακή διάθεση, ούτε μετατόπιση οικονομικής αξίας από την περιουσία του κατά το κατηγορητήριο, ζημιωθέντος ενώ άμεσα συμβαλλόμενης μαζί του ή τράπεζα, που σε προγενέστερο χρόνο του έδωσε τα χρήματα από δανεική σύμβαση, προς εξασφάλιση της οποίας κατέθεσε λόγω ενέχυρου τις συν/κες, κρίνεται απορριπτέος ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμος, αφού σκοπός του (κατηγορητηρίου) ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τη περιουσία του εγκαλούντος, πείθοντας με τον τρόπο αυτό κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει ......

ψευδών γεγονότων ως αληθινών, την οποία βλάβη δεν αναιρεί, όπως στη μείζονα νομική σκέψη αναφέρθηκε η δικαστική αντιμετώπιση (ακύρωση διαταγής πληρωμής) της υπόθεσης, αφού η βλάβη προήλθε ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη-κατηγορούμενου και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, δοθέντος ότι με την κατάθεση των εν λόγω συν/κων στην άνω τράπεζα και την κατά τα άνω ψευδή παραποίηση των γεγονότων, καλύφθηκε το πιστωτικό όριο της δανειοληπτικής εταιρείας του κατηγορούμενου.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει απολύτως επαρκή τα στοιχεία της δικογραφίας και όσα προέκυψαν εν γένει από την αποδεικτική διαδικασία και το αίτημα κλήτευσης του Μ. Β. στο ακροατήριο, κρίνεται απορριπτέο. Με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν ο κατηγορούμενος έχει τελέσει εξακολουθητικά τις πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης που του αποδίδονται".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, τη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "1) Στον ..., στις 27-2-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό.

Διαπράττει δε πλαστογραφίες μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος, που σκόπευε να προσπορίσει σε άλλον, δια βλάβης τρίτου, καθώς και η αντίστοιχη συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 Ευρώ. Ειδικότερα, έχοντας την ιδιότητα του γενικού διευθυντή της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...

Α.Ε" και στην πραγματικότητα την εξουσία διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων με τη συναίνεση των νομίμων εκπροσώπων της, αφού επρόκειτο για εταιρεία συμφερόντων του, κατάρτισε έξι, (6) συναλλαγματικές, οι οποίες είχαν εκδοθεί από την ως άνω εταιρεία την 24-2-2003 και έφεραν στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της Α.

Μ. (θυγατέρας του) και Μ. Μ. του Γ. (υπαλλήλου της εταιρείας), καθώς και εντύπωμα της σφραγίδας με την εταιρική επωνυμία, είχαν δε συμπληρωθεί από αυτόν ως προς τα λοιπά στοιχεία, τους, πλην εκείνων του αποδέκτη. Ήτοι, κατάρτισε τις με ημερομηνία λήξης 30-5-2003, 30-6-2003, 30-7-2003, 30-9-2003, 30-11-2003 και 30-12-2003 συναλλαγματικές, ποσού 10.000, 11.800, 5.000. 15.000, 15-000 και 15.000 Ευρώ αντίστοιχα, σε διαταγή της εκδότριας, αναγράφοντας τα στοιχεία του εγκαλούντος Μ.

Β. του Κ. στη θέση του αποδέκτη και ημερομηνία αποδοχής εκείνη της έκδοσης (24-2-2003). θέτοντας δε κατ' απομίμηση την υπογραφή αυτού, εν αγνοία και χωρίς την συναίνεση του. Είχε δε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των συναλλαγματικών αυτών τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας "...", στην οποία κατέθεσε μετά τη γενόμενη μεταβίβαση με οπισθογράφηση της ανωτέρω εταιρείας, ως αξία ληφθείσα λόγω ενεχύρου πιστώσεως, προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης της, σχετικά με το γεγονός ότι πρόκειται για γνήσιες συναλλαγματικές, την αξία των οποίων όφειλε να καταβάλει ο εγκαλών ως αποδέκτης αυτών.

Ακολούθως, στις 27-2-2003, έκανε χρήση των πλαστών συναλλαγματικών, αφού τις κατέθεσε στο υποκατάστημα, της εν λόγω τράπεζας, στην ..., για τον προαναφερόμενο λόγο. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στην προαναφερομένη εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 71.800 Ευρώ (10.000 + 11.800 + 5.000-+ 15.000+15.000+15.000), βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ποσό αυτό, πλέον του ποσού των 2.327,20 Ευρώ για τόκους, έξοδα και λοιπές δαπάνες, που προέκυψαν από την έκδοση της υπ' αριθμό ....47/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επέτυχε η ως άνω τράπεζα ως νόμιμη κομίστρια των συναλλαγματικών.

Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του σε βάρος και άλλων ατόμων, όπως της Χ. συζ. Γ. Μ. και του Ι. Χ. του Δ. και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.

2) Στην ... στις 27-2-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό, να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία , πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 Ευρώ.

Ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" της οποίας ήταν γενικός διευθυντής με εξουσία διαχείρισης των εταιρικών της υποθέσεων, αφού επρόκειτο για εταιρεία συμφερόντων του, παράνομο περιουσιακό όφελος, παράστησε εν γνώσει του ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο του κειμένου στην ...

υποκαταστήματος της τράπεζας "...", στον οποίο προσκόμισε τις αναφερόμενες στην υπ αρ. (1) κατηγορία έξι (6) πλαστές συναλλαγματικές, ότι αυτές είναι γνήσιες και ο εγκαλών Μ. Β. του Κ. έχει υπογράψει στη θέση του αποδέκτη και είναι οφειλέτης των αναγραφομένων σε αυτές ποσών. Έτσι τον έπεισε να δεχθεί τη μεταβίβαση τους με οπισθογράφηση από την ανωτέρω εκδότρια εταιρεία προς την εν λόγω ενεχύρου πιστώσεως, προς εξασφάλιση χρηματοδότησης της, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη η περιουσία του εγκαλούντος κατά το συνολικό ποσό των πλαστών συναλλαγματικών ύψους 71.800 ευρώ (10.000 +11.800+5.000+15.000+15.000+15.000), πλέον του ποσού των 2.327.20 Ευρώ για τόκους, δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες από την έκδοση της αναφερόμενης στην υπ' αριθμ. (1) κατηγορία διαταγής πληρωμής, με παράνομο "περιουσιακό όφελος της συγκεκριμένης εταιρείας ύψους 71.8000 ευρώ, στο οποίο αυτός εξ αρχής αποσκοπούσε.

Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του σε βάρος και άλλων ατόμων, για την οποία επανειλημμένα έχει καταδικασθεί, καθώς και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, διέλαβε την, κατά τα άνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει & αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικό μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα άνω των 30.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση αμφότερες, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικό αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 13γ, 14, 16, 17, 26 παρ.

Ια, 27 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1 3β, 386 παρ. 1, 3α Π.Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε & εφάρμοσε & ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα εκτίθενται, στη πρώτη πράξη (πλαστογραφία), ότι ο αναιρεσείων α) κατάρτισε έξι συναλλαγματικές, συνολικών ποσού 71.800 ευρώ για λογαριασμό της εταιρείας (ΑΕ) δικών του συμφερόντων, στη οποία ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα;, θέτοντας την υπογραφή του εγκαλούντος στη θέση του αποδέκτη των πιο πάνω αξιόγραφων, β) χρησιμοποίησε τις πλαστές συναλλαγματικές σ τράπεζα, ως ενέχυρο, για ισόποση χρηματοδότηση της εταιρείας του, γ) σκόπευε με τον τρόπο αυτό, να προκαλέσει ζημιά, τόσο στον εγκαλούντα, όσο και την τράπεζα, άνω των 30.000 ευρώ και να έχει από τη δραστηριότητα αυτή μόνιμη τέλεση της πράξης αυτής και σε βάρος άλλων προσώπων, δηλαδή, των αναφερόμενων στο σκεπτικό παθόντων.

Ενώ, ως προς την δεύτερη πράξη (απάτη) εκτίθενται α) οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας, δηλαδή, ότι οι συναλλαγματικές ήταν νομικές και ότι τις είχε αποδεχθεί πραγματικά ο αποδέκτης που αναγράφοντας σ' αυτές (εγκαλών), β) τα αληθή γεγονότα ότι αυτός γνώριζε, δηλαδή, ότι η υπογραφή που είχε τεθεί ότι συναλλαγματικές ήταν δική του, χωρίς την έγκριση του εγκαλούντος, γ) η παραπλάνηση των υπαλλήλων τα τράπεζας που δέχθηκαν τις συναλλαγματικές αυτές ως ενέχυρο, δ) η παράνομη για το λόγο αυτό χρηματοδότηση της εταιρείας του κατά το ποσό τον 71.800 ευρώ, με ταυτόχρονη ζημία, τόσο της Τράπεζας όσο και του εγκαλούντος (αποδέκτη των συναλλαγματικών ε) ο σκοπός να προκαλέσει ζημία τόσο στον εγκαλούντα όσο και την Τράπεζα, άνω τον 30.000 ευρώ και αν έχει από τη δραστηριότητα αυτή μόνιμο αι σταθερό εισόδημα, από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής και σε βάρος άλλων προσώπων, που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Συνεπώς, οι σχετικού αναιρετικοί λόγοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει ν' απορριφθούν επειδή αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Ε' του ΚΠΔ, δηλαδή, ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρο 82 του ΠΚ. Και δεν μετέτρεψε σε χρηματική την ποινή κάθειρξης των 5 ετών, που επέβαλε για κάθε πράξη. Και τούτο γιατί αυτό δεν προβλέπεται από τον πιο πάνω άρθρο (ΑΠ.ολομ. 6/2017).Κατόπιν αυτών, πρέπει ν 'απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ. 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2017 αίτηση (αρ.εκθ. 106/2017) του Ι. Μ. του Ι., για αναίρεση της αποφάσεως 3412/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο πόσο των διακοσίων πενήντα( 250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ