Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on pension compensation limits for public servants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's decision regarding pension compensation for a public servant. The company argued that the First Instance Court erred in applying specific laws limiting the 40% pension bonus to a maximum of 15,000 euros. The court rejected this, ruling that the appeal lacked legal grounds and that the appellant had no legitimate interest in overturning the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged illegality of a lower court's substantive decision is inadmissible if the appellant lacks a legitimate interest in preventing the res judicata, especially when alternative legal provisions lead to the same result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2106 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2106 /2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. … Α.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 06.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 247/6.10.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 152/31.8.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών την από 20.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Λάρισας 5/2021 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Υπεραστικό Κ.Τ.Ε.Λ.
Ν. … ΑΕ " κατά της με αριθμό 179/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επίσης με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών. Ειδικότερα με την εκκαλουμένη απόφασή του το Ειρηνοδικείο Λάρισας είχε δεχθεί εν μέρει την κύρια βάση της από 17.7.2019 και με αριθμό κατάθεσης 369/2019 αγωγής του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 5.491,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως μη καταβληθέν υπόλοιπο της από το 40% αποζημίωσης ύψους 20.491,97 ευρώ, την οποία έπρεπε να του καταβάλει κατά την λόγω συνταξιοδότησης αποχώρησή του από την υπηρεσία, σύμφωνα με τα χρόνια εργασίας του σε αυτήν (ήτοι από 1.7.1977 μέχρι 19.5.2019) και τις ανερχόμενες σε 1.829,64 ευρώ τακτικές του αποδοχές κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρησή του μήνα, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν επικουρικά ασφαλισμένος και η εναγομένη του κατέβαλε 15.000 ευρώ για την αιτία αυτή.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 20.1.2020 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας αναιρεσείουσας. Συγκεκριμένα, δέχθηκε το δεύτερο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος -εφεσίβλητου-αναιρεσίβλητου κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα ανέρχονταν στο (μικρότερο) ποσό των 1.697,32 ευρώ, με συνέπεια η αποζημίωση, κατά τον τρόπο που ο τελευταίος την υπολογίζει, να είναι 19.009,84 ευρώ και η προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του ποσού των 15.000 ευρώ, που η εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα του κατέβαλε για την επίδικη αιτία, να ανέρχεται σε 4.009,94 ευρώ.
Μετά από αυτό εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ως άνω κεφάλαιό της, κράτησε, δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την από 17.7.2019 (με αριθμό κατάθεσης 369/2019) αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα -εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.009,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το άρθρο 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 από 40% αποζημίωσης και της καταβληθείσας. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθείσα διάδικο εμπρόθεσμα και νομότυπα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας στις 6.10.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει γίνει επίδοση από οποιονδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 31.8.2021 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 που φέρει τον τίτλο "Μείωση συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων" της παραγράφου ΙΑ "Ρυθμίσεις για τον ΟΑΕΔ-Ασφαλιστικές και Συνταξιοδοτικές Διατάξεις Αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας" του ν.4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/22.11.2012) ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι φορείς-τομείς πρόνοιας προς τους ασφαλισμένους τους, όταν οι τελευταίοι αποχωρούν για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία τους.
Συγκεκριμένα η Πολιτεία μετά την ψήφιση του νόμου 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65) και του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α 28) είχε αναλάβει την υποχρέωση της λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής έλαβε τα μέτρα που προβλέπονται στις ως άνω παραγράφους 2, 3, 4 και 5 της υποπαραγράφου ΙΑ. 5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 με σκοπό τη διαφύλαξη του υπάρχοντος ασφαλιστικού κεφαλαίου και την καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα των φορέων -τομέων κοινωνικής ασφάλισης και να εξασφαλισθεί η μελλοντική συνέχιση της καταβολής των εφάπαξ αυτών παροχών στους δικαιούχους (βλ.
αιτιολ. έκθεση ν. 4093/2012 σελ. 38). Ειδικότερα στις παραγράφους 5 και 6 της υποπαραγράφου ΙΑ 5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίζεται ότι: "Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής η οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από τη υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α 67) όπως ισχύουν.
Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα- τομέα πρόνοιας προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ (5). Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγουμένων περιπτώσεων καταργείται (6)".
Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Στο πεδίο εφαρμογής τους υπάγονται τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία δεν έχουν καταβάλει εισφορές σε φορείς- τομείς πρόνοιας για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης, σε χρονικό διάστημα, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνολικό χρόνο υπηρεσίας που έχουν κατά την αποχώρησή τους.
Στα πρόσωπα αυτά, όταν αποχωρούν για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία τους, καταβάλλεται μόνον η προβλεπόμενη από το ν. 3198/1955 σε συνδ. με το ν. 2112/1920 αποζημίωση, που είναι ανάλογη με το χρόνο υπηρεσίας τους που έχει πραγματοποιηθεί χωρίς να καταβάλουν εισφορές σε φορέα -τομέα πρόνοιας για εφάπαξ παροχή ή άλλου είδους αποζημίωση προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που έχουν κατά την αποχώρησή τους.
Ο συνολικός αυτός χρόνος (ως μεγαλύτερο μέγεθος) σαφώς συμπεριλαμβάνει αφενός ένα διανυθέντα μερικότερο χρόνο υπηρεσίας που τα συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν καταβάλει στον αντίστοιχο για την υπηρεσία τους τομέα-φορέα πρόνοιας ασφαλιστικές εισφορές και αφετέρου ένα διανυθέντα μερικότερο χρόνο υπηρεσίας, που τα ίδια πρόσωπα δεν έχουν καταβάλει τέτοιες ασφαλιστικές εισφορές.
Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη με τον ως άνω τρόπο, ορίζεται ρητά ότι δεν μπορεί να υπερβεί τα 15.000 ευρώ. Ο δικαιολογητικός λόγος του καθορισμού του ποσού των 15.000 ευρώ ως ανώτατου ορίου της συγκεκριμένης αποζημίωσης είναι ο εξορθολογισμός της ανταποδοτικότητας εισφορών -εφάπαξ παροχών στα πρόσωπα εκείνα, που δεν έχουν καταβάλει τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές καθ' όλη τη διάρκεια του υπηρεσιακού τους βίου, αλλά κατέβαλαν ορισμένες σε ένα χρονικό τμήμα της διάρκειας αυτής.
Με τη ρύθμιση της παραγράφου 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δηλαδή, επιδιώκεται αφενός μεν η συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων να μη στερείται της οριζόμενης από τους ν. 3198/1955 και 2112/1920 αποζημίωσης, περιοριζόμενης στο ανώτατο ποσό των 15.000 ευρώ, αφετέρου δε ο φορέας -τομέας πρόνοιας, στον οποίο αυτά υπάγονται, να τους χορηγεί αποζημίωση εναρμονισμένη με τις εισφορές που του καταβλήθηκαν και να μην υφίσταται οικονομική ζημία καταβάλλοντας εφάπαξ παροχή ή άλλου είδους αποζημίωση μεγαλύτερη των ασφαλιστικών εισφορών που εισέπραξε.
Προς εξασφάλιση δε του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού θεσπίσθηκε η επόμενη παράγραφος 6, με την οποία καταργείται κάθε άλλη προγενέστερη γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα θέματα που προσδιορίζουν οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 για τις εφάπαξ παροχές (βλ. 39 σελ. της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4093/2012).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ. 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ίδιου ν. 4093/2012 ρυθμίζονται θέματα καταγγελίας της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, με στόχο την προώθηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την άμβλυση των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, ούτως ώστε η ενδεχόμενη αύξησή της να οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας, δίνοντας ώθηση στην εθνική οικονομία (βλ.
σελ 45 της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4093/2012). Ειδικότερα με την υποπαράγραφο ΙΑ. 12 που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου", της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ως άνω ν. 4093/2012 , όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτής διορθώθηκαν με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19-11-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του Ν. 4046/12 και 4093/12" (ΦΕΚ Α 229/19.11.2012), η οποία κυρώθηκε (εμπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ.
τελ. του Συντάγματος) με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του Ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25.1.2013), που επανέλαβε τις σχετικές ρυθμίσεις της πιο πάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α` 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β` της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α` 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β` της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α` 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1.
Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησής της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ)..., δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.
Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1.
Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, ποσό αποζημίωσης 12 μηνών.
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) εξακολουθεί να ισχύει. 3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επί πλέον της προβλεπομένης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε και αν απολυθούν, κατά την εξής αναλογία [....] Για 28 συμπληρωμένα έτη και άνω προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ποσό αποζημίωσης 12 μηνιαίοι μισθοί.
Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσής του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955".
Με τις διατάξεις αυτές (δηλαδή της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) αποσυνδέθηκε το ύψος της καταβαλλομένης από τον εργοδότη αποζημίωσης στις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού από το χρονικό διάστημα της έγγραφης προειδοποίησης (προμήνυσης) του μισθωτού για την απόλυσή του, που προέβλεπαν οι αρχικές ρυθμίσεις των άρθρων 1 και 3 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και καταργήθηκαν οι ρυθμίσεις του προηγουμένου νομοθετικού καθεστώτος που προέβλεπαν μεγαλύτερη αποζημίωση για τους έχοντες προϋπηρεσία πλέον των 16 ετών συμπληρωμένων στον ίδιο εργοδότη και αναλόγως των ως άνω ετών προϋπηρεσίας (μέχρι και 28 ετών), της οποίας το ύψος περιορίσθηκε το πολύ σε δώδεκα μηνιαίους μισθούς για τους έχοντες 16 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας (αντί της μεγαλύτερης αποζημίωσης και μέχρι 24 μηνιαίων μισθών το πολύ για τους έχοντες 28 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη).
Επιπρόσθετα όμως ο νομοθέτης, με στόχο τη μερική διασφάλιση των δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων με αυξημένη άνω των 16 ετών προϋπηρεσία, οι οποίοι απασχολούνταν στον ίδιο εργοδότη, περιέλαβε, ως μεταβατική διάταξη, την ως άνω παράγραφο 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013, η οποία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (12 Νοεμβρίου 2012) έχουν συμπληρώσει υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη και άνω δικαιούνται πρόσθετης επιπλέον αποζημίωσης, με βάση τα συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας τους κατά την ημερομηνία αυτή (12.11.2012) και με μέγιστο όριο τους δώδεκα επί πλέον μισθούς για τους έχοντες συμπληρώσει κατά την εν λόγω ημερομηνία άνω των 28 ετών υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης.
Επομένως η υπηρεσία που ο μισθωτός θα διανύσει στον ίδιο εργοδότη μετά την 12.11.2012 δεν θα συνεχίσει να προσμετράται για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του. Δηλαδή, η επιπλέον αυτή αποζημίωση παγιώνεται στον αριθμό των μισθών στον οποίο αυτή είχε ανέλθει την 12.11.2012, οποτεδήποτε και αν απολυθεί, μετά την ημερομηνία αυτή, ο ιδιωτικός υπάλληλος με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε στις 12.11.2012 υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη άνω των 17 ετών, καθώς ο μεταγενέστερος χρόνος υπηρεσίας του δεν θα λαμβάνεται πλέον υπόψη (ΑΠ 1184/2017, ΑΠ 84/2016).
Το ύψος δε της κατά τα ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό τον περιορισμό ότι αυτές δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Ο ανωτέρω όμως περιορισμός του ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης, δεν ισχύει και για τον υπολογισμό της από το 40% (ή 50%) αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 εδαφ.
β του Ν. 3198/1955 για τους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από τον εργοδότη μισθωτούς, που έχουν συμπληρώσει τις κατά τις οικείες ρυθμίσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος των επικουρικά (ή μη επικουρικά) ασφαλισμένων μισθωτών. Τούτο διότι με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν. 3198/55, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 3198/55, δηλαδή του ορίου των αποδοχών αυτών μέχρι το 8πλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη επί 30, περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται (ΑΠ 1184/2017).
Από την αντιπαραβολή των διατάξεων της παραγράφου 5 της υποπαραγράφου ΙΑ. 5 "Μείωση συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων" και των διατάξεων της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" συνάγονται τα εξής: Οι ως άνω διατάξεις είναι ενταγμένες στην παράγραφο ΙΑ που φέρει τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τον ΟΑΕΔ- Ασφαλιστικές και Συνταξιοδοτικές Διατάξεις Αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας" του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ""Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016".
Όμως, με αυτές ρυθμίζονται δύο διαφορετικού είδους αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, όπως ήδη εκτέθηκε, με την παράγραφο 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 ορίζεται με αποκλειστικό τρόπο και με συγκεκριμένο ανώτατο όριο η αποζημίωση που καταβάλλεται στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία αποχωρούν για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία τους και μέσα στη συνολική διάρκεια του μέχρι την αποχώρηση υπηρεσιακού τους βίου εμπεριέχονται και χρονικά διαστήματα, στα οποία αυτά δεν έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές σε τομείς -φορείς πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ παροχές ή οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση, έτσι ώστε η στις ως άνω διατάξεις οριζόμενη αποζημίωση να είναι εξορθολογισμένη και αντίστοιχη με τις καταβληθείσες εισφορές τους.
Αντίστοιχα, με την υποπαράγραφο ΙΑ.12, παρ. 1, 2 και 3 ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν :α) την από τον ιδιώτη εργοδότη καταγγελία των με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μισθωτών, β) την καταβλητέα από τον ιδιώτη εργοδότη αποζημίωση απόλυσης και γ) την από το 40% ( ή 50%) καταβλητέα από τον ιδιώτη εργοδότη αποζημίωση στον επικουρικά (ή μη) υπάλληλο που αποχωρεί από την εργασία του κατά τους όρους του άρθρου 8 εδαφ β του ν. 3198/1955, ήτοι έχοντας συμπληρώσει τις κατά την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος.
Στην τελευταία δε αποζημίωση (δηλαδή αυτή του άρθρου 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 όπως ισχύει), ο νομοθέτης δεν θεσπίζει ανώτατο όριο. Τούτο διότι δεν δικαιολογείται ο προς τα άνω περιορισμός της από το 40% (ή 50%) αποζημίωσης του άρθρου 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955, που καταβάλλεται στη συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, καθότι ο ιδιώτης εργοδότης έχει δικά του κεφάλαια και λειτουργεί με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών του συμφερόντων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 268/23.11.2001) όπως ίσχυε μέχρι την κατάργηση των άρθρων 1 έως και 32 αυτού με το άρθρο 32 παρ. 2 α του ν. 4974/2022 (ΦΕΚ Α 185/29.9.2022) τα Κοινά Ταμεία Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.), που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες, διεπόμενες από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και τις διατάξεις του ως άνω νόμου.
Επιπλέον, δεν φέρουν χαρακτηριστικά τέτοια ώστε να μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού: α) μέτοχοί τους είναι αποκλειστικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία παρέχεται η κατά νόμο άδεια κυκλοφορίας των λεωφορείων που είναι ενταγμένα στα Κ.Τ.Ε.Λ. (άρθρα 3 παρ. 2 και 3 και 24 παρ. 2 του ν. 2963/2001), β) η γενική συνέλευση και το διοικητικό συμβούλιο των ΚΤΕΛ συγκροτούνται αποκλειστικά από μετόχους τους (άρθρα 24 παρ. 1 και 25 παρ. 2 του ν. 2963/2001) και γ) το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα δεν επιδοτεί ετησίως τα Κ.Τ.Ε.Λ.
με ποσό που υπερβαίνει το 50% των δαπανών λειτουργίας τους (ΑΠ 524/2016). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 30 εδαφ. α του ν. 2556/1997 "Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ και άλλα θέματα" (ΦΕΚ Α 270) ορίσθηκε ότι οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά -υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α 189).
Με την ως άνω διάταξη ήρθη για τους εργαζόμενους στα Κ.Τ.Ε.Λ. που αποχωρούν λόγω συνταξιοδότησης (ΟλΑΠ 40/2005) μόνον ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν θίχθηκε το ποσοστό της αποζημίωσης του 40% ή 50% για τους επικουρικά ή μη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955, και το οποίο (ποσοστό) σε περίπτωση που υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ανώτατο όριο (όπως εκάστοτε διαμορφώνεται) καταβάλλεται ολόκληρο (ΑΠ 141/2022, ΑΠ 1445/2019, ΑΠ 383/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1389/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 784/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 911/2008).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1389/2019).
Τέλος, ο από το άρθρο 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (που είναι ταυτόσημος με τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία αγωγή, ανακοπή, λόγος έφεσης κλπ απορρίφθηκαν ως αόριστοι ή ως μη νόμιμοι (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 17.7.2019 και με αριθμό κατάθεσης 369/2019 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, ότι στις 1.7.1977 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Υπεραστικό ΚΤΕΛ … ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε και μέχρι τις 19.5.2019 εργάσθηκε σε αυτήν με την ειδικότητα του σταθμάρχη.
Ότι στις 19.5.2019 αποχώρησε από την υπηρεσία του με τη σύμφωνη γνώμη και της εναγομένης-αναιρεσείουσας, καθότι είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ΟΑΕΕ. Ότι, αν και με βάση τα σαράντα δύο χρόνια πλήρους απασχόλησής του στην εναγομένη, τις μικτές τακτικές αποδοχές που είχε κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρησή του μήνα ύψους 1.829,64 ευρώ και το γεγονός ότι είναι επικουρικά ασφαλισμένος, δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 από το 40% αποζημίωση ύψους 20.491,96 ευρώ, η εναγομένη του κατέβαλε μόνο 15.000 ευρώ, αρνούμενη να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά από 5.491,97 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την ως άνω διαφορά των 5.491,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Ειρηνοδικείο Λάρισας, με τη με αριθμό 179/2020 απόφασή του δέχθηκε το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής και το συναρτώμενο με αυτό αίτημα ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμο και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.491,97 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενη διαφορά μεταξύ της κατά το άρθρο 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 καταβλητέας αποζημίωσης ύψους 20.491,97 ευρώ και της από την εναγομένη-αναιρεσείουσα καταβληθείσας αποζημίωσης, ύψους 15.000 ευρώ. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η εναγομένη-εκκαλούσα -αναιρεσείουσα άσκησε την από 20.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 5/2021 έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη μη εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που καθορίζει το ποσό των 15.000 ευρώ ως ανώτατο όριο αποζημίωσης, επικαλούμενη ότι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, μέχρι το ποσό αυτό μπορεί να ανέλθει η από το άρθρο 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 από το 40% αποζημίωση του ενάγοντος-εφεσιβλητου-αναιρεσίβλητου και ότι το εν λόγω ποσό του το έχει ήδη καταβάλει. Με το δεύτερο λόγο αυτής, όπως ήδη λέχθηκε, παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος-εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου ανερχομένων σε 1697,32 ευρώ κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το δεύτερο λόγο της από 20.1.2020 έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσείουσας, εξαφάνισε τη με αριθμό 179/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, κράτησε και δίκασε υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή κατά το εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιό της και το συναρτώμενο με αυτό αίτημα και υποχρέωσε την εναγομένη -εκκαλούσα-αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο-αναιρεσίβλητο το (μικρότερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν) ποσό των 4.009,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως οφειλόμενη διαφορά μεταξύ της καταβλητέας στον ενάγοντα-εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο αποζημίωσης του άρθρου 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 και της καταβληθείσας από την εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα αποζημίωσης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όμως, απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης ως νομικά αβάσιμο αποφαινόμενο ότι από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 8 εδαφ. α και β του ν. 3198/1955, του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α 189), του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 [...] επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (ΦΕΚ Α 171) και του ν. 2063/2002 (εννοείται του ν. 2963/2001), των οποίων το περιεχόμενο παρέθεσε στη μείζονα σκέψη της απόφασής του, καθώς "και της από 21.11.2012 με Α.Π.
Φ 80020/οικ. 26522/978 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας, γίνεται φανερό ότι η υποπαρ. 5 της παρ. 5 του άρθρου ΙΑ ν. 4093/2012 (εννοείται η παράγραφος 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) αναφέρεται στη διαδικασία αποζημίωσης του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο και όχι στην εκκαλούσα -εναγομένη που τυγχάνει ιδιωτική ανώνυμη εταιρεία και όχι δημόσια επιχείρηση ή εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας, αφού στο μετοχικό της κεφάλαιο δεν συμμετέχει το Δημόσιο".
Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι προκειμένου να απορρίψει ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης εκκαλούσας -αναιρεσείουσας, διατύπωσε την κρίση ότι η εκτεθείσα παράγραφος 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "αναφέρεται στη διαδικασία αποζημίωσης του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο και όχι στην εκκαλούσα -εναγομένη (δηλαδή στην αναιρεσείουσα), που τυγχάνει ιδιωτική ανώνυμη εταιρεία και όχι δημόσια επιχείρηση ή εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας, αφού στο μετοχικό της κεφάλαιο δεν συμμετέχει το Δημόσιο".
Η κρίση δε αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη, καθότι οι ως άνω διατάξεις δεν αναφέρονται σε θέματα αποζημίωσης του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο, αλλά στο πεδίο εφαρμογής τους υπάγονται τα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι φορείς-τομείς πρόνοιας στα πρόσωπα που καταβάλουν εισφορές για το σκοπό αυτό.
Ειδικότερα, η ως άνω παράγραφος 5 είναι ενταγμένη στην υποπαράγραφο ΙΑ.5, η οποία φέρει τον τίτλο "ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ", της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και η οποία στις επιμέρους παραγράφους της 2, 3, 4, 5 μειώνει το ύψος των εφάπαξ παροχών ή άλλου είδους αποζημιώσεων, που μέχρι την έναρξη της ισχύος της ( δηλαδή στις 12.11.2012) χορηγούσαν οι φορείς -τομείς πρόνοιας στα πρόσωπα που τους έχουν καταβάλει εισφορές για το σκοπό αυτό.
Επιδιώκοντας δε τον εξορθολογισμό και την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών που εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των φορέων -τομέων πρόνοιας, ο νομοθέτης θέσπισε την παράγραφο 6 της υποπαραγράφου ΙΑ., με την οποία (και από την έναρξη ισχύος της στις 12.11.2012) καταργείται κάθε άλλη γενική η ειδική διάταξη που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τα θέματα που ρυθμίζουν οι ως άνω διατάξεις των παρ.2, 3, 4 και 5 της συγκεκριμένης υποπαραγράφου ΙΑ. 5 για τις εφάπαξ παροχές.
Έτσι, η παράγραφος 5, όπως ήδη λέχθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, καθορίζει κατ' αποκλειστικό τρόπο και με ανώτατο όριο τα 15.000 ευρώ την αποζημίωση που δικαιούνται τα πρόσωπα εκείνα, που αποχωρούν για οποιαδήποτε αιτία (και όχι μόνο λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος κατά την ασφαλιστική νομοθεσία) από την υπηρεσία και μέσα στο συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους περιλαμβάνεται και μερικότερο χρονικό διάστημα στο οποίο αυτά δεν έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή άλλης αποζημίωσης.
Όμως, ο πρώτος λόγος έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσείουσας ήταν απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η αιτούμενη με την αγωγή από το 40% αποζημίωση θεμελιώνεται στο άρθρο 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που θέτει για τον καθορισμό της μόνο τον όρο οι τακτικές αποδοχές του αποχωρούντος λόγω συνταξιοδότησης ιδιωτικού υπαλλήλου κατά τον τελευταίο μήνα της πλήρους απασχόλησής του να μην υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη επί τριάντα (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω), και δεν θεσπίζει περιορισμό ως προς το ανώτατο καταβλητέο ποσό.
Είναι δε στην ένδικη υπόθεση εφαρμοστέες οι ως άνω διατάξεις του άρθρο 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με την παράγραφο 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2963/2001 η εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα είναι ανώνυμη εταιρεία του ιδιωτικού τομέα και απασχόλησε τον ενάγοντα -εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την 1.7.1977 μέχρι και την 19.5.2019, οπότε αυτός, όντας επικουρικά ασφαλισμένος, αποχώρησε από την υπηρεσία έχοντας συμπληρώσει τις κατά την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος.
Επισημαίνεται δε ότι με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 189 Α), που εξακολουθεί να ισχύει, οι εργαζόμενοι (όπως ο αναιρεσίβλητος) στις Κ.Τ.Ε.Λ ΑΕ, (όπως είναι η αναιρεσείουσα), όταν αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω πλήρους συνταξιοδότησής τους, δικαιούνται από τον εργοδότη τους την αποζημίωση του άρθρου 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με την παρ. 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ 189 Α). Κατά συνέπεια, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα " Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν. … ΑΕ" προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της έφεσής της, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της παραγράφου 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, επικαλούμενη ότι α) σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις η από το 40% αποζημίωση που καταβάλλεται στους επικουρικά ασφαλισμένους μισθωτούς που αποχωρούν από την υπηρεσία κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδαφ.
β του ν. 3198/1955, δεν μπορεί να υπερβεί τα 15.000 ευρώ και β) με την παράγραφο 6 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκε (και) η εκτεθείσα διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2556/1997 είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, το σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 αναιρετική πλημμέλεια με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "με [...] αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες" απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της έφεσής της με τον οποίο ισχυριζόταν ότι στην ένδικη υπόθεση εφαρμοστέα είναι παράγραφος 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.5 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με την περί του μη νομικά βάσιμου κρίση αυτής, για την οποία δεν ιδρύεται ο από το αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Τέλος, δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις νομικές της αιτιολογίες, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 6.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 247/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 152/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 247/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 152/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (.1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ