Legislator Case Law & Legislation
2106/2017 AI generated

2106/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2106/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2106/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
rural land ownership standing of the municipality agricultural law farmers' movement agricultural succession law rural areas
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2106 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2106/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Ε. Χ. του Κ., 2. Κ. Χ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρίκλεια Ανδρεάτου-Λαμπροπούλου.

Των αναιρεσίβλητων:1)Γ. Ξ. του Ε., 2)Κ. Ξ. του Ε., 3)Δ. Σ. του Ν.Ι., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αρετή Σκανδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 130/2015 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο επί διεκδικητικής αγωγής μαζί με αυτόν εναγόμενος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 1241/1979, 15-16/1996). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, παραδεκτά στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων που νίκησαν στην δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, Γ. Ξ., Κ. Ξ. και J. N. S., οι οποίοι, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση, υπήρξαν αντίδικοι των αναιρεσειόντων -συνεναγομένων Ε. Χ. και Κ. Χ., όχι δε και κατά του συνεναγόμενου των τελευταίων (αναιρεσειόντων) Δ. Χ., που ήταν απλός ομόδικος τους στη δίκη επί της από 16/8/2006 διεκδικητικής αγωγής ακινήτου των αναιρεσιβλήτων-συνεναγόντων, ως προς τον οποίο η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε, τόσο με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός περί απαραδέκτου της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι, μόλις επέλθει προσβολή κατά της κυριότητας, η εμπράγματη εξουσία λαμβάνει προσωπική κατεύθυνση κατά του προσβολέα και γεννιέται κατ’ αυτού η αξίωση από την κυριότητα, η οποία προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή.

Όταν δε πρόκειται για ακίνητο απαιτείται, για το ορισμένο της παραπάνω αγωγής, εκτός από τα οριζόμενα στο άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, να γίνεται και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, και αν αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται να γίνεται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Περαιτέρω, τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του, με συμφωνία δε μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητος με χρησικτησία), αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό ευρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και φανερώνει τη βούληση του να έχει το πράγμα για δικό του.

Δεν είναι δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας με χρησικτησία η εξειδίκευση των επιμέρους πράξεων νομής που ασκούνται σε κάθε μέρος του επίδικου ακινήτου, έστω και αν αυτές διαφέρουν, εξαιτίας της ανομοιογενούς μορφολογίας και του είδους του ακινήτου (ΑΠ 556/2012).

Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη του ακινήτου κ.λ.π. Η νομή εξακολουθεί να υπάρχει και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε συνεχή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την επ’ αυτού εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίασής του κάθε στιγμή. Για την απώλεια της αποκτηθείσας νομής, κατά την έννοια του άρθρου 981 του ΑΚ, απαιτείται να επέλθει οριστική διακοπή της φυσικής εξουσίασης του πράγματος, αδιαφόρως των λόγων που την επέφεραν, εάν δηλαδή αυτοί συναρτώνται με την βούληση του νομέα ή είναι ανεξάρτητοι από αυτή.

Επίσης, δεν είναι αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται και μέσω άλλου (άρθρο 980παρ.1 ΑΚ). Ο τρίτος που ασκεί την νομή ως αντιπρόσωπος του νομέα είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί την νομή δια μέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα κ.λ.π.).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο κείται στην Ιεράπετρα Λασιθίου, θέση ..., έχει έκταση 48.912,87 τετραγωνικά μέτρα, αποτυπώνεται στο από Αυγούστου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ. με τα στοιχεία ... και σύμφωνα με αυτό συνορεύει ανατολικά και βορειοανατολικά με ρυάκι και με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Ρ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Ρ., νότια με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Σ., νοτιοδυτικά με αγροτικό δρόμο και βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Χ.. Το ακίνητο αυτό, που ήταν αγρός, κληρονόμησαν οι δύο πρώτοι ενάγοντες, Γ.

Ξ. και Κ. Ξ. μαζί με τις ήδη αποβιώσασες αδελφές τους, Μ. Ξ. και Ε. Ξ., από τους γονείς τους, Α. Τ. και Ε. Ξ., οι οποίοι απεβίωσαν την 18-10-1967 και την 2-10-1968, αντίστοιχα, χωρίς να αφήσουν διαθήκη. Ειδικότερα, ο αγρός αυτός ανήκε στην ιδιοκτησία της Α. Τ., στην οποία είχε περιέλθει με δωρεά από τον πατέρα της Ε. Τ. και την μητέρα της Μ.

Δ., δυνάμει του συμβολαίου .../30-4-1924 του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Β. Π., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο … με αριθμό .... Στους δικαιοπαρόχους γονείς της το ακίνητο αυτό ανήκε συμμέτρως με αγορά και ανταλλαγή δυνάμει των εξής πωλητηρίων συμβολαίων, ήτοι, με αριθμό .../16-10-1903 του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ι.

Γ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο όγδοο με αριθμό ..., με αριθμό ...-4-1905 του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ι. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο … με αριθμό ..., με αριθμό .../21-9-1907 του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μ.

Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο … με αριθμό ..., καθώς και του συμβολαίου ανταλλαγής με αριθμό ...1901 του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μ. Π., που μεταγράφηκε στον τόμο … με αριθμό ... του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας. Η ανωτέρω έκταση αναφέρεται στο πρώτο ανωτέρω συμβόλαιο ως αγρός 30 ζευγαριών και στα λοιπά συμβόλαια προσδιορίζεται σε 8 μουζούρια.

Η Α. Τ. απεβίωσε την 18-10-1967 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον μεταποβιώσαντα την 2-10-1968 σύζυγο της Ε. Ξ. και από τα τέσσερα τέκνα τους, πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και από τις αδελφές τους, Μ. Ξ. και Ε. Ξ.. Την κληρονομιά των ανωτέρω οι δύο πρώτοι των εναγόντων και οι μεταποβιώσασες αδελφές τους, Ε.

και Μ., αποδέχθηκαν νόμιμα με την δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με αριθμό ...-8-1975 του συμβολαιογράφου της πόλεως Ιλλινόϊς στο Σικάγο των ΗΠΑ Δ. Φ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο … με αριθμό ... κατά ποσοστό 1/4 ή 12/48 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και η καθεμία από τις αδελφές τους Ε.

και Μ. Ξ.. Η τελευταία απεβίωσε την 16-5-1977, χωρίς να αφήσει διαθήκη και την κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, τα αδέλφια της, πρώτος και δεύτερος των εναγόντων και η Ε. Ξ. κατά ποσοστό 2/48 ο καθένας από αυτούς και κατά ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου ο τρίτος των εναγόντων, σύζυγος της, με τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Οι δύο πρώτοι των εναγόντων αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά της ανωτέρω αδελφής τους, Μ., με τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με αριθμό .../11-5-2006 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο ... με αριθμό .... Επίσης ο τρίτος των εναγόντων αποδέχθηκε ακολούθως την κληρονομιά της συζύγου του νόμιμα, κατά τα προεκτεθεντα, με την δήλωση περί μη αποποίησης κληρονομιάς με αριθμό .../10-8-2006 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο ...

με αριθμό .... Τέλος, απεβίωσε την 29-12-2000 η αδελφή των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων Ε. Ξ., η οποία δεν είχε σύζυγο και τέκνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς της, πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, αδελφούς της, στους οποίους περιήλθε σύμμετρα το κληρονομικό της μερίδιο των 14/48 εξ αδιαιρέτου, ήτοι την κληρονόμησαν κατά ποσοστό 7/48 εξ αδιαιρέτου έκαστος από αυτούς.

Οι δύο πρώτοι των εναγόντων αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά της ανωτέρω αδελφής τους, Ε., με την ίδια ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με αριθμό .../11-5-2006 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιεράπετρας στον τόμο ... με αριθμό .... Σύμφωνα με τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα, στην κληρονομιά των εναγόντων, περιήλθε κατά ποσοστό 21/48 στον πρώτο, 21/48 στον δεύτερο και 6/48 στον τρίτο από αυτούς ένα αγρόκτημα, η έκταση του οποίου προσδιορίζεται σε 50 στρέμματα και κατά νεώτερη καταμέτρηση σε 48.912,87 τ.μ.

στην ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς με αριθμό .../11-5-2006 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π..

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό για πρώτη φορά το έτος 1984 επισκέφθηκαν ο πρώτος ενάγων, Γ. Ξ. και η εξετασθείσα από την πλευρά των εναγόντων μάρτυρας, σύζυγος του, Σ. Ξ. και τότε απευθύνθηκαν στον Ν. Ζ., πολιτικό μηχανικό, που συνέταξε το από Αυγούστου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην αγωγή.

Τη νομή στο ακίνητο ασκούσαν οι γονείς των δύο πρώτων εναγόντων και των ανωτέρω αδελφών τους, Α. Τ. και Ε. Ξ., μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο του θανάτου τους, κατά τα έτη 1967 και 1968, αντίστοιχα και στη συνέχεια αυτοί, ως καθολικοί τους διάδοχοι, όλοι μέσω του αντιπροσώπου τους, Β. Δ., συγγενούς τους και μετά τον θάνατο του, κατά το έτος 1997, μέσω του γιου του, Ε.

Δ., που απεβίωσε το έτος 2007, συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής. To μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου κληρονομιαίου ακινήτου ήταν καλλιεργήσιμο κυρίως με ελαιόδενδρα και σε ένα τμήμα του λειτουργούσε λατομείο, ενώ το υπόλοιπο ήταν πρόσφορο για τη βοσκή ζώων. Έτσι τόσο οι γονείς των δύο πρώτων εναγόντων όσο και οι ίδιοι μαζί με τις μεταποβιώσασες αδελφές τους, που όλοι ήταν κάτοικοι Αμερικής, είχαν αναθέσει διαδοχικά στους προαναφερόμενους, Β.

και Ε. Δ. να επιβλέπουν, να καλλιεργούν, να μοιράζονται μαζί με αυτούς τους καρπούς και να εκμισθώνουν το ακίνητο τους σε τρίτους. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος μητέρα τους, Α. Τ., μετά τον θάνατο της μητέρας της, Μ. - Μ. Δ., ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, μέσω του αντιπροσώπου της, Β. Δ., ο οποίος ενεργούσε τις πράξεις αυτές κατ’ εντολή και για λογαριασμό της.

Ο τελευταίος συνέταξε ιδιοχείρως και της παρέδωσε έγγραφο λογαριασμό διαχείρισης, καθώς και αναφορά εσόδων και εξόδων από την αγροτική παραγωγή του ακινήτου για τα έτη από 1948 μέχρι 1954. Ακολούθως, οι δύο πρώτοι ενάγοντες και οι αδελφές τους, συνεχίζοντας την νομή της μητέρας τους, όρισαν τον ίδιο ανωτέρω αντιπρόσωπο, Β.

Δ., για την διαχείριση και προστασία της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας τους με το από 9-11-1969 (χωρίς αριθμό) ειδικό πληρεξούσιο του Δ. Φ., συμβολαιογράφου της πόλης Ιλλινόϊς του Σικάγου των ΗΠΑ. Με τη σειρά του ο Β. Δ. στην από 10-2-1970 επιστολή διαβεβαίωσε τους δύο πρώτους ενάγοντες και τις αδελφές τους ότι θα φροντίζει το ακίνητο τους, με τον ίδιο τρόπο που το φρόντιζε και για τη μητέρα τους.

Εξάλλου, η μητέρα τους με το υπ’ αριθμό ...23-8-1938 πληρεξούσιο του Γενικού Πρόξενου της Ελλάδας της πόλης Ιλλινόϊς στο Σικάγο των ΗΠΑ είχε διορίσει ως πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Ι. Δ., στον οποίο ανέθεσε, μεταξύ των άλλων, την προστασία του ακινήτου της από προσβολές τρίτων.

Περαιτέρω, με το ειδικό πληρεξούσιο ...-8-1975 του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου οι δύο πρώτοι ενάγοντες και οι αδελφές τους όρισαν τους Θ. Δ. και Κ. Μ., ως πληρεξούσιους δικηγόρους τους, στους οποίους έδωσαν την εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων, να προβούν σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των γονέων τους και να διευθετήσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους.

Σε εκτέλεση της σχετικής εντολής, ο δικηγόρος Θ. Δ. υπέβαλε την από 6-4-1985 αρχική δήλωση φόρου κληρονομιάς και τα από 30-5-1985 ατομικά φύλλα βεβαιώσεως φόρου κληρονομιάς για το δηλωθέν ανωτέρω κληρονομιαίο ακίνητο της μητέρας τους Α. Τ., εκτάσεως 50 στρεμμάτων. Ακολούθως, κατέβαλε για λογαριασμό τους με την από 30-12-1986 απόδειξη στο Δημόσιο Ταμείο της Εφορίας Κεφαλαίου Αθηνών τον φόρο κληρονομιάς και τις προσαυξήσεις.

Επίσης στο πλαίσιο της άσκησης διακατοχικών πράξεων εντάσσονται, μεταξύ των άλλων, η από 17-12-1973 επιστολή του δικηγόρου Ε. Δ. προς την Μ. Τ. σχετικά με τη διαδικασία υποβολής δηλώσεων φόρου κληρονομιάς της ίδιας, των συγκληρονόμων αδελφών της και του πατέρα τους, η από 27-9-1978 δήλωση του Β. Δ. ότι παρέδωσε στον Ν.

Κ. ελαιόλαδο κατ’ εντολή και για λογαριασμό των δύο πρώτων εναγόντων και της αδελφής τους Ε.ς Ξ. από την ακίνητη περιουσία τους στην Ιεράπετρα, την οποία διαχειρίζεται ως συμμισάτορας (αγρολήπτης) και ως πληρεξούσιος τους, η από 4-9-1979 απόδειξη του Θ. Κ., ο οποίος έλαβε από τον Β. Δ. κατ’ εντολή των κληρονόμων Ε.

Ξ. και Α. Τ. ελαιόλαδο από το αγρόκτημα τους στη θέση Μ., που καλλιεργεί σιμμισιακά (επίμορτη αγροληψία), η από 13-8-1977 επιστολή του Β. Δ. προς τον Θ. Κ. για την παραλαβή ελαιολάδου από την χρήση και καλλιέργεια του αγροκτήματος, η από 10-3-1984 δήλωση του Β. Δ. προς τους κληρονόμους των Ε. Ξ. και Α. Τ. για τις δικές του δαπάνες στα κείμενα στη θέση ...

κληρονομιαία ελαιόφυτατά τους, τα οποία αυτός έκτοτε καλλιεργεί με επίμορτη αγροληψία και ως πληρεξούσιος τους, η από 28-1-1987 επιστολή του δικηγόρου Θ. Δ. προς τον πρώτο ενάγοντα, με την οποία τον ενημερώνει σχετικά με την πληρωμή για λογαριασμό του στο Δημόσιο Ταμείο του φόρου και των προσαυξήσεων για την κληρονομιά, η από 4-9-1987 εξουσιοδότηση των εναγόντων και της μεταποβιώσασας αδελφής τους, Ε.

Ξ., προς τους Ν. Κ., Θ. και Φ. Κ. για την παραλαβή ελαιολάδου από την χρήση και κάρπωση του ακινήτου και η από 10-9-1992 επιστολή του δικηγόρου Θ. Δ. προς τον πρώτο ενάγοντα, με την οποία τον πληροφόρησε ότι ο Γ. Π., κάτοικος Ιεράπετρας, κατέλαβε αυθαίρετα την εκεί περιουσία του ίδιου και της οικογένειας του. Μετά από αυτά, ο μάρτυρας των εναγομένων, που υπηρέτησε ως αγροφύλακας στην περιοχή του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1962 μέχρι το έτος 1988, δεν κρίνεται πειστικός στο σημείο της κατάθεσης του, όπου αναφέρει ότι δεν είδε ποτέ τον Β.

Δ. στο ακίνητο, ότι δεν είχε ακούσει καθόλου για την οικογένεια των εναγόντων και ούτε γνώριζε την δικαιοπάροχο τους Α. Ξ.. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τόσο οι ενάγοντες, που εξακολουθούν να είναι κάτοικοι Αμερικής, όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, που ομοίως είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, είχαν στη νομή τους με διάνοια κυρίου, την οποία ασκούσαν μέσω των προαναφερόμενων αντιπροσώπων τους, συνεχώς από το έτος 1949 μέχρι και το έτος 2006 το επίδικο ακίνητο, το οποίο στην αγωγή προσδιόρισαν κατά θέση, όρια και έκταση με την σύνταξη του ανωτέρω από Αυγούστου 1984 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ.. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν επί σειρά ετών τους ίδιους αντιπροσώπους στην άσκηση της νομής τους, επίσης είχαν αναθέσει σε πολιτικό μηχανικό την εμβαδομέτρηση του και επιπλέον είχαν ορίσει τους προαναφερόμενους νομικούς παραστάτες τους, προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιαίας περιουσίας 50 στρεμμάτων περίπου και όχι της επικαλούμενης μεγαλύτερης έκτασης των 93 στρεμμάτων.

Περαιτέρω, το έτος 2000 ο πρώτος ενάγων και η σύζυγος του επισκέφθηκαν ξανά το ακίνητο χωρίς να διαπιστώσουν κάποια προσβολή, σε νεώτερη όμως επίσκεψη τους το έτος 2005 διαπίστωσαν ότι οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων, πατέρας και γιος, κατέλαβαν το ακίνητο αυτό. Συγκεκριμένα, εκτέλεσαν χωρίς δικαίωμα διάφορες κατασκευές και το διαμόρφωσαν με μηχανικά μέσα, χωρίς να παρεμποδιστούν από τον αντιπρόσωπο τους στη νομή, Ε.

Δ., γιό του αρχικού αντιπροσώπου τους, ο οποίος δεν φρόντισε να ενημερώσει αμέσως τους ενάγοντες για την προσβολή με τον τρόπο αυτό του εμπραγμάτου δικαιώματος συγκυριότητας τους επί του επιδίκου ακινήτου. Περαιτέρω, σε σχέση με τον δεύτερο των εναγομένων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι προέβη σε κατάληψη οποιουδήποτε τμήματος του ακινήτου ούτε ότι υπήρξε νομέας αυτού και από την αρχή δηλώνει ότι ουδεμία σχέση έχει η περιουσιακή του κατάσταση με το επίδικο ακίνητο.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων δ/ανομή κατά το έτος 1970 ευρύτερης έκτασης 92 στρεμμάτων περίπου σε ίσα μέρη μεταξύ των από αυτούς δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, αδελφών, την οποία κληρονόμησαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, εξ αδιαθέτου από τους γονείς τους;

Ε. Χ. και Μ. Κ., οι οποίοι δεν διέθεταν κτητικούς τίτλους και ασκούσαν τη νομή στην εδαφική αυτή έκταση. Κατ’ ακολουθία, ο ισχυρισμός τους ότι από την εδαφική έκταση των 92.391 τ.μ., περιήλθε στο μεν μερίδιο του δεύτερου εναγομένου το μεσαίο τμήμα εκτάσεως 43.116 τ.μ., στο δε μερίδιο του τρίτου εναγομένου, αδελφού του, το βόρειο τμήμα, εκτάσεως 21.910 τ.μ.

και το νότιο τμήμα, εκτάσεως 27.356 τ.μ., ήτοι συνολικής εκτάσεως του μεριδίου του 49.275 τ.μ., όπως αποτυπώνονται τα μερίδια αυτά με τα στοιχεία ΑΒΓ στο από Δεκεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Μ., δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι έγινε η διανομή, η οποία ούτε αποδείχθηκε από τις καταθέσεις ή από τα άλλα στοιχεία.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι ενάγοντες έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 48.912,87 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, με κληρονομική διαδοχή και με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση της νομής διάνοια κυρίου με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από τους προαναφερόμενους χρόνους του θανάτου των γονέων τους και των αδελφών τους οι δύο πρώτοι και της συζύγου του ο τρίτος από αυτούς και με την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων τους στη δική τους νομή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας, που πρότειναν οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων της πρώτης αγωγής και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή, ως προς το μέρος που στρεφόταν εναντίον των εναγομένων αυτών, ως κατ’ ουσία βάσιμη, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ως κατ’ ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και προσηκόντως αξιολόγησε τα αποδεικτικά στοιχεία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, ενώ την είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον του δεύτερου των εναγομένων, αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και υποχρεώνοντας τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων να τους το αποδώσουν κατά τα εν λόγω ποσοστά.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης (συγ)κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο ακίνητο, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόδειξης ότι οι αναιρεσείοντες απέκτησαν κυριότητα σε αυτό, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί αυτοτελές ακίνητο, εμβαδού 48.912,87τ.μ.,που περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και των δικαιοπαρόχων τους, αποτυπώνεται δε στο από του έτους 1984, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Ζ., την κυριότητα της οποίας απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (δωρεά, κληρονομική διαδοχή), αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), νεμόμενοι αυτή με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, μέσω των αντιπροσώπων τους, συνεχώς από το έτος 1949 μέχρι το έτος 2006 (χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής), ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση της διακατοχικές πράξεις, με την βούληση να την εξουσιάζουν ως (συγ)κύριοι και ότι οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων (ήδη αναιρεσείοντες) τους απέβαλαν από τη νομή και κατοχή της (με την εκτέλεση διαφόρων κατασκευών και τη διαμόρφωση της με μηχανικά μέσα), χωρίς δικαίωμα.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της επίδικης έκτασης και, ειδικότερα, σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση, σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε βοσκότοπο και σε ποιο τμήμα αυτές που προσιδιάζουν σε λατομείο, αφού πρόκειται για ενιαία και αυτοτελή έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός της από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους, μέσω των αντιπροσώπων τους, αλλά και το πνευματικό στοιχείο της νομής τους, η οποία, όπως έγινε δεκτό, ουδέποτε διακόπηκε οριστικά, επεκτεινόταν σε όλη την πιο πάνω έκταση των 48.912,87τ.μ.

Επίσης δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των πράξεων νομής και κατοχής της επίδικης έκτασης εκ μέρους των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, αφού αρκεί για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας η ύπαρξη νομής και κατοχής των εναγομένων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, γεγονός που δεν αμφισβητείται και από τους ίδιους.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 976-979,1045,1710,1813,1846,1947,1884,1193 και 1195 ΑΚ: "1) δεν προσδιορίζει επακριβώς, εάν η επίδικη έκταση, εμβαδού 48.912,87τ.μ.

είναι αυτοτελής εδαφική έκταση ή τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 93 στρεμμάτων. 2) δεν διευκρινίζει με σαφήνεια αν η επίδικη έκταση ταυτίζεται κατά θέση, έκταση και όρια με εκείνη που περιγράφεται στο .../1924 δωρητήριο συμβόλαιο και σε αυτό που αποτυπώθηκε στη συνέχεια, το έτος 1984, στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ.. 3) δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτουν με σαφήνεια οι συγκεκριμένες πράξεις νομής, που άσκησαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλητων, οι ίδιοι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι τους στην Ελλάδα, στο σύνολο της επίδικης έκτασης, της οποίας διεκδικούν τη συγκυριότητα με χρησικτησία, ενόψει του ότι, όπως συνομολογούν και οι ίδιοι (οι αναιρεσίβλητοι), αυτή αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 93 στρεμμάτων και λόγω της μορφολογίας του εδάφους της (βοσκότοπος, ελαιοστάσιο, λατομείο κ.λ.π.) οι πράξεις νομής και κατοχής ήταν ποικίλες και περιορισμένες κατ’ έκταση. 4) ενώ έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής και κατοχής διάνοια κυρίου και με καλή πίστη μέσω των αντιπροσώπων τους κατά τα έτη 1949-2006, στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες κατά το έτος 2005 κατέλαβαν το παραπάνω ακίνητο, χωρίς να παρεμποδιστούν από τον τότε αντιπρόσωπο των αναιρεσιβλητων Ε.

Δ.. 5) δεν προσδιορίζει τον τρόπο προσβολής της νομής και κατοχής των αναιρεσιβλητων εκ μέρους των αναιρεσειόντων (ως προς το είδος της διαμόρφωσης του επίδικου ακινήτου, τη φύση των επ’ αυτού κατασκευών και τον ακριβή χρόνο έναρξης τους). 6) ενώ έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν μέσω του αντιπροσώπου τους Ε.

Δ. πράξεις νομής και κατοχής μέχρι το έτος 2007, στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι ο τελευταίος παρέλειψε να τους ενημερώσει για την κατάληψη και διαμόρφωση του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες το έτος 2005 και 7) ενώ έγινε δεκτό ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 48.912τ.μ., προέρχεται από κληρονομιά, στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι (κληρονόμοι) προέβησαν στην αποδοχή κληρονομιάς 50 στρεμμάτων και όχι της επικαλούμενης μεγαλύτερης έκτασης των 93 στρεμμάτων" πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 44/90).

Συνεπώς ο δεύτερος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν απολύτως με εκείνα της αγωγής ή όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το εμβαδόν της επίδικης έκτασης είναι 48.912,87 τ.μ., όπως προσδιορίζεται ειδικότερα στο από Αυγούστου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ., το οποίο όμως δεν δύναται να ληφθεί υπόψη διότι είναι ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή και, ως εκ τούτου, έχει χάσει, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, την αυτοτέλεια του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός, στον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση του δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.10 περ.

α’ ΚΠολΔ, αλλά περιστατικό που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων(καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα, Ε. Χ. περί ιδίας κυριότητας, με τακτική χρησικτησία, επί εκτάσεως 21.910 τ.μ., κειμένης στο βόρειο άκρο της μείζονος έκτασης των 93 στρεμμάτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 30/10/2007 έφεσης των αναιρεσειόντων (σελ. 10 και 15), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από τις προαναφερόμενες σχετικές παραδοχές της απόφασης αυτής, η πιο πάνω έκταση, η οποία βρίσκεται, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, στο βόρειο άκρο της επικαλούμενης μεγαλύτερης έκτασης των 93 στρεμμάτων δεν έχει σχέση με το επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι αυτό βρίσκεται, κατά τους ισχυρισμούς των ιδίων, στο νότιο μέρος της πιο πάνω μεγαλύτερης έκτασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002).Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκφέρει κρίση για αξιοπιστία ή αναξιοπιστία μαρτύρων, των οποίων τις καταθέσεις έλαβε υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11γ’ ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες με τις κατ’ έφεση προτάσεις τους και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 10/11/2007 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ.

Δ., από την οποία προκύπτει η άσκηση πράξεων νομής και κατοχής των αναιρεσειόντων στην επίδικη έκταση τουλάχιστον την τελευταία 25ετία και 2) ολόκληρο το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα τους Α. Β., και συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τις πράξεις νομής και κατοχής των αναιρεσειόντων καθ’ όλο το κρίσιμο διάστημα (1924-2005) στην επίδικη έκταση και, ιδίως, σε τμήμα αυτής, εμβαδού 21.190 τ.μ., επί του οποίου αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος είναι ο πρώτος των αναιρεσειόντων από το έτος 1991 και πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχος πατέρας του από το έτος 1985.

Όπως όμως προκύπτει από την διαβεβαίωση που υπάρχει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης του υπ’ αριθμ. … εγγράφου, καθώς και ολοκλήρου του περιεχομένου της υπ’ αριθμ…. ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, την οποία έκρινε ανελέγκτως ως μη πειστική, δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι τα έλαβε υπόψη και κατέληξε ύστερα από την συνεκτίμηση αυτών και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, ενώ οι προβαλλόμενες αιτιάσεις τους αποτελούν στην πραγματικότητα ουσιαστικές προσεγγίσεις, με τις οποίες εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετηριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφαση του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση. Επομένως το αίτημα που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης για επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να τους αποδώσουν την κατοχή και τη χρήση της επίδικης έκτασης με τα συστατικά και τα παραρτήματα της πρέπει, μετά και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/5/2016 αίτηση για αναίρεση της 130/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ