2106/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2276/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/12/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2106/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, µετά τον ν. 1264/1982 έπαψαν να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 33-39 του β.δ. της 15/20.5.1920 αφού οι διατάξεις αυτές είχαν διατηρηθεί σε ισχύ µε τον ν. 330/1976, ο οποίος όµως ρητά καταργήθηκε εξολοκλήρου µε τον ν. 1264/1982. Αν ο νοµοθέτης επιθυµούσε να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι εν λόγω διατάξεις και µετά τον ν. 1264/1982, θα το είχε προβλέψει, όπως είχε πράξει και κατά το παρελθόν µε το άρθρο 41 του ν. 330/1976.
Full text
Απόφαση 2106 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2106/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπαλέρμπα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΙΛΟΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ"(Τ.Α.Π.Ι.Μ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούντος υπό εκκαθάριση, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Κωνσταντάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2276/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/12/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/5/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 87 του ΑΚ, τα µέλη έχουν δικαίωµα να αποχωρήσουν από το σωµατείο, ενώ κατά το άρθρο 90 του ΑΚ όσοι έπαψαν να είναι µέλη του σωµατείου δεν έχουν κανένα δικαίωµα στην περιουσία του. Εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 90 ΑΚ (όπως και του άρθρου 106 ΑΚ) εισάγει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 37 του β.δ. της 15/20.5.1920, η οποία προβλέπει ότι µέλος επαγγελµατικού σωµατείου που διατηρεί ταµείο αλληλοβοηθητικό, όταν αποχωρεί, έχει ακέραια τα δικαιώµατα επί του Ταµείου, εφόσον έχει εισφέρει σ' αυτό και συµµορφώνεται προς τις διατάξεις του καταστατικού του.
Όλες οι διατάξεις του εν λόγω β. δ/τος καταργήθηκαν με το άρθρο 41 του ν. 330/1976, εκτός από αυτές των άρθρων 33-39 που αφορούν τα αλληλοβοηθητικά σωµατεία, οι οποίες ρητώς διατηρήθηκαν σε ισχύ. Σύµφωνα µε το άρθρο 32 § 1 του ν. 1264/1982 καταργήθηκε - µεταξύ άλλων - και ο ν. 330/1976, ενώ µε την § 4 του ίδιου άρθρου του ν. 1264/1982 θεωρούνται καταργηµένες και οι διατάξεις νόµων, βασιλικών διαταγµάτων, αναγκαστικών νόµων και νοµοθετικών διαταγµάτων που είχαν καταργηθεί µε το άρθρο 41 του ν. 330/1976.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, µετά τον ν. 1264/1982 έπαψαν να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 33-39 του β.δ. της 15/20.5.1920 αφού οι διατάξεις αυτές είχαν διατηρηθεί σε ισχύ µε τον ν. 330/1976, ο οποίος όµως ρητά καταργήθηκε εξολοκλήρου µε τον ν. 1264/1982. Αν ο νοµοθέτης επιθυµούσε να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι εν λόγω διατάξεις και µετά τον ν. 1264/1982, θα το είχε προβλέψει, όπως είχε πράξει και κατά το παρελθόν µε το άρθρο 41 του ν. 330/1976.
Επομένως, τα αλληλοβοηθητικά σωµατεία ή ταµεία αλληλοβοηθείας αποτελούν συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την έννοια του ν. 1264/1982, για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των οποίων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ, όπως αυτές συµπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του ν. 1264/1982.
Συνεπώς, μέλος Ταμείου Αλληλοβοηθείας που αποχωρεί από το ταµείο, δεν δικαιούται να ζητήσει να του επιστραφούν οι εισφορές που κατέβαλε σύµφωνα µε τις πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ, αφού οι εισφορές αυτές αποτελούν περιουσία του Ταµείου επί της οποίας δεν έχει δικαίωµα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος: "Στις 25.9.1992 με την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) που καταρτίστηκε μεταξύ της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." και της Ένωσης Xειριστών Πολιτικής Αεροπορίας (Ε.Χ.Π.Α.), ενόψει της ιδρύσεως, από τα μέλη των Ενώσεων Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας (Ε.Χ.Π.Α.) και Ιπτάμενων Mηxανικών (Ε.Ι.Μ.) που εργάζονται στην τελευταία (Ο.Α.) του εναγομένου (Τ.Α.Π.Ι.Μ) (ήδη αναιρεσίβλητου), αντικατέστησαν το κεφάλαιο 9, μέρος Β' του κανονισμού εργασίας Ιπτάμενου Προσωπικού Θαλάμου Διακυβερνήσεως.
Με αυτή (σύμβαση) η εταιρία (Ο.Α.) ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίζει τους ιπτάμενους θαλάμου διακυβερνήσεως (κυβερνήτες, συγκυβερνήτες και ιπτάμενους μηχανικούς) έναντι των κινδύνων ανάκλησης του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους (Π.Ι.Π.) με αποτέλεσμα να μη μπορούν (οριστικά ή προσωρινά) να συνεχίσουν την εργασία τους, για τις ακόλουθες αιτίες:
α) οριστική ανάκληση Π.Ι.Π., λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, β) οριστική ανάκληση Π.Ι.Π., λόγω φυσιολογικής αλλοίωσης και γ) προσωρινή ανάκληση Π.Ι.Π., λόγω ασθενείας ή ατυχήματος. Η ασφάλιση κατά την επιλογή της (Ο.Α.) θα μπορούσε να γίνει είτε σε ασφαλιστική εταιρία της εκλογής της, είτε να καταβάλει η ίδια (9 παρ. 1) τα ποσά που συµφωνήθηκαν µε την παρ.2 του κεφαλαίου 9 της συµβάσεως τα οποία για τους κυβερνήτες ορίστηκαν σε 154.000 έως 176.000 δολ.
Η.Π.Α. κατά περίπτωση, για τους συγκυβερνήτες σε 134.000 δολ. Η.Π.Α. και για τους ιπτάµενους µηχανικούς σε 132.000 δολ. Η.Π.Α. Επίσης, συµφωνήθηκε µε την παράγραφο 6 αυτής (συµβάσεως) ότι η εταιρία (Ο.Α.) θα καλύπτει κατά των ως άνω κινδύνων όλους τους ιπτάµενους θαλάµου διακυβερνήσεως. Όµως, συµφωνήθηκε ρητά περαιτέρω, ότι Ιπτάµενοι που δεν θα συµµετείχαν στο Τ.Α.Π.Ι.Μ. (εναγόµενο), που θα ιδρύετο, θα επιβαρύνονταν µε τη δαπάνη, των ασφαλίστρων που θα κατέβαλε η Ο.Α.
σε ασφαλιστική εταιρία για την κάλυψη τους κατά των ως άνω κινδύνων, κατά ποσοστό 50%. Σε περίπτωση δε που η Ο.Α., κατέβαλλε εξ ιδίων τις κατά τα άνω αποζηµιώσεις οι εν λόγω ιπτάµενοι θα επιβαρύνοντο κατά το ίδιο ποσοστό 50% µε τη δαπάνη που θα είχε καταβάλει αυτή (Ο.Α.) εάν τους είχε ασφαλίσει σε αναγνωρισµένη ασφαλιστική εταιρία της εκλογής της, θα είχε δε το δικαίωµα η εταιρία (Ο.Α.) να παρακρατεί το ως άνω ποσοστό από τις αποδοχές του Ιπτάµενου µη µέλους του Τ.Α.Π.Ι.Μ.
Περαιτέρω, µε το άρθρο 2 της κατά τα άνω συµβάσεως συµφωνήθηκε ότι η τροποποίηση του καθεστώτος ασφαλίσεως Π.Ι.Π. θα ίσχυε µετά την ίδρυση και εγγραφή του Τ.Α.Π.Ι.Μ, στα βιβλία σωµατείων και την εκπλήρωση των προς αυτό υποχρεώσεων της Ο.Α. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι τα µέλη των ως άνω δύο επαγγελµατικών σωµατείων (Ε.Χ.Π.Α και Ε.Ι.Μ.) ίδρυσαν, αφού ακολούθησαν τη δικαστική διαδικασία, το εναγόµενο, που αποτελεί συνδικαλιστική οργάνωση κατά την έννοια του Ν.1264/1982 και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 78 επ.
Α.Κ., όπως αυτές συµπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του Ν. 1264/1982. Έγινε δε η εγγραφή του στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 84 Α.Κ.) µε αύξοντα αριθµό 18659/1992 και 4725/1992. Με το άρθρο 2 του καταστατικού του εναγόµενου ορίζεται ότι σκοπός τούτου είναι η παροχή αρωγής στα µέλη του, Πιλότους.
και Ιπτάµενους Μηχανικούς της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", η οποία συνίσταται στην εφάπαξ παροχή χρηµατικού ποσού κατά την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία και εφόσον η αποχώρηση δεν οφείλεται σε οριστική ανάκληση του πιστοποιητικού ισχύος πτυχίου (Π.Ι.Π.) λόγω υγείας ή θανάτου. Το ποσόν δε αυτό, σύµφωνα µε το άρθρο 15 αυτού (καταστατικού), που δικαιούνται τα µέλη του εναγοµένου κατά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία (ως οικονοµική αρωγή) µετά την συµπλήρωση του 53ου έτους της ηλικίας τους, η οποία, για όσους είχαν συµπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους και 33 χρόνια υπηρεσίας ως χειριστές ή ιπτάµενοι µηχανικοί, κυµαίνεται από 3.600.000 δρχ.
έως 4.800.000 δρχ., αναπροσαρµοζόµενο κατ' έτος έτσι όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Ενώ, σύµφωνα µε την παρ.7 τα µέλη του εναγόµενου που αποχωρούν, λόγω παραιτήσεως από την Ο.Α. προ της συµπληρώσεως του 53ου έτους της ηλικίας τους δεν δικαιούνται αρωγής, αλλά µόνον επιστροφής των εισφορών τους από της εγγραφής τους στο Τ.Α.Π.Ι.Μ µε επιτόκιό ανατοκιζόµενο µε 5%.
Επίσης, σε περίπτωση απώλειας της ιδιότητας του µέλους του εναγόµενου, λόγω οικειοθελούς παραιτήσεως ή διαγραφής συνεπεία πειθαρχικού παραπτώµατος, το µέλος διαγράφεται από το ταµείο και δικαιούται, σύµφωνα µε την παρ.2 του άρθρου 17 του καταστατικού να λάβει µόνον τις καταβληθείσες από της εγγραφής του εισφορές, ατόκως.
Αλλά και σύµφωνα µε την παρ.3 του ίδιου άρθρου τα µέλη του εναγόµενου, που αποχωρούν οικειοθελώς από αυτό και συνεχίζουν να εργάζονται στην Ο.Α., ως ιπτάµενοι θαλάµου διακυβερνήσεως, λαµβάνουν τις από της εγγραφής τους καταβληθείσες εισφορές τους ατόκως. Σε περίπτωση δε εφαρµογής των ανωτέρω, που ορίζονται στις παρ.2 και 3 του ίδιου άρθρου, κατά την παράγραφο 5 αυτού, το µέλος που αποχωρεί λαµβάνει τις εισφορές του, αλλά δεσµεύεται ότι εάν ανακληθεί οριστικά το πιστοποιητικό ισχύος του πτυχίου του, λόγω υγείας ή θανάτου του, εντός χρονικού διαστήµατος 3 ετών από της αποχωρήσεώς του, το ποσό, που εισέπραξε θα εκπεσθεί από το ποσό της ασφαλείας πτυχίου, που θα εισπράξει από την Ο.Α.
ή την ασφαλιστική εταιρία. Από το συνδυασµό όλων των παραπάνω προκύπτει µε σαφήνεια ότι βούληση των µελών του εναγοµένου, κατά τη σύστασή του ήταν, εάν ένα µέλος του αποχωρήσει τούτου χωρίς να έχει απολάβει ανταποδοτικά την ασφαλιστική αποζηµίωση, που εδικαιούτο σε περίπτωση ανάκλησης του πτυχίου του, θα έχει δικαίωµα να του επιστραφούν οι εισφορές του, αφού ουδέν ωφελήθηκε αντί του ποσού του 50% των ασφαλίστρων, χωρίς να εισπράξει ασφάλισµα.
Και τούτο, διότι δεν θα ήταν ορθό µε την αποχώρηση του µέλους να χάνονται οι εισφορές του και να ωφελούν τελικά τα υπόλοιπα µέλη του εναγοµένου, που διατηρούν την ιδιότητά τους, χωρίς οι εισφορές του αποχωρούντος µέλους να έχουν κάποιου είδους ανταπόδοση γι' αυτό. Ενώ στην αντίθετη περίπτωση που η συµµετοχή του µέλους στο εναγόµενο και η καταβολή της εισφοράς του εξασφαλίζουν ένα σηµαντικό ασφάλισµα, χωρίς καταβολή εκ µέρους του τού 50% των ασφαλίστρων, όπως κατά τα άνω συµφωνήθηκε, βούληση του εναγοµένου ήταν κατά την αποχώρησή του (µέλους) να µην έχει δικαίωµα επιστροφής των εισφορών του, αφού δεν ορίζεται ρητά κάτι τέτοιο....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) γεννήθηκε στις 23.8.1948, προσλήφθηκε στις 23.10.1972 από την Ολυµπιακή Αεροπορία, ως ιπτάµενος χειριστής (πιλότος αεροσκαφών) και από το έτος 1992, που ιδρύθηκε το εναγόµενο (ήδη αναιρεσίβλητο), κατέστη αυτοδικαίως µέλος αυτού (άρθρο 3 του καταστατικού) και κατέβαλε ανελλιπώς τις εισφορές του, χωρίς να καταβάλει στην εργοδότριά του (Ο.Α.) το 50% των ασφαλίστρων για την ασφάλισή του σε περίπτωση ανάκλησης του Π.Ι.Π. (πιστοποιητικού ισχύος πτυχίου) λόγω υγείας ή θανάτου.
Στη συνέχεια όµως βρέθηκε σε κατάσταση προσωρινής αδυναµίας να ασκεί τα καθήκοντα του ιπτάµενου µηχανικού (ενν. χειριστή) λόγω προσωρινής ανακλήσεως του Π.Ι.Π. επί 30 µήνες, και έτσι µε την 3820/2.10.2002 απόφαση της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναµικού, λύθηκε οριστικά η σύµβαση εργασίας που τον συνέδεε µε την Ο.Α., διαγράφηκε δε ταυτόχρονα από τη δύναµη του προσωπικού της τελευταίας, κατ' εφαρµογή του άρθρου 8 παρ.Γ εδ.
Β' του κανονισµού εργασίας της Ο.Α. και του άρθρου 9 παρ.4 εδ. δ της από 25.9.1992 Ε.Σ.Σ.Ε., τα οποία προβλέπουν ότι µετά τη συµπλήρωση 30 µηνών σε κατάσταση προσωρινής ανάκλησης του Π.Ι.Π., κατά τη διάρκεια των οποίων υπάρχει αδυναµία του ιπτάµενου να εκτελέσει τα καθήκοντά του, επέρχεται αυτοδίκαια, και άνευ άλλου τινός οριστική λύση της σύµβασης εργασίας του ιπτάµενου εκ µέρους του, έστω και αν δεν έχει επέλθει οριστική ανάκληση του ΠΙΠ και του καταβάλλεται η προβλεπόµενη από την παρ. 2 εδ.
δ του ίδιου άρθρου, ασφαλιστική αποζηµίωση λόγω απώλειας πτυχίου. Μετά την απόφαση αυτή και τη διαγραφή του στις 3.10.2002 από τη δύναµη του προσωπικού της Ο.Α., απώλεσε την ιδιότητα του µέλους του εναγοµένου (άρθρο 17 παρ. 1 του κανονισµού του). Στη συνέχεια στις 6.2.2003, εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρία µε την επωνυµία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", το ισάξιο σε ευρώ του ποσού των 201.000 δολαρίων ΗΠΑ, δηλ. 188.679,24 ευρώ, ως ασφαλιστική αποζηµίωση λόγω οριστικής ανάκλησης του ΠΙΠ για λόγους υγείας, που διήρκεσαν πλέον των 30 µηνών και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών µε τον 4ο λόγο της έφεσής του, ότι δηλ.
δεν είχε επισυµβεί ανάκληση ισχύος του πτυχίου του, λόγω υγείας, είναι απορριπτέα ως αβάσιµα.
Συνεπώς, σύµφωνα µε όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, ο εκκαλών ωφελήθηκε ανταποδοτικά για τις εισφορές που κατέβαλε στο εναγόµενο το 50% των ασφαλίστρων που θα έπρεπε να καταβάλει για την είσπραξη του κατά τα άνω υψηλού ασφαλίσµατος, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται µε τον 1ο και 2ο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιµα.
Εξάλλου, ο εκκαλών δεν δικαιούται να ζητήσει την καταβολή της προβλεπόµενης από το καταστατικό εφάπαξ παροχής, άλλως την επιστροφή των καταβληθεισών µέχρι της διαγραφής του εισφορών, αφού το καταστατικό του εφεσιβλήτου προβλέπει ρητά τις περιπτώσεις καταβολής της (εφάπαξ παροχής), άλλως της επιστροφής των εισφορών στα αποχωρούντα µέλη, όπως προεκτέθηκε, µεταξύ των οποίων δεν συµπεριλαµβάνεται και η περίπτωση αποχωρήσεως από την υπηρεσία λόγω οριστικής απώλειας του Π.Ι.Π για λόγους υγείας που διήρκεσαν πλέον των 30 µηνών, όπως στην προκειµένη περίπτωση, και τα όσα ισχυρίζεται ο εκκαλών µε τον 3ο λόγο της έφεσης περί παραβίασης του άρθρου 87 Α.Κ.
και του άρθρου 37 παρ.1 ΒΔ της 15/20.5.1920 είναι απορριπτέα ως αβάσιµα. Και τούτο διότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 87 ΑΚ, τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο, κατά δε το άρθρο 90 ΑΚ, όσοι έπαψαν να είναι μέλη του σωματείου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην περιουσία του, η δε διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ως άνω β.
δ/τος έχει καταργηθεί μετά την κατάργηση του ν. 330/1976 (που τη διατήρησε σε ισχύ) από το ν. 1264/1982". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 - Τμήμα Δεύτερο (Περί ειδικών διατάξεων ιπταμένου προσωπικού), Κεφ.
Πρώτο, άρθρο 9 (Ασφάλεια Ζωής και Πτυχίου), του Τμήματος Τετάρτου, άρθρ. 3 και 4 του ν. 2602/1998 και των άρθρων 87 εδ. α' του ΑΚ και 37 παρ. 1 του καταργηθέντος από το Ν. 1264/1982 ΒΔ της 15/20-5-1920. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, έλαβε χώρα οριστική ανάκληση του Π.Ι.Π. για λόγους υγείας του αναιρεσείοντος, που διήρκεσαν πλέον των 30 μηνών και επομένως δεν δικαιούται αυτός επιστροφής των καταβληθεισών μέχρι της διαγραφής του εισφορών, καθόσον σκοπός του Ταμείου (αναιρεσίβλητου) είναι η καταβολή εφάπαξ παροχής στα μέλη του, κατά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία, εφόσον αυτή δεν οφείλεται σε οριστική ανάκληση του Π.Ι.Π.
λόγω υγείας, ενώ, αντιθέτως, σε περίπτωση ανάκλησης του Π.Ι.Π. λόγω υγείας καταβάλλεται στον αποχωρούνται η ασφαλιστική αποζημίωση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 α' ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως εξεταζόμενοι, είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 881/2011, ΑΠ 701/2008). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.
Από την διαλαμβανομένη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις, προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αλλά έκρινε με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τρίτος) είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποία από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι καθεαυτή, αναιρετικώς ανέλεγκτη [ΑΠ 18/2009, ΑΠ 56/2009, ΑΠ 1139/2008].
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου σωματείου (ΤΑΠΙΜ) και δη των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 17 και του άρθρ. 15 αυτού, σύμφωνα με τις οποίες είχε τις προϋποθέσεις που ορίζει το καταστατικό για την χορήγηση της "αρωγής", αφού ούτε οριστική ανάκληση ισχύος του πτυχίου του είχε επισυμβεί λόγω υγείας ή θανάτου του, αλλά και 30 έτη υπηρεσίας είχε συμπληρώσει και είχε συμπληρώσει το 53ο έτος της ηλικίας του, αφού ήταν ηλικίας 54 ετών.
Επίσης, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. πρωτ. 84/Φ8 από 17-12-2002 Απαντήσεως της διοικούσης επιτροπής του εναγομένου - εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσίβλητου), "διότι σιγή αντιπαρήλθεν τον αποδειχθέντα εγγράφως ισχυρισμόν του, ότι το εναγόμενον - εφεσίβλητον κατά την αποχώρησίν του, εξέδωσεν έγγραφον επίσημον, δια της γραμματείας του, εις το οποίον ανέγραφεν το όπερ δικαιούται να λάβει ποσόν....
των 20.494,41€". Με τους λόγους όμως αυτούς αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου όχι σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανωτέρω αναδειχθείσα έννοια, αλλά σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι για κρίση του αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (τέταρτος και έκτος) από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης εντοπίζονται στο διατακτικό, ούτως ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του περιέχονται αντιφάσεις, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2012 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της 2276/2011αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ