Legislator Case Law & Legislation
2106/2007 AI generated

2106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2106/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2106/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δε έκτακτη χρησικτησία χωρεί και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους (δηλ. και σε δασικές εκτάσεις εφόσον η εν λόγω χρησικτησία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες, εν προκειμένω, κατ' αρθρ. 51 ΕισΝΑΚ διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.ρ.δ. δηλ. των ν. 8 § 11 κωδ. (7.39) ν. 9 §1 Πανδ. (50.14) ν.2 §20 Πανδ. (41.4) ν. 6 §1 Πανδ. (44,3) ν. 76 §1 Πανδ. (18. 1) ν. 7 §3 Πανδ. (23.3) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν.

Keywords

AI generated
maritime area coastal zones overseas territory strait exploitation of the seas territorial waters
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2106 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2106/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καββαδία ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Ψ1) απεβίωσε την 21-3-2005 και κληρονομήθηκε από τους: α) Ψ3 και β) Ψ4 οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται δι' εμού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-1996 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου και του αποβιώσαντος Ψ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9000/1997, 8099/2001 προδικαστικές, 866/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1236/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 27-9-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 15-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 12 παρ. 2 το νόμου 2298/1995 όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του . 2579/1998, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 1113/2004 γνωμοδότηση του Δ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (ΑΠ 1619/1999 ΕλΔν/νη 41,450).

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16) καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. (ΑΠ 85/2003 ΕλλΔ/νη 44,1290).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "O Γ1 αγόρασε από Τούρκους με το Χοτζέτι της 3ης Σελλήνης Ραμαζάν του Οθωμανικού έτους 1250 αντίστοιχο με το έτος 1834 του ήδη ισχύοντος ημερολογίου, το τσιφλίκι "..........". Το χοτζέτι αυτό επικυρώθηκε από την Επιτροπή Οθωμανικών Υποθέσεων με την από 1/1835 απόφασή της.

Ως τσιφλίκια θεωρούνται, σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο περί Γαιών του 1858, μεγάλα αγροκτήματα, που περιλαμβάνουν χωριά, δάση, αγρούς, φυτείες, κ.λ.π. Το τσιφλίκι αυτό ο Γ1 δώρησε, στις ......... με ιδιωτικό έγγραφο στην κόρη του Γ2. Μετά το θάνατο της τελευταίας, της κόρης της Γ3 και του συζύγου της Γ4, κατά τα έτη 1883, 1886, 1887, αντίστοιχα, το ανωτέρω κτήμα περιήλθε στους δύο γυιούς της ως άνω, τον Γ5 και τον Γ6.

Με το ......... συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Γερασίμου Αφεντάκη, που μετεγράφη νόμιμα, μετά από μερική ανταλλαγή ακινήτων, που έγινε μεταξύ των ανωτέρω αδελφών, το κτήμα "........." περιήλθε στον Γ5. Με το ........... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Μηλιώτου, που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα (στον τόμο ....

και αριθμό ...), ο Β1 αγόρασε από τον Γ5 τμήμα του κτήματος "......." ή "........". Το εν λόγω αγορασθέν τμήμα περιγραφόταν και οριζόταν ως εξής: "όσης εκτάσεως και αν είναι συνορευόμενο προς νότον με όλα τα σύνορα ....., ήτοι από το ....., τον ..... του ορίου ......., την κορυφήν ........., την κορυφογραμμμή, όπως τρέχουν τα νερά μέχρι του βράχου ......., όπου χωρίζουν τα τρία σύνορα (......., .......

και .......), με σύνορα ......, ήτοι από του ορίου ......., τους βράχους μέχρι του ρεύματος, προς δυσμάς, συνορευόμενο με κτήμα ιδίου Γ5 (διότι δεν πωλεί το όρος της ....... μέχρι των δύο ενούμενων εις το ....... ρευμάτων), εις το ρεύμα, καθώς πηγαίνει τον κατήφορον μέχρι της διασταυρώσεως του προς το έτερο ρεύμα της ......., το οποίο ακολουθεί το νέο σύνορο ανερχόμενο σ'αυτό προς τα άναντα μέχρι του παλαιού ορίου, εκείθεν δε στρέφει δεξιά και λαμβάνει το παλαιόν όριο κατά τα ανέκαθεν γνωστά ήτοι .... - ........

μέχρι της ......... και σύνορα ......, προς βορρά δε με ........ από ...... - ......., ....., ........ - ........, ......., κορυφογραμμή μέχρι ρεύματος ......... Με ........ από αλωνότοπον ........., ...... (ίσως .......), ........., ........., ........., κάτω εις την ......., μέχρι των ορίων ...... (όπου χωρίζουν τα τρία σύνορα). Προς νότον με κτήμα ιδίου Γ5 από τα τρία σύνορα καθώς τρέχουν τα νερά προς την ........

μέχρι κορυφής ........., εκείθεν πάλιν καθώς τρέχουν μέχρι της συναντήσεως της κορυφογραμμής ταύτης με την κορυφογραμμήν την παράλληλον τη αμαξιτή οδώ, προς ανατολάς με κτήμα Γ5 από την ως άνω συνάντησιν των δύο κορυφογραμμών μέχρι της κορυφής του άλλου Λόφου του πλησιέστερου προς την αμαξιτήν οδόν, εκείθεν ακολουθεί τας κορυφάς των παρά την οδό ........

μέχρι του ρεύματος, όπερ διέρχεται καθέτως και φθάνει μέχρι της αρχής του μονοπατιού, όπερ κατέρχεται εις τον ........., όστις αγρός μένει εκτός του πωλουμένου κτήματος (ήτοι του Γ5), εκείθεν ακολουθεί το μονοπάτι όπερ πηγαίνει εις βρύση ..... μέχρι του ορίου .........., ήτοι του μικρού ρεύματος του ........, το οποίο ακολουθεί μέχρι του ..........".

Από την εφαρμογή του ως άνω ....... συμβολαίου επί του εδάφους, προκύπτει ότι το τμήμα του κτήματος ".........", που αγόρασε ο Β1, αποτελείτο από δύο συνεχόμενα μεταξύ τους σκέλη. Συγκεριμένα, το πρώτο και μικρότερο σε έκταση σκέλος, εκτεινόταν νοτίως των τοποθεσιών ......... ή ........, ......, .......(ίσως .......), ......... και Βρύσης .......

και έφθανε μέχρι την γραμμή Α11 - Α12 - Α13 - Α14 - Α15 (κατά το σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την με αριθμό εγχειρίσεως ...... στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη του Τοπογράφου - Μηχανικού .........), η οποία διέρχεται από την κορυφογραμμή ......... και την τοποθεσία οδοστασία ........., κοντά στο 33ο χιλιόμετρο της οδού ....... - .......

Το δεύτερο και μεγαλύτερο σε έκταση σκέλος εκτεινόταν νοτίως της γραμμής Α14 - Α15 - Α15΄ (κατά το ως σχεδιάγραμμα). Η γραμμή αυτή διέρχεται από τις τοποθεσίες οδοστασία ......... και ......... και έφθανε μέχρι τον ...... του τότε ορίου ......., την ......., τη ........ κ.λ.π. Επίσης το δεύτερο αυτό σκέλος εκτεινόταν δυτικά της γραμμής Α14 - Α14΄, η οποία αποτελεί το όριο μεταξύ των αγροκτημάτων ........

και ...... Ανατολικά και πέραν από τη γραμμή Α14-Α14' εκτεινόταν η υπόλοιπη ιδιοκτησία του Γ5, που ανήκε στο κτήμα των ........., δεν είχε πωληθεί στον Β1 και εκτείνεται βόρεια μέχρι τη γραμμή Α11 - Α12 - Α13 (κατά το ίδιο σχεδιάγραμμα). Τα σκέλη αυτά (που περιγράφηκαν ως πρώτο και δεύτερο) εφάπτονται μεταξύ τους κατά μήκος της νοητής γραμμής Α13 - Α14 - Α15, η οποία διέρχεται από τη θέση οδοστασία ..........

Στη συνέχεια, ο Β1 πώλησε με το ........ συμβόλαιο στον Ζ1 το ως άνω δεύτερο σκέλος του κτήματος που είχε αγοράσει από τον Γ5 και παρέμεινε στην ιδιοκτησία του το πρώτο και μικρότερο σε έκταση σκέλος, που μαζί με το κτήμα του .........., το οποίο ο Β1 είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Ε1, αποτέλεσε το "..........", που είχε ως νότιο όριο την γραμμή Α11 - Α12 - Α13 - Α14 - Α15, και διέρχεται από τις θέσεις ........., .........., οδοστασία ........, ............ (απεικονίζεται στο σχέδιο ΠΡ - 3, που συνοδεύει την ως άνω πραγματογνωμοσύνη).

Ο Β1, που απεβίωσε στις 13-2-1899, κατέλιπε τον από ...... ιδιόγραφο κωδίκελλο, με τον οποίο κληροδότησε το "........." στο ...... Ορφανοτροφείον Κορασίδων. Ο κωδίκελλος αυτός δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 13-2-1899, το 37 πρακτικό συνεδριάσεως αυτού και κηρύχθηκε κύριος με την 362/1899 απόφαση του. Το ......... Ορφανοτροφείον αναμείχθηκε στην κληροδοσία, αφού διενήργησε πράξεις απογραφής, με τις ........., ..........

εκθέσεις του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Αριστοτέλη Βιλαέτη. Στη συνέχεια, τμήματα του ακινήτου αυτού απαλλοτριώθηκαν το 1924 για αποκατάσταση ακτημόνων και τμήματα του πωλήθηκαν σε τρίτους. Με το........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμου Δημοκωστούλα, που μετεγράφη νόμιμα, το ...........

Ορφανοτροφείον πώλησε στον Ψ6 δύο δασοτεμάχια από το ........., τα οποία προέρχονται από το κτήμα "........" ή ".........". Συγκεκριμένα, ο Ψ6, αγόρασε τεμάχιο δάσους εκτάσεως 4,5 στρεμμάτων (περισσότερο ή λιγότερο) στη θέση ......... της Κοινότητας Μαλακάσας και τμήμα του μεγάλου δασοτεμάχίου 53, εκτάσεως 19 στρεμμάτων κατά το πλέον ή έλασσον θέση .........

και ........ του ........ Μαλακάσας. Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται ότι δυνάμει της 4/1927 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών, εξαιρέθηκαν της απαλλοτρίωσης από το κτήμα ........ α) το υπ'αριθμ. .... δασοτεμάχιο του Τοπογραφικού Χάρτου του Υπουργείου Γεωργίας για το κτήμα ....... το οποίο δασοτεμάχιο, εκτάσεως 19.000 τ.

μ. φέρει τον αριθμό ..... στο δασικό τμήμα του σχετικού σχεδιαγράμματος της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας για τη διανομή του ..........., με κλίμακα 1:2000 και β) το υπ' αριθμ. ..... δασικό τεμάχιο εκτάσεως 4,5 στρεμμάτων κατά το πλέον ή έλασσον. Στο συμβόλαιο αυτό επισυνάφθηκαν: το από ....... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ........, που αποτελεί αντίτυπο του σχεδιαγράμματος της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας για τη διανομή του ........, κλίμακος 1:2000, στο οποίο εμφαίνονται αφενός μεν τμήμα του μεγάλου δασοτεμαχίου 53, αφετέρου τα δύο επίδικα δασοτεμάχια (α ) και ( β ).

Κατά το εν λόγω σχεδιάγραμμα το δασοτεμάχιο των 4.500 τ.μ. (περισσότερο ή λιγότερο ), στη θέση "........" της Κοινότητος Μαλακάσας Αττικής έχει σχήμα ακανόνιστο, εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α - Β -Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α και συνορεύει: ανατολικά και εν μέρει νότια με τον κλήρο 8 που ανήκει στον Δ2 βόρεια, εν μέρει νότια και εν μέρει δυτικά με τον κλήρο 9, που ανήκει στον Δ3, δυτικά, εν μέρει με τον κλήρο 10, που ανήκει στον Δ4, εν μέρει νότια και εν μέρει δυτικά με τον κλήρο 11, που ανήκει στον Δ5.

Κατά το ίδιο σχεδιάγραμμα, η δασική έκταση των 19.000 τ.μ. (περισσότερο ή λιγότερο), στη θέση ".........." ή "........." ........ Αττικής εμφαίνεται με τα μικρά αλφαβητικά στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-κ-λ-μ-ν-ξ-ο-π-ρ-σ-τ-α συνορεύει δε, νότια με αμαξιτή οδό ..... -........ από το σημείο στο οποίο η οδός αυτή συναντά το ανατολικομεσημβρινό άκρο του αρ. 3 κλήρου, που ανήκει στον Δ6, μέχρι του σημείου αυτής (οδού), που καταλήγει η νοητή γραμμή κατά προέκταση του συνόρου του χωρίζοντας τους κλήρους 10 του Δ4 και 11 του Δ5, δυτικά με υπόλοιπη έκταση του 53 δασοτεμαχίου, που ανήκει στο ........

Ορφανοτροφείο, από του σημείου ενάρξεως της προεκτάσεως της νοητής γραμμής και μέχρι του σημείου, που αυτή συναντά την αμαξιτή οδό, βόρεια, σε γραμμή ακανόνιστη με τους κλήρους 11 του Δ5, 8 του Δ2, 7 του Δ7, 6 του Δ8, 5 του Δ7, 4 του Δ4, 3 του Δ6 και ανατολικά με τον αριθμό 3 κλήρο του Δ6: Επίσης επισυνάφθηκε στο ως άνω συμβόλαιο η 80092/26-6-1937 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που έδωσε στο ........

Ορφανοτροφείον την υπό του άρθρου 216 του Δασικού Κώδικα προβλεπόμενη άδεια για την πώληση των δύο επιδίκων δασοτεμαχίων. Τον Δ8, που απεβίωσε στις 27-7-1969 κληρονόμησαν κατά το 1/4 η σύζυγος του Ψ και κατά τα λοιπά 3/4 οι γυιοί του Ψ1 και Ψ2 (ενάγοντες), (έκαστος ποσοστό 3/8 εξαδιαιρέτου), εκδοθέντος1 του ........ κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, που μετεγράφη νόμιμα.

Στη συνέχεια η Ψ με το ...... συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Νικολακοπούλου που μετεγράφη νόμιμα μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, κατ' ισομοιρία στους ως άνω γιούς της το 1/4 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων, που είχε κληρονομήσει από το σύζυγο της. Το, ως άνω κτήμα "........." ή "........" στην μεγαλύτερη επιφάνεια του καλυπτόταν από δασική βλάστηση, δηλ.

χαλέπιο πεύκης, πουρνάρια, σχοίνα, μερικά τμήματα του όμως ήταν δεκτικά καλλιέργειας. Οι ως άνω αναφερθέντες κύριοι του κτήματος των ........ Γ1, Γ2, μετά το θάνατο αυτής οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, δηλ. ο σύζυγος της Γ4 και τα παιδιά της Γ3, Γ6, Γ5 και από το 1887 μόνο ο Γ5 κατείχαν και νέμονταν το κτήμα αυτό με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλ.

είχαν την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι νεμόμενοι αυτό δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κανενός, ούτε του Δημοσίου. Την πεποίθηση τους αυτή στήριζαν: στην απόφαση 1/1835 της Επιτροπής Οθωμανικών Υποθέσεων, που επεκύρωσε το ως άνω Χοτζέτι, και στο γεγονός ότι δάσος του κτήματος των ......... 200 στρεμμάτων εμφανιζόταν ως ιδιωτικό δάσος στο βιβλίο καταγραφής των ιδιωτικών δασών υπέρ του Γ4.

Ο ανωτέρω συμμορφούμενος προς το από ............. "περί ιδιωτικών δασών", είχε υποβάλει στην επί των Οικονομικών Γραμματεία της Επικρατείας την από 29-6-1837 αίτησή του ως ιδιοκτήτης του .......... και ως επίτροπος του πεθερού του Γ1 για τα κτήματα ....... και ........., για αναγνώριση των δασών αυτών ως ιδιωτικών, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε σχετική απόφαση (που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση) καταδείχθηκε όμως ότι κατεγράφη ως τοιούτο στο αναφερθέν βιβλίο.

Οι προσήκουσες διακατοχικές πράξεις, στις οποίες οι ανωτέρω ιδιοκτήτες προέβαιναν, ήταν η εκμίσθωση τμημάτων του για ρητινοσυλλογή και ξύλευση (ενόψει του ότι οι ως άνω δεν ασχολούνταν προσωπικά με χειρονακτικές εργασίες), η εκμίσθωση τμημάτων του για βοσκή ζώων και επίσης τμημάτων για καλλιέργεια. Συγκεκριμένα:

Με το ........... πληρεξούσιο, που συνέταξε ο συμβ/φος Αθηνών Θεμιστοκλής Ρωσσόπουλος, ο Γ4 διορίζει ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του τον .........., ειδικό πάρεδρο του χωρίου .........., που του παρέχει την εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει τα ήδη οφειλόμενα σ' αυτόν μισθώματα από "τους αγρούς, τις αμπέλους και την βοσκή" για το κτήμα "........." καθώς και να συμφωνεί την καλλιέργεια του κτήματος, να διαλύει συμφωνίες, να διεξάγει σχετικές δίκες, να διορίζει δικηγόρους κ.λ.π.

Με το από ......... "Ενοικιαστήριο Βοσκής" του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Αλεξάνδρου Νοστράκη, ο ως άνω Γ4 συνήψε με εννέα (9) γεωργοκτηματίες μίσθωση του ακινήτου των ....... Με το .......... μισθωτήριο του συμβ/φου Αθηνών Θεμιστ. Ρωσσοπούλου ο ως άνω Γ4 εκμίσθωσε ένα τεμάχιο του ιδίου ως άνω κτήματος στον ........., για καλλιέργεια και συλλογή ρητίνης.

Επίσης, οι ανωτέρω κύριοι επέβλεπαν το ως άνω κτήμα, δια των ατόμων, που είχαν προσλάβει ως φύλακες και το προστάτευαν από τις επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων. Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα το Δημόσιο ούτε επέβλεπε το ως άνω κτήμα, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευση του, δεν απέβαλε ούτε ενόχλησε με κανέναν τρόπο τους κυρίους ή τους μισθωτές αυτούς, ούτε διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους.

Μόνο το Εκκλησιαστικό Ταμείο, με την από 27-12-1861 αγωγή διεκδικούσε τεμάχια γαιών, αλλά παραιτήθηκε όμως από αυτήν, όπως προκύπτει από το .......... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αντωνίου Γαϊτάνου. Από το 1891 ο Β1 συνέχισε την με τα ίδια ως άνω προσόντα νομή των προκτητόρων του στο τμήμα του κτήματος ".........." που αγόρασε.

Συγκεκριμένα, συνέχισε να εκμισθώνει τα επί μέρους τμήματα του για καλλιέργεια, βοσκή, ξύλευση, ρητινοσυλλογή, συλλογή καρπών δένδρων, και επίσης να επιβλέπει δια φυλάκων αυτό και να το προστατεύει από τους τρίτους. Μάλιστα υπήρξαν δίκες του Β1 με τρίτους κατοίκους της περιοχής του κτήματος, που τον ανεγνώρισαν κύριο και κατήργησαν τις σχετικές δίκες.

Τις ίδιες ακριβώς πράξεις νομής συνέχισε το .......... Ορφανοτροφείο, με τα ίδια προσόντα, δηλ. διάνοια κυρίου, και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την εν λόγω νομή του δεν προσβάλει τα δικαιώματα τρίτων, ούτε του Δημοσίου, το οποίο σημειωτέον δεν προέβαλε μέχρι τότε κανένα δικαίωμα και έτσι ενίσχυσε την καλή πίστη των αναφερθέντων διαδοχικών κυρίων.

Έτσι, στις 11-9-1915 είχε συμπληρωθεί τριακονταετής νομή στο πρόσωπο του τελευταίου (......... Ορφανοτροφείου) προσαυξάνοντας τον με τα ίδια προσόντα χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Στη συνέχεια, το ......... συνέχισε την εν λόγω νομή. Το 1924 απαλλοτριώθηκαν μερικά τμήματα του ακινήτου για αποκατάσταση ακτημόνων.

Τα ως άνω τμήματα, το Δημόσιο αντιμετωπίζοντας τα ως ιδιωτικά, τα απαλλοτρίωσε. Αργότερα, το ως άνω μεταβίβασε τμήματα του σε τρίτους, μετά από άδειες κατάτμησης, που του χορήγησε το Δημόσιο. Προκειμένου να μεταβιβασθούν τα δύο επίδικα δασοτεμάχια από το ......... στον Ψ6, το 1937, εδόθη, όπως αναφέρθηκε, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας στο ........

Ορφανοτροφείον άδεια πώλησης. Ούτε τότε το Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι έχει κυριότητα στην έκταση, που πρόκειτο να πωληθεί. Ο Ψ6 και οι κληρονόμοι του μετά από αυτόν συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις στα επίδικα, που απέκτησαν, με τα ίδια προσόντα των προκτητόρων τους. Συγκεκριμένα το 1937 ο Ψ6 ζήτησε και έλαβε από τη δασική υπηρεσία άδεια περίφραξης και κοπής των δένδρων, που εμπόδιζαν την περίφραξη.

Ο ανωτέρω κατασκεύασε παράγκα, που μέχρι την κατοχή την χρησιμοποιούσε για σταύλο. Μετά το 1950, την μετέτρεψε σε οικίσκο - καταφύγιο της οικογενείας, όταν μετέβαιναν στο κτήμα. Επίσης κατασκεύασε φούρνο, άνοιξε πέντε πηγάδια, φύτεψε δένδρα. Το Ελληνικό Δημόσιο από το 1915 έως το 1964 θεωρούσε τις διαχειριστικές εκθέσεις, που υπέβαλε το ..........

Ορφανοτροφείο ανά πενταετία στο Υπουργείο Γεωργίας, και για το δάσος των ......., χωρίς να προβάλει καμμιά αντίρρηση, αντιμετωπίζοντα αυτό ως ιδιωτικό δάσος. Ως ιδιωτικό δάσος το αντιμετώπιζε μέχρι το 1978, οπότε το Υπουργείο εξέδωσε την ......... διαταγή, που αναφέρει ότι αυτό θα τυγχάνει διαχείρισης διακατεχομένου.

Μετά από όσα εκτέθηκαν, αποδείχθηκε πλήρως ότι το δικαιοπάροχο των εναγόντων ......... Ορφανοτροφείο έγινε κύριο της επιδίκου εκτάσεως πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μέχρι τις 11-9-1915 συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του τριακονταετής νομή, προσαυξάνοντας τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του με διάνοια κυρίων και καλή πίστη.

Η δε έκτακτη χρησικτησία χωρεί και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους (δηλ. και σε δασικές εκτάσεις εφόσον η εν λόγω χρησικτησία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες, εν προκειμένω, κατ' αρθρ. 51 ΕισΝΑΚ διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.ρ.δ. δηλ. των ν. 8 § 11 κωδ. (7.39) ν. 9 §1 Πανδ. (50.14) ν.2 §20 Πανδ. (41.4) ν. 6 §1 Πανδ. (44,3) ν. 76 §1 Πανδ. (18. 1) ν. 7 §3 Πανδ. (23.3) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό και τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Εφόσον δε συμπληρώθηκε ο εν λόγω χρόνος έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, καταλύθηκε τυχόν προϋπάρχουσα κυριότης του Δημοσίου στην έκταση αυτή.

Την με τα ίδια προσόντα νομή συνέχισε το ....... από την ως άνω ημερομηνία έως την μεταβίβαση των επιδίκων στον Ψ6. Ο τελευταίος απέκτησε από κύριο και συνέχισε την νομή των δικαιοπαρόχων του με νόμιμο τίτλο το συμβόλαιο αγοράς, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ομοίως οι κληρονόμοι του, μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, γενόμενοι πλέον κύριοι παραγώγως και πρωτύπως".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί εκτάκτου χρησικτησίας ουσιαστικές διατάξεις του β.ρ.δ. προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στις 11-9-1915 είχε συμπληρωθεί τριακονταετής νομή στο πρόσωπο των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και κατέστησαν κύριοι πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, διότι από 4-12-1838 που ο Γ1 δώρησε με ιδιωτικό έγγραφο τα επίδικα ακίνητα στη θυγατέρα του Γ2 (.......), η τελευταία άρχισε να νέμεται αυτά διανοία κυρίου και καλή πίστη, με την προαναφερόμενη έννοια, την οποία νομή συνέχισαν έκτοτε οι κληρονόμοι της και οι μετέπειτα νόμιμα γενόμενοι ειδικοί διάδοχοι και, τέλος, το ..........

Ορφανοτροφείο Κορασίδων, κληροδόχος αυτών, με βάση ιδιόγραφο κωδίκελλο του τελευταίου μέχρι τότε αγοραστή Β1, μέχρι την 11-9-1915. Το γεγονός ότι στις 4-12-1838 ο Γ1 δώρησε τα επίδικα ακίνητα στη θυγατέρα του με ιδιωτικό και όχι συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι χωρίς έννομη επιρροή, διότι και μη συνυπολογιζόμενης της νομής επ' αυτών του Γ1, από της 4-12-1838 και μέχρι της 11-9-1915 παρήλθε διάστημα πέραν των 30 ετών.

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ το δεδικασμένο ισχύει υπέρ κατά 1) των διαδίκων 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 9512/1992 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά την επικύρωσή της με την 7401/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη με την 835/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επιπρόσθετα, δηλ. πέραν των όσων δέχθηκε περί αποκτήσεως κυριότητας των αναιρεσιβλήτων εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και την ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του απωτέρου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων των .........

Ορφανοτροφείου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που είχε την ίδια ιστορική και νομική βάση. Όμως από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η αγωγή του ....... Ορφανοτροφείου κατά του Ελληνικού Δημοσίου ασκήθηκε στις 20-9-1984 και οι αναιρεσίβλητοι δεν έγιναν διάδοχοι του ενάγοντος όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχός τους (αναιρεσιβλήτων) Ψ6 είχε αγοράσει τα επίδικα ακίνητα από το .........

Ορφανοτροφείο το έτος 1937. Περαιτέρω η εσφαλμένη αυτή αιτιολογία δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι ορθό. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Όμως αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως σε ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται μόνον η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 276/1993 Ελ.Δνη1994, 1078).

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να αιτιολογήσει την περί δεδικασμένου ως άνω κρίση του, αναφέρει ότι το Δημόσιο συνομολογεί ότι τα ήδη επίδικα ακίνητα είναι τμήματα του μείζονος ακινήτου του οποίου το ..... Ορφανοτροφείο, απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε με αγωγή του έναντι του Δημοσίου την αναγνώριση της κυριότητάς του.

Όμως όπως ανελέγκτως, σε άλλο σημείο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, προκύπτει από τις αποδείξεις ότι τα επίδικα ακίνητα ήσαν τμήματα της μείζονος εκτάσεως που νεμόταν το ...... Ορφανοτροφείο και μεταβιβάστηκαν το 1937 στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ψ6. Επομένως η τελευταία παραδοχή επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ως άνω ζήτημα, έτσι ώστε η επάλληλη αιτιολογία στην οποία περιέχεται η ομολογία αλυσιτελώς πλήττεται και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την από 9-7-1832 συνθήκη, της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι τα κτήματα που βρίσκονταν στην Αττική κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, δεν περιήλθαν ποτέ στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις της ως άνω συνθήκης και των πρωτοκόλλων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1236/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ