Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Court of Appeal's decision regarding land ownership. The State argued that the lower court erred in evaluating evidence proving private land status, but the Court found the appeal inadmissible as it sought an impermissible review of factual findings. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 para. 11 (11 gamma) of the same Code: An appeal challenging a lower court's assessment of evidence is inadmissible if it merely requests a re-evaluation of facts without demonstrating a violation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2105 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2105/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Δ. Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της Α. χήρας Δ. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασά και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 1-9-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής και υπό στοιχείο 2 ήδη αναιρεσίβλητος, οι οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, της ήδη αποβιώσασας Α. συζ. Ν. Μ. και της ήδη αποβιώσασας Α. χήρας Δ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/1996 μη οριστική, 38/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2005 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 21-5-2008 αίτηση και τους από 27-1-2014 προσθέτους λόγους αυτού.
Εκδόθηκε η 455/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 31/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 18.10.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 31/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 38/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της μη διαδίκου Αικατερίνης χήρας Δημητρίου Στρίγγου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ,ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσίβλητου , Ιωάννης Αθανασάς, δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Α.
συζ. Ν. Μ. αποβίωσε στις 1.9.2019, ήτοι μετά την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου από 2.9.2019 απόσπασμα της ... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου Αθηνών και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης συνεχίζει ο ανιψιός της δεύτερος αναιρεσίβλητος, ως κληρονόμος αυτής εν μέρει εκ διαθήκης και εν μέρει εξ αδιαθέτου (βλ.
την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη ενώπον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Σγουμπόπουλου του Γ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 2145/4.6.2020 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κηφισιάς Νομού Απικής και την ...
Διάταξη της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία πιστοποιείται το κληρονομικό δικαίωμα του δεύτερου αναιρεσίβλητου , τόσο εκ διαθήκης, όσο και εξ αδιαθέτου. Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούκλια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Κατά δε το άρθρο 2, παρ. 1 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν, οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ήταν τεσσάρων ειδών και συγκεκριμένα (παρ. 1): α) τα κείμενα σε χωριά και κώμες οικόπεδα, καθώς και οι γαίες που βρίσκονταν στον περίβολο τους και οι οποίες δεν μπορούσαν να είναι σε έκταση μεγαλύτερες από μισό στρέμμα, θεωρούνταν δε συμπλήρωμα της κατοικίας, β) οι γαίες, οι οποίες αποσπάσθηκαν από δημόσιες γαίες και με την άδεια του ιερού νόμου υπήχθησαν στην αληθινή ιδιοκτησία κάποιου προκειμένου να εξουσιάζονται κατά τους διάφορους τρόπους κυριότητας, γ) οι δεκατιζόμενες γαίες , δηλαδή εκείνες οι οποίες διανεμήθηκαν ως λάφυρα στους πορθητές και δ) οι φορολογούμενες γαίες (χαραδτζηέ - terres tributaires), δηλαδή εκείνες που είχαν μείνει στην κατοχή των μη μουσουλμάνων κατοίκων.
Η κυριότητα των καθαρής ιδιοκτησίας γαιών ανήκει στον κύριο αυτών μεταβιβαζομένων κληρονομικώς ως τα λοιπά πράγματα και διεπομένων από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την αφιέρωση, την υποθήκη, τη δωρεά και το δικαίωμα προτίμησης (παρ. 3). Επί των ιδιοκτήτων γαιών εφαρμοζόταν το άρθρο 1194 του οθωμανικού αστικού κώδικα.
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες ή βακουφικές με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα). Ο λόγος γι'αυτό ήταν ότι κατά το Κοράνιο και το Ιερό Μουσουλμανικό δίκαιο κάθε γη που προερχόταν από κατάκτηση (και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία προερχόταν ως επί το πλείστον από κατάκτηση) περιερχόταν στον κυρίαρχο Σουλτάνο ως εκπρόσωπο του Δημοσίου.
Κατ'εξαίρεση στη νήσο Λέσβο (όπως και στη Χίο) οι γαίες υπάγονταν στην κατηγορία των κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων, δηλαδή "ουρφιμούλκι" ή και με διαφορετική ονομασία "εραζηιμεμλουκέϊ χαραδτζηέ" (μούλκια), δηλαδή γαίες ιδιόκτητες φορολογούμενες. Η διαφοροποίηση αυτή από την υπόλοιπη Ελλάδα οφειλόταν στο γεγονός ότι η νήσος Λέσβος δεν θεωρήθηκε κατακτηθείσα (δορυάλωτος) χώρα, αλλά υπαχθείσα υπό την οθωμανική αυτοκρατορία με σύμβαση "σουλχέν" , αφού οι κάτοικοι της δεν επιθυμούσαν την κυριαρχία των Γενουατών, υπό των οποίων την κατοχή βρισκόταν το νησί κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και προτίμησαν να μετέχουν της τύχης των υπολοίπων Ελλήνων.
Για τον λόγο αυτό απέστειλαν πρεσβεία στον Σουλτάνο ζητώντας να έλθει να καταλάβει το νησί και να εκδιώξει τους Γενουάτες (το νησί καταλήφθηκε το έτος 1462). Ως εκ τούτου αναγνωρίσθηκαν στους κατοίκους της νήσου Λέσβου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποια προνόμια και ιδίως το δικαίωμα της πλήρους ιδιοκτησίας των κατοίκων και των Κοινοτήτων επί των ακινήτων.
Επί. πλέον σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο στους ιδιώτες παραχωρούνται με τίτλους (ταπιά) από την Πολιτεία από τις δημόσιες γαίες εκτάσεις για συγκεκριμένη χρήση, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της γης που παραχωρείται. Η εξουσία και το δικαίωμα αυτό ονομάζεται "τεσσαρούφ" που στην κυριολεξία σημαίνει "χρήση" και οι δικαιούχοι ονομάζονται "εξουσιαστές".
Στη νήσο Λέσβο, όπως προαναφέρθηκε, οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα κυριότητας και όχι "τεσσαρούφ", καθόσον εν προκειμένω δεν υφίστατο το καθεστώς των δημοσίων γαιών. Η εξουσίαση των ιδιωτικών εκτάσεων γινόταν δυνάμει τίτλων του Κτηματολογίου. Από το συνδυασμό δε της διατάξεως του άρθρου 1248 του οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης του άρθρου 1660 του ίδιου οθωμανικού ΑΚ που προβλέπει την 15ετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας, όσο και επί των δημοσίων γαιών.
Επομένως δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από το έτος 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για τη κτήση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 147/1914 στις Νέες Χώρες, (μεταξύ των οποίων και η νήσος Λέσβος), οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ'αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Στις Νέες Χώρες από 1.2.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη κι αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνική Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", όπου διαλαμβάνεται ότι "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".
Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3- 22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστατίδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.
Όπως ήδη εκτέθηκε, λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στα νησιά του Αιγαίου. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Το ιδιόμορφο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου αναγνώρισε και ο ίδιος ο νομοθέτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους στη "Διασάφηση" (αιτιολογική έκθεση με τη σημερινή έννοια) του νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1835 "περί προικοδοτήσεως Ελληνικών Οικογενειών από 26.5/7.6.1835", όπου γίνονταν αναφορά στο "ιδιότροπο" της ιδιοκτησίας στην Ελλάδα, κατά το οποίο όλες σχεδόν οι γαίες του Αιγαίου είναι ιδιόκτητες, ενώ άλλες κατέχονται με εμφυτευτικά επί τουρκοκρατίας δοθέντα δικαιώματα.
Κατά συνέπεια, οι ιδιωτικές γαίες των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π 200/1934, Α.Π. 466/1957, Α.Π. 1810/2009).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα, της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητα τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29- 11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008).
Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά του Αιγαίου στα οποία ανήκει και η Λέσβος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Επίσης, στο άρθρο 62 παρ. 1 εδ.β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" στο οποίο ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ' ου η αίτησης, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ'αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του.
Κατ'εξαίρεσιν όμως η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και των νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη (ΑΠ 340/1985), για τη νομοθετική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη,στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011) Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).
Επιπροσθέτως λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 31/2019 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Σε εκτέλεση του υπ'αριθμ. ... προσυμφώνου πωλήσεως αγροτικού ακινήτου, του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Ιορδάνη Σαχπαλόγλου, οι Γ.
Γ. του Κ. και Ε. Γ. του Κ., δυνάμει του υπ'αριθ. ... πωλητηρίου συμβολαίου αγροκτήματος του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα... πώλησαν και μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο στους Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Γ. Σ. (πρώτη ενάγουσα) και Δ. Σ.
του Γ. (σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας και πατέρα του 3ου ενάγοντος) αντί συνολικού τιμήματος 312.336 δραχμών, ένα αγρόκτημα απαρτιζόμενο από ελαιόκτημα και από συνεχόμενο προς αυτό ρουμάνι, περιέχον 150 μικρά και "καχεκτικά" ελαιόδενδρα και αρκετές εκατοντάδες αγριελιές, κείμενο στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
συνολικού εμβαδού 65.070 τ.μ.... Κατόπιν της από 7.8.1989 αίτησης των ως άνω αγοραστών για χαρακτηρισμό της έκτασής τους, που κατά νεώτερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα από Ιούνιο 1975 του μηχανικού Ε. Α., ανερχόταν σε 54.216 τ.μ. ο Διευθυντής Δασών Λέσβου, με την υπ'αριθμ. ... "πράξη χαρακτηρισμού έκτασης" χαρακτήρισε α) έκταση 13.865 τ.μ.
ως δάσος τραχείας πεύκης, επισημαίνοντας ότι η ίδια έκταση καλύπτετο από άτομα τραχείας πεύκης τόσο το 1960 όσο και το 1945, μόνον που η πυκνότητα ήταν μικρότερη στο δυτικό μέρος, β) έκταση 13.095 τ.μ. ως δασική έκταση καλυπτόμενη από τραχεία πεύκη (άτομα) και δασικούς θάμνους (αγριελιές, σχίνα, ρέικι κλπ) σε ποσοστό άνω του 15%, επισημαίνοντας ότι η έκταση αυτή παρουσίαζε την ίδια μορφή τόσο το 1960 όσο και το 1945, γ) έκταση 15.130 τ.μ.
ως χορτολιβαδική έκταση, καλυπτόμενη κατά 90% περίπου από κίστους και 10% από αγριελιές, σχίνα κλπ. και δ) έκταση 12.126 τ.μ. ως ελαιόκτημα - αγροτική έκταση, επισημαίνοντας ότι η έκταση αυτή παρουσίαζε την ίδια μορφή τόσο το 1960 όσο και το 1945, μόνον που τα ελαιόδενδρα ήταν μικρά. Στην πράξη αυτή αναφέρεται ότι οι υπό α, β και γ εκτάσεις θεωρούνται κατά τεκμήριο δημόσιες εκτάσεις, ενώ η υπό δ έκταση δεν διέπεται από τις διατάξεις των Ν.Δ. 86/69 και Ν. 998/79 και μόνη αρμόδια για να αποφανθεί για την κυριότητα του Δημοσίου επ'αυτής είναι η Κτηματική Υπηρεσία Λέσβου.
Κατά της παραπάνω πράξης οι ενάγοντες (δεδομένου ότι ο εκ των αγοραστών Δ. Σ. απεβίωσε στις 7.1.1990 και κληρονομήθηκε από τους 2η και 3° ενάγοντες....) , κατέθεσαν αίτηση αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων και επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1/31.5.1990 απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αντιρρήσεις, χαρακτηρίστηκε έκταση 4.220 τ.μ.
ως χορτολιβαδική, επειδή η εδαφοκάλυψη αυτής ήταν ίδιας μορφής με το πάνω του δρόμου τμήμα, που είχε χαρακτηρισθεί χορτολιβαδική έκταση και χαρακτηρίσθηκε και αυτή κατά τεκμήριο δημόσια έκταση, υπαγόμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Ακολούθως, δυνάμει της υπ'αριθμ. 13/1991 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων απορρίφθηκε η προσφυγή κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1/1990 απόφασης και επικυρώθηκε η απόφαση αυτή (1/1990).
Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός της αγορασθείσας έκτασης περιορίζει την άσκηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας και εμπεριέχει αμφισβήτηση της κυριότητας των εναγόντων..., οι οποίοι κατόπιν τούτου άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους, αιτούμενοι την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του ως άνω ακινήτου επικαλούμενοι ότι έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής έκτασης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα των προαναφερθέντων πωλητών,... με αγορά από τον Π. Γ. του Κ., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Αναστασίου Παπανικόλα, που μεταγράφηκε νόμιμα... Στον Π. Γ.... το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του εν έτει 1941 αποβιώσαντος πατέρα του Κ.
Γ.. Ο τελευταίος δυνάμει της υπ'αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης, συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Πέτρου Οικονομοπούλου, νομίμως δημοσιευθείσας... εγκατέστησε κληρονόμους τους τρεις υιούς του, και το προαναφερθέν ακίνητο, το οποίο περιγράφεται ως ελαιόκτημα εκτάσεως 60 ως έγγιστα στρέμματα μετά χέρσου και θαμνώδους εκτάσεως περιέχον περί τα 80 ελαιόδενδρα, το άφησε στον υιό του Μ., ωστόσο αποδείχθηκε ότι στο ακίνητο αυτό εγκαταστάθηκε ο υιός του Π.
Γ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του, αμέσως μετά το θάνατο του, με την οποία αναμείχθηκε και το νεμήθηκε με καλή πίστη επιβλέποντάς το, μαζεύοντας τον ελαιόκαρπο και ασκώντας αγωγή περί αναγνωρίσεως του δικαιώματός του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 548/1951 απόφαση του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και αναγνωρίσθηκε ως ο μόνος κληρονόμος του ακινήτου αυτού.
Στον δε Κ. Γ. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τους Χ. συζ. Μ. Κ., το γένος Α. Μ. και Ν. Μ. του Α., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Πέτρου Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα... Δεδομένου ότι απαγορευόταν οι δικαιοπραξίες επί ακινήτων των Νέων Χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 924/14.9.1917, κατόπιν αιτήσεως των ως άνω πωλητών "περί άρσεως απαγορεύσεως απαλλοτριώσεως", η ανωτέρω πώληση επιτράπηκε με την υπ'αριθμ. ...
απόφαση του Γενικού Διοικητού Λέσβου, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθμ. ... φύλλο της τοπικής εφημερίδας "...". Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι αίρεται η απαγόρευση απαλλοτριώσεως επί "χέρσου και θαμνώδους γης περιεχούσης και περί τα, ογδοήκοντα μικρά ελαιόδενδρα εκτάσεως εν συνόλω εξήκοντα περίπου στρεμμάτων κειμένης εις την θέση ...
ή ... της περιφερείας του χωρίου ... του Δήμου Μυτιλήνης... Το ως άνω επίδικο ακίνητο, κείμενο στη νήσο Λέσβο, ήταν ανέκαθεν ελεύθερης ιδιοκτησίας, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, δηλαδή νομικής φύσης "μουλκ" και δεν ήταν δημόσια έκταση, δηλαδή δημόσια γη, καθόσον, ... στη νήσο Λέσβο οι γαίες υπάγονταν στην κατηγορία των κατά πλήρη κυριότητα εξουσιαζόμενων κτημάτων, (μούλκια), δηλαδή γαίες ιδιόκτητες φορολογούμενες, επί των οποίων οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα κυριότητας και όχι "τεσσαρούφ", αφού εν προκειμένω δεν υφίστατο το καθεστώς των δημοσίων γαιών.
Το επίδικο ήταν ελευθέρας κυριότητας αφού αποδείχθηκε ότι εξουσιάζονταν στο σύνολο του από τους αδελφούς Μ. και πριν από αυτούς από τον πατέρα τους και ουδέποτε υπήρξε ανεξουσίαστο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, πέραν του ως άνω νομικού καθεστώτος που ίσχυε για τα ακίνητα της Λέσβου, ενισχύεται , για το συγκεκριμένο ακίνητο, από το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα υπ'αριθμ. ...
απόφαση του Γενικού Διοικητού Λέσβου αναφέρεται ότι το επίδικο έχει έκταση 60 στρεμμάτων, και περιγράφονται συγκεκριμένα τα όριά του, τα οποία είναι όλα ιδιοκτησίες ιδιωτών και όχι δημόσια γη, συνεπώς το επίδικο βρίσκεται σε περιοχή με αγροκτήματα ελευθέρας κυριότητας και το ίδιο το Δημόσιο επιτρέποντας με την απόφασή του αυτή την περαιτέρω μεταβίβασή του ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι το επίδικο είναι ιδιωτική έκταση στο σύνολο του και όχι δημόσια.
Επιπλέον, σύμφωνα με την από 15.3.1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν υπάρχει μεταβολή στην εκτίμηση του εμβαδού της εν λόγω ιδιοκτησίας από το 1919 έως σήμερα, ούτε μεταβολή στα σύνορα της επίδικης έκτασης, πλην μίας μικρής μεταβολής προς το νότο, και το ακίνητο που περιγράφεται ανωτέρω στους τίτλους από το 1919 και μετά περιέχεται στον τίτλο ιδιοκτησίας των εναγόντων.
Το γεγονός ότι κατά την προαναφερθείσα πράξη χαρακτηρίζεται εν μέρει ως δασική έκταση και εν μέρει ως χορτολιβαδική δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτική έκταση, καθόσον το επίδικο ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στη μη "δορυάλωτη" Λέσβο, συνεπώς, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί προκαταβολικά να θεωρηθεί δημόσια γαία, με τη λογική ότι δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και ότι συνακόλουθα δεν μπορεί και να αποκτηθεί δικαίωμα τεσσαρούφ με το βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.
Και τούτο διότι είναι διαφορετικό πράγμα η αναζήτηση ενός αείποτε αδέσποτου ακινήτου που συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του εδάφους του δεν αποκλείουν αυτήν την ιδιότητα (που μπορεί να είναι μία βραχώδης έκταση ή ένα δάσος) και το οποίο πράγματι, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αδέσποτο, ανήκει στο δημόσιο και άλλο πράγμα να θεωρείται προκαταβολικά κάθε δασική έκταση ως δημόσια γαία...
οι γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία των "ιδιωτών" στις μη "δορυάλωτες" περιοχές του Αιγαίου, όπως η Λέσβος, πριν την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας παραμένουν ιδιότητες γαίες, ως αποτέλεσμα μιας "προνομιακής κυριαρχικής παραχώρησης", και δεν περιορίζονται μόνο σε αγρούς, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με την τότε υπάρχουσα ιδιοκτησιακή κατάσταση, σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από "ιδιώτες", είτε είναι δάσος, δασική έκταση, χορτολιβαδική έκταση, διασωθείσα αγροτική έκταση κλπ.
Στα εν λόγω ακίνητα μουλκ η επ'αυτών εξουσία και η άσκηση πράξεων νομής, είναι ευρύτερη από αυτήν που απαιτεί το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (την καλλιέργεια) για να κτηθεί τεσσαρούφ με χρησικτησία, ενώ το εάν ένα ακίνητο στη μη "δορυάλωτη" Λέσβο είναι "αείποτε αδέσποτο" το εάν κάποια ακίνητα μουλκ κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, σύμφωνα με τους όρους και τον τύπο του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και το εάν το Δημόσιο απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο αποτελεί ισχυρισμό του Δημοσίου που πρέπει να αποδειχθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο καταρχήν αμφισβήτησε την κυριότητα τόσο των εναγόντων όσο και των δικαιοπαρόχων τους, ακολούθως δε προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας... Παρόλο που οι ενάγοντες δεν επικαλούνται και δεν προσκομίζουν τίτλους ιδιοκτησίας για το χρονικό διάστημα πριν το 1919, αποδείχθηκε ότι η κυριότητα του ακινήτου αποκτήθηκε από τους απώτατους δικαιοπαρόχους τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα, ναι μεν δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όπως το επίδικο, όσο και επί των δημοσίων γαιών, ωστόσο στη νήσο Λέσβο το οθωμανικό, δίκαιο ίσχυσε μέχρι και την απελευθέρωση του νησιού, στις 8.11.1912, και εν συνεχεία και μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή μέχρι και 23.2.1946) ίσχυσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Συνεπώς, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία (είτε τακτική είτε έκτακτη), αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 Ν. 147/1914) και ως εκ τούτου από το 1914 έως 23.2.1946 μπορούσε κάποιος να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, επί 30 έτη και με καλή πίστη ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας.
Συνεπώς, μετά την απελευθέρωση του νησιού και δεδομένου ότι επρόκειτο για ελευθέρας κυριότητας ακίνητο και όχι δημόσια γη, αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, και από το 1914 και μετά οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και δη οι αδελφοί Μ. από το 1914 έως τη μεταβίβαση του την 25.5.1919, ακολούθως ο Κ. Γ., έως το θάνατο του το 1941 και στη συνέχεια ο υιός του Π. Γ., από το 1941 έως τη μεταβίβασή του την 21.8.1952, βρισκόταν συνεχώς στη νομή και κατοχή του, το εξουσίαζαν καλόπιστα, με την πεποίθηση ότι ήταν οι ίδιοι κύριοι αυτού, ως ελαιόκτημα συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα στο ακίνητο ελαιόδενδρα, καθαρίζοντάς το από χαμόκλαδα, επιβλέποντάς το, οι δε αδελφοί Μ. υπέβαλαν αίτηση περί άρσεως της απαγόρευσης απαλλοτρίωσης αυτού, πράξη που προσιδιάζει μόνο σε κύριο ακινήτου. Μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση του Γ. Γ., το κτήμα αυτό ήταν γνωστό ως ελαιώνας Κ. Γ. (που ήταν ο παππούς του ως άνω μάρτυρα), ενώ κατά περιόδους ανέθεταν την εκμετάλλευση αυτού σε τρίτους οι οποίοι φρόντιζαν τα ελαιόδενδρα και συγκέντρωναν τον καρπό τους έναντι ποσοστού του τελευταίου, όπως στους Μ. Σ., Α. Κ., Θ. Τ. και άλλους.
Συνεπώς ο Π. Γ. απέκτησε έως το τέλος του 1944 την κυριότητα αυτού πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας τον χρόνο νομής του στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, (οι ενάγοντες δε σαφώς επικαλούνται την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους), κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, και το μεταβίβασε το 1952 με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφηκε νομοτύπως, στους Γ.
και Ε. Γ., και έτσι κατέστησαν οι τελευταίοι συγκύριοι του επιδίκου παραγώγως. Ακολούθως δε αυτοί κατά τα προαναφερθέντα, το μεταβίβασαν το 1963 με αιτία την πώληση που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφηκε νομοτύπως, στην 1η ενάγουσα και τον αδελφό αυτής, και έτσι κατέστησαν οι τελευταίοι συγκύριοι του επιδίκου παραγώγως, ενώ απέκτησαν την κυριότητα αυτού και πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον το νέμονταν επί δεκαετία, με νόμιμο τίτλο ασκώντας με καλή πίστη όλες τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής.
Ειδικότερα, από την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου το 1963 οι ως άνω οριστικοί αγοραστές έλαβαν στην κατοχή τους το επίδικο ακίνητο και από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου άρχισαν να ασκούν επ'αυτού, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίων δυνάμει του ως άνω τίτλοι αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.
Συγκεκριμένα, συντηρούσαν την περίφραξη αυτού, ανέθεταν, έναντι αμοιβής, την περιποίηση των ελαιοδένδρων και τη συλλογή του ελαιοκάρπου στον εκ των πωλητών του Γ. Γ., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Ιωάννη Τζανέτου, προχώρησαν σε καθορισμό των ορίων του ακινήτου τους με τον ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου Μ.
Χ., κατά το έτος 1975 αντικατέστησαν την παλαιά περίφραξη με νέα χρησιμοποιώντας προς τούτο δικτυωτό συρματόπλεγμα, το Νοέμβριο του 1975 ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Ε. Α. να αποτυπώσει σε σχεδιάγραμμα την έκτασή τους, να ασφαλίσει το πηγάδι που υπήρχε εντός αυτής και να επιστήσει την προσοχή στον Αγροφύλακα ...
για τυχόν διάρρηξη της κλειδαριάς, ενώ κατά το έτος 1979 επέτυχαν την ηλεκτροδότηση του ακινήτου τους. Με τον παραπάνω τρόπο οι ανωτέρω αγοραστές κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με δικαιοπραξία (πώληση), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι ασκούσαν με καλή πίστη, διάνοια κυρίων και με νόμιμο τίτλο τη νομή του ακινήτου αυτού περισσότερο από 10 έτη μετά την κατάρτιση του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εκ των δύο τελευταίων συγκυρίων Δ. Σ. του Γ. απεβίωσε στις 7.1.1990 και δυνάμει της από 4.3.1981 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα... εγκατέστησε κληρονόμους του στο επίδικο ακίνητο τη 2η και 3° εφεσίβλητους, δηλαδή τη σύζυγο και τον υιό αυτού, αντίστοιχα, με ποσοστό 1/4 του 1/2 εξ αδιαιρέτου την πρώτη και 3/4 του 1/2 το δεύτερο, δηλαδή αντίστοιχα σε ποσοστό 1/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, εφόσον τα υπόλοιπα 4/8 αυτού ανήκουν στην 1η ενάγουσα.
Την ανωτέρω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ανωτέρω 2η και 3ος εφεσίβλητοι με την υπ'αριθμ. ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Λάμπρου Βλάχου, που μεταγράφηκε νόμιμα... Επομένως οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά τα παραπάνω ποσοστά του επίδικου ακινήτου και ειδικότερα η 1η ενάγουσα με τους τρόπους που περιγράφονται παραπάνω και οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη στη θέση του αρχικού 2ου ενάγοντος, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η 2η ενάγουσα, Α. Σ., απεβίωσε την 4.5.2011 και άφησε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Γ. Σ., ο οποίος κατέστη κύριος λόγω κληρονομικής διαδοχής και του ανωτέρω ποσοστού της μητέρας του επί του επιδίκου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου, αφενός ως διάδοχο των δικαιωμάτων του Τουρκικού Δημοσίου, καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν πρόκειται για δημόσια γη αλλά για ακίνητο ελευθέρας κυριότητας και σύμφωνα με τα όσα...
αναφέρθηκαν, στη νήσο Λέσβο, που δεν είναι "δορυάλωτη", ήτοι δεν είχε κατακτηθεί με όπλα, ο Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε προνόμια και δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι του νησιού αυτού να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους, ήταν δηλαδή όλα ιδιόκτητες γαίες "μουλκ".
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για έκταση που αφορούσε δάσος, ή βοσκή, ή έκταση που λόγω της μορφής της δεν εξουσιάζονταν από ορισμένο πρόσωπο και για το λόγο αυτό παρέμεινε προσδιορισμένη κατά την ταυτότητά της ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και ότι κατέστη κύριος αυτής το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου...
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη έκταση και επί Τουρκοκρατίας εξουσιαζόταν από την οικογένεια Μ., όταν μεταβιβάσθηκε το έτος 1919 περιγράφεται ως χέρσα και θαμνώδης γη περιέχουσα ελαιόδενδρα, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για αδέσποτη ή ανεξουσίαστη έκταση. Στοιχεία αποδεικτικά της κυριότητος το Οθωμανικού Κράτους επί του επιδίκου ακινήτου και κατ'επέκταση και δική του το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) δεν προσκόμισε, επειδή δε φέρει το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς να εξαντλεί τη δικονομική του υποχρέωση απλά και μόνο με την επίκληση των διατάξεων των...
Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, η ένστασή του είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. Ειδικότερα, το εναγόμενο ισχυρίζεται μεν ότι κατέστη κύριο της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης, άλλως τακτικής χρησικτησίας, εφόσον νεμόταν και εξακολουθεί να νέμεται αυτή από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι και σήμερα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επ'αυτής δια των αρμοδίων οργάνων του όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον δασικό και χορτολιβαδικό χαρακτήρα αυτής, όπως φύλαξη, έκδοση αδειών υλοτομίας, την ...η αναδασωτέων εκτάσεων, έκδοση παραχωρήσεων, έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής και την υποβολή μηνύσεων κατά παντός καταπατητού, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το εναγόμενο άσκησε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, δηλαδή δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένες πράξεις εποπτείας, φύλαξης, συγκεκριμένες δασικές απαγορευτικές διατάξεις πράξης κήρυξης αναδασωτέων των παράνομα καταλαμβανομένων και αποψιλούμενων εκτάσεων, μήνυση που υπέβαλε και πότε κατά κάποιου καταπατητού και απαγόρευση που απηύθυνε σε τρίτο διακατοχικής πράξεως, ενώ δεν προσκόμισε νόμιμο τίτλο με βάση τον οποίο νεμόταν την έκταση αυτή με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας...
Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε αδέσποτη ή ανεξουσίαστη ή ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε σ' αυτή οποιαδήποτε πράξη νομής για θεμελίωση της κυριότητάς του κατά τις αρχές της έκτακτης και τακτικής χρησικτησίας τόσο υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, όσο και υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα, αφού δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου στη νήσο Λέσβο..." .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου , δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εφεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ελευθέρας κυριότητας, ήτοι μουλκ, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, εξουσιαζόμενο από τους αδελφούς Μ. και πριν από αυτούς από τον πατέρα τους και εξαιτίας του ειδικού προνομιακού καθεστώτος που ίσχυσε στα νησιά του Αιγαίου, στα οποία ανήκει και η Λέσβος, παρέμεινε στο σύνολο του στην κυριότητά τους, ως ιδιόκτητη φορολογούμενη γαία, μεταβιβαζόμενη περαιτέρω από τους αρχικούς ιδιοκτήτες της, με σειρά νομίμως μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων και κληρονομική διαδοχή, δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένων αποδοχών κληρονομιάς, οι οποίοι άσκησαν επί αυτής, τις προπεριγραφόμενες πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, και απέκτησαν την κυριότητα αυτού τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, η οποία μάλιστα (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Π.
Γ., από το έτος 1944, με την προσμέτρηση στον χρόνο νομής του και του χρόνου νομής των δικών του δικαιοπαρόχων, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και ότι ουδέποτε το επίδικο ακίνητο αποτέλεσε δημόσια δασική έκταση. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ακινήτου ως εν μέρει δασικής και εν μέρει χορτολιβαδικής έκτασης στην ως άνω πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Λέσβου, δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως ιδιωτικής έκτασης, καθόσον το ακίνητο αυτό, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών που φέρει (δάσους, δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης), δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιακρίτως ως δημόσια γαία, για το λόγο ότι βρίσκεται στη μη "δορυάλωτη" Λέσβο, εφόσον σ' αυτήν ίσχυσε αμέσως μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας η προνομιακή κυριαρχική παραχώρηση της κυριότητας όχι μόνο στις γαίες που απαρτίζουν την ιδιοκτησία ιδιωτών, αλλά και σε κάθε μορφής ακίνητο εξουσιαζόμενο από ιδιώτες, ήτοι είτε δάσος, είτε δασική είτε χορτολιβαδική έκταση.
Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του: α) ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της πρώτης που αποβίωσε και του δεύτερου, με αγορά, δυνάμει αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και κληρονομιών των οποίων έγινε συμβολαιογραφική αποδοχή και μεταγραφή τους, με απώτατο τίτλο το ...
πωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο οι πωλητές Χ. συζ. Μ. Κ. και Ν. Μ. το μεταβίβασαν στον Κ. Γ., η ανωτέρω δε πώληση, δεδομένου ότι τότε απαγορεύονταν οι δικαιοπραξίες επί ακινήτων των Νέων Χωρών, επιτράπηκε με την ... απόφαση του Γενικού Διοικητικού Λέσβου, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναγνώριζε την ιδιότητά του ως ιδιωτικού ακινήτου, β) ότι σε όλους τους τίτλους μεταβίβασης αλλά και στην ως άνω απόφαση του Γενικού Διοικητού Λέσβου το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως ελαιόκτημα εκτάσεως 60 ως έγγιστα στρεμμάτων μετά χέρσου και θαμνώδους εκτάσεως, περιέχοντος περί τα 80 ελαιόδενδρα, με σταθερά όρια, τα οποία είναι όλα ιδιοκτησίες ιδιωτών και όχι δημόσια γη, γ) ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, καθόσον το οθωμανικό δίκαιο ίσχυσε μέχρι και την απελευθέρωση του νησιού, στις 8.11.1912, και εν συνεχεία και μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (δηλαδή μέχρι και 23.2.1946) ίσχυσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, ενώ ο θεσμός της χρησικτησίας (τακτικής και έκτακτης) άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία, οπότε από το 1914 έως 23.2.1946 μπορούσε κάποιος να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, επί 30 έτη και με καλή πίστη ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας, δ) ότι μετά την απελευθέρωση της νήσου Λέσβου και εφόσον το επίδικο ακίνητο ήταν ελευθέρας κυριότητας και όχι δημόσια γη, αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας, και από το 1914 και μετά οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και δη οι αδελφοί Μ.
από το 1914 έως τη μεταβίβασή του την 25.5.1919, ακολούθως ο Κ. Γ. έως το θάνατο του το 1941 και στη συνέχεια ο υιός του Π. Γ., από το 1941 έως τη μεταβίβασή του την 21.8.1952, βρισκόταν συνεχώς στη νομή και κατοχή του, το εξουσίαζαν καλόπιστα, ως ελαιόκτημα, με την πεποίθηση ότι ήταν οι ίδιοι κύριοι αυτού, οπότε ο Π. Γ. απέκτησε έως το τέλος του 1944 την κυριότητά του πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, (1914-1944) προσμετρώντας τον χρόνο νομής του στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, και το μεταβίβασε το 1952 με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφηκε νομοτύπως, στους Γ.
και Ε. Γ., οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο, το μεταβίβασαν δε το 1963 με αιτία την πώληση, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφηκε νομοτύπως, στην πρώτη (ήδη αποβιώσασα) αναιρεσίβλητη και τον αδελφό της Δημήτριο Στρίγκο που επίσης κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ενώ απέκτησαν την κυριότητα αυτού και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθόσον το νέμονταν επί δεκαετία, με νόμιμο τίτλο ασκώντας με καλή πίστη όλες τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, δ) ότι στον δεύτερο αναιρεσίβλητο μεταβιβάσθηκε το εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, ήτοι εκ κληρονομιάς, αρχικά εκ διαθήκης από τον πατέρα του και στη συνέχεια ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του, την οποία κληρονομιά αμφοτέρων αποδέχθηκε με νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και ε) ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία απέκτησε i) ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον δεν πρόκειται περί δημόσιας γης, δάσους, ή δασικής έκτασης, ή βοσκής, ή έκτασης που λόγω της μορφής της δεν εξουσιαζόταν από ορισμένο πρόσωπο και για το λόγο αυτό παρέμεινε προσδιορισμένη κατά την ταυτότητά της ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου", αλλά για ακίνητο ελευθέρας κυριότητας στη μη "δορυάλωτη" νήσο Λέσβο, στην οποία παραχωρήθηκαν κατά την Τουρκική Κυριαρχία προνόμια και δικαιώματα, με αποτέλεσμα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι του νησιού αυτού, όπως συνέβη και με το επίδικο ακίνητο, να ανήκουν τους ιδιοκτήτες τους, ως ιδιόκτητες γαίες μουλκ ii) ως αδέσποτο επί του οποίου πριν και μετά την ισχύ του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου ή κοινότητας, ούτε υπήρχαν αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων, iii) ως δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπο, επί του οποίου έχει τεκμήριο κυριότητας, iν) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία από της συστάσεως του και μετέπειτα, με την επίκληση, ότι από τότε επιλήφθηκε της νομής του βάσει των συνθηκών και πρωτοκόλλων αναγνωρίσεως του ελληνικού κράτους και εξακολούθησε να την ασκεί μέχρι και σήμερα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επί αυτού δια των αρμοδίων οργάνων του όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον δασικό και χορτολιβαδικό χαρακτήρα του, καθόσον ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του.
Με βάση τα όσα δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και του άρθρου 1045 ΑΚ, καθώς και των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830, 19-6/1-7.1830, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού για την εφαρμογή των διατάξεων περί κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου και της μη εφαρμογής των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας του Ν. 998/1979 και του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών, που αφορούν στην κτήση κυριότητας επί αυτού εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία, ευρισκόμενη στη νήσο Λέσβο, την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε από το έτος 1914 μέχρι το έτος 1944 από αυτούς, αλλά και έκτοτε τόσο με συνεχιζόμενη έκτακτη, όσο και με τακτική χρησικτησία, από τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους, ουδέποτε δε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, μη εξουσιαζόμενο από ιδιώτες, ήτοι δάσος, ή λιβάδι ή αδέσποτο και επί αυτού ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής το αναιρεσείον, ώστε να καταλυθεί η κυριότητα επί του ιδίου των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία, την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι τόσο με παράγωγο, όσο και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης 1 το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, όπως: α) το υπ'αριθμ.
πρωτ. 1765/9.6.1994 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λέσβου, στο οποίο ορίζεται ότι η επίδικη έκταση διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων που διαχειρίζεται ως Δημόσια - δασική, β) την υπ'αριθμ. 4906/29.12.89 Πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Λέσβου με την οποία χαρακτηρίσθηκε η επίδικη έκταση ως δασική, γ) την υπ'αρ. 1/90 απόφαση της Πρωτοβάθμιας επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Λέσβου, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση είναι δημόσια δασική έκταση, δ) την υπ'αρ. 13/1991 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, ε) την από 12- 12-1989 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας - εισήγησης των Ευστρατίου Ψώμου, Δασολόγου και Χα.
Παπαχίου, Δασοπόνου και τις μαρτυρικές καταθέσεις των ιδίων. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, Γ. Γ. και Ε. Α., και των μαρτύρων του αναιρεσείοντος Ε. Ψ. και Χ. Π., που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης β) την από 15.3.1999 με αριθμό πράξης κατάθεσης ...
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Κ. Α., που διορίστηκε με την 143/31.5.1996 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και γ) όλα "ανεξαιρέτως" τα έγγραφα που οι διάδικοι παραδεκτά και νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με τη μνεία ότι ορισμένα από αυτά μνημονεύονται στην απόφασή του, χωρίς να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός.
Επί πλέον, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, μνημονεύει δε ειδικά και αξιολογεί τα παραπάνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, με συγκεκριμένες αναφορές στο περιεχόμενο τους.
Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί του ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε κατέστη κύριο του επίδικου ακινήτου, με οποιονδήποτε από τους επικαλούμενους από το ίδιο τρόπους, εφόσον αυτό αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία και όχι δασική ή χορτολιβαδική έκταση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του στα παραπάνω έγγραφα.
Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 (11 γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον, εκφράζει την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 18.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 31/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 31/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ