Supreme Court allows appeal and restitution of funds due to insufficient reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the employment relationship. The appellant had voluntarily paid over €56,000 to the respondent based on the contested decision. Consequently, the court ordered the respondent to return the funds with interest and covered the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's reasoning is insufficient to establish the legal consequences drawn from the facts, and if voluntary execution has occurred, the case must be remitted with restitution of the paid amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2105 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2105/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CORAL Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων" (πρώην "SHELL HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων"), που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπασπύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6317/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2012 αίτησή της, με τις δε από 18-2-2013 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα καταάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία επίσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 312/2011, 1674/2010).
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών. Τέλος, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σ' αυτήν από τους διαδίκους, αλλ' αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για τον χαρακτήρα της σύμβασης από το σύνολο των περιστατικών που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΠλΟλΑΠ 7/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις (διαφορές αποδοχών, επιδομάτων κ.λπ.) από ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό χαρακτηρισμό αυτής, και την καταγγελία της, με την προσβαλλομένη 6317/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) συμφώνησε με την εναγομένη εταιρεία ν' αναλάβει, έναντι συγκεκριμένης αμοιβής, την φύλαξη, συντήρηση και τον καθαρισμό των εγκαταστάσεών της στην περιοχή ..., η συμφωνία δε αυτή γινόταν εγγράφως με διαδοχικά ιδιωτικά συμφωνητικά που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων από το 1996 έως το 2003, ότι σύμφωνα με τα συμφωνητικά αυτά η φύλαξη θα γινόταν με το προσωπικό του ενάγοντος, δηλ.
ένα άτομο ανά βάρδια, ειδικότερα δε, καθόλη την διάρκεια της συμφωνίας, καθημερινά οι εγκαταστάσεις της εναγομένης θα φυλάσσονταν κατά τις εργάσιμες μεν ημέρες, αρχόμενες από την Τρίτη, από 23.00' έως 07.00', κατά δε την Κυριακή από 24.00' έως 07.00', ότι η μηνιαία αμοιβή για τις αναλαμβανόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες συμφωνήθηκε σε 250.000 δρχ. (ή 733,68 €) για το έτος 1996 και έφθασε τα 930,89 € για το έτος 2003, με την διευκρίνιση, αφενός ότι σε κάθε μηνιαίο ποσό αμοιβής περιλαμβάνεται και καλύπτεται κάθε είδους αμοιβή και κέρδος του ενάγοντος, καθώς και οι κάθε φύσεως αποδοχές του προσωπικού που τυχόν θα απασχολούσε αυτός για την φύλαξη, συντήρηση ή τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων της εναγομένης, υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά, και αφετέρου ότι το προσωπικό που τυχόν θα απασχολούσε ο ενάγων τελεί σε απευθείας με αυτόν εργασιακή σχέση και υποχρεούται να το ασφαλίζει ο ίδιος, ότι ο ενάγων εργαζόμενος από το 1996 έως το 2003 στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στην περιοχή ...
με την ιδιότητα του φύλακα αυτών εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας και απασχολήθηκε με συγκεκριμένο ωράριο καθημερινά για πέντε ημέρες την εβδομάδα από Τετάρτη μέχρι Κυριακή, ελάμβανε ρεπό Δευτέρα και Τρίτη και δεν είχε κανένα υπάλληλο υφιστάμενό του, ότι η εναγομένη χαρακτηρίζοντας την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος ως σύμβαση έργου εξοικονομούσε χρήματα που θα έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα, αφού αυτός, εκδίδοντας δελτία παροχής υπηρεσιών, δεν φαινόταν ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι ήταν ελεύθερος επαγγελματίας που προχώρησε ως εργολάβος σε συμφωνία για σύμβαση έργου με την εναγομένη, ότι κατά συνέπεια η μεταξύ των διαδίκων σχέση αποτελεί περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες πλέον και ύστερ' από την διαδοχική τους ανανέωση θεωρούνται (μία) σύμβαση αορίστου χρόνου, εφαρμοζομένων των από 11-7-2002, 12-7-2004 και 22-9-2006 ΣΣΕ του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε επίσης αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλ. οι μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις έργου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς, όμως, να δεχθεί και ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων υπέκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγομένη, εκδηλουμένη με το δικαίωμά της να δίνει δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία για την διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές και χωρίς να διαλάβει επαρκείς συναφείς αιτιολογίες ως προς την φύση της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, που αφορά την εσφαλμένη επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο επιδόματος προβλεπομένου από τις οικείες ΣΣΕ του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων (αφού το ζήτημα αυτό εξαρτάται από την κρίση για την μορφή της μεταξύ των διαδίκων σχέσης), ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Εάν η επαναφορά αυτή συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδίδονται το κεφάλαιο, οι επ' αυτού τόκοι από τον χρόνο επίδοσης στον αναιρεσίβλητο της αναιρετικής απόφασης και τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 1370/2012, 95/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της που κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 18-2-2013, δηλ.
την παραμονή και της αρχικά ορισθείσης συζήτησης της υπόθεσης, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ' αυτόν σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω απόφασης με το νόμιμο τόκο, κατ' εκτίμηση της αίτησης αυτής, από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.
Από την προσκομιζομένη με επίκληση από 21-12-2012 εξοφλητική απόδειξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης κατέβαλε στην δικηγόρο Αθηνών Ακριβή Ρουπακιώτη, ως πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, με την ... επιταγή έκδοσής της επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σε διαταγή του, μετ' αφαίρεση διαφόρων νομίμων κρατήσεων (εισφοράς εργαζομένου στο ΙΚΑ, φόρου), το συνολικό καθαρό ποσό των (28.548,64 € ως υπόλοιπο επιδικασθέν κεφάλαιο + 33.500 € ως υπόλοιπο ποσό τόκων επί του κεφαλαίου + 1400 € για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη = ) 56.748,64 €, το οποίο πρέπει ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει κατά παραδοχή της αίτησης αυτής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6317/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (56.748,64) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αυτής απόφασης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ