Legislator Case Law & Legislation
2105/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to appear and vague grounds citing common sense principles.

Case Number 2105/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the calculation of the four-year separation period. The appellant failed to appear at the retrial despite receiving proper notice, and the sole ground of appeal regarding the violation of common sense principles was too vague to be actionable. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to the appellant's absence and the lack of specific legal reasoning in the appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper notice, and a ground based on the violation of common sense principles is rejected if it concerns the assessment of evidence rather than the legal interpretation or subsumption of facts.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility failure to appear common sense principles separation period Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 1439(3) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 8/2005
Supreme Court 120/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2105 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2105/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Αρκούδη, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29515/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1659/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 861/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 10 Ιουλίου 2008 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 10.7.2009 κλήσης του αναιρεσιβλήτου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 851/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την δικάσιμο της 4.2.2008.

Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενόψει και του ότι η συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο (4.2.2008), επισπεύθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της αναίρεσης, μαζί με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για παράσταση στη συζήτηση, που επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο στις 5.6.2007, κατά την επ' αυτού σχετική ενυπόγραφη σημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή.

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.

ΑΠ 20/1990, ΑΠ 635/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1659/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν στη Θεσ/νίκη την 6-9-1970, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα, τον ...

και τον .... Η έγγαμη σχέση τους από το έτος 2000 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα και εντάσεις καθόσον ο ενάγων συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό με άλλη γυναίκα. Αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς του ενάγοντα ήταν ο χωρισμός των διαδίκων από τραπέζης και κοίτης τον Απρίλιο του 2001 και η διάσπαση από τότε της έγγαμης συμβίωσής τους και κάθε σχέσης μεταξύ τους συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής και την συζήτησή της (Α.Π. 157/1991).

Βεβαίως αποδείχθηκε ότι από τον Αύγουστο του 2003 έως τις αρχές Δεκεμβρίου του 2003 οι διάδικοι έκαναν προσπάθεια επαναπροσέγγισης η οποία όμως απέτυχε. Το ανωτέρω χρονικό διάστημα συνυπολογίζεται στον υπόλοιπο χρόνο της διαστάσεώς τους, αφού τελικώς απέτυχε η προσπάθειά τους για επανασυμβίωση και έκτοτε συνεχίζουν να ζουν χωριστά.

Συνεπώς, ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα, χωρίς να ερευνάται ο λόγος που τον προκάλεσε και το πρόσωπο του συζύγου τον οποίο αφορούσε. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να λυθεί ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού, που οφείλεται στην τετραετή διάσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 Α.Κ.".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2001 μέχρι την 1 Σεπτεμβρίου 2005 που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μια συζήτηση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της τετραετούς διάστασης και δικαιολογούν: 1) την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι: "το χρονικό διάστημα της προσπάθειας επανασυμβίωσης των διαδίκων από τον Αύγουστο του 2003 έως το Δεκέμβριο του έτους 2003 ήταν μεγάλο και δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί στο διάστημα της πενταετούς διάστασης", και 2) την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και το αντίστοιχο μέρος του λόγου της αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικά της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη τη απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το τέταρτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης κατά το προεκτιθέμενο χρονικό διάστημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με το γεγονός ότι: "το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε της προσπάθειας επανασυμβίωσης των διαδίκων δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί για τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης, η οποία διήρκησε κάθε φορά μικρά μόνο χρονικά διαστήματα, όταν ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειπε τη συζυγική στέγη για να διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις", είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι από τον Απρίλιο του 2001 οι διάδικοι εξακολουθητικά ζούσαν χωριστά από τραπέζης και κοίτης, χωρίς να έχουν (και κατά την παραμονή του ενάγοντος στη συζυγική κατοικία όποτε αυτή γινόταν) καμία σωματική και ψυχική επαφή, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και αφορά την κατ' ουσία απόρριψη των πιο πάνω αρνητικών ισχυρισμών της και την παραδοχή της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης.

II. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ'αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης με τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα σύζυγο της αναιρεσείουσας παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος: "κατά μικρά μόνο χρονικά διαστήματα εγκατέλειπε τη συζυγική κατοικία για να συνάπτει εξωσυζυγικές σχέσεις, και το χρονικό διάστημα της προσπάθειας επανασυμβίωσης των διαδίκων ήταν μεγάλο και δεν έπρεπε να υπολογισθεί στην τετραετή διάσταση, με αποτέλεσμα μη συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων να μη δικαιολογείται η συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος γιατί δεν αναφέρεται σ'αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, ο ίδιος λόγος, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ.

και ως εκ τούτου και υπό τις δύο εκδοχές είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2007 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1659/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη τ ου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ