Supreme Court dismisses appeal against conviction for forgery due to lack of specific reasoning for rejected written arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a Third Instance Court of Patras judgment convicting them of forgery. The defendants argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting their written submission that their signature on invoices was unauthorized. The court held that these written arguments constituted a denial of the crime's objective existence rather than independent claims requiring separate justification, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216 and 510 of the Criminal Code; The Supreme Court ruled that written arguments denying the objective existence of a crime do not constitute independent claims requiring specific judicial reasoning, and thus a lack of detailed justification for their rejection does not ground an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2105 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2105/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1302/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1902/2005.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο των ανιαρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση , μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτο πρόσωπο, εκτός από τον πλαστογράφο, αποτελεί αυτοτελές αδίκημα ανεξάρτητο από την πλαστογραφία , που τιμωρείται όμως με τη ίδια ποινή. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου δύναται να γίνει και από τον πλαστογράφο, αλλά μόνο όταν αυτός για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για πλαστογραφία.
Διαφορετικά η χρήση αυτή από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Προκύπτει, επίσης, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία.
κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
ΙΙ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως , εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
ΙΙΙ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ.1 και 2, και 331 Κ.Ποιν.Δ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του.
Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν ( ΟλΑΠ 2/2005 Πραξ Λογ ΠΔ 2005.188). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Eφετείο Πατρών, που δίκασε έφεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1303-1304/2005 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με το από 20-2-1998 συμφωνητικό ο μηνυτής και η ..., πεθερά του πρώτου κατηγορουμένου και μητέρα της δεύτερης, σύστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε." και έδρα την ..., της οποίας εταιρείας ορίστηκαν συνδιαχειριστές. Σκοπός της εταιρείας ήταν η λειτουργία επιχειρήσεως αναψυχής παιδιών (λειτουργία χώρου παιδικού παιχνιδιού και αναψυχής, αναψυκτηρίου καφέ - μπαρ κ.λ.π.), ασκείτο δε η επιχείρηση αυτή στο εταιρικό κατάστημα στην οδό..., το οποίο είχε μισθωθεί από τον ...
με το από 1-11-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Στην επιχείρηση ασχολούνταν και οι κατηγορούμενοι ως συγγενείς της εταίρου ..., κυρίως δε ο πρώτος εξ αυτών, δεδομένου ότι η πεθερά του δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στις εργασίες της επιχείρησης. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν προβλήματα στη συνεργασία των ασχολουμένων με την επιχείρηση και ο μηνυτής επικαλούμενος ότι είχε αποκλειστεί από τη συμμετοχή του σ' αυτή, άσκησε την από 13-10-1999 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ζητούσε τη σφράγιση του εταιρικού καταστήματος και τον διορισμό εκκαθαριστή, ενώ την 27-9-1999 είχε καταγγείλει την εταιρεία.
Οι κατηγορούμενοι και μετά την καταγγελία της εταιρείας συνέχισαν τη λειτουργία της επιχείρησης για δικό τους λογαριασμό και στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία και υπέβαλε στην Α΄ Δ.Ο.Υ. Πατρών τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έναρξη λειτουργίας επιχείρησης στο όνομά της και στο ίδιο κατάστημα και με τον ίδιο εξοπλισμό.
Επακολούθησε αυτοψία στην επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης από τον ελεγκτή της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. ..., για την ύπαρξη ή όχι επαγγελματικής εγκατάστασης της επιχείρησης της δεύτερης κατηγορουμένης και συνέταξε αυτός την υπ' αριθ. 29604/26-10-1999 ειδική έκθεση αυτοψίας στην οποία αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι υπάρχει επαγγελματική εγκατάσταση, υπεκμισθωμένη προς την επιχειρηματία δεύτερη κατηγορουμένη από μέρους των αρχικών μισθωτών ...
και Χ2 (δηλαδή του μηνυτή και της δεύτερης κατηγορουμένης), ότι ιδιοκτήτης και (αρχικός) εκμισθωτής είναι ο ... και ότι για τα πάγια στοιχεία της ΟΕ ... πρέπει να εκδοθούν τιμολόγια πώλησης προς την ... Δηλαδή με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας υποδεικνύεται προς την δεύτερη κατηγορουμένη ότι για να λειτουργήσει την επιχείρηση στο όνομά της θα έπρεπε να αγοράσει τα πάγια στοιχεία (εξοπλισμό κ.λ.π.) της "ΟΕ ..." αλλιώς θα έπρεπε να προμηθευτεί τα στοιχεία αυτά από το εμπόριο.
Έτσι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, κατάρτισαν τα υπ' αριθ. 3 και 4 δελτία αποστολής - τιμολόγια, τα οποία φέρουν ημερομηνία 26-2-1999 και με τα οποία φέρεται η εταιρεία "... ΟΕ" να πουλάει στη δεύτερη κατηγορουμένη τον εξοπλισμό της επιχείρησής της με συνολικό τίμημα 8.823.438 δραχμών που φέρεται ότι καταβλήθηκε σε μετρητά.
Στα ανωτέρω τιμολόγια δεν έθεσαν τη σφραγίδα της ΟΕ, η οποία χρησιμοποιείτο στις συναλλαγές τους, αλλά κατασκεύασαν άλλη όμοια σφραγίδα και επίσης έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του μηνυτή στο δεξιό άκρο της σφραγίδας, ενώ στο αριστερό άκρο της σφραγίδας έθεσαν την υπογραφή της άλλης συνεταίρου της ΟΕ ..., ώστε να φαίνεται ότι υπάρχει νομότυπη πώληση, η οποία καλύπτεται από τη σφραγίδα της πωλήτριας εταιρείας και τις υπογραφές επ' αυτής (σφραγίδας) των δυο συνεταίρων.
Τα ανωτέρω πλαστά δελτία αποστολής - τιμολόγια χρησιμοποίησαν στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών όπου εκδικαζόταν την 17-11-1999 η από 13-10-1999 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του μηνυτή προσκομίζοντας αυτά με επίκληση και ανάλυση μαζί με το από 18-11-1999 σημείωμα ισχυρισμών που κατατέθηκε την 29-11-1999 στον αρμόδιο γραμματέα (βλ.
την επισημείωση στο τελευταίο φύλλο του σημειώματος). Στα εν λόγω δελτία αποστολής -τιμολόγια αναγράφεται ως ημερομηνία συντάξεώς του η 26-2-1999, πλην όμως η ημερομηνία αυτή είναι προφανώς αλλοιωμένη, όπως κυρίως προκύπτει από την απλή επισκόπηση των τιμολογίων και φαίνεται ότι είχε γραφτεί αρχικά η 26-11-1999, πράγμα που μαρτυρεί ότι τα τιμολόγια αυτά καταρτίσθηκαν για να υποβληθούν στο πολιτικό Δικαστήριο μαζί με το σημείωμα ισχυρισμών προς απόκρουση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας δεν είναι η 26-2-1999, που αναφέρει το κατηγορητήριο και δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αλλά το χρονικό διάστημα από 26-10-1999 μέχρι 29-11-1999. Ο ως άνω χρόνος τελέσεως προκύπτει και από το ότι στην από 26-10-1999 ειδική έκθεση αυτοψίας περιέχεται η παρατήρηση ότι για τα πάγια στοιχεία της θα πρέπει να εκδοθούν τιμολόγια πώλησης προς την ήδη δεύτερη κατηγορουμένη, πράγμα που μαρτυρεί ότι μέχρι τότε δεν είχαν καταρτιστεί τα τιμολόγια πώλησης, γιατί αλλιώς δεν θα περιλαμβανόταν τέτοια παρατήρηση αλλά θα αναφερόταν η πώληση, όπως αναφέρεται και η υπεκμίσθωση προς τη δεύτερη κατηγορουμένη με το υπ' αριθ.
θεωρήσεως 2568/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, για το οποίο βέβαια εκκρεμεί άλλη δίκη για πλαστογραφία σε βάρος των κατηγορουμένων. Επίσης ο χρόνος τελέσεως ως της χρήσεως πλαστού δεν είναι συγκεκριμένα η 17-11-1999, αλλά το χρονικό διάστημα από 17-11-1999 που εκδικάσθηκε η υπόθεση και υποβλήθηκαν προφορικά οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων μέχρι 29-11-1999 που υποβλήθηκαν στο πολιτικό Δικαστήριο τα ως άνω πλαστά έγγραφα μαζί με το σημείωμα ισχυρισμών και με τα υπόλοιπα έγγραφα (και πάντως ο χρόνος αυτός είναι φυσικά μεταγενέστερος του χρόνου τελέσεως της πλαστογραφίας).
Η ανωτέρω διαφοροποίηση του χρόνου τελέσεως των ανωτέρω πράξεων δεν απαγορεύεται, γιατί προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν ασκεί επίδραση στο χρόνο της παραγραφής των πράξεων αυτών ούτε μεταβάλει την ταυτότητά τους (βλ. ΑΠ 1805/2001 Ποιν. Λόγος 2001 σελ. 2346, ΑΠ 233/2001 Ποιν. Λόγος 2001 σελ. 183). Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι για την κατάρτιση των δελτίων αποστολής - τιμολογίων και για την υπογραφή υπήρχε η συναίνεση του μηνυτή και έτσι δεν υπάρχει πλαστογραφία.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αληθεύει γιατί ο μηνυτής δεν γνώριζε τίποτα επ' αυτού και ούτε βέβαια ήταν δυνατόν να συναινέσει, τη στιγμή που ζητούσε τη σφράγιση του καταστήματος, ώστε να μην αφαιρεθούν ή αποκρυβούν τα πράγματα της ομόρρυθμης εταιρείας, τα οποία διεκδικούσε ως συνέταιρος. Επίσης ισχυρίζονται ότι δεν κατασκεύασαν οι ίδιοι τη σφραγίδα που έθεσαν στα τιμολόγια, αλλ' ότι η εταιρεία είχε περισσότερες σφραγίδες, μια εκ των οποίων χρησιμοποίησαν, πράγμα βέβαια που δεν αληθεύει όπως αναφέρθηκε.
Τέλος οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι η υπογραφή που υπάρχει στο δεξιό μέρος της σφραγίδας της εταιρείας δεν αφορά στην πωλήτρια εταιρεία και στην πώληση, αλλά είναι η υπογραφή του παραλήπτη των πραγμάτων, δηλαδή της δεύτερης κατηγορουμένης και αφορά στην παραλαβή αυτών.
Τον όψιμο αυτό ισχυρισμό προβάλλουν οι κατηγορούμενοι, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι στο υπ' αριθ. 3 τιμολόγιο η υπογραφή του συνεταίρου της πωλήτριας εταιρείας (εν προκειμένω του μηνυτή) στο δεξιό μέρος της σφραγίδας, είναι κατά σύμπτωση κάτω από την ένδειξη "Για την παραλαβή", πλην όμως στο υπ' αριθ. 4 τιμολόγιο η αντίστοιχη υπογραφή είναι "κολλητά" στην ένδειξη της παραλαβής και στο αριστερό της μέρος, πράγμα που αφενός μαρτυρεί ότι δεν έχει σχέση με την παραλαβή και αφετέρου επιβεβαιώνει την ανωτέρω σύμπτωση στο προηγούμενο τιμολόγιο.
Άλλωστε αν η υπογραφή αυτή είχε σχέση με την παραλαβή, θα είχαν εξαρχής προβάλλει τον ισχυρισμό αυτόν οι κατηγορούμενοι. Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και αναλύονται ειδικότερα στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών".
Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 για την πράξη της από κοινού πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα, 27, παρ.1, 45, 98 και, 216 παρ.1 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών στον καθένα, ποινή την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και ανέστειλε την εκτέλεση αυτής, ως προς την δεύτερη κατηγορουμένη, για τρία χρόνια.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών στην προσβαλλόμενη απόφασή το διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται ελλιπής και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με αυτοτελή αυτών ισχυρισμό που κατέθεσαν εγγράφως προς απόκρουση της κατ' αυτών κατηγορίας, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους αυτόν " η κατηγορία είναι νόμω αβάσιμη διότι δια του κατηγορητηρίου αποδίδεται στους κατηγορουμένους η πράξη της πλαστογραφήσεως τιμολογίων της εταιρείας δια της θέσεως της υπογραφής εκ μέρους (δι εξουσιοδοτήσεως) του ενός συνεταίρου μόνον, πλην όμως εκ του καταστατικού προκύπτει η εξουσία του ενός συνεταίρου για την υπογραφή των τιμολογίων" .
Κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εκ του πιο πάνω ισχυρισμού τους είναι σαφές ότι αυτοί υποστήριξαν ότι έθεσαν "επί του σώματος των τιμολογίων και στη θέση του εκδότη την σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή (κατ' εξουσιοδότηση) της ... και ότι η υπογραφή αυτή δεν έχει καμία σχέση με την υπογραφή του , αφού εκ του καταστατικού αρκούσε, για τη δέσμευση της εταιρείας, έστω και μία υπογραφή των συνεταίρων".
Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του απέρριψε τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Τούτο δε έπραξε εκ περισσού, αφού, αφενός μεν, οι πιο πάνω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν από τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων εγγράφως, χωρίς να αναπτυχθούν προφορικά, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς με την έννοια που έχει εκτεθεί πιο πάνω, ώστε η απόρριψη τους να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά συνιστούν άρνηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 40/20-10-2005 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 και της Χ2, κατά της 1302/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ