Supreme Court allows appeal against appeal court decision on unjust enrichment case involving property transfers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a case involving unjust enrichment. The appellants argued that the lower court's reasoning was contradictory regarding property transfers and debt obligations between family members. The court found these specific arguments valid, necessitating a remand for further examination of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning contains contradictions that render the decision legally flawed, requiring remand for re-examination by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2104 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2104/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, 2) Π. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταματία Σωτηροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.Του αναιρεσιβλήτου:
Δ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραμίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο … Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1612/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/10/2021 αίτησή τους και τους από 3/10/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1612/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 320/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου σε βάρος τους, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και είχαν υποχρεωθεί οι τελευταίοι να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 151.150,92 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-10-2022, και στη συνέχεια επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 8-12-2022, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση.
Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1325/2019). Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωση λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρο 388 του ΑΚ (ΑΠ 702/2020).
Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της. Eφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εκτός αν η διατήρησή της δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή.
Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 735/2022, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1136/2019). Κατά την έκφραση του νόμου, δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του οποίου επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία.
Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δυο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό, αλλά μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε.
Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι πλήγηκε (ΑΠ 1351/2011).
Ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας).
Σε μια τέτοια περίπτωση πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει όταν ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν οφείλεται, κατέβαλε σ' αυτόν το ισόποσο του υποτιθέμενου χρέους, το οποίο ακολούθως υποχρεούται να αποδώσει ο τρίτος στο δότη του πλουτισμού, δηλαδή στην περίπτωση αυτή η μεν σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, πάσχει όμως η σχέση αξίας (ΑΠ 2072/2017, ΑΠ 2266/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 471 και 477 ΑΚ, που ρυθμίζουν τη σύμβαση αναδοχής χρέους, προκύπτει ότι αναδοχή χρέους συνιστά η με σύμβαση αναδοχή από τρίτο πρόσωπο ξένου χρέους, χωρίς μεταβολή της ταυτότητας της αρχικής ενοχής. Η αναδοχή χρέους διακρίνεται σε στερητική (άρθρ. 471 ΑΚ) και σε σωρευτική αναδοχή (άρθρ. 477 ΑΚ).
Στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση, με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους (ΑΠ 1175/2021, ΑΠ 1770/2014, ΑΠ 557/1999).
Με την στερητική αναδοχή ο τρίτος εισέρχεται στη θέση του παλαιού οφειλέτη και ο τελευταίος αποξενώνεται πλήρως από την υποχρέωσή του, στη στερητική επομένως αναδοχή το πρόσωπο του οφειλέτη μεταβάλλεται. Η στερητική αναδοχή χρέους είναι αναιτιώδης σύμβαση, καθόσον η σχέση που δημιουργείται από την αναδοχή είναι ανεξάρτητη από τη σχέση παλαιού και νέου οφειλέτη.Συνεπώς επιφέρει τα αποτελέσματά της ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το κύρος της αιτίας, δηλαδή της σχέσης παλαιού και νέου οφειλέτη.
Όσον αφορά τον τύπο της σύμβασης αυτής, η αναδοχή χρέους είναι βάσει της γενικής αρχής του ατύπου των δικαιοπραξιών (αρ.158 ΑΚ), άτυπη, ενόψει της μη αναφοράς στο νόμο περί τύπου της αναδοχής (ΑΠ 1770/2014). Μόνη προϋπόθεση κατά την υπόψη διάταξη είναι η κατάρτιση της προς τούτο σύμβασης μεταξύ δανειστή και τρίτου (αναδοχέα), χωρίς να απαιτείται σύμπραξη ή σύμφωνη γνώμη του παλαιού οφειλέτη.
Μπορεί όμως να επέλθει στερητική αναδοχή και με συμφωνία του παλαιού οφειλέτη και του τρίτου, στην περίπτωση, όμως, αυτή απαιτείται είτε η σύμπραξη του δανειστή είτε η εκ των υστέρων έγκριση της συμφωνίας από αυτόν (ΑΠ 63/2024, ΑΠ 934/2023, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1770/2014). Παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα της στερητικής αναδοχής, η εν ευρεία εννοία αιτία της σύμβασης αναδοχής θα βρίσκεται κατά κανόνα σε προϋφιστάμενη σχέση του παλαιού με τον νέο οφειλέτη (λ.χ.
δωρεά, παροχή πίστωσης, δάνειο). Για τον λόγο αυτό και κατά κανόνα η σχέση μεταξύ παλαιού και νέου οφειλέτη θα καθορίσει το αν και κατά πόσο ο νέος οφειλέτης, εκπληρώνοντας την παροχή, μπορεί να στραφεί κατά του παλαιού οφειλέτη.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι κατά το ποσό των 151.150,92 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλε ο δεύτερος αναιρεσείων στην Τράπεζα για την εξόφληση του ληφθέντος από τον αναιρεσίβλητο δανείου και με ωφέλεια του δευτέρου αναιρεσείοντος, αφού μεταβιβάστηκαν σε δικά του πρόσωπα τα δύο ακίνητα του πατέρα του αναιρεσίβλητου και την οφειλή προς την Τράπεζα δεν εξόφλησε.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος, τον Μάρτιο του έτους 2007, επειδή ήθελε να εργαστεί ως οδηγός διεθνών μεταφορών, συμφώνησε με τον δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο εκκαλούντα, ο οποίος ήταν ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, ήδη πρώτης εκκαλούσας, ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
και Σία ΕΕ", ήδη τελούσας σε καθεστώς εκκαθάρισης, η οποία είχε αντικείμενο εργασιών την πώληση μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων και ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτής, να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο φορτηγό αυτοκίνητο. Ως εκ τούτου, συμφώνησαν να πωλήσουν στον ενάγοντα, ένα μεταχειρισμένο φορτηγό μάρκας VOLVO τύπου ΡΗ 12, 460 ίππων, μοντέλο 2000, με επικαθήμενη καρότσα, αριθμό πλαισίου ...
και αριθμό κινητήρα ..., αντί συμφωνημένου τιμήματος 60.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19%, ποσού 9.500 ευρώ, δηλαδή συνολικά 69.500 ευρώ. Για την ως άνω πώληση η πρώτη εναγόμενη-πρώτη εκκαλούσα, εξέδωσε τιμολόγιο πώλησης στο οποίο ανέγραψε ως τίμημα το ποσό των 50.000 ευρώ (αντί του πραγματικού των 60.000) πλέον ΦΠΑ 19%. Επειδή για την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος έπρεπε ο ενάγων, να κατέχει και άδεια κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, γι αυτό, ήταν απαραίτητο να προμηθευτεί και την ανάλογη άδεια κυκλοφορίας, η οποία άξιζε 82.500 ευρώ.
Δηλαδή, ο ενάγων, για την αγορά του φορτηγού και για την αγορά της σχετικής άδειας έπρεπε να καταβάλει το ποσό συνολικά των 152.000 ευρώ (69.500 + 82.500). Επειδή ο ενάγων, δεν διέθετε το ως άνω ποσό, κατήρτισε με την πρώην Εμπορική τράπεζα την με αριθμό ....2007 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για χορήγηση πίστωσης, ποσού 140.000 ευρώ, στην οποία συμβλήθηκαν ως εγγυητές τόσο η σύζυγός του, Α.
Π., διά της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ποσού 70.000 ευρώ, σε βάρος ενός διαμερίσματος ιδιοκτησίας της (με την με αριθμό 540/2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου …) όσο και ο δεύτερος εναγόμενος, εγγυώμενοι υπέρ του ενάγοντος τη σωστή τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης πιστώσεως καθώς και την ολοσχερή της εξόφληση.
Για τη λειτουργία της παραπάνω σύμβασης, τηρήθηκαν δύο λογαριασμοί από την Εμπορική Τράπεζα, και συγκεκριμένα ο με αριθμό ... λογαριασμός και ο με αριθμό ... λογαριασμός. Μέσω του πρώτου λογαριασμού μέχρι την 18-5-2007 ο ενάγων εκταμίευσε το ποσό των 60.000 ευρώ και μέσω του δεύτερου λογαριασμού, μέχρι την 25-5-2007, το ποσό των 61.000 ευρώ, ήτοι συνολικά εκταμίευσε συνολικό ποσό 121.000 ευρώ, εξοφλώντας το τίμημα της άδειας κυκλοφορίας (82.500 ευρώ) και μέρος του τιμήματος του αγορασθέντος από την εναγομένη φορτηγού, ίσο με 20.000 ευρώ πλέον 9.500 ευρώ για το ΦΠΑ της αγοράς, απομένοντας υπόλοιπο το ποσό των 40.000 ευρώ (60.000-20.000).
Για την εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος της αξίας του φορτηγού, των 40.000 ευρώ ο ενάγων αποδέχθηκε μηνιαίες συναλλαγματικές, εκδόσεως του εναγομένου, ποσού 1.050 ευρώ έκαστη. Περαιτέρω, λόγω μη εξυπηρέτησης της ανωτέρω πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, η δανείστρια τράπεζα στις 21-9-2009 κατήγγειλε αυτήν (πίστωση), η δε καταγγελία κοινοποιήθηκε στον πρωτοφειλέτη και στους εγγυητές στις 30-9-2009, ενώ η οφειλή ανέρχονταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο ποσό των 106.696,04 ευρώ.
Στη συνέχεια και κατόπιν αιτήσεως της δανείστριας τράπεζας, εξεδόθη σε βάρος των ανωτέρω, η με αριθμό .../2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 23-11-2009, με την οποία διατάσσονταν αυτοί να καταβάλουν στην αιτούσα τράπεζα το ποσό των 106.696,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 22-9-2009.
Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε από τους καθ ών αυτή, (ήτοι τον πρωτοφειλέτη-ενάγοντα και τους εγγυητές, σύζυγο του ενάγοντα και δεύτερο εναγόμενο) ανακοπή. Ο δεύτερος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν εγγυήθηκε την εξόφληση όλου του ποσού της πίστωσης αλλά μόνο το ποσό που αφορούσε την αγορά του φορτηγού αυτοκινήτου.
Κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται από την με αριθμό ...-2007 σύμβαση, κατά την υπογραφή της οποίας δεν προκύπτει ότι επιφυλάχτηκε αυτός για μέρος του ποσού της πίστωσης, αλλά και από το γεγονός ότι μετά την κοινοποίηση σε αυτόν της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, αυτός δεν άσκησε εναντίον της ανακοπή, αποδεχόμενος έτσι την οφειλή του για όλο το αναγραφόμενο σε αυτήν ποσό.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε έως το τέλος του 2010, επειδή το επάγγελμα του οδηγού διεθνών μεταφορών δεν απέφερε στον ενάγοντα τα αναμενόμενα κέρδη, δεν είχε κατορθώσει αυτός να αποπληρώσει τις συναλλαγματικές παρά μόνο ένα μέρος αυτών, ποσού 28.000 ευρώ, απομένοντας ως υπόλοιπο προς εξόφληση, για τον ενάγοντα, το ποσό των 12.000 ευρώ από την συνολική αξία του φορτηγού και φυσικά και η υποχρέωση του από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με την ως άνω τράπεζα, για την οποία όπως προειπώθηκε είχε εγγυηθεί και ο δεύτερος εναγόμενος.
Στη συνέχεια, κι επειδή, ο ενάγων, αδυνατούσε να αποπληρώσει τις υπόλοιπες συναλλαγματικές προς τον δεύτερο εναγόμενο, το έτος 2011, αποδέχθηκε την πρόταση αυτού, να τον εξουσιοδοτήσει να πωλήσει το ανωτέρω μεταχειρισμένο φορτηγό, μάρκας VOLVO που είχε αγοράσει από την πρώτη εναγομένη, αξίας τουλάχιστον 30.000 ευρώ, σε πρόσωπο της επιλογής του (εναγομένου) και από το τίμημα που θα εισέπραττε, να εξοφλούνταν το οφειλόμενο σε αυτούς υπόλοιπο του τιμήματος.
Πράγματι, για το λόγο αυτό συντάχθηκε το με αριθμό ....2011 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών, Κ. Δ., δυνάμει του οποίου ο ενάγων έδινε στον δεύτερο εναγόμενο την πληρεξουσιότητα να πωλήσει σε οποιονδήποτε τρίτο, το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο. Έτσι, στις 2-5-2011, το άνω φορτηγό πωλήθηκε στην εταιρεία συμφερόντων του ανεψιού του εναγομένου, Ν.
Ξ., "ΔΡΟΜΕΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ", αντί αναγραφόμενου τιμήματος στο με αριθμό No ....2011 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής του ενάγοντος, 12.000 ευρώ καίτοι η αξία του, κατά το χρόνο εκείνο, ανέρχονταν περί τις 30.000 ευρώ, χωρίς να εισπράξει ο ενάγων οποιοδήποτε τίμημα, εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος κατέβαλε για λογαριασμό του ενάγοντα α) προς τον δανειστή του τελευταίου Α.
Μ., το οφειλόμενο σε αυτόν ποσό ύψους 7.000 ευρώ β) το ποσό των 500 ευρώ στην μεταφορική εταιρεία στην οποία συμμετείχε ο ενάγων, (όπως συνομολογεί ο ενάγων αλλά κατέθεσε και η μάρτυς του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών) και γ) τις ασφαλιστικές εισφορές και όλα τα έξοδα μεταβίβασης του ως άνω οχήματος (όπως προκύπτει από το από 20-5- 2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι).
Κατόπιν αυτού, ο ενάγων, στις 30.5.2011, προέβη σε διακοπή εργασιών της δραστηριότητάς του "Οδικές μεταφορές εμπορευμάτων με φορτηγό αυτοκίνητο και οδηγό ιδιοκτήτη". Περαιτέρω, εφόσον, εξοφλήθηκε το τίμημα της αρχικής πώλησης του φορτηγού, απέμενε όμως ενεργή η σύμβαση εγγύησης υπέρ του ενάγοντα από την σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο δεύτερος εναγόμενος άρχισε να πιέζει αυτόν να αποπληρώσει τη ληφθείσα από την Εμπορική Τράπεζα πίστωση, η οποία τον μήνα Μάιο του 2011, είχε ανέλθει στο ποσό των 115.006 ευρώ.
Ενόψει της δεδηλωμένης οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντος, ο εναγόμενος του πρότεινε, να αναλάβει ο ίδιος την αποπληρωμή της ως άνω οφειλής, υπό την προϋπόθεση ο πατέρας του ενάγοντος, να μεταβίβαζε όχι στον ίδιο τον εναγόμενο, αλλά σε πρόσωπα που ο ίδιος θα υποδείκνυε, την κυριότητα δύο ακινήτων που είχε στα Γιαννιτσά (καθώς ο ενάγων στερούνταν ακίνητης περιουσίας), χωρίς να καταβληθεί στον πατέρα του ενάγοντος, οποιοδήποτε αντίτιμο από τους φερόμενους ως αγοραστές.
Ελλείψει άλλων εναλλακτικών, ο ενάγων δέχθηκε και έπεισε τον πατέρα του να αποδεχθεί να καταβάλει το χρέος του, προβαίνοντας στις ακόλουθες δύο μεταβιβάσεις : α) με το με αριθμό ....2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Κ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών, πωλήθηκε από τον πατέρα του ενάγοντος, Χ.
Τ., στη σύζυγο του δεύτερου εναγόμενου, Σ. Χ. του Γ., αντί αναφερόμενου τιμήματος 53.978,40 ευρώ, ένα διαιρετό τμήμα οικοπέδου έκτασης 500 τ.μ. του μείζονος οικοπέδου με αριθμό 01, εμβαδού 3.049,44 τ.μ. στο 47 Ο.Τ. στην επέκταση του συνοικισμού Πενταπλατάνου Γιαννιτσών, αντικειμενικής αξίας 53.978,40 ευρώ κι εμπορικής αξίας 60.000 ευρώ και β) με το με αριθμό ....2011 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, πωλήθηκε από τον πατέρα του ενάγοντος, Χ.
Τ., στους ανεψιούς του δεύτερου εναγομένου, Ν. Ξ. του Χ. και Α. Ξ. του Χ., αντί αναφερόμενου τιμήματος 45.946,91 ευρώ, ένα διαιρετό τμήμα οικοπέδου έκτασης 516,68 τ.μ. του μείζονος οικοπέδου με αριθμό 01, εμβαδού 3.049,44 τ.μ. στο 47 Ο.Τ. στην επέκταση του συνοικισμού Πενταπλάτανου Γιαννιτσών, αντικειμενικής αξίας 45.946,91 ευρώ κι εμπορικής αξίας 60.000 ευρώ.
Αμέσως μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, και συγκεκριμένα την επόμενη ημέρα της κατάρτισης αυτών, ήτοι στις 20.5.2011, συντάχθηκε το με την ίδια ως άνω ημερομηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό", στο οποίο συμβλήθηκαν ο ενάγων, οι εναγόμενοι και "ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι" ο πατέρας του ενάγοντος Χ. Τ. και η σύζυγος του Α.
Π. Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγνωρίστηκε η αγορά του φορτηγού και η άδεια κυκλοφορίας αυτού από την πρώτη εναγομένη, η καταβολή μέρους του τιμήματος δυνάμει της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού με την Εμπορική Τράπεζα, και περαιτέρω, συμφωνήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος να εξοφλήσει την οφειλή από τη παραπάνω σύμβαση, στην οποία είναι εγγυητής, και η για το λόγο αυτό μεταβίβαση των δύο οικοπέδων του πατέρα του ενάγοντος με τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια σε πρόσωπα της επιλογής του δεύτερου εναγόμενου χωρίς την καταβολή του αναφερομένου σε αυτά τιμήματος, ο οποίος (πατέρας του ενάγοντος) με τον τρόπο αυτό, αναδέχθηκε την οφειλή του ενάγοντος -υιού του, και ανέλαβε να την εξοφλήσει με τον προαναφερόμενο τρόπο.
Ειδικότερα στο ως άνω από 20.5.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκαν τα εξής: "..Επειδή ο πρώτος συμβαλλόμενος (ενάγων) αδυνατεί να εξοφλήσει το δάνειο αυτό και ενώ ακόμη δεν έχει καταστεί στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο με καταγγελία από την τράπεζα παρά το ότι δεν είναι ενήμερο, ο δεύτερος (εναγόμενος) προτίθεται προς αποφυγή εμπλοκών να προβεί στην εξόφλησή του με καταβολή που ενεργεί και υπέρ του πρώτου συμβαλλομένου και υπέρ της τριτεγγυήτριας.
Ό πρώτος συμβαλλόμενος σε εξόφληση κάθε απαίτησης που αναγωγικά θα είχε ο δεύτερος συμβαλλόμενος εναντίον του και εναντίον της συζύγου του, προσέφερε στο δεύτερο συμβαλλόμενο δύο ακίνητα τα οποία τυπικά ανήκαν στον πατέρα του, Χ. Τ., τα οποία ήδη μεταβιβάσθηκαν, σε πρόσωπα επιλογής του δεύτερου συμβαλλομένου δυνάμει των με αριθμούς ...
και ....2011 συμβολαίων χωρίς την πραγματική καταβολή του αναγραφόμενου ως τιμήματος από τους τελικούς ως αγοραστές εμφανιζόμενους προς τον εμφανιζόμενο ως πωλητή. Άλλως ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος Χ. Τ., αναδέχεται την οφειλή των Δ. Τ. και Α. Π., όπως αυτή δημιουργείται από τη παροχή εγγυήσεως έναντι τους από το δεύτερο συμβαλλόμενο, και εξοφλεί πλήρως και ολοσχερώς την οφειλή αυτή με τη μεταβίβαση των δύο ανωτέρω οικοπεδικών ακινήτων, προς το δεύτερο συμβαλλόμενο.
Με την μεταβίβαση αυτή, η οποία είναι εύλογη και αντάξια της οφειλής που ο δεύτερος των συμβαλλομένων αναλαμβάνει ως εγγυητής έναντι της τράπεζας να εξοφλήσει, ο τελευταίος παραιτείται από κάθε αναγωγικό δικαίωμα κατά του πρώτου..". Ακολούθως, και μετά την ανωτέρω συμφωνία, ο ενάγων τον Οκτώβριο του 2011, αναχώρησε με τη σύζυγό του στη Γερμανία προς αναζήτηση καλύτερων επαγγελματικών προοπτικών, με την πεποίθηση ότι η οφειλή του από την σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, θα αποπληρωθεί από τον δεύτερο εναγόμενο.
Ωστόσο, ο δεύτερος εναγόμενος ουδέν κατέβαλε στην άνω πιστώτρια τράπεζα, με αποτέλεσμα η οφειλή από την άνω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού να έχει ανέλθει, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, (2015) στο ποσό των 151.150,92 ευρώ. Ως προς το ποσό αυτό, ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος Α) με ζημία του ενάγοντος, ο οποίος οφείλει στον πατέρα του την αξία των ακινήτων που μεταβίβασε αυτός στον εναγόμενο αφού αναδέχθηκε το χρέος του υιού του, γι αυτό και ο ενάγων, νομιμοποιούταν ενεργητικά, εφόσον είναι ο τελικά ζημιωθείς, να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή, και Β) με δική του ωφέλεια (εναγόμενου) αφού και μεταβιβάστηκαν σε δικά του πρόσωπα τα δύο ακίνητα του πατέρα του ενάγοντος και την οφειλή προς την Εμπορική Τράπεζα δεν εξόφλησε, αν και ανέλαβε την εξόφληση αυτής με το από 20-5-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως ορισμένη, νόμιμη και ουσία βάσιμη, και ότι ο ενάγων νομιμοποιούνταν ενεργητικά προς άσκηση αυτής, δεν έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι αυτό και ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρουν και στο παρόν Δικαστήριο με λόγο έφεσης, ότι μετά την ως άνω ρύθμιση δεν υφίσταται πλέον ουδεμία ωφέλεια αυτών, με αποτέλεσμα να καθίσταται η υπό κρίση αγωγή "άνευ αντικειμένου. Όπως αποδείχθηκε, μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ο δεύτερος εναγόμενος με την από 2.5.2017 αίτησή του, προέβη στις 11.5.2017 σε ρύθμιση της οφειλής της προερχόμενης από την με αριθμό ...-2007 σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με την "ALPHA BANK", ως καθολική διάδοχο της Εμπορικής Τράπεζας, συνολικού ύψους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 180.844,75 ευρώ (κεφάλαιο και τόκοι).
Συγκεκριμένα, με την από 11.5.2017 συμφωνία διευκόλυνσης αποπληρωμής οφειλής μεταξύ του εναγομένου και της "ALPHA BANK" υπήχθη σε ρύθμιση το κεφάλαιο των 117.427,59 ευρώ (εξαιρέθηκαν οι τόκοι 63.417,16 ευρώ) σε 48 μηνιαίες δόσεις των 125 ευρώ έκαστη από 11.6.2017 και άλλες 276 τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 11.6.2021. Η ως άνω συμφωνία περί ρύθμισης της επίδικης οφειλής δεν απαλλάσσει, μέχρι πλήρους εξόφλησης αυτής, τον ενάγοντα από την ευθύνη του ως οφειλέτη έναντι της τράπεζας την προερχόμενη από την εν λόγω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε βεβαίως και τον ίδιο τον δεύτερο εναγόμενο ως εγγυητή αυτής.Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλλε, γι αυτό και ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν πενήντα μία χιλιάδων εκατόν πενήντα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (151.150,92) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλλε, ούτε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ)..".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων εγγυήθηκε ατομικά υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου την τήρηση των όρων της συμβάσεως πιστώσεως που είχε συνάψει με την Εμπορική Τράπεζα και την ολοσχερή της εξόφληση, ότι αυτός πρότεινε στον αναιρεσίβλητο να αναλάβει ο ίδιος την αποπληρωμή της οφειλής του προς την ως άνω Τράπεζα, με την προϋπόθεση ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου να μεταβιβάσει σε πρόσωπα που θα υποδείκνυε ο δεύτερος αναιρεσείων δύο ακίνητά του, χωρίς τίμημα, ότι με το από 20-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε όπως ο δεύτερος αναιρεσείων εξοφλήσει την οφειλή από τη σύμβαση πιστώσεως, στην οποία είναι εγγυητής και ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου με την μεταβίβαση των ακινήτων του στα πρόσωπα επιλογής του δευτέρου αναιρεσείοντος, χωρίς τίμημα, αναδέχθηκε το χρέος του υιού του-αναιρεσίβλητου και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος ως προς το ποσό των 151.150,92 ευρώ με ζημία του αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια, χωρίς καμία αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία και να υποχρεωθεί αυτή, καθώς και ο δεύτερος αναιρεσείων, να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό νομιμοτόκως.
Περαιτέρω, το Εφετείο, α) ενώ δέχεται ότι ο Χ. Τ. αναδέχθηκε το χρέος του αναιρεσιβλήτου (υιού του) με την μεταβίβαση κατά κυριότητα των δύο ακινήτων του στα πρόσωπα επιλογής του δεύτερου αναιρεσείοντος, χωρίς την καταβολή τιμήματος, δηλαδή ενώ δέχεται ότι έγινε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του δότη Χ.
Τ. προς τους ως άνω λήπτες, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι ζημιωθείς είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος οφείλει στον πατέρα του την αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων και γι' αυτό νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής ως δικαιούχος της ένδικης αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και β) ενώ δέχεται ότι ο ως άνω Χ.
Τ. μεταβίβασε τα ακίνητά του στους ανηψιούς και στη σύζυγο του δεύτερου αναιρεσείοντος και ο τελευταίος προέβη στις 11-5-2017 σε ρύθμιση της οφειλής του της προερχομένης από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, της οποίας ήταν εγγυητής και υπήχθη σε ρύθμιση το κεφάλαιο των 117.427,59 ευρώ, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος με δική του ωφέλεια, αφού μεταβιβάστηκαν σε δικά του πρόσωπα τα δύο ακίνητα του πατέρα του αναιρεσιβλήτου και δεν εξόφλησε την οφειλή προς την Εμπορική Τράπεζα.
Επομένως, οι τέταρτος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι, η αναιρετική δε εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων από τους αριθμούς 1, 8, 11, 14, 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 12-10-2021 αίτηση και τους από 3-10-2022 πρόσθετους λόγους για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1612/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1612/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου.Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαϊου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ