Legislator Case Law & Legislation
2104/2017 AI generated

2104/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2104/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2104/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2104 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2104/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Ν. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κόλια.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Μ. του Ε., 2. Α. Μ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Μπουρνέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 104/2015 Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 527 ΚΠολΔ) η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π.1136/2012 ).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 28 του ν.3994/2011 και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ., και στην κατ’ έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση ή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παραγράφου 3 του άρθρου 237 και του εδαφίου γ’ του άρθρου 238 ΚΠολΔ., πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.

Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη (Α.Π. 1103/2011).

Εξάλλου, στην κατ’ έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ένορκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον των τριών ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των κρίσιμων ζητημάτων ή αναλόγως προς αντίκρουση ισάριθμων ένορκων βεβαιώσεων, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις τέτοιες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, οι οποίες με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο (Α.Π.3/2015).

Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ., ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1461/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τη νόμιμα ληφθείσα στον Ειρηνοδίκη Νίκαιας και προσκομισθείσα το πρώτον στο Εφετείο υπ’ αριθμ. ...3-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π.

Μ. από την οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων - εναγόντων ότι ο Ε. Μ. κατά τη σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων έπασχε από βαρεία ανοϊκή συνδρομή και ALZHEIMER και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον την ως άνω τέταρτη, κατά σειρά επίκλησης, ένορκη βεβαίωση, νόμιμα το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος και την απέκρουσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτη, ήτοι ως προσκομιζόμενη πέραν του επιτρεπόμενου, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 270 εδ.

γ’ ΚΠολΔ., αριθμού των τριών ένορκων βεβαιώσεων. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων, καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς απόδειξη της αγωγής τους, τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις, με αριθμούς ...1-2013, ...1-2013 και ...30-5-2014, των μαρτύρων τους Β.

Π., Θ. Μ. και Γ. Χ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νίκαιας, οι δύο πρώτες, και ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορυδαλλού Ε. Χ. - Α., η τρίτη, που είχαν προσκομίσει και στην πρωτοβάθμια δίκη. Επίσης, προσκόμισαν με επίκληση και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη ( σελ. 44 των προτάσεων υπ’ αύξ.

αριθμ. λζ ), ήτοι την υπ’ αριθμ. ...3-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νίκαιας του μάρτυρα Π. Μ., με την αναφορά κατά λέξη ότι "επιλέγουμε να επικαλεσθούμε την ένορκη βεβαίωση του Π. Μ. ως ένορκη βεβαίωση που υποχρεούται να λάβει υπόψη του ως τέτοια το δικαστήριο..., προσκομίζουμε δε και επικαλούμαστε τη με αριθμό …2013 ένορκη βεβαίωση της Θ.

Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νικαίας μόνο ως δικαστικό τεκμήριο και όχι ως ένορκη βεβαίωση". Επομένως, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο Αιγαίου άλλη μία ένορκη βεβαίωση, η οποία ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου νόμιμα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τη δέχθηκε διότι υπερέβαινε τον αριθμό των τριών ένορκων βεβαιώσεων.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκαν την τρίτη ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Θ. Μ. ενώπιον του Εφετείου όχι ως ένορκη βεβαίωση αλλά ως δικαστικό τεκμήριο δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί δεν είναι ο διάδικος εκείνος που καθορίζει την αποδεικτική αξία της ένορκης βεβαίωσης αλλά το Δικαστήριο.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση αυτό (αναιρετήριο), αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π.190/2017).

Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο Ε. Μ. κατά τη σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων δεν έπασχε από βαρεία ανοϊκή συνδρομή και είχε συνείδηση των πραττομένων, λαμβάνοντας υπόψη, πέραν των τριών αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων, επιπλέον τις υπ’ αριθμ. .../2013 ένορκες βεβαιώσεις των σ’ αυτές αναφερόμενων προσώπων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που είναι απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα ως υπερβαίνουσες τον ανώτατο επιτρεπόμενο αριθμό των τριών ένορκων βεβαιώσεων που τάσσεται από το νόμο (άρθρο 270 παρ.2 εδ.

γ’ ΚΠολΔ) για την κάθε διάδικη πλευρά, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο για το αν ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προβλήθηκε νόμιμα και με ποιον τρόπο ενώπιον του Εφετείου από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ’ ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος την υπ’ αριθμ....30-5-2014 ένορκη βεβαίωση του Γ.

Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορυδαλλού Ε. Χ., η οποία λήφθηκε κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ....23-5-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Μ., για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού ότι ο Ε.

Μ. δεν ήταν ικανός προς δικαιοπραξία κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων συμβολαίων. Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν ειδική μνεία ότι λήφθηκε υπόψη η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του ως άνω προσώπου, για την οποία τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και η οποία αναφέρεται ιδιαιτέρως στην απόφαση, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα ένορκη βεβαίωση προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 339, 340 εδ.α’ και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα υπόλοιπα μέρη του, με τα οποία οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αρ.11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, τα, ειδικότερα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή : 1) την από 24-9-2014 ‘ ‘ ψυχιατρική γνωμοδότηση’ ‘ του καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Β.

Α., 2) το φύλλο της εξέτασης νοητικών λειτουργιών (Mini Mental State Examination - MMSE), στην οποία υποβλήθηκε ο Ε. Μ. στις 5-11-2007 και 3) τις αναφερόμενες στο λόγο αυτόν φωτοτυπίες από τα πρωτότυπα των επίμαχων συμβολαίων, στα οποία φαίνονται οι υπογραφές που φέρεται ότι έθεσε επ’ αυτών ο Ε. Μ., τα οποία - έγγραφα - επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή σχετική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του ως άνω αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.

Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον τρίτο, καθ’ όλα τα μέρη του, λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα της ικανότητας του Ε.

Μ. για δικαιοπραξία κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων συμβολαίων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και σε ανάπτυξη απόψεών τους, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι ο πατέρας των διαδίκων Ε.

Μ. είχε παντελή δικαιοπρακτική ανικανότητα και έκπτωση των πνευματικών του λειτουργιών.- Ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ.Α.Π.11/1996), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ.Α.Π.14/2004, Ολ.Α.Π.3/1997).

Τέλος, ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π.25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β’ ΚΠολΔ, επικουρικά ως προς τους τρεις πρώτους λόγους αυτής, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο ουσιώδεις, κατά το λόγο αυτόν, ισχυρισμούς, που οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν ενώπιον αυτού με τους ένατο και ενδέκατο (τελευταίο σκέλος) λόγους έφεσης, που συνίστανται στο ότι :

α) το υπ’ αριθμ....2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Χ. ήταν εικονικό, αφού εικονικά και μόνο εμφανίσθηκε σ’ αυτό ως πώληση για την οποία καταβλήθηκε τίμημα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν δωρεά, β) από το ίδιο το συμβόλαιο προέκυπτε η δικαιοπρακτική ανικανότητα του πατέρα των διαδίκων Ε. Μ. λόγω της μορφής και της θέσης των υπογραφών του τελευταίου επί του εν λόγω συμβολαίου και γ) ο πατέρας των διαδίκων, πράγματι υποβλήθηκε, ενόσω ήταν εν ζωή, σε δικαστική συμπαράσταση, έστω και προσωρινά, με την έκδοση σχετικής προσωρινής διαταγής.

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, και ως προς τις τρεις αιτιάσεις, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί, που τον στηρίζουν, δεν συνιστούν ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την ανωτέρω έννοια του αρ.8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., έστω και αν προτάθηκαν ως λόγοι εφέσεως, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, στα πλαίσια του ισχυρισμού των εναγόμενων - ήδη αναιρεσίβλητων περί κωλύματος από το άρθρο 131 παρ.2 ΑΚ περί προσβολής του ως άνω υπ’ αριθμ. ...2005 συμβολαίου, που κατατείνουν στη θεμελίωση του ασκηθέντος αγωγικού δικαιώματος, χωρίς να συνδέονται με αγωγικό αίτημα, γι’ αυτό και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς, που δεν έχουν αυτοτέλεια, δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο.

Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε τους αμέσως παραπάνω λόγους εφέσεως και τελικά τους απέρριψε ως αβάσιμους, και ως ενέχοντες τα προαναφερόμενα παράπονα, εκ του πράγματος, αφού προέβη σε έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2016 αίτηση των Θ. Ε. Μ. και και Ν. Ε. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 104/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ