2104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
Legislator headnote
AI generated2104/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση για τους τελευταίους. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2104 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2104/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Π. Α., 2. Τ. Α., 3. Α. Α., 4.Κ. Α., όλων κατοίκων ..., νομίμων κληρονόμων του Γ. Σ. Α., κατοίκου εν ζωή …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αηδονά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τ. Α., 2. Ε. Α., 3. Μ. Γ., 4. Μ. Π., 5 Μ. Π., κατοίκων ..., 6. Φ. Κ., 7 Π. Κ., κατοίκων ..., 8. Μ. Α. Τ., 9 Μ. Π. Τ., κατοίκων ..., 10. Σ. Π.,11 Π. Τ.-Σ., 12 Ε. Θ., κατοίκων ..., 13. Ε. Κ., 14 Ο. Γ. πρώην συζ. Ι. Τ., κατοίκων ... και 15. Γ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ανωτέρω οι με α.α αναίρεσης: 2ος , 4ος, 5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 12ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νίκο Καραμανλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, οι λοιποί άλλοι των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αρ.κατάθ. 47555/1999 και 5642/2000 των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις ανταγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:16587/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αποβιώσας ήδη αναιρεσείων με την από 13-3-2002 αίτησή του και τους από 5-9-2002 πρόσθετους λόγους της.
Εκδόθηκε η 1228/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η 6/2010 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναίρεσης.
Εκδόθηκε η 1400/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε τη υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 1578/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 7-3-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση για τους τελευταίους. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ.
β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθ. 575 εδ. β` ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ` αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει έγκυρα ο ίδιος την συζήτηση της υπόθεσης κατά την δικάσιμο, κατά την οποία εχώρησε η αναβολή, είτε είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί είτε είχε σε κάθε περίπτωση παραστεί νόμιμα κατ` αυτήν, καθόσον με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για την μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ` αυτήν διαδίκου. Στην κρινόμενη υπόθεση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση προσδιορίστηκε για συζήτηση στις 18-3-2014, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Κατ` αυτήν, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από τους αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και δεν παραστάθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο οι 1η, 3η, 6η, 11η, 13η, 14η και 15η. Από τις προσκομιζόμενες, όμως, μετ' επίκληση από τις αναιρεσείουσες:
α) υπ' αρ. 9006, 9007, 9008, 9012 και 9013 /10-2-20014, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Α. Γ., β) υπ' αρ. 9041/10-2-2014 της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Σ. και γ) υπ' αρ.10136/7-2-2014 του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Ρ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης καθώς και κλήση για να παραστούν οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες για τη δικάσιμο στις 18-3-2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, επιδόθηκε σ' αυτές νομοτύπως και προσηκόντως.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω εφόσον οι αναιρεσίβλητες αυτές είχαν κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευσή τους, αφού η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση γι' αυτές. Κατά συνέπεια πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των, ως άνω, αναιρεσίβλητων.
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, έτσι ώστε να μη υποπίπτει στην ελεγχόμενη, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβίαση.
Εξαίρεση, υφίσταται όταν το ουσιαστικό Δικαστήριο παραλείπει να εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος σε έννομη σχέση, ευθέως ή αναλογικά, μετά το νομικό χαρακτηρισμό της κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον στον οποίο είχε προβεί ο ενάγων με το δικόγραφο της αγωγής του, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ως αποδειχθέντα το ουσιαστικό Δικαστήριο, αλλά και για τα οποία τάχθηκε η προσήκουσα απόδειξη, περιλαμβάνονταν, παρά τον δοθέντα διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, στη συνδέουσα τα μέρη έννομη σχέση, η οποία, τόσο με το νομικό χαρακτηρισμό στον οποίο έχει προβεί ο ενάγων με την αγωγή του, όσο και με εκείνο στον οποίον αυτεπάγγελτα στη συνέχεια προβαίνει το Δικαστήριο, δικαιολογεί ως έννομη συνέπεια, και στις δύο περιπτώσεις με την προσήκουσα υπαγωγή στον ίδιο κανόνα δικαίου, εκείνη που αναφέρεται στο αγωγικό αίτημα.
Στην περίπτωση, όμως αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, που ελέγχεται, κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι του αρ. 8 της ίδιας διάταξης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Τέλος, κατά το άρθρο 98 § 1 του Κωδικός περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων, μεταξύ των οποίων των άρθρων 100 επ. 107 επ.
Ειδικότερα, το άρθρο 100 ορίζει στη μεν παρ.1 αυτού ότι "το ελάχιστον όριον της αμοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2 ο/ο επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, στη δε παρ. 2 ότι, εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται εις ωρισμένην χρηματικήν απαίτησιν, τό ελάχιστον όριον αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα, οπότε το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για την εκτέλεση των λεπτομερώς αναφερόμενων στα άρθρα αυτά δικαστικών ενεργειών επί πολιτικών υποθέσεων ορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αγωγής και ειδικότερα, αν το αίτημα αυτής συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ως άνω ελάχιστο όριο υπολογίζεται επί του ζητούμενου να πληρωθεί ή να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται ή δεν οφείλεται χρηματικού ποσού.
Αν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, η κατά τα άρθρα 100 παρ. 2, του ιδίου ν.δ/τος αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη αγωγής, καθορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου αυτής. Τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου " Εάν το αίτημα της αγωγής είναι περιοδικαί παροχαί ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το όριον τούτο καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει του δεκαπλού της ενιαυσίας παροχής ή προσόδου".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-12-1999 και από 9-2-2000 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώ ο κληρονομηθείς από τις αναιρεσείουσες, εναγόμενος-δικηγόρος, εντολέας των αναιρεσίβλητων, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, άσκησε ανταγωγή για την αμοιβή, που του οφειλόταν γι τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό των εντολέων του αναιρεσίβλητων. Κατόπιν συνεκδικάσεως των άνω αγωγών και ανταγωγής, εκδόθηκε η 16587/2001 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η υπ' αριθμ. 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανταγωγή και έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές των αναιρεσίβλητων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αντενάγων δικηγόρος Γεώργιος Αλέγρας, δικηγόρος, ο οποίος απεβίωσε στις 24-12-2002, με την από 13-3-2002 αίτησή του και τους από 5-9-2002 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, καθώς και οι κληρονόμοι του - ήδη αναιρεσείουσες - με το από 1-10-2003 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1228/2005 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο λόγο του από 1-10-2003 δικογράφου των προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την υπ' αριθμ. 6/2010 απόφασή του το Δικαστήριο τούτο, σε Τακτική Ολομέλεια, έκρινε ότι ο δικηγόρος που ενήργησε συγκεκριμένες διαδικαστικές πράξεις πριν από τον συμβιβασμό, στον οποίο συνέπραξε, δικαιούται, εκτός από την κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή (για την επίτευξη του συμβιβασμού), και ιδιαίτερη αμοιβή για τις πράξεις, που ενήργησε πριν το συμβιβασμό, οι οποίες αμείβονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τον επιτευχθέντα συμβιβασμό και ότι συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αρχικώς αναιρεσείων δικηγόρος, ο οποίος εκτέλεσε κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων τις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ακολούθως συνέπραξε στον συμβιβασμό, που επιτεύχθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αντιδίκου αυτών "Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής", δεν δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό, διότι η αμοιβή για τον συμβιβασμό καλύπτει και την αμοιβή για τις παραπάνω εργασίες, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 124 του Κώδικα Δικηγόρων και οι σχετικοί δεύτερος του κυρίου δικογράφου και πρώτος του από 1-10-2003 δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, είναι βάσιμοι, γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή των λόγων αυτών και ενόψει του ότι με την παραπεμπτική απόφαση δεν έχουν κριθεί όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1400/2011 απόφαση του Β1 Πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως (του από 5-9-2002 δικογράφου πρόσθετων λόγων), εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρέθηκε η 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και κατά το μέρος της που αναφέρεται στην αμοιβή του αρχικά αναιρεσείοντος δικηγόρου για τη σύμπραξη του στον άνω συμβιβασμό.
Μετά απ' αυτά, το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση, με τους ερευνώμενους εδώ αναιρετικούς λόγους: "Ότι, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες (15 τον αριθμό) απασχολούντο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτριες, στην "Ένωση Γεωργικών (Αγροτικών) Συνεταιρισμών Χαλκιδικής" έως τις 31-10-1987, που η εργοδότριά τους αυτή κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και τις απέλυσε.
Το Νοέμβριο του 1987 οι ενάγουσες, μαζί με άλλες 37 ακόμη απολυθείσες εργαζόμενες, έδωσαν εντολή στον εναγόμενο - αρχικώς αναιρεσείοντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης να ασκήσει όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο ενέργειες (δικαστικές και εξώδικες) προκειμένου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των απολύσεών τους και να καταβληθούν σ' αυτές μισθοί υπερημερίας, να υποχρεωθεί η αντίδικος τους ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και επικουρικά να τους καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απολύσεως.
Ειδική συμφωνία για την αμοιβή του δεν έγινε. Προς εκτέλεση της εντολής αυτής ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής την από 27-1-1988 αγωγή με τα προαναφερθέντα αιτήματα, η οποία μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και ματαιώσεις συζητήθηκε τελικά στις 6-11-1991. Κατά την συζήτηση της αγωγής, παραστάθηκε ο εναγόμενος, κατ' αυτήν δε παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής ορισμένες από τις απολυθείσες εργαζόμενες και απέμειναν 26, μεταξύ των οποίων και οι 15 ενάγουσες των ένδικων αγωγών.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 39/1992 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου και στη συνέχεια, ύστερα από έφεση των εναγουσών, η υπ' αριθμ. 2010/1993 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η κυρία βάση της αγωγής, επιδικάσθηκε σε κάθε μία από τις ενάγουσες, για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 300.000 δραχμών (συνολικά 7.200.000 δραχμές) και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει σε κάθε ενάγουσα το ποσό των 1.362.934 δραχμών.
Ακολούθως, ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής α) την από 17-12-1993 αγωγή με αίτημα την καταβολή στις ενάγουσες από την Ένωση του ποσού των 63.000.000 δραχμών και β) την με την ίδια ημερομηνία καταψηφιστική αγωγή για το ποσό του 1.362.934 δραχμών που είχε αναγνωρισθεί με την 2010/1993 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ταυτοχρόνως έλαβε απόγραφο εκτελεστό της αποφάσεως αυτής και κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου συνέταξε επιταγή, με την οποία επέτασσε την Ένωση να καταβάλει στις 24 εργάτριες, μεταξύ των οποίων και στις ενάγουσες το επιδικασθέν ποσό των 7.200.000 δραχμών και 14.041.872 δραχμές για τόκους, καθώς και 1.787.054 δραχμές για δικά του δικαιώματα (σύνταξη επιταγής, δικαστική δαπάνη κ.λπ.).
Στη συνέχεια προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για την επιβολή κατασχέσεως σε τέσσερα διαμερίσματα της Ένωσης, τα οποία εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό, ενώ η τελευταία είχε ασκήσει αίτηση για αναίρεση της 2010/1993 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν τούτων - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - και μετά από προσπάθειες που έγιναν, μεταξύ της Ένωσης και του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής αφενός και του εναγομένου αφετέρου, επιτεύχθηκε συμβιβασμός και συντάχθηκε το από 24-9-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού μεταξύ των εναγουσών της αγωγής εκείνης (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ενάγουσες των ένδικων αγωγών) και της Ένωσης, με το οποίο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να καταβάλει η Ένωση, σταδιακά, στις ενάγουσες, για τις απαιτήσεις τους, το συνολικό ποσό των 73.000.000 δραχμών, από το οποίο αναλογούσε στην κάθε ενάγουσα το ποσό των 2.807.692 δραχμών (73.000.000:26).
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι εφόσον οι επίδικες διαφορές, περατώθηκαν με συμβιβασμό, που καταρτίσθηκε νόμιμα και στον οποίο συνέπραξε και ο εναγόμενος- πληρεξούσιος δικηγόρος των, η αμοιβή του, αφού δεν υπήρξε ειδική συμφωνία περί αυτής, κατά την κατάρτιση της εντολής, πρέπει να υπολογισθεί με βάση τις νόμιμες αμοιβές για τις μέχρι το συμβιβασμό, εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, στις οποίες θα προστεθεί και η αμοιβή του για τον συμβιβασμό, για τον οποίο οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή, όπως ήδη κρίθηκε με την Ολ.
ΑΠ 6/2010 και την ΑΠ 1400/2011. Με βάση τα ανωτέρω, η νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος διαμορφώνεται ως εξής: Α) Για τη σύνταξη της υπ' αριθμ. καταθ. 3/1988 αγωγής: την αγωγή επιδιωκόταν η καταψήφιση υπέρ εκάστης ενάγουσας ποσού 394.717 δρχ., οπότε η αμοιβή του εναγομένου (άρθρ. 100 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων) ανέρχεται στο ποσό των 7.894,34 (394.717 Χ 2 % ) δρχ.
για κάθε ενάγουσα. Β) Για τη σύνταξη προτάσεων κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής στον πρώτο βαθμό η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 3.947,17 (7.894,34/2) δρχ. για κάθε ενάγουσα (άρθρο 107 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων). Γ) Για παράσταση κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 5.600 (40 μεταλλικές δραχμές Χ 140) δραχμών για κάθε ενάγουσα (άρθρο 109 παρ. 1 του Κώδ.
Δικηγόρων). Δ) Για τη σύνταξη της από 8-7-1992 (υπ' αριθμ. καταθ. 54/1992) εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 39/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 5.600 (40 μεταλλικές δραχμές Χ 140) δραχμών για κάθε εκκαλούσα (άρθρο 125 παρ. 2 του Κώδ. Δικηγόρων). Ε) Για τη σύνταξη προτάσεων κατά τη συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 7.894, 34 (394.717 Χ 2%) δραχμών για κάθε εκκαλούσα (άρθρο 107 παρ. 1 του Κώδ.
Δικηγόρων). ΣΤ) Για παράσταση κατά τη συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 7.000 (50 μεταλλικές δραχμές Χ 140) δραχμών για κάθε εκκαλούσα (άρθρο 111 του Κώδ. Δικηγόρων). Ζ) Για τη σύνταξη της από 17-12-1993 (υπ' αριθμ. καταθ. 1623-3914/22-12-1993) αγωγής που απευθύνονταν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με την οποία επιδιώκονταν η καταψήφιση του ποσού των 63.000.000 δραχμών, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 84.000 (63.000.000 Χ 2% = 1.260.000:15) δραχμών για κάθε ενάγουσα (άρθρο 100 παρ. 1 του Κωδ.
Δικηγόρων). Η) Για τη σύνταξη της από 17-12-1993 (υπ' αριθμ. καταθ 1624-3 924/22-12¬1993) αγωγής, με την οποία επιδιώκονταν η καταψήφιση ποσού 1.362.934 δραχμών, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 1.817,24 δρχ(1.362.934 Χ 2% = 27..258:15) για κάθε ενάγουσα (άρθρο 100 παρ. 1 του Κωδ.- Δικηγόρων), Θ) Για τη λήψη απογράφου της 2010/1993 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 5.600 (40 μεταλλικές δραχμές Χ 140) δραχμών για κάθε ενάγουσα (άρθρο 10 6 παρ. 4 του Κωδ.
Δικηγόρων) I) Για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση της υπ' αριθμ.2010/1993 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης η αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 7.000 (50 μεταλλικές δραχμές Χ 140) δραχμών για κάθε ενάγουσα (άρθρο 127 του Κώδικα Δικηγόρων). ΙΑ) Για τη σύμπραξη του εναγομένου στην κατάρτιση του επίδικου συμβιβασμού, η αμοιβή του ανέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 124 του Κωδ.
Δικηγόρων), στο ποσό των 280.926,92 δραχμών για κάθε ενάγουσα, ήτοι 1000 Χ 10% = 100 δρχ. και 100.000 Χ 7% = 7.000 δρχ., 73.000.000 - 101.000 (1.000 + 100.000) - 72.899.000 Χ 5% = 3.644.950 δρχ. και 3.644.950 + 100 + 7.000 = 3.652.050 Χ 2 = 7.304.100/26, όπως ήδη κρίθηκε με την υπ' αρ. 14 00/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η συνολική αμοιβή που δικαιούνταν ο εναγόμενος από κάθε ενάγουσα για τις προαναφερθείσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του, ανέρχεται στο ποσό των 417.280 (7.894,34 + 3.947,17 + 5.600 + 5.600 + 7.894,34 + 7.000 + 84.000 + 1.817,24 + 5.600 + 7.000 + 280.926,92) δραχμών.
Περαιτέρω, για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας της αμοιβής του δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τα άρθρα 340, 346 του ΑΚ ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα, ούτε, άλλωστε, και ο χρόνος συντάξεως και κατάθεσης της αγωγής από το δικηγόρο συνιστά δήλη ημέρα προς καταβολή της αμοιβής.
Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου - αντενάγοντος, ότι οφείλεται από τις ενάγουσες-αντεναγόμενες, προς αυτόν τόκος υπερημερίας από τις ημερομηνίες συζητήσεως των προαναφερομένων α) υπ' αριθμ. καταθ. 3/1998 αγωγής και β) υπ' αριθμ. 54/1992 εφέσεως επί της οφειλομένης προς αυτόν αμοιβής για τις ενεργηθείσες από τον ίδιο πράξεις της προδικασίας και τις επ' ακροατηρίου παραστάσεις του, αντίστοιχα, για το λόγο, ότι οι ανωτέρω ημερομηνίες αποτελούν δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής του, σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 2 του Κώδ.
Δικηγόρων, που επιβάλλει την προκαταβολή της εν λόγω αμοιβής του δικηγόρου πριν την επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον αυτός δεν επικαλείται προηγουμένη όχληση ή συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής" Με βάση τα ανωτέρω, και κατά παραδοχή, ως κατά ένα μέρος βάσιμης της εφέσεως του εναγομένου, το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση, κατά το μέρος αυτό της πρωτόδικης απόφασης, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα το ποσό των 2.789,18 ευρώ.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις ανωτέρω διατάξεις του "Κώδικα περί Δικηγόρων" που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ρηθείσες διατάξεις, μη εφαρμόζοντας την παρ. 3 του άρθρου 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, για τον καθορισμό της αμοιβής του αρχικά αναιρεσείοντος, για τη σύνταξη της, με αριθμ.
καταθ. 3/88 αγωγής και του άρθρου 107 ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη των εγγράφων προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Τούτο δε διότι, κατά τις ίδιες παραδοχές, η με αριθμ. καταθ. 3/88 αγωγή, είχε σαφώς αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα, εμπίπτουσα στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ίδιου Κώδικα, αφού αίτημα της εν λόγω αγωγής ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων, η επιδίκαση μισθών υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, άλλως η καταβολή της νόμιμης αποζημίωση τους.
Αφού λοιπόν η αγωγή δεν περιείχε επιδίκαση περιοδικών παροχών απροσδιορίστου χρόνου, αλλά συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 100 παρ. 3 του ΝΔ 3026/1954 και συνακόλουθα ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός να είναι μη νόμιμος. Το ότι το προκύπτον από τυχόν αναγνώριση της ακυρότητας δεδικασμένο θεμελιώνει απαίτηση των αναιρεσίβλητων και για μελλοντικούς μισθούς υπερημερίας, δεν μεταβάλλει το αίτημα της εν λόγω αγωγής σε παροχές απροσδιορίστου χρόνου.
Ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη τον ανταγωγικό ισχυρισμό του κληρονομηθέντος από τις αναιρεσείουσες αντενάγοντος, ότι το αίτημα της υπ' αρ. 3/88 αγωγής, υπαγόταν στην περ. 3 του άρθρου 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος.
Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ως άνω ανταγωγικό ισχυρισμό, αλλά προέβη, αυτεπαγγέλτως, ως είχε εξουσία, στην ορθή νομική υπαγωγή της επίδικης έννομης σχέσης στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, διαφορετική από εκείνη που προέβη ο αντενάγων (αρχικώς αναιρεσείων), με βάση τα αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, από τις διεξαχθείσες αποδείξεις.
Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για τη ορθή εφαρμογή ή μη των κανόνων δικαίου, που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, απορρίπτοντας το περί οφειλής τόκων υπερημερίας από της ημερομηνίας συζητήσεως της υπ' αριθμ.
καταθ. 3/1988 αγωγής και της υπ' αριθμ. 54/1992 εφέσεως, επί της οφειλόμενης αμοιβής για τις ενεργηθείσες από τον ίδιο πράξεις της προδικασίας και τις επ' ακροατηρίου παραστάσεις του, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 2 του Κώδικος περί Δικηγόρων και τις διατάξεις των άρθρων 340,341, 345 και 346 ΑΚ. Τούτο διότι, για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας της αμοιβής του δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τα άρθρα 340, 345, 346 ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ, την οποία δεν επικαλέστηκε ο αντενάγων- αναιρεσείων.
Ούτε ο χρόνος συζήτησης της αγωγής ή του ενδίκου μέσου, συνιστά δήλη ημέρα προς καταβολή της αμοιβής στο δικηγόρο. Η από τη διάταξη του άρθρου 96 του ΝΔ 3026/1954 προβλεπόμενη συνέπεια της ερημοδικίας του διαδίκου στην περίπτωση μη προσκομιδής γραμματίου, για προκαταβολή στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο της ελάχιστης αμοιβής μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ή του ενδίκου μέσου εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, (οι οποίοι τελικώς αναγνωρίσθηκαν ως αντισυνταγματικοί με δικαστικές αποφάσεις), δεν έχει την έννοια, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες ότι ο εντολέας μέχρι τότε πρέπει να καταβάλλει στον εντολοδόχο δικηγόρο την αμοιβή του.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και δεν απαιτείται να γίνεται διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δηλαδή να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το από 20-11-1997 Σημείωμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που προσκομίσθηκε σε συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που είχαν υποβάλλει οι εννέα αναφερόμενες σ' αυτό -ήδη πρώτες αναιρεσίβλητες, που ο αρχικά αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "....όλα γενικά τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία αναφέρονται παρακάτω, χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων .." σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
4. Κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (κατ' άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την γενομένη με το προρρηθέν Σημείωμα δικαστική ομολογία των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με το ύψος του αποδοθέντος εκ μέρους του αρχικά αναιρεσείοντος ποσού.
Πλην όμως, τα ανωτέρω δεν εμπίπτουν στην έννοια της δικαστικής ομολογίας, εφόσον δεν έλαβαν χώρα ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου ή εντεταλμένου προς τούτο δικαστού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, και κατ' ακολουθία ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος.
Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των ηττωμένων αναιρεσειουσών (άρθρο186 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2013 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 1578/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2014.
Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ