Legislator Case Law & Legislation
2104/2009 AI generated

2104/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2104/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Οκτωβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6871/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5277/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

2104/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' του Κ.Πολ.Δ., μετά από προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων. Εξάλλου, από το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2104 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2104/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 χας Ζ , που ενεργεί για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου της Β του Ζ ,Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργανά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ - ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Σπανό, με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. ΚπολΔ και Δημήτριο Βούτσινο, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Οκτωβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6871/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5277/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27.2.2009 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας στην τακτική διαδικασία, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις για κάθε πλευρά, αποτελεί η λήψη τους κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ., μετά από προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων. Εξάλλου, από το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

β' και εκείνης του άρθρου 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πιο πάνω περιορισμοί της προηγούμενης εμπρόθεσμης κλήτευσης και του περιορισμένου αριθμού για κάθε διάδικο, δεν ισχύουν στην περίπτωση που οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, γεγονός που δεν ελέγχεται αναιρετικά, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και οι πέραν των τριών ενόρκων βεβαιώσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποκρούοντας και αντίστοιχο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του ως αυτοτελείς αποδεικτικό μέσο, τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμό ... ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών ..., που προσκομίστηκαν με επίκληση από το αναιρεσίβλητο ίδρυμα για τη λήψη των οποίων, (κατά τη βεβαίωση του Εφετείου), έχουν κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα οι αναιρεσείοντες, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης με αριθμό 1665Δ'/8-5-2003 και 1674Δ'/9-5-2003 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ....

Και ναι μεν μετά την πρώτη από τις πιο πάνω επιδόσεις της 8-5-2003 μεσολάβησε η 9-5-2003 που ήταν Παρασκευή και εργάσιμη ημέρα και η 10-5-2003 και 11-5-2003 που ήταν Σάββατο και Κυριακή αντίστοιχα και δεν υπολογίζονται στην προαναφερθείσα προθεσμία των δύο (2) εργασίμων ημερών. Στη συνέχεια όμως μεσολάβησε επίσης ως πλήρης εργάσιμη ημέρα η Δευτέρα 12-5-2003 και η Τρίτη 13-5-2003, ώστε οι πιο πάνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις εγκύρως δόθηκαν στη συνέχεια, οι μεν υπ' αριθ. 13257 και 13260 στις 13-5-2003 εν όψει της κλήτευσης της 8-5-2003 και η 13267 στις 14-5-2003 εν όψει της κλήσεως της 9-5-2003.

Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του και συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια την υπ' αριθ. 12506/27-6-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας πιο πάνω συμβ/φου και τις υπ' αριθ. ...μεταξύ των διαδίκων και το Εφετείο έκρινε ότι δεν έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι τρεις πρώτες ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αναιρεσειόντων, και δεν υπάρχει παραβίαση του επιτρεπόμενου αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που μπορούσαν να προσκομιστούν από τον αναιρεσίβλητο, με τη συνεκτίμηση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και των υπολοίπων τριών ενόρκων βεβαιώσεων του έτους 2002, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου υπό την αντίθετη εκδοχή κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και κατά τα δύο μέρη του.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1995).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Τέλος κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που πρέπει να είναι υπαίτια δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε (περιουσιακής ή μη).

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθ. 297 και 298 του Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, ευθύνη ιατρού για αμέλεια υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 889/2000, Α.Π. 478/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5277/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Ο Ζ, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των ανήλικων τέκνων της που εκπροσωπούνται από αυτή, και γαμβρός της δεύτερης ενάγουσας, ηλικίας σαράντα (40) ετών, εργαζόταν ως αντλιωρός σε δεξαμενόπλοιο ελληνικών συμφερόντων, το οποίο κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 βρισκόταν στο λιμάνι ....

Στις 13-1-2001 κατά τη διάρκεια της εργασίας του ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων αισθάνθηκε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε στο ... Νοσοκομείο του ..., όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί οξύ εμπρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου και του παρασχέθηκε η αναγκαία αγωγή. Ο ασθενής βγήκε από το νοσοκομείο μετά τέσσερις ημέρες στις 17-1-2001 με τη σύσταση να ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή και να προβεί σε περαιτέρω εξετάσεις με την πραγματοποίηση αγγειογραφίας, απολύθηκε δε από το πλοίο που εργαζόταν και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική ΑΕ" με την οποία συνεργαζόταν η ναυτιλιακή εταιρία στην οποία εργαζόταν ο ανωτέρω ασθενής τον παρέπεμψε στην κλινική "..." που βρίσκεται στον Πειραιά, όπου εισήλθε για νοσηλεία και εξετάσεις στις 22-1-2001. Στην προαναφερόμενη κλινική ο ασθενής υποβλήθηκε σε όλες τις ενδεικνυόμενες εξετάσεις για τη διερεύνηση της κατάστασης της υγείας του (βιοχημικές, αιμοδιάγραμμα, γενική ούρων, υπερηχογράφημα καρδιάς κ.α.).

Η καρδιοπάθεια του ασθενούς κρίθηκε ότι ήταν σοβαρή, κατά τη διάρκεια δε της νοσηλείας του εκεί παρουσίαζε στηθαγχικές κρίσεις, γι' αυτό ο θεράπων ιατρός έκρινε ότι έπρεπε να γίνει στεφανιογραφία για να διαπιστωθούν επακριβώς οι βλάβες των στεφανιαίων αγγείων, προκειμένου να αποφασιστεί η περαιτέρω αντιμετώπιση της πάθησης.

Και οι ιατροί άλλωστε του... Νοσοκομείου του ... αυτό είχαν συστήσει κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο. Η στεφανιογραφία ή αγγειογραφία των στεφανιαίων αρτηριών είναι ακτινολογική μέθοδος, η οποία επιτρέπει την ακτινοσκοπική απεικόνιση μέσω εκχύσεως σκιαγραφικού μέσου των δύο στεφανιαίων αρτηριών και των κλάδων τους και της λειτουργίας του καρδιακού μυ, καθώς και τη μέτρηση των πιέσεων στις κερκιδικές κοιλότητες.

Ως ιατρική εξέταση η στεφανιογραφία αποτελεί διαγνωστική μέθοδο, με την οποία ελέγχεται ο βαθμός και η έκταση των παθολογοανατομικών αλλοιώσεων, οι οποίες αλλοιώσεις είναι απολύτως υπεύθυνες για την ισχαιμία και το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Από τη συνδυασμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά και κατά τη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και των επιστημονικών άρθρων που προσκομίζονται αποδεικνύεται ότι, κατά την κρατούσα στην ιατρική επιστήμη γνώμη, η στεφανιογραφία είναι η ασφαλέστερη μέθοδος για τη διάγνωση των βλαβών των αρτηριών.

Και στα σχετικά έντυπα που προσκομίζονται από τους ενάγοντες αναφέρεται ότι για να έχουμε πλήρη εικόνα των βλαβών χρειάζεται στεφανιογραφία, ενώ οι άλλες μέθοδοι χαρακτηρίζονται συμπληρωματικές. Ο συγγενής των εναγόντων μετά την πραγματοποίηση των αναγκαίων εξετάσεων στην κλινική ... και μετά από σύσταση του θεράποντος ιατρού αποφάσισε να υποβληθεί σε στεφανιογραφία στο εναγόμενο θεραπευτήριο.

Για την πραγματοποίηση της εξέτασης είχε συνεννοηθεί ο ιατρός της κλινικής με τον ιατρό του εναγομένου ιδρύματος ... και έτσι ο ασθενής την 1-2-2001 συνοδευόμενος από την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του προσήλθε στο εναγόμενο θεραπευτήριο και έγινε εισαγωγή αυτού στην καρδιολογική κλινική, όπου έγινε σ' αυτόν η αναγκαία προετοιμασία για την πραγματοποίηση της στεφανιογραφίας.

Ειδικότερα, ο ασθενής υποβλήθηκε σε ηλεκτροκαρδιογράφημα, εξετάστηκε η γενική του κατάσταση (σφυγμοί, πίεση, θερμοκρασία), ο ιατρός που είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει τη στεφανιογραφία έλαβε γνώση του πλήρους ιστορικού του και μελέτησε όλες τις εξετάσεις που είχαν γίνει στην κλινική ... και το εξιτήριο του νοσοκομείου του ...

και περί ώρα 11.15' οδηγήθηκε στο αιμοδυναμικό εργαστήριο. Εκεί ο ιατρός ... ενημέρωσε τον ασθενή για το είδος της εξέτασης, τη διαδικασία που ακολουθείται και, κυρίως, για τους κινδύνους πιθανών επιπλοκών και του τρόπου αντιμετώπισής των. Ο τρόπος διενεργείας και οι πιθανοί κίνδυνοι είναι διατυπωμένοι σε σχετικό έντυπο, το οποίο ο ασθενής υπέγραψε, αφού ενημερώθηκε.

Ο ίδιος άλλωστε γνώριζε ότι για το σκοπό αυτό είχε μεταβεί στο θεραπευτήριο του εναγομένου, αφού το είχε συστήσει ο θεράπων ιατρός του, αλλά και το νοσοκομείο που νοσηλεύτηκε για το έμφραγμα. Και τούτο διότι παρουσίαζε ασταθή (μετεμφραγματική) στηθάγχη, στοιχείο δυσμενές για ασθενείς του είδους του, με κίνδυνο θνητότητας 50% κατά τους πρώτους έξι μήνες μετά το έμφραγμα, γεγονός που επέβαλλε την πραγματοποίηση της στεφανιογραφίας προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι βλάβες.

Οι ιατροί, επομένως, του εναγομένου ενήργησαν με επιμέλεια κατά τη λήψη της απόφασης να προχωρήσουν στη διενέργεια της στεφανιογραφίας και το υποστηριζόμενο από τους ενάγοντες ότι έπρεπε να αναμείνουν την πάροδο σαράντα ημερών από την πρώτη εκδήλωση για τη σταθεροποίηση της κατάστασης του δεν αποδεικνύεται βάσιμο.

Και ο ίδιος άλλωστε είχε πειστεί για την αναγκαιότητα από τον θεράποντα ιατρό του και για το σκοπό αυτό μετέβη στο εναγόμενο και όχι για άλλου είδους νοσηλεία. Έτσι, ο ιατρός που είχε αναλάβει τον ασθενή άρχισε τη διαδικασία της στεφανιογραφίας και κατά τη διάρκεια της διενέργειας συζητούσε για τα ευρήματα με τον συνάδελφό του διευθυντή του αιμοδυναμικού εργαστηρίου.

Η στεφανιογραφία άρχισε με τη σκιαγράφηση της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε, στο στέλεχος: εξελκωμένη αθηρωματική βλάβη προκαλούσα σημαντικού βαθμού στένωση, στον πρόσθιο κατιόντα: διάχυτο αθηρωματικό αγγείο με στένωση 90% στο β' τριτημόριο και στην περισπωμένη: αθηρωματικό αγγείο με στένωση 40% του επιχειλίου στην έκφυση.

Ακολούθησε η σκιαγράφηση της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο επίσης για αθηρωματικό αγγείο με στένωση 80% στο α' τριτημόριο. Μετά τη σκιαγράφηση της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας και την αφαίρεση του καθετήρα, ασθενής παραπονέθηκε για προκάρδιο άλγος, το οποίο ακολούθησε κοιλιακή μαρμαρυγή, η οποία αντιμετωπίστηκε αμέσως και έγινε ανάταξη.

Μετά την ανάταξη της μαρμαρυγής έγινε επανέλεγχος της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας για τη διαπίστωση της βατότητας, έλεγχος αναγκαίος για να γίνει διάνοιξη του αγγείου που είχε τυχόν φραγεί και διαπιστώθηκε ότι ήταν βατή. Ωστόσο ο πόνος συνεχιζόταν και το ηλεκτροκαρδιογράφημα έδειχνε ανάσπαση του ST (ισχαιμία) και ενώ οι ιατροί προσανατολίζονταν σε επανέλεγχο της αριστερής αρτηρίας υποτροπίασε η κοιλιακή μαρμαρυγή.

Τότε οι ιατροί εφάρμοσαν άμεση διαδικασία καρδιοαναπνευστικής ανανήψεως και ειδοποίησαν το καρδιοχειρουργικό τμήμα να ετοιμάζεται. Στο μεταξύ τοποθέτησαν ενδοαορτική αντλία και έκαναν αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent (συρμάτινου πλέγματος) στο διαχωρισμό του στελέχους της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας για την αντιμετώπιση της ισχαιμικής κρίσης και ακολούθως μετέφεραν τον ασθενή στο χειρουργείο υπό συνεχή καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση.

Τη χειρουργική επέμβαση ανέλαβε ο διευθυντής της καρδιοχειρουργικής κλινικής του εναγομένου θεραπευτηρίου και προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την αντιμετώπιση της κατάστασης του ασθενούς. Ειδικότερα, επειδή ο ασθενής ήταν νέος στην ηλικία, παρά τη σοβαρότητα της ισχαιμικής κρίσης που διερχόταν, οι ιατροί προέβησαν σε διπλή στεφανιαία παράκαμψη και στην τοποθέτηση φλεβικών μοσχευμάτων στον πρόσθιο κατιόντα κλάδο και τη δεξιά στεφανιαία αρτηρία, αφού μετά την ολοκλήρωση της στεφανιογραφίας είχαν ολοκληρωμένη εικόνα των βλαβών που υπήρχαν στα αγγεία του ασθενούς.

Οι ιατροί υποστήριξαν στη συνέχεια τον ασθενή, αλλά υπήρξε προοδευτική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας και κατέληξε μετά μία ώρα περίπου. "Ο θάνατος του ασθενούς επήλθε από οξύ εκτεταμένο υπενδοκαρδιακό έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο υπέστη αυτός όταν βρισκόταν μέσα στο αιμοδυναμικό εργαστήριο του εναγομένου θεραπευτηρίου, εξαιτίας της αποφράξεως του στελέχους της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας". "Ο ιατροδικαστής και οι άλλοι εξετασθέντες ιατροί λέγουν ότι η διενέργεια στεφανιογραφίας μπορεί να χαρακτηριστεί εκλυτικός παράγοντας ανάπτυξης του εκτεταμένου οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου", δεν αμφισβητούν όμως ότι κατά την διενέργεια της στεφανιογραφίας και στη συνέχεια κατά την αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από το ισχαιμικό επεισόδιο τηρήθηκαν αυστηρά οι κανόνες που επιβάλλει η ιατρική επιστήμη για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους περιστατικών.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει και ο τεχνικός σύμβουλος (..., ιατροδικαστής, επίτιμος προϊστάμενος της ιατροδικαστικής επιστήμης) που διόρισε η πρώτη ενάγουσα και παρακολούθησε τη διενέργεια της νεκροψίας-νεκροτομίας. Ό ανωτέρω ιατρός αναφέρει στην έκθεσή του ότι όλες οι καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις έγιναν κατά τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, (lege artis) και παραπέμπει στην ιατροδικαστική έκθεση, στην οποία επίσης δεν αναφέρεται ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη στα αγγεία από τους χειρισμούς των ιατρών.

Αναφέρει επίσης (ο τεχνικός σύμβουλος των εναγουσών) ότι το νεκροτομικό και ιστολογικό εύρημα της εκσεσημασμένης αθηρωματώσεως και της εντονότατης στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς από 85 έως 90% συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και, αφού σημειώνει ότι δεν αποκλείει ότι η διενέργεια του στεφανιογραφήματος να υπήρξε εκλυτικός παράγοντας του εμφράγματος, καταλήγει ότι ο θάνατος επήλθε από οξύ εκτεταμένο υπενδοκαρδιακό έμφραγμα του μυοκαρδίου επί σχετικώς προσφάτου τοιούτου.

Ανακεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η διενέργεια της στεφανιογραφίας ήταν απολύτως αναγκαία στην περίπτωση του συγκεκριμένου ασθενή για να διαπιστωθεί η έκταση της βλάβης των αρτηριών του, προκειμένου να αντιμετωπιστεί με την κατάλληλη επέμβαση, λόγω της μετεμφραγματικής ή ασταθούς στηθάγχης που εμφάνιζε μετά το οξύ εμπρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου που είχε υποστεί στο ...

στις 13-3-2001. Η διαπίστωση με άλλη μέθοδο δεν ενδεικνυόταν, αφού όπως έχει ήδη γίνει δεκτό, αποδεικνύεται ότι είναι η μόνη μέθοδος που δίδει με ακρίβεια την εικόνα των αρτηριών και γι' αυτό σ' αυτή καταφεύγουν οι ιατροί κατά την κρατούσα στην επιστήμη άποψη, ενώ οι άλλες μέθοδοι βρίσκονται σε ερευνητικό στάδιο και χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά.

Επίσης, αποδεικνύεται ότι δεν ενδεικνυόταν να αναμείνουν οι ιατροί την πάροδο ορισμένου χρόνου από την κρίση του πρώτου εμφράγματος, αλλά αντίθετα λόγω της ασταθούς στηθάγχης που εμφάνιζε ο ασθενής, επιβαλλόταν να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό, αφού οι περιπτώσεις αυτές εμφανίζουν θνησιμότητα 50%.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τη διάρκεια της διενέργειας της στεφανιογραφίας οι ιατροί του εναγομένου θεραπευτηρίου ακολούθησαν τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης που ακολουθούνται στις περιπτώσεις, όπως αυτές του συγγενούς των εναγόντων ασθενούς. Η διενέργεια της στεφανιογραφίας ήταν απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση των βλαβών των αρτηριών και η χειρουργική αντιμετώπιση, που ακολούθησε μετά την εμφάνιση του ισχαιμικού επεισοδίου, ενδεδειγμένη ενέργεια για τη διατήρηση αυτού στη ζωή.

Εξάλλου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το σχηματισμό εδραίας δικανικής κρίσης, ενόψει του ότι οι απόψεις των εξετασθέντων ιατρών συγκλίνουν ως προς τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του ασθενούς, και μόνο ο εξετασθείς στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας των εναγόντων διατυπώνει επιφυλάξεις σχετικά με το χρόνο που έπρεπε να διενεργηθεί η στεφανιογραφία.

Η άποψη του αυτή όμως αντικρούεται από τη σαφή θέση των άλλων ιατρών ότι η διερεύνηση με τη μέθοδο αυτή ήταν η ενδεικνυόμενη και ότι έπρεπε να γίνει σύντομα λόγω των στηθαγχικών κρίσεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται υπαιτιότητα των προστηθέντων από το εναγόμενο θεραπευτήριο ιατρών κατά τη διενέργεια της στεφανιογραφίας στο θανόντα συγγενή των εναγόντων και κατά την αντιμετώπιση του ισχαιμικού επεισοδίου που εμφανίστηκε κατά την παραμονή του ασθενούς στο αιμοδυναμικό εργαστήριο και τη διερεύνηση των ευρημάτων από τους ιατρούς.

Έτσι κατ' επέκταση δεν μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη (ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική) του εναγομένου θεραπευτηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν 2251/1994, εφόσον η συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων του ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, αφού τηρήθηκαν οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης (παράβ.

ΑΠ 589/2001).

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 330, 297 και 298 του Α.Κ.

τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο κατά το ένα μέρος λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του θανάτου του συγγενούς των αναιρεσειόντων κατά τη διενέργεια στεφανιογραφίας και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:

α) με το ότι δεν αντιμετωπίσθηκε το έμφραγμα του μυοκαρδίου που εμφάνισε ο θανών με την άμεση εισαγωγή του στο χειρουργείο, β) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η αιτία πρόκλησης του εμφράγματος και γ) ότι οι παραλείψεις του ιατρικού προσωπικού του αναιρεσιβλήτου, συνιστούν ιστορική αμέλεια και υπάρχει αιτιώδης συνάφεια των παραλείψεων με τον επελθόντα θάνατο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2008 αίτηση της Χ1 χήρας Ζ κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5277/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ