Supreme Court allows appeal against excessive moral damages award based on abuse of economic dependency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by SERCO LTD against a final judgment awarding BAXTER ELLES A.E. excessive moral damages. The court found that the lower court failed to properly balance the harm suffered by the appellant against the awarded amount, which exceeded typical practice for similar cases. Consequently, the decision was remanded to a new panel of the Court of First Instance to reassess the compensation for the abuse of economic dependency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the awarded compensation for moral damages is disproportionately high compared to the harm suffered and the case value, necessitating a remand for a new assessment of the abuse of economic dependency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2103 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2103/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΚΟ Ε.Π.Ε. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ" και τον διακριτικό τίτλο "SERCO LTD", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου:
Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΠΑΞΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "BAXTER", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Φίλιο και Αγγελική Ρουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.Β. Της αναιρεσείουσας:
Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΠΑΞΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "BAXTER", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Φίλιο και Αγγελική Ρουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου:
Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΚΟ Ε.Π.Ε. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ (Εισαγωγές - Αντιπροσωπείες - Service)" και τον διακριτικό τίτλο "SERCO LTD", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2017 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1415/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1085/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 26/5/2023 αίτησή της και τους από 14/10/2024 πρόσθετους αυτής λόγους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4/7/2023 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την παραδοχή της από 26/5/2023 αιτήσεως και των από 14/10/2024 προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 4/7/2023 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της από 4/7/2023 και την απόρριψη της από 26/5/2023 αιτήσεως και των από 14/10/2024 προσθέτων λόγων αυτής και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΚατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 839/2024, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 517/2023, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 855/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν: α) η από 26-5-2023 (αρ. καταθ. 455/29-5-2023) αίτηση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, β) οι από 14-10-2024 (αρ. καταθ. 154/15-10-2024) πρόσθετοι λόγοι στην αίτηση αυτή, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις 15-10-2024, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.
τη με αριθμό, ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Π.) και γ) η από 4-7-2023 (αρ. καταθ. 561/5-7-2023) αίτηση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 1085/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων της πρώτης αίτησης, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι, η διεξαγωγή της δίκης, επιπλέον δε όσον αφορά τους πρόσθετους λόγους, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022).
Κατόπιν αυτών, και εφόσον οι αιτήσεις αναίρεσης μετά των πρόσθετων λόγων της πρώτης αίτησης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία, "ΣΕΡΚΟ Ε.Π.Ε. - ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ (Εισαγωγές - Αντιπροσωπείες - Servise)", ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη, άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία, "ΜΠΑΞΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, την ένδικη, από 23-3-2017 αγωγή της, µε την οποία ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Η ίδια από το έτος 1985 ασχολείται αποκλειστικά µε την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των ιατρικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού του σήματος Gambro, στην ελληνική αγορά. Η αγορά που αυτή (ενάγουσα) παρέχει τις υπηρεσίες της, είναι οι µονάδες αιμοκάθαρσης των δηµόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων και κλινικών σε ολόκληρη τη χώρα, στις οποίες λειτουργούν τα μηχανήματα αιμοκάθαρσης, µε το σήµα Gambro.
Τις υπηρεσίες αυτές στο χώρο της δημόσιας υγείας παρέχει, µέσω ανοικτών δηµόσιων μειοδοτικών διαγωνισμών, µε τη χρήση ανταλλακτικών, τα οποία μέχρι το έτος 2011, αγόραζε και εισήγαγε απευθείας από τον σουηδικό κατασκευαστικό οίκο, "Gambro Lundia ΑΒ", για χρήση τόσο από την ίδια, αλλά και για τη διανομή τους σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ως αποκλειστική διανομέας του τελευταίου.
Τον Ιούλιο του έτους 2011, η Gambro διέκοψε τη συνεργασία τους, αρνούμενη να την προμηθεύει η ίδια με ανταλλακτικά, παραπέµποντάς την προς τούτο, στην ορισθείσα από αυτή αποκλειστική της διανομέα ανταλλακτικών στην Ελλάδα, εταιρία, Ιατρικά Προϊόντα ΕΠΕ. Η τελευταία, όμως, εταιρία, σε πλήρη σύμπνοια µε την Gambro, αρνήθηκε να της πωλεί ανταλλακτικά, υποχρεώθηκε δε προς τούτο, µε τη με αριθμό 5667/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , ήδη τελεσίδικη, µετά την έκδοση της 2041/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ωστόσο, το Δεκέμβριο του έτους 2015, εμφανίστηκε ξαφνικά στην ελληνική αγορά, ως νέα αποκλειστική διανομέας ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro και ως εξουσιοδοτημένος πάροχος του άνω οίκου για την τεχνική υποστήριξη των μηχανημάτων αυτών, η εναγοµένη εταιρία, ΜΠΑΞΤΕΡ (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ, που είναι θυγατρική των εταιριών, "Βαxter Helthcare Limited" Αγγλίας και "World Trade Comporation" ΗΠΑ, που ελέγχονται πλήρως από τη µητρική, εδρεύουσα στις ΗΠΑ, "Βαxter International Inc", η οποία εξαγόρασε το 2013 τον όµιλο εταιριών, Gambro ΑΒ, μεταξύ των οποίων και την Gambro Lundia ΑΒ.
Ειδικότερα, η εναγομένη, µε την από 17-12-2015 γραπτή δήλωσή της προς τα δηµόσια νοσοκομεία, ανακοίνωσε ότι, από 1-1-2016 θα αποτελεί το νέο αποκλειστικό διανοµέα ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro στην ελληνική αγορά και εξουσιοδοτημένο πάροχο του ως άνω πολυεθνικού οίκου, για την τεχνική υποστήριξη των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού της Gambro, ενώ από τα τέλη του έτους 2015, ξεκίνησε να συμμετέχει στους δηµόσιους διαγωνισμούς ανταγωνιστικά προς αυτή (ενάγουσα), για την παροχή υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro.
Επίσης, το Δεκέμβριο 2015, ενώ η ίδια (ενάγουσα) διατηρούσε πλήθος εκκρεμών συµβάσεων µε δημόσια νοσοκομεία σε ολόκληρη την Ελλάδα για την παροχή υπηρεσιών service σε μηχανήματα τεχνητού νεφρού Gambro, η εναγοµένη δήλωσε προς τα δηµόσια νοσοκομεία, ότι για ένα μικρό χρονικό διάστηµα, που είναι καθαρά μεταβατικό, εκκρεµείς τυχόν συμβάσεις δυνατόν να εξυπηρετούνται και από τους υφιστάµενους παρόχους, όπως η εταιρία αυτής (ενάγουσα).
Κατόπιν τούτων, (η ενάγουσα) απέστειλε στην εναγοµένη, αρχικά στις 7-1-2016 και εν συνεχεία στις 14-1-2016, τη με αριθμό .../2016 παραγγελία της, για την προµήθειά της µε τα αναφερόμενα (στην αγωγή) ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, προκειμένου να διασφαλίσει την οµαλή εκτέλεση των εκκρεμών συµβάσεών της, µε τα δηµόσια νοσοκομεία, πλην, όµως, δεν έλαβε απάντηση από την εναγοµένη.
Επίσης, επέδωσε στις 5-2-2016, στην εναγοµένη, την από 3-2-2016 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να προβεί εντός 7 ηµερών στην εκτέλεση της πιο πάνω παραγγελίας, καθώς και να εκτελεί σε εύλογο χρόνο οποιαδήποτε άλλη παραγγελία αυτής στο µέλλον, ενώ στη συνέχεια απέστειλε στην εναγοµένη και τη µε αριθμό ...-2016 νέα παραγγελία για την προµήθειά της, µε τα αναφερόμενα (στην αγωγή) ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, πλην, όμως, η εναγοµένη κώφευσε και πάλι, αρνούµενη πλέον ξεκάθαρα να την προμηθεύει µε τα απαραίτητα για την εργασία της ανταλλακτικά.
Λόγω της άρνησής της αυτής, άσκησε την από 21-3-2016 αίτηση σε βάρος της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα να υποχρεωθεί να την προμηθεύει προσωρινά με ανταλλακτικά. Στα πλαίσια δε της αίτησης αυτής, έγινε δεκτό αίτημά της για την έκδοση προσωρινής διαταγής, εκδοθείσας της από 28-3-2016 προσωρινής διαταγής, κατόπιν της οποίας η εναγομένη, εκτέλεσε τις πιο πάνω παραγγελίες της.
Ωστόσο, με την 2153/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η άνω αίτησή της (για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων), κατόπιν δε τούτου, η εναγομένη αρνήθηκε και δεν εκτέλεσε τη µε αριθμό 380/2017 νέα παραγγελία της, για την προμήθεια της, με τα αναφερόμενα (στην αγωγή) ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro.
Η άρνηση πώλησης των εν λόγω ανταλλακτικών σε αυτή (ενάγουσα) από την εναγοµένη, γίνεται µε σκοπό τον αθέµιτο και παράνομο εκτοπισμό της, ενάντια στα χρηστά ήθη, από την αγορά και τη μονοπώληση της εν λόγω αγοράς από την εναγοµένη, που επιχειρείται από αυτή, με τη µεθοδευµένη προσπάθειά της να εμφυτεύσει φωτογραφικούς όρους στους διαγωνισμούς των νοσοκομείων, αξιώνοντας, να προστεθούν στις τεχνικές προδιαγραφές των νοσοκομείων, η κατάθεση από τον υποψήφιο πάροχο υπηρεσιών συντήρησης εξουσιοδότηση περί τεχνικής επάρκειας από την κατασκευάστρια εταιρία και βεβαίωση της τελευταίας για την απρόσκοπτη παροχή των απαιτούμενων γνήσιων και καινούριων ανταλλακτικών, που θα φέρουν πιστοποίηση CΕ, που θα χρειαστούν για τις προληπτικές και επανορθωτικές συντηρήσεις των μηχανημάτων καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, ώστε να µην µπορεί να συμμετέχει καμία άλλη εταιρία στους διαγωνισμούς, πλην αυτής (εναγοµένης).
Η αγορά των υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού του σήματος Gambro, αποτελεί χωριστή και διακριτή αγορά σε σχέση µε την αγορά των πρωτογενών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού του αυτού σήματος, καθόσον, α) υπάρχουν επιχειρήσεις όπως αυτή της ίδιας (ενάγουσας), που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά και μόνο στην αγορά επισκευής και συντήρησης μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, χωρίς να εμπορεύονται τα µηχανήµατα αυτά, β) προκηρύσσονται συνεχώς διαγωνισμοί από τα δηµόσια νοσοκομεία µε αποκλειστικό αντικείμενο τη συντήρηση και επισκευή των μηχανημάτων αυτών, γ) κάθε επισκευαστής - συντηρητής περιορίζεται στη συντήρηση και επισκευή των μηχανημάτων συγκεκριμένου οίκου κατασκευής, διότι δεν υπάρχει συμβατότητα ανταλλακτικών άλλου κατασκευαστή και δ) λόγω της µακράς διάρκειας ζωής των μηχανημάτων Gambro (25ετία), σε συνδυασμό µε την υψηλή τιµή τους, δυσχεραίνεται η διαδικασία αντικατάστασής τους, σε περίπτωση βλάβης.
Επιπλέον, αυτοτελή αγορά συνιστά επίσης, και η ελληνική αγορά των ανταλλακτικών που προορίζονται για την επισκευή των εν λόγω μηχανημάτων, αφού δεν υπάρχει συμβατότητα ανταλλακτικών άλλου κατασκευαστή, ενώ ταυτόχρονα µια µέτρια αύξηση της τιµής των ανταλλακτικών δεν οδηγεί τους καταναλωτές (νοσοκομεία) να στραφούν στην αγορά νέου μηχανήματος.
Επικουρικά δε, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει µία ενιαία αγορά μηχανημάτων, ανταλλακτικών, αναλωσίµων και επισκευής - συντήρησής τους και πάλι, λόγω της διάρθρωσης των µεριδίων στην ελληνική αγορά, κατά την απογραφή του Μαϊου 2011, που διενήργησε αυτή (ενάγουσα) στα ελληνικά νοσοκομεία, κατά την οποία η Gambro έχει 974 μηχανήματα, ήτοι ποσοστό 59,25% της αγοράς, από τους λοιπούς ανταγωνιστές, η Frezenius κατέχει ποσοστό 27,37%, και η Nikisso, ποσοστό 6,02%, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό είναι κατακερματισμένο σε πέντε εταιρίες, με πολυ μικρά μερίδια η καθεμία, επιβεβαιώνεται η δεσπόζουσα θέση της Gambro στην ελληνική αγορά και συναφώς και της εναγοµένης, ως αποκλειστικού διανοµέα της τελευταίας στην αγορά αυτή.
Κατόπιν αυτών, η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών Gambro σε αυτή (ενάγουσα) εκ µέρους της εναγοµένης, συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης, που η τελευταία κατέχει στην αγορά των ανταλλακτικών του οίκου Gambro, κατά παράβαση των άρθρων 2 ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς καταργεί πλήρως τον ανταγωνισμό στην παράπλευρη αγορά συντήρησης και επισκευής και υποστηρίζει τη µονοπώληση της αγοράς αυτής από την ίδια (εναγοµένη), ενώ τυχόν συμφωνία μεταξύ της εναγοµένης και του οίκου Gambro ή έτερων εταιριών του Οµίλου Βαxter, να µην προμηθεύονται από αυτούς άλλοι πάροχοι στην Ελλάδα µε ανταλλακτικά, δεν µπορεί να αποτελεί αντικειμενικό λόγο δικαιολόγησης της καταχρηστικής αυτής συμπεριφοράς, αντιθέτως συνιστά και παράνοµη αντιανταγωνιστική συμφωνία.
Επίσης, η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών Gambro σε αυτή (ενάγουσα) εκ µέρους της εναγοµένης συνιστά και πράξη αθέµιτου ανταγωνισμού ενάντια στα χρηστά ήθη, κατά παράβαση του άρθρου 1 ν. 146/1914, καθώς έχει ως σκοπό τον εκτοπισμό αυτής (ενάγουσας) από την αγορά συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων Gambro, επ' ωφελεία της ίδιας (της εναγοµένης) αποκλειστικής διανοµέα ανταλλακτικών Gambro, που δρα ως ανταγωνιστής της στη σχετική αγορά, αλλά και των λοιπών υφιστάμενων παρόχων υπηρεσιών service (εταιρίες, Ιατρικά Προϊόντα ΕΠΕ και ... - Τεχνοϊατρική) στην ελληνική αγορά, οι οποίοι συνεχίζουν απρόσκοπτα να εξυπηρετούν τις συμβάσεις τους, µε τα δηµόσια νοσοκομεία και σε βλάβη του συμφέροντος των καταναλωτών (ελληνικών νοσοκομείων), που χάνουν πολύτιμους οικονομικούς πόρους από την εξάλειψη του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά.
Επιπλέον, η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών Gambro σε αυτή (ενάγουσα) εκ µέρους της εναγοµένης συνιστά και απαγορευμένη από το άρθρο 18α ν. 146/1914 κατάχρηση σχέσης οικονοµικής εξάρτησης, λόγω ύπαρξης οικονοµικής εξάρτησης αυτής (ενάγουσας) από την εναγοµένη, απουσίας ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης για αυτή και καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω σχέσης οικονομικής εξάρτησης από μέρους της εναγομένης.
Η αθέμιτη και αντιανταγωνιστική κατά τα ανωτέρω, άρνηση πώλησης ανταλλακτικών του οίκου Gambro από την εναγομένη αποτελεί και αδικοπρακτική συμπεριφορά, σύμφωνα µε τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ, καθώς η εν λόγω εταιρία επιδιώκει και αποδέχεται τον εκτοπισμό της (ενάγουσας) από την ελληνική αγορά, τον οποίο μεθοδευµένα υλοποιεί µε την άρνησή της να την προμηθεύει ανταλλακτικά, μολονότι γνωρίζει, αφού την ανταγωνίζεται, ότι αυτή αποτελεί υφιστάμενο πάροχο υπηρεσιών service στα µηχανήµατα Gambro, διατηρώντας ενεργείς συμβάσεις µε πλήθος νοσοκομείων, η εξυπηρέτηση των οποίων προϋποθέτει τη χρήση ανταλλακτικών, προκαλώντας σε αυτή (ενάγουσα) υλική ζημία, η οποία επιβάλλεται από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 297 ΑΚ, να αποκατασταθεί µε τη μορφή της ''in natura'' αποζημίωσης, µε τον εξαναγκασμό του υπαιτίου σε σύναψη σύμβασης (άρση από την εναγοµένη της προσβολής δια θετικής πράξης, ήτοι µέσω της πώλησης ανταλλακτικών και παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, ήτοι µέσω της εκτέλεσης από την εναγοµένη των παραγγελιών της ενάγουσας), αλλά και ηθική βλάβη, πλήττοντας το εμπορικό της µέλλον, τη φήμη και την επαγγελματική της υπόληψη, διότι δεν µπορεί να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, λόγω της έλλειψης ανταλλακτικών, ενώ την εξωθεί µε βεβαιότητα στην έξοδο από την αγορά, που επί δεκαετίες προσφέρει αξιόπιστες υπηρεσίες αποσπώντας εύσηµα τόσο από τα νοσοκομεία, όσο και από τις ίδιες τις εταιρίες του Οµίλου Gambro.
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, η εναγοµένη παραβιάζει τις ειδικές διατάξεις περί ορθής συντήρησης και λειτουργίας των ιατρικών μηχανημάτων, οι οποίες θεμελιώνονται στο άρθρο 14 ΥΑ ... (ΦΕΚ Β'2198/2009), της Οδηγίας 42/1993, καθώς και στο γενικό καθήκον επιµέλειας, κατά παράβαση των διατάξεων 281, 288 και 914 ΑΚ, διότι αρνείται να την προμηθεύει µε ανταλλακτικά αναγκαία για την καλή λειτουργία τους.
Επίσης, ενώ η εναγοµένη διατάχθηκε µε την ως άνω προσωρινή διαταγή να της πωλεί ανταλλακτικά σε τιµές χονδρικής, εν τούτοις, προέβη σε πωλήσεις ανταλλακτικών σε αυτή (ενάγουσα) σε τιµές λιανικής (µε τις οποίες τιµολογεί τα νοσοκομεία) ή ακόµη και σε υψηλότερες, αρνούµενη να της χορηγήσει τον τιµοκατάλογο χονδρικής των προϊόντων της, έτσι ώστε η πώληση των ανταλλακτικών να έχει το ίδιο εκτοπιστικό αποτέλεσµα της άρνησης πώλησης από επιχείρηση ήτοι την εναγοµένη, που έχει δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά.
Η ως άνω συμπεριφορά της εναγοµένης, ως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά, είναι και αισχροκερδής, αφού από τη σύγκριση των τιµών του τιμοκαταλόγου στον οποίο αναφέρονται οι τιµές που η εναγοµένη αγοράζει τα ανταλλακτικά από την αλλοδαπή εταιρία, Βαxter Services Europe SA και των τιµών πώλησης προς αυτή (ενάγουσα) δυνάμει της ως άνω προσωρινής διαταγής, προκύπτει ότι η εναγοµένη πωλεί στην ενάγουσα σε τιµές προσαυξηµένες ακόµη και 37 φορές πάνω από το κόστος αγοράς τους, ήτοι µε ποσοστό κέρδους µέχρι και 3.627,27%, ενώ σε σχέση µε τις τιµές που πουλάει λιανικώς στα νοσοκομεία προκύπτει ότι η εναγοµένη πουλάει τα ανταλλακτικά στα τελευταία µε ποσοστό κέρδους μέχρι και 4.043,94%, κατά παράβαση του άρθρου 1 ν. 146/1914, αφού η εφαρµογή άνισων όρων (εν προκειμένω άνισων τιµών) συνιστά αθέµιτη ανταγωνιστική πρακτική όταν υλοποιείται από επιχείρηση, όπως η εναγοµένη, µε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα, αφού παρέθεσε πίνακα των συµβάσεων συντήρησης μηχανημάτων του άνω οίκου (Gambro), που έχει συνάψει µε νοσοκομεία, καθώς και των αναγκαίων ανά µήνα ανταλλακτικών, που αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο µέρος της αγωγής, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγοµένης να της πωλεί ανταλλακτικά, β) να υποχρεωθεί η εναγοµένη να εκτελεί τις απευθυνόµενες σε αυτή από την ίδια (ενάγουσα) μηνιαίες παραγγελίες ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, συνολικής αξίας είκοσι ενός χιλιάδων (21.000) ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), σύµφωνα µε τον τιµοκατάλογο χονδρικής (που εφαρμόζει για κάθε πάροχο υπηρεσιών συντήρησης) και όχι λιανικής, χωρίς να θέτει αυτή (εναγοµένη) επιπλέον παράνομους όρους και να παραλείπει αυτή (εναγοµένη) στο μέλλον να αρνείται προς την ενάγουσα την πώληση και εκτέλεση των σχετικών ως άνω μηνιαίων παραγγελιών ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, γ) να υποχρεωθεί η εναγοµένη να εκτελέσει τη µε αριθμό ...-2017 παραγγελία της, σε ανταλλακτικά, δ) να παραλείπει στο μέλλον τις αθέµιτες τιµολογιακές πρακτικές και να της πωλεί ανταλλακτικά σε μη άνισες τιμές χονδρικής, ε) να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 70.000 ευρώ για κάθε παράβαση του διατακτικού και στ) να υποχρεωθεί να της καταβάλλει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που έχει υποστεί, µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .......
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η 1415/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόµιµη η αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, 2 ν. 3959/2011, 1 και 18α ν. 146/1914, 102 ΣΛΕΕ, 914, 932, 297, 298, 345, 346 ΑΚ, 70, 907, 908, 946 ΚΠολΔ, εκτός από το μέρος κατά το οποίο η αγωγή επιχειρήθηκε να θεµελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων, 288 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις της ΥΑ ...
και της Οδηγίας 42/1993 που απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, ακολούθως δε, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιµη, ως προς τις συρρέουσες βάσεις της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης και του αθέµιτου ανταγωνισμού εκ µέρους της εναγοµένης και υποχρεώθηκε η εναγομένη, 1) να εκτελεί, τις απευθυνόµενες σε αυτή από την ενάγουσα μηνιαίες παραγγελίες ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO, συνολικής αξίας 21.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), µε τιµές χονδρικής, 2) να παραλείπει στο μέλλον να αρνείται την πώληση και εκτέλεση σχετικών παραγγελιών, 3) να εκτελέσει τη µε αριθµό ...-2017 παραγγελία της ενάγουσας σε ανταλλακτικά και να παραλείπει στο μέλλον τις αθέμιτες τιμολογιακές πρακτικές και να πωλεί στην ενάγουσα σε τιμές χονδρικής, με την απαγγελία σε βάρος της εναγοµένης, χρηματικής ποινής τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, για κάθε περίπτωση παράβασης εκ µέρους της, του αµέσως ανωτέρω διατακτικού, ήτοι την άρνηση εκ µέρους της εκτέλεσης µίας εκάστης των παραγγελιών και επιβολής άνισων τιμών και την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, για τις πιο πάνω διατάξεις, επιπλέον υποχρεώθηκε η εναγοµένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία αυτή (ενάγουσα) έχει υποστεί, µε το νόμιμο τόκο.
Με την ίδια δε απόφαση, μετά την κατά τα άνω παραδοχή της αγωγής, κρίθηκε ότι παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας, της συρρέουσας βάσης της, θεμελιούμενης στην καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγοµένη της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή (εναγοµένη) η εξαρτημένη ενάγουσα εταιρία.
Κατά της τελευταίας απόφασης, αμφότερες οι διάδικοι (ενάγουσα και εναγομένη), άσκησαν εφέσεις και πρόσθετους λόγους, επί των οποίων μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση της ενάγουσας, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, α) απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ως προς τα αιτήµατα άρσης της προσβολής της ενάγουσας (ήτοι της άρνησης πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro) και παράλειψης της προσβολής στο μέλλον, κατά τη βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 2 ν. 3959/2011 (καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγομένη της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά), σε συνδυασμό µε τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, ενώ κατά τη συρρέουσα βάση της, από τη διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914 (καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης), σε συνδυασμό µε τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, το ίδιο ως αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, για χρονικό διάστημα πέραν των 6 μηνών, β) απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, ως προς τις συρρέουσες βάσεις της, από την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 α.ν. 146/1914 (περί αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς ενάντια στα χρηστά ήθη), και των διατάξεων του άρθρου 2 ν. 3959/2011 (καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης), ως προς τα λοιπά αιτήματα της, δεχόμενο το Εφετείο, ότι η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην ενάγουσα από την εναγοµένη, δεν συνιστά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά εκ µέρους της τελευταίας ενάντια στα χρηστά ήθη, ούτε κατάχρηση εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης της τελευταίας, ακολούθως δε το Εφετείο εξετάζοντας μετά την απόρριψη της αγωγής, ως προς τις άνω βάσεις της, τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως συρρέουσα βάση της κατάχρησης της σχέσης της οικονονομικής εξάρτησης με την ενάγουσα, δέχθηκε την αγωγή κατά τη βάση της αυτή, σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, υποχρεώνοντας την εναγοµένη: 1) να εκτελεί, για χρονικό διάστηµα έξι (6) µηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, τις απευθυνόµενες σε αυτή από την ενάγουσα μηνιαίες παραγγελίες ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO, συνολικής αξίας 21.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), µε τιµές χονδρικής, 2) να παραλείπει, για χρονικό διάστηµα έξι (6) μηνών από τη δηµοσίευση της παρούσας απόφασης, να αρνείται προς την ενάγουσα την πώληση και εκτέλεση των σχετικών ως άνω µηνιαίων παραγγελιών ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO, 3) να εκτελέσει τη µε αριθµό ...-2017 παραγγελία της ενάγουσας σε ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO, απαγγέλλοντας σε βάρος της εναγοµένης χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, για κάθε παράβαση εκ µέρους, του αµέσως ανωτέρω διατακτικού, ήτοι την άρνηση εκ µέρους της εκτέλεσης µίας εκάστης των παραγγελιών και επιπλέον υποχρέωσε την εναγοµένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία αυτή (ενάγουσα) έχει υποστεί, µε το νόμιμο τόκο από την εποµένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Την αναίρεση της απόφασης αυτής, επιδιώκουν οι ως άνω αναιρεσείουσες (ενάγουσα - εναγομένη), με τις πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Με το άρθρο 1 του ν. 146/1914, ''περί αθεμίτου ανταγωνισμού'', ορίζεται ότι, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας, που η πράξη προκάλεσε.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022).Συνεπώς, η απαγορευτική ρήτρα της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικείμενη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων, 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1336/2022).
Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει, όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους.
Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 419/2018).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προκειμένου δε να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση με την πιο πάνω έννοια προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου, για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.
Η γένεση εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρέωσης για αποζημίωση προϋποθέτει σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντίστοιχα η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 86/2024, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).
Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.
Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014). Η παράβαση εξάλλου, συμβατικών δεσμεύσεων, για ανταγωνιστικούς σκοπούς, δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη.
Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 167/2015). Περαιτέρω, με το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ορίζεται ότι: ''Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους, εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ)στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών''.
Αντίστοιχα, στο άρθρο 2 του ν. 3959/2011, με τίτλο, ''καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης'', οι διατάξεις του οποίου είναι ανάλογες με αυτές του ως άνω άρθρου, 102 της ΣΛΕΕ, ορίζεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους, στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας. 2.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπυξης, με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.
Η παράβαση του άρθρου 2 του άνω ν. 3959/2011, (το οποίο περέχει όμοια ρύθμιση με αυτή του προϊσχύσαντος άρθρου 2 του ν. 703/1977, που καταργήθηκε με το άρθρο 51 του ν. ν. 3959/2011), συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής (υπαιτιότητα, από δόλο ή αμέλεια και ουσιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας), ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 1611/2023, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1154/2015).
Τόσο δε από την άνω διάταξη του άρθρου 2 του άνω ν. 3959/2011, όσο και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η επίτευξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής. Η απαγόρευση αυτή, από την σκοπιά της ελληνικής συνταγματικής τάξης, συνιστά κατ' ουσίαν νομοθετική εξειδίκευση της θεμελιώδους διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που προστατεύει την οικονομική ελευθερία, ως στοιχείο (ελεύθερης) ανάπτυξης της προσωπικότητας και δικαίωμα συμμετοχής στην οικονομική ζωή, "εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", (ΣτΕ 1410/2022).
Παρέπεται ότι η κατά παράβαση των διατάξεων αυτών καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης συνιστά αδικοπραξία από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή και ηθική βλάβη σε άλλον, συνήθως ανταγωνιστική επιχείρηση, δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Για την τέλεση της αδικοπραξίας αυτής απαιτείται δεσπόζουσα θέση, δηλαδή θέση οικονομικής δύναμης, την οποία έχει μία επιχείρηση, που προϋποθέτει κατ' αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς (ΑΠ 1387/2018, ΑΠ 1196/2018), και η οποία της δίνει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, που διατηρείται στη σχετική αγορά δίνοντας σ' αυτή τη δύναμη να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες και τέλος τους καταναλωτές (ΑΠ 1829/2024, ΑΠ 1611/2023, ΑΠ 419/2018).
Δεσπόζουσα θέση τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, όταν μια επιχείρηση κατέχει μερίδιο αγοράς της τάξης του 50% ή ανώτερο. Κατά δε τις περιστάσεις, μπορεί να αρκεί και μερίδιο αγοράς που απλώς υπερβαίνει το 40%. Αντιθέτως, χαμηλότερα μερίδια αγοράς, αν δεν συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, πρέπει, κατ' αρχήν, να εκλαμβάνονται ως ένδειξη ότι δεν υπάρχει δεσπόζουσα θέση (ΣτΕ 1410/2022, με τις εκεί παραπομπές).
Έτσι, για να κριθεί, αν μία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά συνεκτιμώνται το μερίδιό της στη σχετική αγορά, το ύψος των διαθέσιμων οικονομικών μέσων και δυνατοτήτων της, το προβάδισμα από άποψη τεχνολογικής εξέλιξης και εμποροβιομηχανικών εμπειριών, η εξασφάλιση πρώτων υλών και η ανυπαρξία εναλλακτικού ανταγωνισμού, δηλαδή η υποκατάσταση των προϊόντων με όμοια προϊόντα άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά.
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με μια ορισμένη αγορά, η οποία οριοθετείται, είτε ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών), είτε γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά). Ως σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών νοείται εκείνη που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες που θεωρούνται ομοειδή και εναλλάξιμα από τη σκοπιά της ζήτησης ή της προσφοράς λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται, με βασικό δηλαδή κριτήριο τη λειτουργική εναλλαξιμότητά τους, ενώ ως σχετική γεωγραφική αγορά νοείται η περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των διαθέσιμων ομοειδών και εναλλάξιμων προϊόντων ή υπηρεσιών (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1387/2018, ΑΠ 1197/2018, ΑΠ 1196/2018).
Καταχρηστική δε είναι η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης, όταν θίγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, με την έννοια ότι οι μέθοδοι και πρακτικές (διαμόρφωση τιμών αγοράς ή πώλησης και διαφοροποιημένη μεταχείριση) της δεσπόζουσας επιχείρησης επηρεάζουν τη δομή μιας αγοράς, τόσο σε επίπεδο ομοειδών επιχειρήσεων, όσο και σε επίπεδο καταναλωτών (ΑΠ 1829/2024, ΑΠ 1611/2023, ΑΠ 1554/2008).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914, ορίζεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως, στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μετα-χείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3.
Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής, τα παραπάνω όρια χρηματικής ποινής διπλασιάζονται''. Η παραπάνω διάταξη (18α ν. 146/1914) αποδίδει τη ρύθμιση του άρθρου 2α του ν. 703/1977, που εισήχθη αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2296/1995, καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε πάλι με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009, ενώ ήδη ισχύει το προαναφερόμενο όμοιο άρθρο 18α του ν. 146/1914, που προστέθηκε, με το άρθρο 29 παρ. 1 ν. 3784/2009, στο νόμο αυτό.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στην ως άνω διάταξη, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη, ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο.
Βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 18α του ν. 146/1914, είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη, στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.
Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση, όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και, 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΑΠ 644/2024, ΑΠ 710/2023, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015).
Η διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914, όπως και οι πιο πάνω διατάξεις των άνω άρθρων, 2 του ν. 3959/2011 και 102 της ΣΛΕΕ (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης), δεν έχουν ως στόχο, να παρεμποδίσουν το δικαίωμα του προμηθευτή να οργανώσει ή να τροποποιήσει τη δομή του δικτύου διανομής του. Ειδικότερα, στόχος της εν λόγω διάταξης, δεν είναι η εις το διηνεκές διατήρηση συμβατικών σχέσεων, μεταξύ της εξαρτώσας και της εξαρτημένης επιχείρησης, διατήρηση που είναι εξίσου επιβλαβής για τη λειτουργία του ανταγωνισμού, λόγω της διατήρησης αντιπαραγωγικών και δυσκίνητων συμβατικών δεσμών.
Κάθε εξαρτημένη επιχείρηση οφείλει να προσπαθεί να ανεύρει ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις και να μην εμμένει στην αρχική εξάρτησή της από την επιχείρηση που εμφανίζει καταχρηστική συμπεριφορά, καθώς η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, δε μπορεί να εκτείνεται εις το διηνεκές. Έτσι, η άνω διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914, δεν επιδιώκει να επιβάλει τη διαιώνιση συμβατικών σχέσεων, παρεμποδίζοντας το δικαίωμα του διανομέα ή γενικότερα του αντισυμβαλλόμενου στην αγορά να τροποποιήσει τη δομή του δικτύου διανομής του, εξαλείφοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εξαρτώμενης επιχείρησης, γεγονός που θα αντέβαινε στη συμβατική ελευθερία, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση μιας εύλογης (με αντικειμενικά κριτήρια) προθεσμίας, εντός της οποίας η εξαρτώμενη επιχείρηση θα έχει τη δυνατότητα να αναδιοργανωθεί, να αποσβέσει σημαντικό μέρος των επενδύσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα, αρχίζοντας μία νέα δραστηριότητα (πρβλ ΟλΑΠ 12/2004).
Ως τέτοια εύλογη προθεσμία θεωρείται, για την περίπτωση καταχρηστικής διακοπής σύμβασης αορίστου χρόνου, η προθεσμία των έξι (6) μηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ/τος 219/1991 (ΑΠ 1299/2023, πρβλ. ΑΠ 683/2010, ΑΠ 1554/2008), όπως πάγια έχει νομολογηθεί για την αξίωση του αποκλειστικού διανομέα για αποζημίωση διαφυγόντων κερδών, σε περίπτωση αόριστης διάρκειας της σύμβασης διανομής, οπότε η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία του διανομέα περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άνω άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 360/2025, ΑΠ 1308/2024, ΑΠ 1370/2019 ΑΠ 533/2016, ΑΠ 165/2015).
Μετά δε την πάροδο της προθεσμίας αυτής θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εξάρτηση παύει να υπάρχει, ανεξάρτητα από το αν ο αντισυμβαλλόμενος συνήψε εναλλακτική επιχειρηματική σχέση. Περαιτέρω, η παράβαση του άνω άρθρου (18α του ν. 146/1914), υπό την παραπάνω έννοια, συνιστά παράνομη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού, παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1238/2024, ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά τη διάταξη άρθρου 932 του AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του .......
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων, 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων, 281 και 288 ΑΚ και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018).
Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, για να οδηγήσει δε σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1870/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ίδιου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 926/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).
Αναφορικά δε με τη χρηματική ικανοποίηση, από το πιο πάνω άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 523/2025, ΑΠ 190/2025, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 593/2023).
Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, λόγω αδικοπραξίας, έχει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 932/2019).
Στις περιπτώσεις, όμως, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 1468/2024, ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 382/2011, πρβλ ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα τα οποία ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο, την αγωγή (ΑΠ 594/2025, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 46/2020).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 της Υπουργικής Απόφασης, ..., ΦΕΚ Β 2198/2009, µε την οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη η Οδηγία 42/1993, "περί ιατροτεχνολογικών προϊόντων", προβλέπεται ότι, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα τίθενται στην αγορά και γίνεται έναρξη χρήσης τους, µόνο εφόσον συμμορφώνονται, προς τις απαιτήσεις της παρούσας απόφασης και εφόσον έχουν διατεθεί και εγκατασταθεί κατάλληλα και συντηρούνται και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την προοριζόµενη χρήση τους.
Με το άρθρο 1 του Παραρτήµατος Ι της ως άνω Οδηγίας προβλέπεται μεταξύ άλλων, α) ότι τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται κατά τρόπον ώστε, η χρήση τους να μην θέτει σε κίνδυνο την κλινική κατάσταση ή την ασφάλεια των ασθενών, ούτε την ασφάλεια και την υγεία των χρηστών ή ενδεχομένως άλλων προσώπων, όταν αυτά χρησιμοποιούνται υπό τις συνθήκες και για τους σκοπούς που έχουν προβλεφθεί, με την προϋπόθεση ότι οι τυχόν παρουσιαζόμενοι κίνδυνοι, αποτελούν αποδεκτούς κινδύνους σε σχέση µε τα οφέλη προς τον ασθενή και είναι συµβατοί µε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας, β) ότι, οι σχεδιαστικές και κατασκευαστικές λύσεις που επιλέγει ο κατασκευαστής για τα προϊόντα πρέπει να τηρούν τις αρχές ασφάλειας, λαμβανομένου υπόψη του γενικά αναγνωρισμένου εκάστοτε τεχνολογικού επιπέδου και γ) ότι, κατά την επιλογή των καταλληλότερων λύσεων, ο κατασκευαστής θα πρέπει να εφαρμόζει τις ακόλουθες αρχές, ήτοι να εξουδετερώνει ή να μειώνει τους κινδύνους εξαντλώντας κάθε δυνατότητα (ενσωμάτωση της ασφάλειας στο σχεδιασμό και την κατασκευή), να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας συμπερι-λαμβανομένων συστημάτων συναγερμού, εφόσον απαιτείται για τους κινδύνους που δεν μπορούν να εξουδετερωθούν και να πληροφορεί τους χρήστες για τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν λόγω της ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας που έχουν ληφθεί.
Επίσης, με το άρθρο 13 του άνω Παραρτήματος, με τίτλο ''πληροφορίες που παρέχονται από τον κατασκευαστή'', ορίζεται, στην παρ. 1, ότι κάθε προϊόν πρέπει να συνοδεύεται από τις πληροφορίες που ειναι αναγκαίες για την εν πάση ασφαλεία χρησιμοποίησή του ...... και στην παρ. 6 ότι, οι οδηγίες χρήσεως πρέπει να περιλαμβάνουν ανάλογα με την περίπτωση, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) .... δ) όλες τις πληροφορίες που επιτρέπουν να ελεγχθεί κατά πόσον το προϊόν είναι ορθώς εγκατεστημένο και μπορεί να λειτουργήσει σωστά και εν πάση ασφαλεία, καθώς και τις ενδείξεις σχετικά με τη φύση και τη συχνότητα των αναγκαίων εργασιών συντήρησης και ρύθμισης, ώστε να εξασφαλίζεται πάντοτε η καλή λειτουργία και η ασφάλεια των προϊόντων.
Επιπλέον, στο άρθρο 1 παρ. 2.1 περ. στ της παραπάνω Υπουργικής Απόφασης, προβλέπεται, ως κατασκευαστής, το φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για το σχεδιασμό, την κατασκευή, τη συσκευασία και την επισήµανση ενός προϊόντος προκειµένου να τεθεί στην αγορά µε το όνομά του, ανεξάρτητα εάν οι ενέργειες αυτές αναλαμβάνονται από το ίδιο πρόσωπο ή από τρίτον για λογαριασμό του, ενώ στην περ. (ι) ορίζεται ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος το εγκατεστημένο στην Κοινότητα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, το οποίο, αφού οριστεί ρητά από τον κατασκευαστή, ενεργεί εξ ονόματός του και τον αντιπροσωπεύει έναντι αρχών και των υπηρεσιών στην Κοινότητα, όσον αφορά στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή που απορρέουν από την παρούσα απόφαση.
Επίσης, με το άρθρο 14 παρ. 3 της ίδιας ως άνω Υπουργικής Απόφασης προβλέπεται ότι, ο κατασκευαστής είναι υπεύθυνος για τα Προϊόντα, ότι ο ορισμός εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου δεν απαλλάσσει τον κατασκευαστή από την κατά νόμο ευθύνη του και ότι ο εξουσιοδοτηµένος αντιπρόσωπος ευθύνεται για τα Προϊόντα πλήρως, αυτοτελώς και παραλλήλως µε τον κατασκευαστή έναντι των Αρχών και οποιουδήποτε τρίτου, υπέχει αστική και ποινική ευθύνη και υπόκειται στις διοικητικές κυρώσεις και τα διοικητικά µέτρα, ενώ στο άρθρο 23 της ιδίας Υπουργικής Απόφασης ορίζεται ότι στους παραβάτες των διατάξεων της παρούσας, εκτός από τις κυρώσεις που προβλέπονται σε άλλες διατάξεις της κείµενης νομοθεσίας επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 19 του νδ/τος 96/1973.
Με την παρ. 11 περ. α του άρθρου 19 του τελευταίου νδ/τος (96/1973) ορίζεται ότι µε πρόστιµο µέχρι 500.000 δρχ και σε περίπτωση υποτροπής µέχρι 1.000.000 δρχ. και άρση της υπευθυνότητας, τιμωρούνται οι υπεύθυνοι παραγωγής και ελέγχου ποιότητας που παραβαίνουν τους κανόνες καλής παρασκευής και ασφάλειας των προϊόντων των οποίων έχουν την ευθύνη.
Τέλος, σύμφωνα µε το άρθρο 2 περ. γ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 207/2012 της Επιτροπής της 9-3-2012 σχετικά µε τις οδηγίες χρήσης των ιατροτεχνολογικών προϊόντων σε ηλεκτρονική µορφή, ορίζονται ως επαγγελματίες χρήστες τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα κατά την εργασία τους και στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στο χώρο της υγείας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1299/2023).
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλά των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 901/2024, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017).
Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή της, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 1206/2008).
Λόγω δε του ότι, όπως αναφέρθηκε, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1310/2024, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 314/2023, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017).Ι.
Επί της πρώτης, από 26-5-2023 (αρ. καταθ. 455/29-5-2023) αίτησης αναίρεσης (της ενάγουσας) και των από 14-10-2024 (αρ. καταθ. 154/15-10-2024) πρόσθετων αυτής λόγων: Η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), α) με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο, το αγωγικό αίτημά της, περί άρσης της προσβολής (άρνησης πώλησης ανταλλακτικών τεχνητού νεφρού Gambro) και παράλειψης αυτής στο μέλλον, για χρονικό διάστημα, πλέον του εξαμήνου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις του άρθρου 18α ν. 146/1914 (για την καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης), σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, επικαλούμενη ότι η άνω διάταξη, δεν περιορίζει χρονικά το διάστημα άρσης της άνω παράβασης για την εταιρία που καταχράται τη σχέση οικονομικής εξάρτησης και ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για καταχρηστική διακοπή μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης, καθώς η ίδια αξίωσε την πώληση ανταλλακτικών, ως τρίτη ανεξάρτητη επιχείρηση, μη συνδεόμενη με συμβατικό δεσμό με την αντίδικό της αναιρεσίβλητη, ενώ, β) με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες πιο πάνω πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι, απορρίπτοντας την αγωγή της, ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της, στις διατάξεις των άρθρων, 200, 281, 288 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις της ΥΑ ...
και της Οδηγίας 42/1993, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις αυτές. Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προπαρατέθηκε, ως προς τα αιτήµατα άρσης της προσβολής (άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro) της ενάγουσας και παράλειψη της προσβολής της στο µέλλον, στο διηνεκές, (ήτοι και κατά το πλέον του εξαμήνου, από την εκδηλωθείσα από την εναγομένη άρνηση πώλησης των ανταλλακτικών προς την ενάγουσα, χρονικό διάστημα), με τα οποία ουσιαστικά επιδιώκεται η κατάρτιση αναγκαστικής σύμβασης, με αντικείμενο τις πωλήσεις από την εναγομένη ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην ενάγουσα, με διάρκεια εκτεινόμενη στο διηνεκές, δεν είναι νόμιμη.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914, δεν επιδιώκει να επιβάλει τη διαιώνιση συμβατικών σχέσεων, παρεμποδίζοντας έτσι το δικαίωμα του διανομέα ή γενικότερα του αντισυμβαλλόμενου στην αγορά να τροποποιήσει τη δομή του δικτύου διανομής του, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση μιας εύλογης (με αντικειμενικά κριτήρια) προθεσμίας, εντός της οποίας η εξαρτώμενη επιχείρηση θα έχει τη δυνατότητα να αναδιοργανωθεί, να αποσβέσει σημαντικό μέρος των επενδύσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα, αρχίζοντας μία νέα δραστηριότητα, μετά την πάροδο της οποίας, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εξάρτηση παύει να υπάρχει, ανεξάρτητα από το αν ο αντισυμβαλλόμενος συνήψε εναλλακτική επιχειρηματική σχέση.
Επίσης, μη νόμιμη είναι η αγωγή και κατά το μέρος που η νομική της θεμελίωση ως προς τα ίδια πιο πάνω αιτήματα, επιχειρείται στις διατάξεις των άρθρων, 200, 281, 288 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις της ΥΑ ..., µε την οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη η Οδηγία 42/19953, "περί ιατροτεχνολογικών προϊόντων".
Ειδικότερα, κατά το προπαρατεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η αναιρεσείουσα, αναφορικά με τη θεμελίωσή της στις διατάξεις αυτές, επικαλέστηκε ότι η αναιρεσίβλητη ως κατασκευαστικός οίκος και διανομέας των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, φέρει με βάση τις ως εν λόγω διατάξεις, τόσο το ειδικό, όσο και γενικό καθήκον επιμέλειας, οφείλοντας να μεριμνά για τη νόμιμη κυκλοφορία τους και την ασφαλή λειτουργία τους εντός της ελληνικής επικράτειας, καθήκον το οποίο παρέβη με την άρνηση πώλησης ανταλλακτικών των εν λόγω μηχανημάτων σ' αυτή (αναιρεσείουσα), θέτοντας την ίδια, αλλά και τους ασθενείς που χρησιμοποιούν τα μηχανήματα αυτά σε κίνδυνο, με βάση δε το ιστορικό αυτό αξίωσε την άρση της προσβολής (άρνησης πώλησης) και παράλειψή της στο μέλλον, στο διηνεκές και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ωστόσο, τα περιστατικά αυτά, αληθινά υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας εταιρίας, δεδομένου ότι η θεμελίωση των αξιώσεων αυτών επιχειρείται από την ενάγουσα στην τυχόν διακινδύνευση του αγαθού της υγείας των ασθενών και των χρηστών των μηχανημάτων, στους οποίους εντάσσεται και η ίδια, χωρίς, όμως, να επικαλείται οποιοδήποτε βλαπτικό περιστατικό στα πρόσωπα αυτά, από πληµμµελή συντήρηση μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, συνεπεία µη διάθεσης ανταλλακτικών στην ενάγουσα από την εναγοµένη - διανοµέα της κατασκευάστριας εταιρίας, αλλά ούτε και αντίστοιχη ζημία στην ίδια από τη μη δυνατότητά της, να αντιμετωπίσει τέτοιο περιστατικό, λόγω της μη παροχής ανταλλακτικών των μηχανημάτων σ' αυτή από την αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, μόνη η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών στην ενάγουσα, η οποία μέχρι και το έτος 2010 υπήρξε αποκλειστική διανομέας της κατασκευάστριας εταιρίας και στη συνέχεια δραστηριοποιούνταν ως ανεξάρτητος πάροχος υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης των πιο πάνω μηχανημάτων, δεν συνιστά παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, ως στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν υποχρέωσης της τελευταίας προς ανόρθωση της περιουσιακής ζημίας και αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της, ούτε καθιστά δίχως άλλο καταχρηστική τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια των άρθρων 281, 288 ΑΚ, ώστε να θεμελιώνει αξιώσεις ανόρθωσης της ζημίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ.
Επίσης, όσον αφορά το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, η ενάγουσα δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της φήμης και της υπόληψής της, με αποτέλεσμα να εκτοπισθεί από την αγορά, όπως ισχυρίζεται και ιδίως, δεν επικαλείται συγκεκριμένη υλική ζημία, ως απότοκη ακριβώς της προσβολής της φήμης της, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης από νομικά πρόσωπα, όπως η ενάγουσα εταιρία (ΑΠ 710/2023, ΑΠ 1265/2010).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, α) ως προς το αίτημα άρσης της προσβολής (άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro) και παράλειψη της προσβολής στο µέλλον, κατά το πλέον του εξαμήνου, χρονικό διάστημα, κατά το μέρος που επιχειρήθηκε η θεμελίωσή του στις διατάξεις του άρθρου 18α ν. 146/1914 (για την καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης), σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και β) κατά το μέρος που η νομική της θεμελίωση επιχειρήθηκε στις διατάξεις των άρθρων, 200, 281, 288 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Υπουργικής Απόφασης ΔΥ8δ/Γ.Π.
οικ.130648, ΦΕΚ. Β 2198/2009, µε την οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη η Οδηγία 42/1993 "περί Ιατροτεχνολογικών προϊόντων", ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και ως εκ τούτου, οι άνω, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι δε ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων, είναι απαράδεκτοι, διότι, η αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, και ως εκ τούτου δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, α) με τον πέμπτο και τον έκτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγους αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων, 2 ν. 3959/2011 και 102 της ΣΛΕΕ (καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης) και αυτές της παρ. 91 των κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς, κατά την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς (μηχανημάτων, ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσίας επισκευής και συντήρησης μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD), ως ενιαίας, ως προϋπόθεση για την κατοχή ή μη δεσπόζουσας θέσης στην αγορά αυτή από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη), χρησιμοποιώντας εσφαλμένα κριτήρια, β) με τον έβδομο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή της, ως προς τη συρρέουσα βάση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, δεχόμενη ότι η τελευταία, δεν κατέχει τέτοια (δεσπόζουσα) θέση στην οικεία αγορά, υπό το πρίσμα της ενιαίας αγοράς, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα μερίδια της ενιαίας αγοράς, προσδιορίζοντας τα μερίδια αυτά, όπως στην 689/2019 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, (που εκδόθηκε επί, της µε αριθ. 4968/2011 καταγγελίας της ενάγουσας κατά των εταιριών "GAMBRO LUNDIA AB" και "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΕΠΕ" και της µε αριθμό 1347/2016 καταγγελίας της ενάγουσας κατά της εναγοµένης και της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB", για παράβαση των άρθρων 1 και 2 ν. 3959/2011 και 101 και 102 ΣΛΕΕ), με βάση την εσφαλμένη οριοθέτηση της αγοράς, ως ενιαίας, γ) με τους όγδοο και ένατο λόγους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι απορρίπτοντας την αγωγή της, κατά το μέρος που επικαλέστηκε υπερβολική τιμολόγηση των άνω ανταλλακτικών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άνω άρθρων, 2 ν. 3959/2011 και 102 της ΣΛΕΕ (καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης) και αυτές του άρθρου 1 ν. 146/1914, περί αθέμιτης τιμολογιακής πολιτικής, δεχόμενη εσφαλμένα, ότι η εναγομένη, λόγω της εφαρμογής του συστήματος καθετοποίησης που εφάρμοσε από το 2016 και μετά, δεν προβαίνει σε χονδρικές πωλήσεις σε τρίτους, αλλά μόνο σε πωλήσεις λιανικής προς τα νοσοκομεία, ότι βάση της ένδικης αγωγής είναι η άρνηση πώλησης και όχι η διακριτική άρνηση πώλησης ή διακριτική μεταχείριση, ότι οι τιμές ενδοομιλικής συναλλαγής, ανερχόμενες στο εργοστασιακό κόστος παραγωγής, με ένα περιθώριο κέρδους της τάξης του 10%, δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο για να συναχθεί εάν η τελική τιμή πώλησης εκάστου ανταλλακτικού είναι υπερβολική ή όχι, και ότι η τιμολόγηση που εφάρμοσε η εναγομένη κατά την πώληση ανταλλακτικών προς αυτή, ήτοι σε τιμή λιανικής μειωμένης κατά ποσοστό 10%, αντί αυτή της τιμής χονδρικής, δεν είναι αντίθετη στις άνω διατάξεις, και επιπλέον εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την φορολογική αρχή των ίσων αποστάσεων (άρθρο 50 ν. 4172/2013), στην επίμαχη διαφορά, και δ) με το δέκατο λόγο, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης της ίδιας πιο πάνω διάταξης από το άρθρο 1 του ν. 146/1914, με την απόρριψη του ισχυρισμού της, ότι η εναγομένη ασκεί σε βάρος της, τιμολογιακή πολιτική συμπίεσης του περιθωρίου κέρδους της, πωλώντας σε αυτή ανταλλακτικά Gambro σε τιμές λιανικής ή σε τιμές ψηλότερες από τη λιανική, παραλείποντας να εφαρμόσει το άρθρο 95 παρ. 5 του ν. 4412/2016, με το οποίο ορίζονται οι κρατήσεις που διενεργούν τα δημόσια νοσοκομεία στα τιμολόγια των προμηθευτών τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ..... Η ενάγουσα εταιρία µε την επωνυμία, "ΣΕΡΚΟ Ε.Π.Ε ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ (Εισαγωγές - Αντιπροσωπείες - Service" και το διακριτικό τίτλο, "SERCO LTD", που ιδρύθηκε το έτος 1976, έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD της σουηδικής εταιρίας παραγωγής µε την επωνυμία "GAMBRO LUNDIA AB" στο πλαίσιο εγγράφων συµβάσεων, που συνάπτει µε κλινικές και νοσοκομεία.
Η ευρύτερη αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού διακρίνεται βάσει της µεθόδου θεραπείας, στις εξής επιµέρους αγορές: α) αιμοδιύλισης (HD) που παράγει η ως άνω σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA AB", β) περιτοναϊκής κάθαρσης (ΡD) και γ) συνεχούς θεραπείας νεφρικής υποκατάστασης (CRPT). Τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού εμπίπτουν στην περίπτωση των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (περ.
α του στοιχείου 2.1 της παρ. 2 του άρθρου ...-2009 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονοµικών, Υγείας και του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 2198/2-10- 2009), µε την οποία εναρµονίστηκε η εθνική νοµοθεσία ως προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/42/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 98/79/Εκ, 2001/104/ΕΚ και τον Κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003), καθόσον πρόκειται για υλικά, που χρησιμοποιούνται µόνο ή σε συνδυασμό και προορίζονται, για να χρησιμοποιούνται στον άνθρωπο για το σκοπό της αντικατάστασης ή της τροποποίησης της φυσιολογικής λειτουργίας των νεφρών, η λειτουργία των οποίων υποβοηθείται από αυτά.
Επιπλέον, τα παραπάνω μηχανήματα έχουν ακριβή τιµή κτήσης, είναι υψηλής τεχνολογίας, χρήζουν ειδικού χειρισμού και συντήρησης και σχετίζονται µε το αγαθό της θεραπείας των νεφροπαθών.Συνεπώς, τα εν λόγω μηχανήματα απαιτούν επιµελή εποπτεία και παρακολούθηση της λειτουργίας τους από την κατασκευάστρια εταιρία και ταυτόχρονα είναι αναγκαία η διατήρηση επαρκούς αποθέματος ανταλλακτικών και αναλωσίµων και για το λόγο αυτό η πώληση ενός τέτοιου μηχανήματος συνεπάγεται και την υποχρέωση της συντήρησής του εντός του κύκλου ζωής του µε γνήσια ανταλλακτικά της κατασκευάστριας εταιρίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ένας εκ των εταίρων της ενάγουσας Κ. - Π. Β., είχε παράλληλα συστήσει το έτος 1977 την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, µε την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "Μedical Products Ltd", η οποία από το έτος 1985 άτυπα και εν συνεχεία από το έτος 2003 εγγράφως υπήρξε αποκλειστική διανομέας των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού της εταιρίας κατασκευής µε την επωνυμία "GAMBRO LUNDIA AB" παρέχοντας στους αγοραστές αυτών, ιδιωτικά και δηµόσια νοσοκομεία, διετή εγγύηση, ήτοι δωρεάν επισκευή και συντήρηση των εν λόγω μηχανημάτων, την οποία παρείχε, από το έτος 1980, µέσω της ενάγουσας ως "υπεργολάβου", η οποία αποκόµιζε από την εν λόγω υπηρεσία παγίως σε μηνιαία βάση το ποσό των 1.801,91 ευρώ, μέχρι και τη χρήση 2010, που καταγγέλθηκε από τα συμβαλλόμενα µέρη η εν λόγω σύμβαση επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού για το χρόνο εγγύησης καλής λειτουργίας των μηχανημάτων μεταξύ της ενάγουσας και της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ.
Το έτος 1986, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας κατασκευής, µε την επωνυμία, "GAMBRO LUNDIA AB" συνήφθη άτυπη προφορική σύμβαση αποκλειστικής διανομής ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, που κατασκεύαζε η "GAMBRO LUNDIA AB", µε βάση την οποία η ενάγουσα αγόραζε ανταλλακτικά από την "GAMBRO LUNDIA AB" και τα µεταπωλούσε σε τρίτους αναλαμβάνοντας τον οικείο επιχειρηματικό κίνδυνο.
Όσον αφορά στις υπηρεσίες συντήρησης η ενάγουσα, µετά τη λήξη της ως άνω διετούς περιόδου συντήρησης, ούσα η ίδια αποκλειστική διανομέας από το έτος 1986 και εφεξής των ως άνω ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, GAMBRO, κατήρτιζε, µετά από επιτυχή συµµετοχή σε δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς συμφωνίες συντήρησης απευθείας µε τα δηµόσια νοσοκομεία και κλινικές, παρέχοντας τις σχετικές υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης των ως άνω μηχανημάτων καθόλη τη λοιπή (πλέον του διετούς χρόνου εγγύησης) διάρκεια λειτουργίας των εν λόγω μηχανημάτων, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης και άδειας από την κατασκευάστρια εταιρία "GAMBRO LUNDIA AB".
Η ενάγουσα προκειµένου να συμμετάσχει στον εκάστοτε διαγωνισμό σύμφωνα µε σχετικό όρο της προκήρυξης προσκόµιζε την "βεβαίωση κατασκευαστή", που χορηγούσε σε αυτή η κατασκευάστρια ως άνω εταιρία, "GAMBRO LUNDIA AB" και µε την οποία πιστοποιείτο ότι η ενάγουσα είναι τεχνικά επαρκής και εξουσιοδοτηµένη να παρέχει τεχνικές υπηρεσίες εγκατάστασης, λειτουργίας, συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO.
Το έτος 2010 λύθηκε η άτυπη αυτή σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB", µε καταγγελία από την τελευταία και από το έτος 2011 και εφεξής αποκλειστικός διανομέας των οικείων ανταλλακτικών και αποκλειστικά εξουσιοδοτηµένος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και επιδιόρθωσης των ως άνω μηχανημάτων κατέστη η εταιρία µε επωνυμία, "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", η οποία ήταν ήδη, ως προεκτέθηκε αποκλειστικός διανομέας των ιατρικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO.
Η ως άνω όµως, αποκλειστική διανομέας της GAMBRO εταιρία µε την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ" αρνήθηκε να πουλήσει ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην νυν ενάγουσα, µε αποτέλεσµα να διαρρηχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις, και να ασκήσει η νυν ενάγουσα σε βάρος της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ, αλλά και της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB" αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η µε αριθ. 5667/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από τη µε αριθ. 2041/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την εταιρία µε την επωνυμία "GAMBRO LUNDIA AB", ενώ έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την εταιρία µε την επωνυμία, "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", η οποία υποχρεώθηκε να πωλεί στην νυν ενάγουσα ανταλλακτικά, χωρίς να θέτει αυθαίρετους και διακριτικούς όρους, απειλούµενη με χρηματική ποινή σε περίπτωση παράβασης αυτής, καθόσον κρίθηκε πως η εκ µέρους της εταιρίας µε την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", άρνηση πώλησης ανταλλακτικών στη νυν ενάγουσα συνιστά αθέμιτη και αντιανταγωνιστική πρακτική, αντιβαίνουσα στο άρθρο 1 ν. 146/1914 και στο άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3959/2011.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2013, ο όμιλος εταιριών ΒΑΧΤER, του οποίου επικεφαλής εναι η εταιρία, "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", που εδρεύει στις Η.Π.Α., προέβη, σε παγκόσμιο επίπεδο, στην απόκτηση του αποκλειστικού ελέγχου του οµίλου εταιριών "GAMBRO LUNDIA AB", µε εξαγορά αντί τµήµατος συνολικού ποσού 4.000.000.000 ευρώ των µετοχών της σουηδικής εταιρίας "Indap Holding AB", θυγατρικής κατά 100% της σουηδικής εταιρίας "Indap Sweden AB", της οποίας μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ήταν οι μετοχές της παραπάνω εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB" και η διαδικασία αυτή της εξαγοράς ολοκληρώθηκε το έτος 2015, οπότε και εγκρίθηκε η εξαγορά αυτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ο όμιλος "ΒΑΧΤΕR", που παρήγαγε µηχανήµατα τεχνητού νεφρού περιτοναϊκής κάθαρσης (HD), αποφάσισε, µετά την παραπάνω εξαγορά, να εφαρμόσει στην ελληνική αγορά ένα πλήρως καθετοποιηµένο μοντέλο οργάνωσης στο πλαίσιο του οποίου η εναγόµενη εταιρία, θυγατρική της παραπάνω εταιρίας "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", ανέλαβε στην Ελληνική Επικράτεια την αποκλειστική διανοµή των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, των ανταλλακτικών τους, καθώς και τη συντήρηση και επισκευή τους.
Προς το σκοπό αυτό αφενός µεν µε κοινή συμφωνία των µερών λύθηκε στις ...-2015, η σύμβαση αποκλειστικής διανοµής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού και ανταλλακτικών μηχανημάτων GAMBRO, που ίσχυε κατά τα ανωτέρω μεταξύ της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB" και της εταιρίας "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", δυνάµει της αυθημερόν συναφθείσας μεταξύ τους "Σύμβασης Συμβιβασμού Λύσης και Μετάβασης", αφετέρου δε συνήφθη τον Ιανουάριο του 2016, σύμβαση μεταξύ της εναγοµένης και της εταιρίας "Βaxter Services Europe SA", οµοίως θυγατρικής της εταιρίας "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", οι οποίες ανήκουν πλέον στον ενιαίο όμιλο εταιριών "ΒΑΧΤER" και "GAMBRO", µε την οποία ανατέθηκε στην πρώτη η διανοµή των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO" και των ανταλλακτικών τους, καθώς και η συντήρηση και επισκευή αυτών, για να εξυπηρετηθεί η ανάγκη διακίνησης των παραπάνω ειδών εντός του οµίλου "ΒΑΧΤER", στον οποίο, ανήκε πλέον και ο όμιλος "GAMBRO".
Κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ολοκλήρωσης της παραπάνω εξαγοράς, η ενάγουσα είχε εκκρεµείς και σε αναμονή λόγω κατακύρωσης σε αυτή του διαγωνισμού 35 συμβάσεις µε τα εξής νοσοκομεία, στα οποία παρείχε υπηρεσίες συντήρησης επισκευής των εγκατεστηµένων σε αυτά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO", συνολικού αριθμού 273, µε κόστος ανταλλακτικών 65 ευρώ ανά µήνα για κάθε μηχάνημα και συγκεκριµένα: 1) µε το Γ.Ν.
Καλύμνου σύμβαση έως 31-12-2016 και παράταση έως 28-2-2017, 2) µε το Γ.Ν. Μεσολογγίου σύµβαση έως 25-3-2017, 3) µε το 401 ΓΣΝΑ σύμβαση έως 18-4-2017, 4) µε το 251 ΓΝΑ σύμβαση έως 21-4-2017, 5) µε το Γ.Ν. Φιλιατών σύμβαση έως 20-3-2017 και τεχνική κάλυψη έως 20-4-2017, 6) µε το Γ.Ν. Ιωαννίνων Χατζηκώστα σύμβαση έως 31-9-2017 και αναμονή υπογραφής µηνιαίας σύμβασης έως 30-4-2017, 7) µε το Γ.Ν.
Σισµανόγλειο σύμβαση έως 6-2-2017 και νέα σύμβαση έως 6-5-2017, 8) µε τη Βιοκλινική Αθηνών σύμβαση έως 6-5-2017, 9) µε το Γ.Ν. Ρεθύμνου παράταση σύμβασης έως 10-5-2017, 10) µε το Γ.Ν Χίου σύμβαση έως 5-6-2017, 11) µε το Γ.Ν. Θεσσαλονίκης Ιπποκράτειο σύµβαση έως 15-6-2017, 12) µε το Γ.Ν. Αμαλία Φλέμινγκ σύμβαση έως 31-3-2017 και αναμονή υπογραφής νέας τρίµηνης σύμβασης κατόπιν κατακύρωσης του νέου διαγωνισμού, 13) µε το Γ.Ν.
Αλεξάνδρας σύμβαση έως 21-3-2017, 14) µε το Γ.Ν. Αγρινίου σύµβαση έως 21-6-2017, 15) µε το Γ.Ν. Δράμας σύµβαση έως 30-6-2017, 16) µε το Γ.Ν. Αγλαΐα Κυριακού σύµβαση έως 30-6-2017, 17) µε την Κλινική Βιονεφρός 2ος συμφωνητικό 21-3-2017 και νέο συμφωνητικό, 18) µε την Κλινική Βιονεφρός 2ος συμφωνητικό 5-7-2017, 19) µε την Κλινική Βιονεφρός 1ος συμφωνητικό 5-7-2017, 20) µε το Γ.Ν.
Πατρών σύμβαση έως 7-7-2017, 21) µε το Γ.Ν. Λαμίας αναμονή υπογραφής σύμβασης 6 µηνών κατόπιν κατακύρωσης του διαγωνισμού, 22) µε το Γ.Ν. Πύργου σύµβαση έως 13-3-2017 και αναμονή υπογραφής νέας 6µηνης, κατόπιν κατακύρωσης του νέου διαγωνισμού, 23) µε το Γ.Ν Σύρου παράταση σύμβασης έως 10-9-2017, 24) µε το Γ.Ν. Σύρου σύμβαση έως 31-3-2011, 25) µε το Γ.Ν.
Αγίου Νικολάου σύμβαση έως 16-2-2017 και παράταση έως 15-11-2017, 26) µε το Γ.Ν Λευκάδας σύµβαση έως 15-12-2017, 27) µε το Γ.Ν. Κεφαλονιάς σύµβαση έως 31-3-2017 και αναμονή έγγραφης παράτασης έως 31-12-2017, 28) µε τον Ερυθρό Σταυρό σύμβαση έως 31-1-2017 και νέα σύμβαση 31-1-2018, 29) µε το Γ.Ν. Πρέβεζας σύμβαση έως 31-1-2018, 30) με το Γ.Ν. Διδυμότειχου σύμβαση έως 15-2-2017 και παράταση έως 15-2-2018, 31) με το Γ.Ν.
Λήμνου παράταση σύμβασης έως 28-2-2017 και νέα σύμβαση έως 28-2-2018, 32) µε το Γ.Ν. Ελευσίνας Θριάσιο αναμονή υπογραφής σύμβασης 1 έτους κατόπιν κατακύρωσης του διαγωνισμού, 33) µε το Γ.Ν. Πειραιά Τζάνειο αναμονή υπογραφής σύμβασης 1 έτους κατόπιν κατακύρωσης του διαγωνισμού, 34) µε το Γ.Ν. Κορίνθου αναμονή υπογραφής σύμβασης 1 έτους κατόπιν κατακύρωσης του διαγωνισμού και 35) µε το Γ.Ν.
Έδεσσας αναμονή υπογραφής σύμβασης 1 έτους, κατόπιν κατακύρωσης του διαγωνισμού. Την 7-1-2016, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγοµένη τη µε αριθ. ...-2016 παραγγελία της για την προμήθεια ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, την οποία επανέλαβε µε την από 14-1-2016 επιστολή της, ωστόσο η εναγοµένη αρνήθηκε να την εκτελέσει.
Την 5-2-2016, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγοµένη την από 3-2-2016 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωσή της και πρόσκληση, επίσης την 10-3-2016 η ενάγουσα απέστειλε στην εναγοµένη τη µε αριθµό ...-2016 παραγγελία της και την 15-3-2017 η ενάγουσα απέστειλε τη µε αριθµό ...-2017 παραγγελία της, πλην όµως, η εναγοµένη ουδεμία από τις ανωτέρω παραγγελίες της ενάγουσας εκτέλεσε.
Στην από 17-12-2015 δε δήλωσή της προς τα νοσοκομεία, η εναγοµένη ανέφερε ότι, "μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 στην Ελλάδα, η ..... τεχνική υποστήριξη των προϊόντων GAMBRO θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά από την Βαxter Ελλάς ΕΠΕ ...... και ότι εκκρεµείς τυχόν συμβάσεις δυνατόν να εξυπηρετούνται και από τους υφιστάμενους παρόχους".
Κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι το ζήτημα αν η πρωτογενής αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού είναι διακριτή από τη δευτερογενή αγορά της επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων και των ανταλλακτικών τους ή αν αποτελούν ενιαία αγορά. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης ενιαίας αγοράς εξετάζεται αρχικά η τυχόν έλλειψη διαλειτουργικότητας, που συντρέχει κυρίως, όταν τα δευτερογενή προϊόντα, όπως ανταλλακτικά, τα οποία κατασκευάστηκαν για τα πρωτογενή, των οποίων η προμήθεια γίνεται συνήθως άπαξ, δεν είναι δυνατό να υποκατασταθούν µε δευτερογενή άλλων κατασκευαστικών οίκων και ακόλουθα στο µέτρο που διαπιστώνεται η απουσία διαλειτουργικότητας ερευνάται, αν η αγορά του κύριου προϊόντος επηρεάζεται σηµαντικά σε περίπτωση τυχόν αυξήσεων της τιμής των δευτερογενών προϊόντων, που είναι συμβατά προς αυτό.
Υπέρ της εκδοχής της ύπαρξης ενιαίας αγοράς συνηγορεί η τυχόν δυνατότητα του αγοραστή κατά την αγορά του προϊόντος να ενημερωθεί σχετικά µε το κόστος συντήρησης και επισκευής του και το κόστος των ανταλλακτικών του, ήτοι αν ο αγοραστής είναι σε θέση να προϋπολογίσει τη συνολική δαπάνη αγοράς της δέσµης πρωτογενών και δευτερογενών προϊόντων, το ζήτημα δε αυτό συναρτάται µε το κόστος των δευτερογενών σε σχέση µε την αγορά του κύριου προϊόντος και τον κύκλο ζωής του προϊόντος.
Στην επίδικη υπόθεση τα ανταλλακτικά των παραπάνω μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD) τα οποία (μηχανήματα), εκτός από την εξαγορασθείσα εταιρία GAMBRO, παράγουν και διαθέτουν στην ελληνική αγορά οι ανταγωνίστριες αυτής εταιρίες "FRESENIOUS", "NIKISSO", "B BRAUN" και "BELLCO", δεν είναι εναλλάξιµα µε αυτά άλλου κατασκευαστικού οίκου και επομένως, απουσιάζει η διαλειτουργικότητα των ανταλλακτικών στην αγορά επισκευής και συντήρησης των εν λόγω μηχανημάτων, αλλά ούτε υφίσταται η δυνατότητα επισκευής τους από εταιρία, που συντηρεί μηχανήματα άλλου οίκου, καθόσον απαιτείται η χρήση εξειδικευμένου λογισμικού.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού (HD) έχουν κύκλο ζωής κατά µέσο όρο 15 έτη στα δηµόσια νοσοκομεία, ενώ στα ιδιωτικά αντικαθίστανται εντός 8 ετών. Η τιµή κτήσης εκάστου μηχανήματος τεχνητού νεφρού (HD) υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, µπορεί δε να ανέλθει μέχρι και 15.000 ευρώ, ενώ η ετήσια δαπάνη συντήρησής και επισκευής τους κυμαίνεται από 2.000 ευρώ έως 4.000 ευρώ και συνεπώς, η συνολική δαπάνη για την παραπάνω αιτία κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους µπορεί να υπερβεί τη δαπάνη αγοράς τους.
Τα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία αποτελούν την πλειονότητα των αγοραστών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD), κατά την προκήρυξη µειοδοτικών διαγωνισμών για την προμήθεια αυτών, οι οποίοι διενεργούνται µε κριτήριο τη συµφερότερη τιµή, απαιτούν την υποβολή δεσμευτικών προσφορών, για τη δαπάνη συντήρησης και επισκευής τους, που λαμβάνουν υπόψη µε αυξημένο συντελεστή βαρύτητας, καθορίζοντας αυτή κατ' ανώτατο όριο κατά το χρόνο αγοράς τους για χρονικό διάστηµα, που κατά κανόνα υπερβαίνει τον ενδεικνυόµενο από τον κατασκευαστή κύκλο ζωής (βλ.
µε αριθ. πρωτ. ...-2014 διακήρυξη πρόχειρου διαγωνισμού για την προμήθεια δύο μηχανημάτων αιμοκάθαρσης του Γενικού Νοσοκομείου Καρπενησίου, µε αριθµό πρωτ. 26012 πρόχειρου διαγωνισμού για την προμήθεια μηχανημάτων αιμοκάθαρσης για τη μονάδα τεχνητού νεφρού του Γ.Ν.Αθ Κοργειαλένειο - Μπενάκειο, µε αριθµό πρωτ. ...-2011 απόφαση Διοικητή του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αττικό, διακήρυξη πρόχειρου επαναληπτικού διαγωνισμού νούμερο 81/2014 για την προμήθεια δύο μηχανημάτων αιμοκάθαρσης του Νοσοκομείου Αμαλία Φλέμινγκ ΝΠΔΔ, µε αριθ.
πρωτ. ...-2012 διακήρυξη ανοικτού τακτικού διαγωνισμού για την προμήθεια 8 μηχανημάτων αιμοκάθαρσης του Γ.Ν Λαμίας, µε αριθ. πρωτ. ...-2012 απόφαση του Διοικητή του Γ.Ν. Κεφαλλονιάς, ...-2016 διακήρυξη πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού προμήθειας 3 διατάξεων νεφρικής υποστήριξης του Γ.Ν. Ασκληπιείο Βούλας). Παράλληλα δε τα δηµόσια νοσοκομεία διατηρούν το προνόμιο να διενεργήσουν χωριστό διαγωνισμό για τη συντήρηση και στην περίπτωση αυτή η προηγηθείσα δεσµευτική προσφορά του προμηθευτή αποτελεί το ανώτατο όριο της προσφοράς του νέου προμηθευτή για τη συντήρηση, στις εργασίες δε συντήρησης προβαίνουν είτε οι θυγατρικές των κατασκευαστικών οίκων, είτε εξουσιοδοτημένοι διανομείς.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου αναφορικά µε το ότι τα δηµόσια νοσοκομεία λαμβάνουν υπόψη µε αυξημένο συντελεστή βαρύτητας το κόστος επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD) ενισχύεται από τις παραδοχές της µε αριθ. 689/2019 απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ), η οποία εκδόθηκε επί, α) της µε αριθ. 4968/2011 καταγγελίας της νυν ενάγουσας κατά των εταιριών "GAMBRO LUNDIA AB" και "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΕΠΕ" και β) της µε αριθ. 1347/2016 καταγγελίας της νυν ενάγουσας κατά της νυν εναγοµένης και της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB" για παράβαση των άρθρων 1 και 2 ν. 3959/2011 και 101 και 102 ΣΛΕΕ.
Ειδικότερα, σύµφωνα µε τις σκέψεις της ως άνω απόφασης της ΟλΕΑ, το κόστος της ετήσιας επισκευής και συντήρησης µε ανταλλακτικά ενός μηχανήματος τεχνητού νεφρού κυμαίνεται μεταξύ 2.000 ευρώ - 4.000 ευρώ. Έτσι σε βάθος δεκαπενταετίας, δηλαδή του µέσου όρου ζωής ενός μηχανήματος, το κόστος συντήρησής του ανέρχεται κατά προσέγγιση στα 26.000 ευρώ - 52.000 ευρώ, εξαιρουμένων των δύο πρώτων ετών κατά τα οποία η επισκευή και συντήρηση γίνεται εντός εγγύησης και άρα δεν χρεώνεται.
Προκύπτει ότι το κόστος επισκευής και συντήρησης (με ανταλλακτικά) σε βάθος δεκαπενταετίας, υπερβαίνει το 50% του συνολικού κόστους και κυμαίνεται μεταξύ 65% - 80%. Αντίστοιχα, το κόστος και συντήρησής τους στη δεκαετία ανέρχεται σε 16.000 ευρώ - 32.000 ευρώ και πάλι μεγαλύτερο από το κόστος αγοράς ενός νέου μηχανήματος.
Το μεγάλο κόστος επισκευής και συντήρησης συνηγορεί ότι τα νοσοκομεία λαμβάνουν αυτό το κόστος υπόψη κατά την αγορά μηχανήματος. Η επισκευή και συντήρηση των μηχανημάτων γίνεται προγραμματισμένα και επαναλαμβανόμενα εντός κάθε έτους λειτουργίας. Το νοσοκομείο έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει σε μεγάλο βαθµό και βάθος χρόνου, πως µια αισθητή αύξηση στην τιµή θα επηρεάσει το κόστος επισκευής και συντήρησης όχι μόνο μέσα στο τρέχον έτος, αλλά για όλο το προσδόκιμο κύκλο ζωής του μηχανήματος.
Ήδη στη δεκαετία, το συνολικό κόστος επισκευής και συντήρησης που, εκτιμάται από 16.000 ευρώ - 32.000 ευρώ ξεπερνά το κόστος κτήσης ενός μηχανήματος. Όπως αναφέρει και το νοσοκομείο Ευαγγελισμός, "Αν δεν δεσμεύονται οι τιµές πλήρους συντήρησης (εργασία και ανταλλακτικά) για τουλάχιστον µία δεκαετία τότε δεν µπορεί να αποκλειστεί µια τέτοια αύξηση των τιμών που θα είχε ως αποτέλεσµα να οδηγηθούµε σε αγορά νέου εξοπλισμού".
Από τη συγκεκριµένη απάντηση του νοσοκομείου προκύπτει ότι ουσιαστικά τα νοσοκοµεία ως ευφυείς καταναλωτές (sophisticated) προβαίνουν σε µία ιδιότυπη µορφή SSNIP test, προτού καταλήξουν στις επιλογές τους (ΟλΕΑ σκ. 138). Σχετικά το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών αναφέρει ότι "το Νοσοκομείο ζητά µε τη σχετική διακήρυξη να καλύπτεται το σχετικό κόστος (ανταλλακτικών και επισκευής και συντήρησης) από τον συμμετέχοντα στον διαγωνισμό µέχρι την παραγωγική λειτουργία του μηχανήματος".
Κατά τα λεγόμενα του νοσοκομείου Ευαγγελισμός "ο κύκλος ζωής ενός µηχανήµατος τεχνητού νεφρού εκτιµάται ότι κατ' ελάχιστο είναι 10-12 έτη, γι' αυτό και η απαίτηση των διακηρύξεων τόσο του Υπουργείου Ανάπτυξης όσο και η πρότυπη της ΕΠΥ για προμήθεια ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, για παροχή ανταλλακτικών και σέρβις είναι για δέκα έτη τουλάχιστον".
Το ΝΓΝ Λαμίας αναφέρει ότι στόχος "του νοσοκομείου είναι να αλλάζει τα μηχανήματα κάθε 10 χρόνια, ώστε να βρίσκεται ο στόλος των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού µέσα στις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις". Έτσι, η επιλογή της δεκαετίας αποτελεί την εκτίµηση ή την άποψη του νοσοκομείου για τον κύκλο ζωής ενός μηχανήματος.
Θα εναπόκειτο άλλωστε στη διακριτική ευχέρεια των νοσοκομείων να δεσμεύσουν τις τιμές της επισκευής και συντήρησης και των ανταλλακτικών σε βάθος δέκαπενταετίας και όχι δεκαετίας (ΟλΕΑ σκ. 144). Η απάντηση του ΓΠΝ Παπαγεωργίου σχετικά µε το αν θα ήταν δυνατή η αντικατάσταση μηχανήματος τεχνητού νεφρού σε περίπτωση σημαντικής αύξησης στην τιµή των ανταλλακτικών του αναφέρει ότι, "Η υπόθεση αυτή είναι χωρίς πρακτική αξία γιατί όποια πιθανή αύξηση στην τιµή των ανταλλακτικών θα έχει µάλλον, αντανάκλαση στην επόµενη προσφορά του συντηρητή που θα κατατεθεί όταν λήξει η τρέχουσα σύμβαση πλήρους συντήρησης.
Δεν υπάρχει εποµένως νοµότυπος λόγος για την διακοπή κάποιας εν ισχύ σύμβασης, αφού δεν πρόκειται να επιβαρυνθεί το Νοσοκομείο" (ΟλΕΑ σκ. 148). Το Σισµανόγλειο σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι υπήρξε περίπτωση αντικατάστασης μηχανήματος τεχνητού νεφρού πριν την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής του (ήτοι είκοσι έτη) επειδή κρίθηκε ασύμφορη η επισκευή του.
Σχετικώς το νοσοκομείο ΘΡΙΑΣΙΟ στο ερώτημα αν θα ήταν δυνατή η αντικατάσταση μηχανήματος τεχνητού νεφρού σε περίπτωση σηµαντικής αύξησης στην τιµή των ανταλλακτικών του, αναφέρει ότι εάν "το κόστος συντήρησης είναι υψηλό και η ηλικία του μηχανήματος µεγάλη, ναι είναι λογικό να σκέπτεται κάποιος την αντικατάσταση του εξοπλισμού".
Επίσης, το νοσοκομείο Ευαγγελισμός αναφέρει "Αν δεν δεσμεύονται οι τιµές πλήρους συντήρησης (εργασία και ανταλλακτικά) για τουλάχιστον µία δεκαετία τότε δεν µπορεί να αποκλειστεί µια τέτοια αύξηση των τιμών που θα είχε ως αποτέλεσµα να οδηγηθούµε σε αγορά νέου εξοπλισμού". Το ΠΓΝ Αλεξανδρούπολης επισημαίνει, "Αν το κόστος συντήρησης και επισκευής ενός μηχανήματος είναι ασύμφορο βάσει των ισχυουσών τιμών της αγοράς και η αντικατάσταση του αποδεδειγμένα είναι πιο συμφέρουσα, τότε φαίνεται λογική η νόµιµη διαδικασία της προμήθειας νέου μηχανήματος".
Το ΠΠΓΝ Ιωαννίνων το οποίο θεωρεί ότι µια λογική αύξηση στην τιµή των ανταλλακτικών δεν θα συντελέσει στην αντικατάσταση μηχανήματος συμπληρώνει ότι "αν συνυπάρχουν µια µεγάλη παράλογη αύξηση στην τιµή των ανταλλακτικών και µεγάλη παλαιότητα του εξοπλισμού που έτσι κι αλλιώς θα χρειαστεί αντικατάσταση, το νοσοκομείο θα προέβαινε στην αντικατάσταση του μηχανήματος" (ΟλΕΑ σκ. 153).
Το νοσοκομείο µπορεί να προφυλαχθεί από απότοµες αυξήσεις στις τιμές επισκευής και συντήρησης µε ανταλλακτικά, µε αντίστοιχες δεσμεύσεις και στις συμπληρωματικές συμβάσεις συντήρησης. Στην περίπτωση του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών στις συμβάσεις συντήρησης και επισκευής έξι μηχανημάτων GAMBRO, χωρίς ανταλλακτικά από την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ (Σύμβαση 16/2013), υπήρχε πρόβλεψη (άρθρο 5 παρ. 4), που αναφέρει "Η τιµολόγηση των ανταλλακτικών - αναλωσίµων υλικών θα γίνεται µε βάση τον εκάστοτε επίσηµο τιµοκατάλογο, που πρέπει να εξάγεται µε βάση επίσηµα στοιχεία αρμόδιων αρχών για τις σημειούμενες κάθε φορά αυξήσεις (χωρίς να υπερβαίνει Δ.Τ.Κ.)".
Σημειώνεται δε ότι κατά τη διάρκεια της ακροαµατικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν διαπιστώθηκε ότι υπήρξε κάποια περίπτωση κατά την οποία εντοπίστηκε απότοµη αύξηση στις τιµές της επισκευής και συντήρησης µε ανταλλακτικά, µε αντίστοιχες δεσμεύσεις και στις συμπληρωματικές συμβάσεις συντήρησης (ΟλΕΑ σκ. 155).
Περαιτέρω, στην περίπτωση των ιδιωτικών νοσοκομείων, το νοσοκομείο συνήθως δεν επωμίζεται κόστος επισκευής και συντήρησης, καθώς το κόστος συντήρησης και ανταλλακτικών βαρύνει την προμηθεύτρια εταιρία των μηχανημάτων. Στις περιπτώσεις που τα μηχανήματα έχουν παραχωρηθεί µε χρησιδάνειο, το κόστος ετήσιας επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων και των ανταλλακτικών καθόλη τη διάρκεια της παραχώρησης της χρήσης βαρύνει την ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων, η οποία φέρει και την ευθύνη για την ορθή λειτουργία τους, η οποία πραγµατοποιείται από τον διανοµέα του εκάστοτε οίκου (ΟλΕΑ σκ. 139).
Η καταγγέλλουσα στην ΟλΕΑ και νυν ενάγουσα υποστήριξε ότι ένδειξη για την αυτοτέλεια των δευτερογενών αγορών αποτελεί το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα νοσοκομεία αγοράζουν τα αναγκαία για τη συντήρηση ή επισκευή ανταλλακτικά χωριστά από την υπηρεσία συντήρησης και επισκευής. Από την έρευνα της ΓΔΑ τέτοια περίπτωση εντοπίστηκε µόνο στην περίπτωση του ΠΓΝ Ιωαννίνων που αναφέρει "...Μετά την παρέλευση του χρόνου εγγύησης, το προσωπικό του Τµήµατος Βιοϊατρικής Τεχνολογίας που έχει αρμοδιότητα την επισκευή - συντήρηση των Μηχανηµάτων Τεχνητού Νεφρού, διενεργεί αποκλειστικά μόνο του την επισκευή ή συντήρηση GAMBRO µε χρήση αποκλειστικά γνήσιων ανταλλακτικών...".
Κατά την εξέταση της υπόθεσης ενώπιον της ΕΑ δεν βρέθηκε να υπάρχουν στην αγορά επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται µόνο στην προμήθεια ή τη διανοµή ανταλλακτικών προς µεταπώληση ή προς ενσωμάτωση στην παροχή συντήρησης και επισκευής, χωρίς να παρέχουν οι ίδιες - ταυτόχρονα και υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης (ΟλΕΑ σκ. 160).
Προς επίρρωση της θέσης της περί ύπαρξης ανεξάρτητων επισκευαστών η καταγγέλλουσα στην ΟλΕΑ και νυν ενάγουσα προσκόµισε και το µε αριθ. πρωτ. ...-2018 έγγραφό της στο οποίο επισυνάπτει πίνακα καταρτισµένο από τον ΕΟΠΥΥ µε στοιχεία σχετικά µε τους συντηρητές των μηχανημάτων Τεχνητού Νεφρού. Η Υπηρεσία στο πλαίσιο της έρευνάς της απέστειλε επιστολή στον ΕΟΠΥΥ σχετικά µε τον εν λόγω πίνακα.
Στο Παράρτημα Δ της Εισήγησης µε αρ. πρωτ. ....2018 παρατίθενται οι απαντήσεις των επίσημων διανοµέων των κατασκευαστικών οίκων, καθώς και των εταιριών που φαίνεται ότι δραστηριοποιούνται ως ανεξάρτητοι επισκευαστές σε εκείνες τις περιπτώσεις, στο σύνολο των 74 Μονάδων που παρατίθενται στον πίνακα του ΕΟΠΥΥ, στις οποίες ως συντηρητής φαίνεται εταιρία άλλη από τον επίσηµο διανοµέα ή την Μονάδα.
Όπως προέκυψε από τα προσκοµισθέντα ενώπιον της ΕΑ στοιχεία, κάποιοι ανεξάρτητοι επισκευαστές φαίνεται να δραστηριοποιούνται σε ιδιωτικές µονάδες (ΟλΕΑ σκ. 162). Περαιτέρω, στην ελληνική αγορά τεχνητού νεφρού, συνήθως η ίδια εταιρία, θυγατρική ή εξουσιοδοτημένος διανομέας, παρέχει τόσο το µηχάνηµα τεχνητού νεφρού όσο και την επισκευή και συντήρηση και τα ανταλλακτικά των μηχανημάτων αυτών.
Συγκεκριµένα προέκυψε ότι, α) οι θυγατρικές ή οι εξουσιοδοτημένοι διανομείς κατά κανόνα δεν εξουσιοδοτούν ή πιστοποιούν τρίτες εταιρίες για την επισκευή / συντήρηση των μηχανημάτων που διανέµουν, β) η επισκευή και συντήρηση των μηχανημάτων στα δηµόσια νοσοκομεία, πραγματοποιείται κυρίως από τους διανοµείς των κατασκευαστικών οίκων στην Ελλάδα και γ) από έλεγχο του ΕΟΠΥΥ σχετικά µε τους συντηρητές µονάδων χρόνιας αιμοκάθαρσης και µονάδων τεχνητού νεφρού εντοπίζονται εταιρίες ανεξάρτητων επισκευαστών (εταιρίες MEDI VALPAN - ... & ΣΙΑ ΟΕ και ...
ΕΕ - ΙΑΜΕD) που δραστηριοποιούνται σε κάποιες Ιδιωτικές µονάδες (ΟλΕΑ σκ. 168). Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, σύμφωνα και µε τις παραδοχές της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας Επιτροπής Ανταγωνισμού, συνάγεται ότι η πρωτογενής αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) και η δευτερογενής αγορά πώλησης ανταλλακτικών, πλην των αναλωσίµων, και συντήρησης και επισκευής αυτών, αποτελούν µία ενιαία αγορά, εφόσον αφενός µεν απουσιάζει η διαλειτουργικότητα των ανταλλακτικών στην αγορά των εργασιών συντήρησης και επισκευής, αφετέρου δε τα δημόσια νοσοκομεία κατά τους διαγωνισμούς που προκηρύσσουν για την προμήθεια μηχανημάτων τεχνητού νεφρού λαμβάνουν υπόψη πέραν του κόστους αγοράς και τη δαπάνη προληπτικής συντήρησης και επισκευαστικών εργασιών, που έχουν αυξημένο συντελεστή βαρύτητας και το συνολικό αυτό κόστος λαμβάνουν υπόψη και τα ιδιωτικά θεραπευτήρια κατά τη σύναψη των συμβάσεων χρησιδανείου.
Κατά τις διαλαμβανόμενες στην παραπάνω απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ) παραδοχές στην περίπτωση της ως άνω καταγγέλλουσας εταιρίας και νυν ενάγουσας, η οποία µέχρι το 2010 ήταν αποκλειστικός διανομέας των ανταλλακτικών GAMBRO και ταυτόχρονα παρείχε υπηρεσίες συντήρησης των μηχανημάτων και µετά το 2010 δραστηριοποιούνταν ως ανεξάρτητος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης, η σχετική αγορά περιλαμβάνει τόσο τον κύριο εξοπλισμό (ιατρικά μηχανήματα τεχνητού νεφρού ΗD) όλων των λοιπών κατασκευαστικών οίκων, όσο και τη δευτερογενή αγορά παροχής υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής τους µε ανταλλακτικά.
Περαιτέρω, σύμφωνα µε την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ), αφού λήφθηκε υπόψη ως βάση υπολογισμού για τον προσδιορισμό των µεριδίων αγοράς ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν οι εταιρίες από τη λιανική πώληση μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD), επισκευή και συντήρηση αυτών και την εμπορία ανταλλακτικών, προσδιορίστηκε ότι αθροιστικά το μερίδιο αγοράς των παραπάνω δραστηριοποιούµενων στην εµπορία μηχανημάτων GAMBRO εταιριών, ήτοι της "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΕΠΕ", της νυν ενάγουσας εταιρίας ΣΕΡΚΟ ΕΠΕ, που δραστηριοποιείται σε νοσοκομεία της Νότιας Ελλάδος και της "...
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που δραστηριοποιείται σε νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδος, ανήλθε µέχρι και το 2014 σε ποσοστό που υπερβαίνει το 45% - 55%, ενώ το 2015 μειώθηκε σε ποσοστό 30% - 45% και ότι η εταιρία "Μediprime", αποκλειστική διανομέας της ανταγωνίστριας εταιρίας "FRESENIUS", είχε έως το έτος 2014 μερίδιο στη λιανική αγορά που κυμαινόταν σε ποσοστό µεταξύ 15% - 25% και 25%- 35%, ενώ το έτος 2015 το µερίδιό της στη λιανική αγορά ανήλθε σε ποσοστό 35% - 45%.
Όσον αφορά τα μερίδια στη λιανική αγορά συστήµατος τεχνητού νεφρού ΗD των λοιπών δραστηριοποιούµενων στην εν λόγω αγορά εταιριών ανήλθαν για την εταιρία Αriti, αποκλειστική διανοµέα της ανταγωνίστριας εταιρίας "ΝΙΚΙSO", έως το έτος 2014 σε ποσοστό που κυμαινόταν μεταξύ 10% - 15% και 25% - 35% και το έτος 2015 σε ποσοστό 15% - 25%, για την εταιρία Ρarofil αποκλειστική διανομέα της ανταγωνίστριας εταιρίας "Β ΒRAUN", έως το έτος 2014 σε ποσοστό 0% - 5% και το έτος 2015 σε ποσοστό 5% - 10% και για την εταιρία Demo, αποκλειστική διανοµέα της ανταγωνίστριας εταιρίας "ΒΕLCΟ", έως το έτος 2014, σε ποσοστό που κυμαινόταν μεταξύ 0% - 5% και 5% - 10% και το έτος 2015 σε ποσοστό 5% - 10%.
Βάσει των δικών της εκτιμήσεων, η εναγοµένη εταιρία ΒΑΧΤΕR το έτος 2016, που διακινούσε πλέον αποκλειστικά τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού ΗD του οίκου GAMBRO, κατείχε το 5% - 10% της ενιαίας αγοράς (ΟλΕΑ σκ. 179 - 184). Σύµφωνα µε το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού πρωταρχικός δείκτης για τη διάρθρωση µιας αγοράς και τη σπουδαιότητα των δραστηριοποιούµενων σε αυτή επιχειρήσεων αποτελεί το μερίδιο αγοράς καθεµίας µε βάση τον κύκλο εργασιών της.
Στη χονδρική αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) το μερίδιο της εταιρίας GAMBRO ανήλθε το έτος 2008 σε ποσοστό 25% - 35%, το έτος 2009 σε ποσοστό 15% - 25%, το έτος 2010 σε ποσοστό 15% - 25%, το έτος 2011 σε ποσοστό 15% - 25%, το έτος 2012 σε ποσοστό 5% - 10%, το έτος 2013 σε ποσοστό 10% - 15%, το έτος 2014 σε ποσοστό 15% - 25% και το έτος 2015 σε ποσοστό 5% - 10%, της εταιρίας FRESENIOUS ανήλθε το έτος 2008 σε ποσοστό 10% - 15%, το έτος 2009 σε ποσοστό 35% - 45%, το έτος 2010 σε ποσοστό 25% - 35%, το έτος 2011 σε ποσοστό 35% - 45%, και το έτος 2012 σε ποσοστό 35% -45%, ενώ των λοιπών εταιριών ανήλθε το έτος 2008 σε ποσοστό 55% - 65%, το έτος 2009 σε ποσοστό 35% - 45%, το έτος 2010 σε ποσοστό 35% - 45%, το έτος 2011 σε ποσοστό 45% - 55% και το έτος 2012 σε ποσοστό 55% - 65%.
Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι το μερίδιο αγοράς της εταιρίας GAMBRO υπερέβη το 25% - 35%, µόνο το 2008 οριακά. Το µερίδιό της ακολουθεί πτωτική πορεία στην αγορά, όπως άλλωστε και το μερίδιο της αποκλειστικής διανομέως της στην Ελλάδα. Ήδη από το 2009, το, µερίδιο της "FRESENIUS" ξεπερνά αυτό της GAMBRO, ενώ για το τελευταιο συγκρίσιµο έτος, το 2012 η εν λόγω διαφορά δευρύνεται αισθητά.
Οι δύο εταιρίες αθροιστικά, εξυπηρετούν το 45% - 55% της αγοράς, ενώ η υπόλοιπη αγορά μοιράζεται στους λοιπούς ανταγωνιστές (ΟλΕΑ σκ. 188 - 189). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC" και η εξαγορασθείσα "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" αποτελούν µία ενιαία οικονομική µονάδα, αφού µετά την εξαγορά αποτελούν ένα ενιαίο όμιλο εταιριών στο πλαίσιο του οποίου ο όμιλος "ΒΑΧΤΕR" ελέγχει τον όμιλο "GAMBRΟ", η δε "ΒΑΧΤΕR" μητρική της εναγοµένης, αποτελεί µε αυτή µία ενιαία οντότητα, αφού πρώτον την ελέγχει 100% και δεύτερο την έχει εντάξει πλήρως µε απόφαση της διοίκησης του οµίλου στο καθετοποιηµένο σύστηµα οργάνωσης, που εφαρμόζει ως προεκτέθηκε από τις αρχές του 2016 στην ελληνική αγορά και έτσι η τελευταία δεν αναπτύσσει ανεξάρτητη συμπεριφορά στη σχετική αγορά, σύμφωνα και µε τις παραδοχές της παραπάνω απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ), µε βάση τις οποίες µετά το 2016 η εταιρία "GAMBRΟ" λογίζεται ως ενιαία οντότητα µε την εταιρία "ΒΑΧΤΕR".Συνεπώς, η παραπάνω εταιρία, που προέβη στην εξαγορά, η εναγοµένη θυγατρική και η εξαγορασθείσα συνιστούν µία ενιαία οικονομική οντότητα.
Κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα µε την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ), την περίοδο των ετών 2008 - 2015, η "GAMBRΟ" στην αγορά χονδρικής πώλησης μηχανημάτων τεχνητού νεφρού και ανταλλακτικών αυτών, όπου δραστηριοποιείται, δεν κατείχε παρά µόνο το έτος 2008 το υψηλότερο μερίδιο αγοράς στην ελληνική επικράτεια.
Ειδικότερα, το µερίδιό της παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις και κυµάνθηκε από 25% - 35% (2008) έως 5% -10% (2018), µε σαφή πτωτική τάση κατά την πάροδο των ετών αυτών. Ο πλησιέστερος ανταγωνιστής της, η πλήρως καθετοποιηµένη εταιρία "FRESENIUS", διέθετε κατά την ίδια περίοδο µερίδια αγοράς, που κυμαίνονταν από 10% - 15% έως 35% - 45% (κατά το έτος 2012), µε σοβαρή ανοδική τάση κατά τη διάρκεια της περιόδου.
Η σαφής αυτή εικόνα για την ισχύ των δύο βασικότερων επιχειρήσεων στην αγορά δεν ανατρέπεται ουσιωδώς κατά τη διετία 2016 - 2017, κατά την οποία η "GAMBRΟ" ενσωματώθηκε στον όμιλο της "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", ο οποίος δραστηριοποιείται πλέον από το 2016 και στην αγορά λιανικής, για τη διανοµή των σχετικών προϊόντων (μηχανημάτων, ανταλλακτικών), αλλά και για την παροχή των υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής µέσω της θυγατρικής του ομίλου εταιρίας ΒΑΧΤΕR, η οποία αντικατέστησε την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ στην ίδια αγορά.
Περαιτέρω, στην αγορά λιανικής του συστήµατος τεχνητού νεφρού ΗD, η θέση της ΒΑΧΤΕR υπολείπεται σηµαντικά έναντι των ανταγωνιστών της, καθώς κατά τα έτη 2016 - 2017 πραγματοποίησε κύκλο εργασιών, που υπολείπεται έναντι των πωλήσεων, που κατά το προηγούμενο έτος 2015 πραγματοποιήθηκε για τα προϊόντα "GAMBRΟ" από την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ (κατά ποσοστό ανώτερο του 45 - 50%), αλλά και έναντι των ανταγωνιστών της.
Σημειώνεται ότι το μερίδιο της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ για το έτος 2015 υπολογίζεται, βάσει του κύκλου εργασιών της στην αγορά του συστήµατος τεχνητού νεφρού ΗD, σε 10% - 15%.Συνεπώς, το στοιχείο αυτό περί των πωλήσεων της ΒΑΧΤΕR κατά τα έτη 2016 - 2017 παρέχει ισχυρή ένδειξη ότι το μερίδιο αγοράς της επιχείρησης κυµάνθηκε σε ποσοστά κατώτερα του 10% - 15%, ήτοι σε επίπεδο, που δεν δύναται να θεµελιώσει δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
Κατά συνέπεια, η GAMBRΟ, η οποία για τα έτη µετά το 2016 λογίζεται ως ενιαία οντότητα µε την ΒΑΧΤΕR, δεν συγκεντρώνει, ούτε διατηρεί το υψηλότερο µερίδιο της αγοράς, αλλά το µερίδιό της υπολείπεται κατά τα περισσότερα έτη του πλησιέστερου ανταγωνιστή της και επομένως, η εν λόγω επιχείρηση δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά (ΟλΕΑ σκ. 497 - 499).
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται αφενός µεν ότι η αγορά τεχνητού νεφρού ΗD είναι ενιαία και περιλαμβάνει τόσο τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού, όσο και την επισκευή και συντήρηση και τα ανταλλακτικά αυτών, πλην των αναλωσίμων, αφετέρου δε ότι η σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" και εν συνεχεία η εναγοµένη εταιρία, που αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα µε την εν λόγω σουηδική εταιρία, δεν κατέχει δεσπόζουσα (µονοπωλιακή) θέση στην ανωτέρω οριοθετηµένη ενιαία αγορά τεχνητού νεφρού και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται από µέρους της εναγοµένης καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της, µε την άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD GAMBRO στην ενάγουσα κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 ν. 3959/2011, 102 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, απορριπτοµένου ως ουσία αβάσιµου του δεύτερου λόγου της έφεσης της ενάγουσας.
Περαιτέρω, τα µηχανήματα τεχνητού νεφρού, που εντάσσονται ως προεκτέθηκε στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, είναι υψηλής τεχνολογίας και χρήζουν ειδικού χειρισμού και ειδικής συντήρησης. Επειδή δε σχετίζονται µε το αγαθό της θεραπείας των νεφροπαθών απαιτούν στενή εποπτεία και παρακολούθηση της λειτουργίας τους από την κατασκευάστρια εταιρία, µε συνέπεια η πώληση ενός τέτοιου μηχανήματος από την τελευταία να γεννά ταυτόχρονα την υποχρέωση της δια βίου συντήρησης αυτών με γνήσια ανταλλακτικά της παραγωγού εταιρίας, έτσι ώστε η πώληση ανταλλακτικών και η υπηρεσία συντήρησης αυτών να συνδέονται αναπόσπαστα, µε την πώληση των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού και να αποτελούν ενιαίο µε αυτή σύνολο.
Εξάλλου, κάθε επιχείρηση απολαμβάνει επιχειρηµατικής ελευθερίας και έχει το δικαίωµα να επιλέγει αυτόνομα τους εμπορικούς της εταίρους και να διαθέτει ελεύθερα τα περιουσιακά της στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό οι επιχειρήσεις έχουν το δικαίωµα να επιλέγουν τους διανομείς τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βελτιώνεται η επιχειρηματική τους αποτελεσματικότητα, µε βάση τα δικά τους κάθε φορά κριτήρια και αντιλήψεις.
Η άρνηση από το έτος 2016 και εφεξής προμήθειας ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO από πλευράς της εναγοµένης αποδείχθηκε ότι εκδηλώθηκε καθολικά προς κάθε τρίτο και όχι διακριτικά προς την ενάγουσα, αποτελώντας απόρροια εύλογης επιχειρηματικής απόφασης να διαθέτει αποκλειστικά η ίδια (εναγοµένη), ως θυγατρική εταιρία της μητρικής ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC, ενταγμένη στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων µε την κατασκευάστρια εταιρία Gambro, προς τους καταναλωτές, τόσο το πρωτογενές προϊόν (μηχάνημα τεχνητού νεφρού Gambro), όσο επισκευής του και τη δευτερογενή υπηρεσία (παροχή συντήρησης και μηχανήματος τεχνητού νεφρού Gambro µε χρήση ανταλλακτικών), στα πλαίσια εφαρµογής από µέρους αυτής (εναγοµένης) ενός πλήρους καθετοποιηµένου μοντέλου οργάνωσης στην Ελλάδα, όπως έχει επικρατήσει και διεθνώς, όπου οι υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών κυρίως στα δημόσια νοσοκομεία, σύμφωνα µε τις προεκτεθείσες σκέψεις της απόφασης της ΟλΕΑ, παρέχονται από τον ίδιο το διανοµέα του κατασκευαστικού οίκου, ο οποίος είναι ενταγµένος στο μοντέλο οργάνωσής του και όχι από τρίτους ανεξάρτητους παρόχους.
Το μοντέλο αυτό καθετοποίησης εφαρµόζεται από κατασκευαστικούς οίκους μηχαγηµάτων τεχνητού νεφρού ΗD, ήτοι, α) από την εταιρία Fresenius, όπου υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών παρέχει η διανομέας ΜediPrime ΑΕΕ, β) από την εταιρία ΝΙkkίsο, όπου υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών παρέχει η διανομέας εταιρία ΑΡΗΤΗ ΑΕ, γ) από την εταιρία Βelicο, όπου υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών παρέχει η διανομέας εταιρία DΕΜΟ ΑΒΕΕ και δ) από την εταιρία Β Βraun, όπου υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών παρείχε η διανομέας εταιρία ...
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ "ΡΑROFIL" και νυν ως νέος διανομέας, η εταιρία ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ. Περαιτέρω, η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή, για να θεµελιώσει την ιστορική της βάση, επικαλείται άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO προς αυτή από την εναγοµένη και όχι διακριτική άρνηση πώλησης των εν λόγω ανταλλακτικών εκ µέρους της εναγοµένης, ως προεκτέθηκε.
Σε κάθε όµως, περίπτωση αποδεικνύεται ότι, µετά την ως άνω εξαγορά της GAMBRO από την ΒΑΧΤΕR, την απευθείας πώληση στην ελληνική αγορά των προϊόντων GAMBRO, συμπεριλαμβανοµένων των μηχανημάτων, ανταλλακτικών και τις παροχές σχετικών υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης ανέλαβε από την 1-1-2016 η ΒΑΧΤΕR. Με κοινή συμφωνία των µερών, λύθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 η από 7-10-2003 σύμβαση διανομής της GAMBRO µε την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ.
Έκτοτε, οι όποιες πωλήσεις ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRΟ έλαβαν χώρα προς την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ, αποτελούσαν εκπλήρωση υποχρέωσης που είχε αναλάβει ο κατασκευαστικός οίκος GAMBRO, υπό την ιδιότητα του προμηθευτή, έναντι της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ, υπό την ιδιότητά της ως διανοµέως από την από ...-2015 "Σύμβαση Συμβιβασμού, Λύσης και Μετάβασης".
Με την από ...-2015 "Σύμβαση Συμβιβασμού, Λύσης και Μετάβασης" λύθηκε συµβιβαστικά η υφιστάμενη μεταξύ των µερών σύμβαση διανοµής µε αμοιβαίες υπαναχωρήσεις και συνολική ρύθμιση όλων των επιµέρους θεμάτων. Ειδικότερα, µε συγκεκριµένο όρο της σύμβασης λύσης προβλέφθηκε µια περιουσιακή µετενέργεια της λυόµενης σύμβασης διανομής, προκειµένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ενδεχόµενης αδυναμίας υποκατάστασης της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ σε ορισμένες συμβάσεις παροχής συντήρησης οι οποίες είχαν καταρτιστεί µε δηµόσια νοσοκομεία.
Στην ουσία πρόκειται για συμβιβαστική πρόβλεψη - ρύθμιση αξίωσης την οποία, λόγω της λύσης της σύμβασης διανομής, θα μπορούσε ούτως ή άλλως να εγείρει εναντίον της GAMBRO η ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ, επικαλούµενη τις υφιστάμενες συμβατικές ρυθμίσεις και το εφαρµοστέο Αγγλικό Δίκαιο.Συνεπώς, οι όποιες πωλήσεις προς την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ αφορούσαν αποκλειστικά και µόνο τις συμβατικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε η GAMBRO δυνάμει του ως άνω συμφωνητικού και εκπληρώθηκαν για λογαριασμό της από την ΒΑΧΤΕR (ΟλΕΑ σκ. 249-250).
Συγκεκριµένα µε τον όρο 4.4 της ως άνω από ...-2015 σύμβασης μεταξύ της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ και της GAMBRO συμφωνήθηκε μεταξύ των µερών ότι όσον αφορά τα υφιστάμενα δηµόσια συμβόλαια, τα οποία δεν μπορούν να μεταβιβαστούν στη GAMBRO ή στο καθοριζόµενο από την GAMBRO πρόσωπο (υπό την επιφύλαξη της λήψης επαρκών πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι µία τέτοιου είδους μεταβίβαση δεν είναι δυνατή), η Gambro θα υποχρεούται, κατόπιν λήψης παραγγελιών από την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ οι οποίες θα τεθούν στην περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος και της 31-12-2015, να προμηθεύσει δωρεάν την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ µε προϊόντα έως της μέγιστης αξίας των 100.215 ευρώ, ενώ µε τον όρο 4.5 συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε επιπλέον προϊόντα χρειαστεί να παραδοθούν σε πελάτες από την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, είτε καθ' υπέρβαση του ορίου των 100.215 ευρώ για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος και της 31-12-2015, είτε σε σχέση µε υφιστάμενες υποχρεώσεις σε συνέχεια της λύσης της σύμβασης διανομής, θα παρέχονται από τη Gambro σε µια βάση παραγγελίας - τιµολογίου, ανάλογη προς τους όρους που προβλέπονται στη λυόµενη σύμβαση διανομής.
Από τα προσκοµισθέντα δε τιμολόγια και δελτία αποστολής πωλήσεων της ΒΑΧΤΕR προς την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 232 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται ότι για το έτος 2016 εκδόθηκαν 68 τιμολόγια για αναλώσιμα συνολικής καθαρής αξίας χωρίς ΦΠΑ 186.015,13 ευρώ και 20 µόνο τιμολόγια για ανταλλακτικά συνολικής, καθαρής αξίας χωρίς ΦΠΑ 69.894,64 ευρώ, ενώ για το έτος 2017 εκδόθηκαν 10 τιμολόγια για αναλώσιμα συνολικής καθαρής αξίας χωρίς ΦΠΑ 25.310 ευρώ και 1 µόνο τιμολόγιο για ανταλλακτικά συνολικής καθαρής αξίας χωρίς ΦΠΑ 1.654,87 ευρώ.
Περαιτέρω, όσον αφορά την εταιρία ... -ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη από το έτος 2016, που ανέλαβε την οικεία, επιχειρηματική δραστηριότητα και στα πλαίσια λήψης της ως άνω απόφασης της διοίκησης του ομίλου ΒΑΧΤΕR για αναδιάρθρωση του συστήματος οργάνωσης της προμηθεύτριας εταιρίας και εφαρµογής από μέρους της ενός πλήρους καθετοποιηµένου μοντέλου οργάνωσης στην Ελλάδα, δεν προέβη σε απευθείας πωλήσεις ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro προς την εταιρία ... - ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, αλλά ούτε και σε έµµεσες πωλήσεις µέσω της εταιρίας ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ, αφού από τα προσκοµιζόµενα τιμολόγια μεταξύ των εταιριών, ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ και ... - ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 232 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται ότι για το έτος 2017 δεν προσκοµίζεται κανένα τιμολόγιο μεταξύ των δύο αυτών εταιριών, ενώ για έτος 2016 προσκομίζονται 12 τιμολόγια για τα οποία η εταιρία ... - ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ στη σχετική δήλωσή της που κατέθεσε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 232 ΚΠολΔ, δήλωσε ρητά ότι "τα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς αφορούν στην αγορά προϊόντων προς εξυπηρέτηση συµβάσεων που διατηρεί η εταιρία µας µε Νοσοκομεία και Κλινικές ανά την Ελλάδα για την προμήθεια ανταλλακτικών, κατόπιν διενέργειας διαγωνισμών στους οποίους αναδείχθηκε ανάδοχος το αργότερο εντός του 2015" και για το λόγο αυτό (άρνησης πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro) η εταιρία ... - ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, άσκησε τη µε αριθ.
κατάθ. 997209/2457/ 2017 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της νυν εναγοµένης, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η µε αριθ. 629/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία έγινε εν µέρει δεκτή η αγωγή και ειδικότερα έγινε δεκτό το κύριο αίτημα να υποχρεωθεί η εναγοµένη να άρει τις αναφερόμενες σε αυτή ανταγωνιστικές πράξεις και να τις παραλείπει επ’ αόριστον στο µέλλον κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 18α ν. 146/1914 µε απαγγελία χρηματικής ποινής και επίσης έγινε εν µέρει δεκτό το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και εν συνεχεία εκδόθηκε η µε αριθ 1671/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, µετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τα διάδικα µέρη, µε την οποία αφού εξαφανίστηκε η µε αριθ. 629/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν µέρει δεκτή η αγωγή ως προς το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η μεν εταιρία ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ αποτελεί, ως προεκτέθηκε, ήδη αποκλειστική διανομέα του ανταγωνιστικού σε σχέση µε την εναγοµένη, κατασκευαστικού οίκου Β ΒRAUΝ, η δε εταιρία ... - ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ από το έτος 2019 έχει ξεκινήσει συνεργασία µε τον ελβετικό οίκο ΙΝFOMED, που δραστηριοποιείται στην περιτοναϊκή κάθαρση.
Περαιτέρω, αναφορικά µε τον ισχυρισμό της ενάγουσας, που επαναφέρεται µε τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι η εναγομένη ασκώντας παράνομα και καταχρηστικά τη µονοπωλιακή δύναμη διαμόρφωσης της τιµής πώλησης των ανταλλακτικών της στην Ελλάδα, σε εκτέλεση της από 28-3-2016 προσωρινής διαταγής του Πρωτοδικείου Αθηνών, πώλησε σε αυτή (ενάγουσα) τα ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambrο, που αναφέρει στην αγωγή, όχι σε τιµές χονδρικής, αλλά σε τιµές λιανικής, προσαυξηµένες ακόµη και 37 φορές πάνω από το κόστος αγοράς τους από την ενδοοµιλική συνδεδεμένη εταιρία "ΒΑΧΤΕR SERVICES EUROPE SA", που αποτελεί το κέντρο διανοµής ανταλλακτικών στην Ευρώπη, με βάση τον ενδοοµιλικό τιμοκατάλογο της τελευταίας, ήτοι μεταπώλησε σε αυτή (ενάγουσα) τα εν λόγω ανταλλακτικά µε ποσοστό κέρδους που συνιστά και κυμαίνεται από 417,86% µέχρι και 3.627,27% και µε υψηλότερες τιμές από ότι πώλησε στις εταιρίες ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ ΚΑΙ ... -ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, οι δε τιµές λιανικής πώλησης της εναγοµένης προς τα νοσοκομεία είναι αισχροκερδείς, διότι γίνεται µε μεικτό κέρδος έως και 4.045,94% σε τιµή έως και 41 φορές πάνω από το κόστος κτήσης τους, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος για τους εξής λόγους, α) η εναγοµένη λόγω της εφαρµογής του συστήµατος καθετοποίησης που εφάρµοσε από το έτος 2016 και εφεξής, ως προεκτέθηκε, δεν προβαίνει σε χονδρικές πωλήσεις προς τρίτους, αλλά µόνο σε πωλήσεις λιανικής προς τα νοσοκομεία, β) βάση της αγωγής είναι η άρνηση πώλησης και όχι η διακριτική άρνηση πώλησης ή διακριτική µεταχείρηση και ως εκ τούτου οι πωλήσεις στην ενάγουσα στις οποίες η τελευταία αναφέρεται είναι εκείνες, που έλαβαν χώρα αναγκαστικά σε συμμόρφωση της εναγοµένης αρχικά µε την ως άνω προσωρινή διαταγή, εν συνεχεία µε τη µε αριθ. 176/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τέλος µε την εκκαλουµένη και όχι στο πλαίσιο άσκησης οικείας επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγοµένης µε αντικείµενο τις πωλήσεις χονδρικής έναντι τρίτων, γ) οι τιµές ενδοοµιλικής συναλλαγής ανερχόµενες στο εργοστασιακό κόστος παραγωγής µε ένα περιθώριο κέρδους γύρω στο 10% δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο για να συναχθεί αν η τελική τιµή - πώλησης ενός προϊόντος εν προκειμένω ανταλλακτικό μηχανήματος τεχνητού νεφρού είναι υπερβολική ή όχι και δ) το άρθρο 50 ν. 4172/2013 (Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος) µε την αναφορά στην αρχή των ίσων αποστάσεων στοχεύει να αποκλείσει την καταστρατήγηση διατάξεων φορολογικής φύσεως σε περιπτώσεις που νοµικά πρόσωπα ή οντότητες πραγματοποιούν διεθνείς ή εγχώριες συναλλαγές µε συνδεδεμένα µε αυτά πρόσωπα, µε οικονομικούς ή εμπορικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα ίσχυαν μεταξύ µη συνδεδεμένων προσώπων ή μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων και τρίτων επιχειρήσεων.
Προβλέπει δε ότι οποιαδήποτε κέρδη χωρίς τους όρους αυτούς θα είχαν πραγµατοποιηθεί από τα εν λόγω πρόσωπα, αλλά δεν πραγµατοποιήθηκαν εξαιτίας των ειδικών αυτών όρων, περιλαμβάνονται στα κέρδη τους, στο βαθµό που δεν μειώνουν το ποσό του καταβλητέου φόρου. Η "αρχή των ίσων αποστάσεων" αποτελεί το διεθνές πρότυπο τιµολογιακής πολιτικής, το οποίο θα πρέπει να ακολουθούν τα κράτη µέλη του ΟΟΣΑ για την τεκμηρίωση τιµών των ενδοομιλικών τους συναλλαγών.
Ο ορισμός της περιλαμβάνεται στο άρθρο 9 του Μοντέλου Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας, σύμφωνα µε το οποίο, όταν κατά τον χρόνο διενέργειας της συναλλαγής, "οι όροι που δημιουργούνται ή επιβάλλονται μεταξύ δύο συνδεδεμένων επιχειρήσεων στα παλίσια των εμπορικών και χρηματοοικονοµικών σχέσεων τους, διαφέρουν από όσους πραγματοποιούνται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις, τότε οποιαδήποτε κέρδη δεν εμφανίζονται λόγω αυτών των όρων, θα μπορούν να συμπεριληφθούν στα κέρδη της συγκεκριµένης εταιρίας και να φορολογηθούν αντίστοιχα".
Ως εκ τούτου, η τιµή µιας ενδοοµιλικής συναλλαγής είναι εύλογη, όταν δε διαφέρει από την τιµή µιας παρόμοιας συναλλαγής μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, υπό παρόμοιες συνθήκες, σε καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού. Είναι γνωστό ότι, τα ανεξάρτητα µέρη που συνάπτουν διασυνοριακές συναλλαγές καθοδηγούνται από τις δυνάµεις της αγοράς, οι οποίες είναι εκτός του ελέγχου τους.
Οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις, αντίθετα, μπορούν να συναλλάσσονται χωρίς να επηρεάζονται από τις δυνάμεις αυτές, χειραγωγώντας τις τιµές των συναλλαγών. Αυτός δε ο χειρισμός, µπορεί να επηρεάσει τα εμφανιζόµενα κέρδη των επιχειρήσεων και τελικά το ποσό του φόρου που καταβάλλουν στις εθνικές φορολογικές αρχές.
Το συγκεκριµένο, λοιπόν, πρότυπο τιμολόγησης, επιδιώκει να ευθυγραµµίσει την κατανομή των κερδών µε τη δηµιουργία αξίας και την πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Η αρχή των ίσων αποστάσεων αντιμετωπίζει όλα τα συμβαλλόμενα μέρη σε ισότιμη βάση, λειτουργεί δε αποτελεσματικά στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
Μεταξύ των πλεονεκτημάτων της συγκαταλέγεται και το γεγονός, ότι υλοποιεί στην πράξη την ισότιμη φορολογική μεταχείριση μεταξύ συνδεδεμένων µελών πολυεθνικών εταιριών και ανεξάρτητων επιχειρήσεων, αποτρέποντας τη δημιουργία φορολογικών πλεονεκτημάτων για ορισμένες µόνο οντότητες (βλ..........). Ο κανόνας των ίσων αποστάσεων, που δεν αποτελεί αγορανοµικό κανόνα, ούτε κανόνα του δικαίου του ελεύθερου ή αθέµιτου ανταγωνισμού, αλλά κανόνα φορολογικού δικαίου, δεν σκοπεύει να υπαγορεύσει συγκεκριμένες τιµές πώλησης ή επιτρεπόμενα περιθώρια κέρδους, αλλά να αποτρέψει την καταστρατήγηση των κανόνων περί φορολόγησης εισοδήµατος σε περίπτωση πλασματικής μεταβίβασης εισοδήµατος σε κράτος άλλο από εκείνο στο οποίο το εισόδημα θα έπρεπε να προκύψει και να δηλωθεί, κατά καταστρατήγηση της ελευθερίας διαμόρφωσης των τιμών.
Πρόκειται για µια αρχή για την αποτίµηση των κερδών που προκύπτουν από τις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων και κατ' ουσία επιβάλλει την αποτίµηση των ενδοεπιχειρησιακών (ή ενδοομιλικών) συναλλαγών σαν να είχαν πραγµατοποιηθεί από μη συνδεδεμένες επιχειρήσεις, αλλά από ανεξάρτητες, κάθε µία από τις οποίες ενεργεί προς όφελός της.
Ο κανόνας των ίσων αποστάσεων επιτάσσει τη φορολόγηση των επιχειρήσεων επί τη βάσει των κερδών που δεν πραγματοποίησαν εξαιτίας της εφαρµογής ενδοοµιλικών τιµών σε συνδεδεμένες προς αυτές επιχειρήσεις. Σύµφωνα δε µε την αρχή των ίσων αποστάσεων, από την τιμολογιακή πολιτική της ΒΑΧΤΕR SERVICES EUROPE SA, διανοµέα του Ομίλου ΒΑΧΤΕR προς την εναγοµένη, δεν µπορεί να συναχθεί τεκμήριο περί του ευλόγου τιµήµατος των ανταλλακτικών Gambro, στα πλαίσια συναλλαγών μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
Επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση οι τιµές ενδοοµιλικής συναλλαγής μεταξύ της εταιρίας ΒΑΧΤΕR SERVICES EUROPE SA και της εναγομένης εσφαλμένα χρησιμοποιούνται από την ενάγουσα ως βάση προς σύγκριση µε τις τιµές στις οποίες η εναγοµένη πωλεί στον τελικό καταναλωτή - νοσοκομεία και στην ενάγουσα αναγκαστικά σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και προς υπολογισμό του πραγματοποιούµενου κέρδους της εναγοµένης και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί υπερβολικής τιμολόγησης (αισχροκέρδειας) στις πωλήσεις μεταξύ πελατών της ίδιας βαθμίδας.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον έτερο αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η τιμολογιακή πολιτική της εναγοµένης να πωλήσει ανταλλακτικά σε δηµόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία σε τιµές ίσες ή και μικρότερες των τιµών στις οποίες πώλησε στην ενάγουσα σε εκτέλεση της ως άνω προσωρινής διαταγής συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγοµένης µε τη µορφή της συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους της ενάγουσας, αλλά και αθέµιτη ανταγωνιστική πρακτική (εφαρµογή άνισων όρων) όταν υλοποιείαι από επιχείρηση µε δεσπόζουσα θέση στην αγορά, όπως η εναγοµένη, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος αναφορικά µε τη βάση της αγωγής για καταχρηστική εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης της εναγοµένης, αφού αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η εναγοµένη δεν έχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά.
Σχετικά δε µε την αγωγική βάση του αθέµιτου ανταγωνισμού του άρθρου 1 ν. 146/1914 αποδεικτέα τα εξής: Πράγματι η εναγοµένη, α) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ........ στην τιµή των 643,93 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στην τιµή των 643,93 ευρώ, β) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία VALVE UNIT ......
στην τιµή των 98,69 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στην τιµή των 98,68 ευρώ, γ) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ....... στην τιµή των 2,87 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.
Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ στην τιµή του 1 ευρώ, δ) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ...... στην τιµή των 3,47 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ , στην τιμή του 1 ευρώ, ε) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ......
στην τιµή των 5,90 το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ στην τιµή του 1 ευρώ, στ) µε το ...-2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ..... στην τιµή των 66,62 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου- Γ.Ν.
ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ στην τιµή του 1 ευρώ, και ζ) µε το ...- 2016 τιμολόγιο πώλησε στην ενάγουσα το ανταλλακτικό µε στοιχεία ... ..... στην τιµή των 13,82 ευρώ, το ίδιο δε ανταλλακτικό πώλησε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ στην τιµή του 1 ευρώ. Πλην, όµως, ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας δεν συνιστά ισχυρισμό περί αθέµιτης τιμολόγησης από πλευράς της εναγοµένης σε συνθήκες ελεύθερου ή αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά ισχυρισμό περί µη συμμόρφωσης της εναγοµένης στην ανωτέρω από 28-3-2016 δοθείσα υπέρ της ενάγουσας προσωρινή διαταγή για εκτέλεση παραγγελιών και πώληση ανταλλακτικών στην ενάγουσα από την εναγοµένη σε τιµές χονδρικής και όχι λιανικής.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω ισχυρισμός της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιµος, διότι η εναγοµένη πωλεί ανταλλακτικά στα νοσοκομεία σε τιµές λιανικής, στη δε ενάγουσα σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων ελλείψει από πλευράς αυτής (εναγοµένης) τιμοκαταλόγου χονδρικής, πωλεί σε τιµές λιανικής μειωμένες κατά 10%.
Η ως άνω περίπτωση πώλησης από την εναγομένη των ανωτέρω 2 κωδικών ανταλλακτικών στην ενάγουσα σε τιµή λιανικής όπως και στο νοσοκομείο Ιωαννίνων και των παραπάνω 5 κωδικών ανταλλακτικών στην ενάγουσα σε τιµή πολύ πάνω από τη λιανική από ότι στο νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ, στο οποίο τιμολογήθηκαν στην τιµή του 1 ευρώ, είναι η μοναδική τέτοια περίπτωση στο σύνολο των αναγκαστικών πωλήσεων της εναγοµένης στην ενάγουσα και στο σύνολο των λιανικών πωλήσεων της εναγοµένης στα νοσοκοµεία και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύει γενικευμένη εφαρµογή πολιτικής υποτιµολόγησης - συμπίεσης κέρδους από πλευράς της εναγοµένης, αλλά μεμονωμένη τέτοια περίπτωση.
Ειδικά δε ως προς την ως άνω τιμολόγηση στο νοσοκομείο Ηρακλείου - Γ.Ν. ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ άπαξ στην τιµή της µονάδας οφείλεται σε παραδροµή των υπαλλήλων της εναγοµένης, η οποία εν συνεχεία απέστειλε την από 17-6-2016 διορθωτική επιστολή της προς το ανωτέρω νοσοκομείο στην οποία αναφέρει ότι "...ο κωδικός ... .... προσφέρθηκε και τιµολογήθηκε εκ παραδροµής 1 ευρώ αντί του ποσού των 3,31 ευρώ, ο κωδικός ... .....
προσφέρθηκε και τιµολογήθηκε εκ παραδροµής 1 ευρώ αντί του ποσού των 3,86 ευρώ, ο Κωδικός ... .... προσφέρθηκε και τιµολογήθηκε εκ παραδροµής 1 ευρώ αντ του ποσού των 6,56 ευρώ, ο κωδικός ... .... προσφέρθηκε και τιµολογήθηκε εκ παραδροµής 1 ευρώ αντί του ποσού των 74,02 ευρώ, ο κωδικός ... .... προσφέρθηκε και τιµολογήθηκε εκ παραδροµής 1 ευρώ αντί του ποσού των 15,35 ευρώ.
Παρακαλούμε όπως λάβετε υπόψη σας τις παραπάνω τιµές για μελλοντικά αιτήµατά σας σχετικά µε τους παραπάνω κωδικούς". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη πωλεί σε συµφέρουσες οικονομικά και όχι υπερβολικά χαμηλές τιµές στα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, συνεπεία του συστήµατος καθετοποιηµένης οργάνωσης που εφαρμόζει, έτσι ώστε εκείνα (νοσοκομεία) να προτιμούν την αγορά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro και αυτά (μηχανήματα τεχνητού νεφρού) να παραμένουν σε εύρυθμη λειτουργία, στο πλαίσιο του οποίου (συστήµατος καθετοποιηµένης οργάνωσης) η παροχή των υπηρεσιών συντήρησης µε χρήση των αντίστοιχων ανταλλακτικών χωρεί ενδοοµιλικά προς τους πελάτες λιανικής (νοσοκομεία).
Τα δηµόσια νοσοκομεία, ως προεκτέθηκε, λαμβάνουν την απόφαση αγοράς συγκεκριµένου μηχανήματος τεχνητού νεφρού της Gambro ή άλλου κατασκευαστικού οίκου λαμβάνοντας υπόψη το κόστος συντήρησης, και ως εκ τούτου µη συμφέρουσα τιµή πώλησης ανταλλακτικών στα δηµόσια νοσοκομεία θα μεταφερόταν και θα είχε αντίκτυπο στον ανταγωνισμό.
Σύμφωνα δε και µε τα εκτεθέντα στην παραπάνω µείζονα σκέψη, η έννοια των χρηστών ηθών δεν µπορεί στο δίκαιο του αθέµιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής µόνο ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται µε βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθµισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται, ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.
Αντικείµενο δηλαδή προστασίας δεν είναι µόνο το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική, διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Στη συγκεκριµένη περίπτωση το συμφέρον των τελικών καταναλωτών και η λειτουργία της αγοράς δεν επιβάλλει την πώληση των ανταλλακτικών στα νοσοκομεία σε υψηλές τιµές, αλλά σε τιµές συµφέρουσες οικονομικά.
Εξάλλου, αναφορικά µε τη νομιμότητα των διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης συµβάσεων παροχής υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού του κατασκευαστικού οίκου Gambro, σύμφωνα και µε τις σκέψεις της ως άνω απόφασης της ΟλΕΑ, αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιοι φορείς για τη διενέργεια διαγωνισμών προμήθειας και συντήρησης ιατροτεχνολογικών προϊόντων κατηγορίας επικινδυνότητας ΙΙβ (όπως είναι τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού) μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις, να ζητήσουν πιστοποιητικά και να διενεργήσουν ελέγχους σχετικά µε τις τεχνικές ικανότητες του παρόχου υπηρεσιών και όπου κριθεί απαραίτητο, στα µέσα μελέτης και έρευνας που αυτός διαθέτει, καθώς και στα μέτρα που λαμβάνει για τον έλεγχο της ποιότητας.
Γενικότερα η αναθέτουσα αρχή µπορεί να επιβάλλει απαιτήσεις και πρέπει να καθορίζει µε σαφήνεια στα έγγραφα της σύμβασης το ελάχιστο επίπεδο κριτηρίων οικονοµικής και χρηµατοοικονοµικής επάρκειας και τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας που κρίνει αναγκαία για την επιτυχή υλοποίηση της σύμβασης και τα αποδεικτικά µέσα από τα οποία αυτό προκύπτει (ΟλΕΑ σκ. 167).
Σε ορισμένες διακηρύξεις για τη συµµετοχή σε διαγωνισμούς νοσοκομείων, ζητείτο πιστοποιητικό στο οποίο να αναφέρεται ότι η επιχείρηση είναι εξουσιοδοτηµένος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων GAMBRO, ότι διαθέτει ανταλλακτικά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού της GAMBRO, καθώς και ότι η GAMBRO εγγυάται στην επιχείρηση τη συνεχή προμήθεια ανταλλακτικών που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των συµβάσεων που συνάπτει µε τα νοσοκομεία.
Όπως προέκυψε ωστόσο από την ακροαμµατική διαδικασία ενώπιον της ΕΑ στις διακηρύξεις πλέον δεν περιλαμβάνεται τέτοια απαίτηση, αν και αυτό επιδιώχθηκε στο πλαίσιο της διαβούλευσης από τη ΒΑΧΤΕR (ΟλΕΑ σκ. 253). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη στις 29-2-2016 κατά τη διεξαγωγή δηµόσιας διαβούλευσης τεχνικών προδιαγραφών του νοσοκομείου Χαλκιδικής κατέθεσε τις εξής παρατηρήσεις: "Παρακαλώ όπως προστεθούν στις τεχνικές προδιαγραφές του νοσοκομείου και τα παρακάτω: ......
Να καταθέσει βεβαίωση της κατασκευάστριας εταιρίας για την απρόσκοπτη παροχή των απαιτούμενων γνήσιων και καινούριων ανταλλακτικών, που θα φέρουν πιστοποίηση CΕ, που θα χρειαστούν για τις προληπτικές και επανορθωτικές συντηρήσεις των μηχανημάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης". Το νοσοκομείο Χαλκιδικής απέρριψε την πρόταση της εναγοµένης αποφαινόµενο ότι, "Δεν µπορεί να συμπεριληφθεί αυτός ο όρος.
Είναι απολύτως δεσµευτικός και προϋποθέτει την εξάρτηση της κάθε εταιρίας από τη διάθεση της κατασκευάστριας εταιρείας, ανάλογα από την πολιτική της, ή την δυνατότητά της εκδώσει ανάλογη βεβαίωση". Επίσης, κατά τη διενέργεια του διαγωνισμού του Γ.Ν Ιωαννίνων "..." µε αριθ. διακήρυξης 46/2016, η εναγοµένη κατέθεσε στις 8-7-2016 ένσταση κατά της αποδοχής της τεχνικής προσφοράς της ενάγουσας, επικαλούµενη μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα δεν είναι εξουσιοδοτηµένη από τον κατασκευαστικό οίκο Gambro να παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες συντήρησης.
Επί της υποβληθείσας ενστάσεως η αρμόδια Επιτροπή Ενστάσεων του διαγωνισμού απεφάνθη ότι: "..... η επιτροπή ομόφωνα δεν κάνει δεκτή την ένσταση της ΜΠΑΞΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ και συμφωνεί µε την επιτροπή του διαγωνισμού και το πρακτικό αρ. πρωτ. ...-2016". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι αρμόδιοι φορείς για τη διενέργεια διαγωνισμών προμήθειας και συντήρησης ιατροτεχνολογικών προϊόντων μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για τους υποψήφιους παρόχους υπηρεσιών συντήρησης, παλαιότερα σε διακηρύξεις για συµµετοχή σε διαγωνισμούς νοσοκομείων ζητούνταν μεταξύ άλλων πιστοποιητικό στο οποίο να αναφέρεται ότι η επιχείρηση είναι εξουσιοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro και ότι η επιχείρηση διαθέτει ανταλλακτικά των µμηχανηµάτων τεχνητού νεφρού, ενώ πλέον δεν περιλαμβάνεται τέτοια απαίτηση σε διακηρύξεις για συμμετοχή σε διαγωνισμούς νοσοκομείων.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω ενέργειες (πρόταση και ένσταση) της εναγοµένης, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές από τα ανωτέρω νοσοκομεία, είναι µεν ανταγωνιστικές, αλλά δεν είναι ενάντια στα χρηστά ήθη, αφού όσον αφορά την άσκηση ένστασης στο νοσοκομείο Ιωαννίνων κατά της αποδοχής της τεχνικής προσφοράς της ενάγουσας συνιστά άσκηση νόµιµου δικαιώματος της εναγοµένης, ενώ όσον αφορά την πρόταση της τελευταίας να προστεθούν, ως προς όλους τους υποψήφιους και όχι μόνο ως προς την ενάγουσα, οι παραπάνω απαιτήσεις στις τεχνικές προδιαγραφές του νοσοκομείου Χαλκιδικής, οι οποίες (απαιτήσεις) περιλαμβάνονταν σε παλαιότερες διακηρύξεις νοσοκομείων, ως προεκτέθηκε, δικαιολογείται λόγω της, εν δυνάµει επικινδυνότητας των ιατρικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, που εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για το ανθρώπινο σώμα, η οποία (επικινδυνότητα) επιβάλλει τη διασφάλιση, από πλευράς της κατασκευάστριας εταιρίας των εν λόγω μηχανημάτων, που φέρει αυξημένη αστική και ποινική ευθύνη, στην οποία (κατασκευάστρια) ανήκει και η εναγοµένη ως θυγατρική εταιρία, της ορθής λειτουργίας και συντήρησης αυτών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη δεν αποτελεί µέρος ενός δικτύου επιλεκτικής διανοµής Gambro στην ελληνική αγορά, όπως αβάσιµα κατ ουσία ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού από το έτος 2016 και εφεξής δεν υφίσταται δίκτυο διανομής Gambro στην ελληνική αγορά, διότι η διοίκηση του ομίλου εταιριών ΒΑΧΤΕR, στον οποίο εντάσσεται και η εναγοµένη, ως 100% θυγατρική εταιρία, έλαβε στο πλαίσιο της οικονοµικής και επιχειρηματικής του ελευθερίας και για προάσπιση των οικονοµικών του συµφερόντων, την απόφαση να εφαρμόσει στην ελληνική αγορά (όπως εφαρμόζει σε παγκόσμιο επίπεδο), ένα απολύτως καθετοποιηµένο μοντέλο οργάνωσης, κατά το οποίο η πώληση των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro και η παροχή της υποστηρικτικής υπηρεσίας συντήρησης και επισκευής αυτών µε χρήση ανταλλακτικών, θα διενεργούνται πλέον στην Ελλάδα µόνο από την εναγοµένη ως θυγατρική εταιρία, που ανήκει στον ίδιο όμιλο µε την κατασκευάστρια των ιατρικών μηχανημάτων της εταιρίας Gambro, κατ' αποκλεισμό κάθε τρίτου αδιακρίτως.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεδοµένων της απουσίας του στοιχείου της δεσπόζουσας θέσης της εναγοµένης στη σχετική αγορά, της ως άνω απόφασης περί καθετοποίησης της διοίκησης του οµίλου εταιριών ΒΑΧΤΕR και της ανυπαρξίας ειδικής νοµοθετικής διάταξης, που να εισάγει ειδική υποχρέωση της εναγοµένης ως προμηθεύτριας μηχανημάτων ΗD Gambro και ανταλλακτικών για τη συντήρηση και επισκευή αυτών, να προμηθεύει τρίτους μη τελικούς καταναλωτές µε ανταλλακτικά, καθίσταται σαφές ότι η άρνηση της εναγοµένης πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro στην ενάγουσα δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 ν. 146/1914, η παραβίαση της οποίας προβλέπει άρση της προσβολής και παράλειψης της στο µέλλον στο διηνεκές.
Υπό την αντίθετη εκδοχή καταλήγουμε στο άτοπο να θεμελιώνεται κατά νόµο αξίωση κατά της αρνούµενης τη σύναψη σύμβασης πώλησης, συνιστάµενη στην υποχρέωσή της να µην ασκεί επ' αόριστω την ελευθερία της να αρνείται τη σύναψη σύμβασης, γεγονός που απολήγει τελικά σε παραβίαση του δικαιώματος οικονοµικής ελευθερίας του αρνούµενου την πώληση, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 5 του Συντάγματος και αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην ενάγουσα από την εναγοµένη δεν συνιστά ούτε αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά εκ µέρους της τελευταίας ενάντια στα χρηστά ήθη κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 ν. 146/1914 σε συνδυασμό και µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, σύμφωνα και µε τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη.
Επομένως, το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, που µε την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην ενάγουσα από την εναγοµένη συνιστά στην προκειμένη περίπτωση κατάχρηση εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης της τελευταίας και αθέµιτη ανταγωνιστική πράξη σε βάρος της ενάγουσας ενάντια στα χρηστά ήθη και δέχθηκε εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιµη την αγωγή ως προς τη βάση της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 2 ν. 3959/2011, 102 ΣΛΕΕ, και ως προς τη βάση της παράβασης του άρθρου 1 ν. 146/1914, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, έσφαλε ως προς την εκτίµηση των αποδείξεων και επομένως, πρέπει, αφού απορριφθεί η έφεση της ενάγουσας και ως προς τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της, που συνέχεται µε τις ως άνω βάσεις της αγωγής και στο σύνολό της ως ουσία αβάσιµη, να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιµη η έφεση της εναγοµένης ως προς τους τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της, και ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο πρόσθετους λόγους της και να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουµένη απόφαση, που δέχθηκε εν µέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις παραπάνω βάσεις της ...........
Εν συνεχεία, αφού η κρινόµενη αγωγή κρατηθεί και δικαστεί στην ουσία, κατά την τακτική διαδικασία, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τις ως άνω βάσεις της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 2 ν. 3959/2011, 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 1 ν. 146/1914, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ πρέπει να απορριφθεί η αγωγή αναφορικά µε τις ανωτέρω βάσεις της ως κατ’ ουσίαν αβάσιµη.
Περαιτέρω, λόγω του µεταβιβαστικού αποτελέσματος έφεσης κατ' άρθρα 522, 535, 536 ΚΠολΔ, που εκτείνεται και στη µη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής, καθόσον µετά την εξαφάνιση της εκκαλουµένης δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (..... ), πρέπει να εξεταστεί απ’ το παρόν Δικαστήριο στην ουσία και η τελευταία σωρευόµενη βάση της αγωγής περί παραβίασης από την πλευρά της εναγοµένης του άρθρου 18 α ν. 146/1914, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 εδ.
β, 298, 945, 46 ΑΚ, 69, 70 και 946 ΚΠολΔ, ......, ως προς δε τα υπό στοιχεία α), β) και δ) αγωγικά αιτήµατα άρσης και παράλειψης άρνησης πώλησης στην ενάγουσα ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, στο µέλλον είναι νόµιµη, στηριζόµενη στις ως άνω διατάξεις, µόνο για χρονικό διάστηµα έξι μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, που είναι εύλογο, ως προεκτέθηκε, απορριπτοµένων ως µη νόµιµων των υπό στοιχ.
α), β) και δ) αγωγικών αιτημάτων για το πέραν του εξαμήνου, από τη δηµοσίευση της παρούσας απόφασης, χρονικό διάστηµα. Περαιτέρω, η κρίση για το αν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18α του ν. 146/1914 στην προκειμένη περίπτωση από την εναγοµένη εξαρτάται από τη διάγνωση, α) της ύπαρξης σχέσης οικονοµικής εξάρτησης μεταξύ της ενάγουσας ως εξαρτημένης και της εξαγορασθείσας κατά τα εκτεθέντα από τη μητρική της εναγοµένης εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", β) της καταχρηστικής εκμετάλλευσης αυτής της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης και συγκεκριµένα της ύπαρξης αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης µε την ενάγουσα και γ) της αδυναμίας ή μεγάλης δυσκολίας από την πλευρά της ενάγουσας εξεύρεσης ισοδύναµης εναλλακτικής λύσης στη σχετική αγορά.
Εξάλλου, αποδείχθηκε αφενός ότι η σχετική αγορά, ως προεκτέθηκε, είναι ενιαία, που περιλαμβάνει τόσο την πρωτογενή αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD, όσο και τη δευτερογενή αγορά της επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων και των ανταλλακτικών τους, αφετέρου ότι η µητρική εταιρία της εναγοµένης "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", η εναγοµένη εταιρία και η εξαγορασθείσα από τη μητρική της εναγοµένης σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" αποτελούν µία ενιαία οικονομική οντότητα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω συντρέχουν στην επίδικη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την κατάφαση σχέσης οικονοµικής εξάρτησης της ενάγουσας από την εξαγορασθείσα σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", που αποτελεί ενιαία οικονομική ενότητα µε την εναγοµένη, αφού αυτή (ενάγουσα) είχε προσαρμόσει πλήρως όλα αυτά τα χρόνια την επιχείρησή της στις ανάγκες προώθησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού της εξαγορασθείσας εταιρίας "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", καθόσον παρείχε αποκλειστικά υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων της, τόσο κατά το διάστηµα εργοστασιακής εγγύησης καλής λειτουργίας τους, όσο και µετά τη λήξη τους, απέχοντας από οποιαδήποτε ανταγωνιστική δραστηριότητα έναντι της, έκανε επενδύσεις σε υποδομές (κτίρια, αποθήκες), σε ανθρώπινο δυναμικό και σε γνώση, µε τον τζίρο της να καλύπτεται σε ποσοστό 97% από τη δραστηριότητα αυτή, η δε αναζήτηση από την ενάγουσα ισοδύναµης εναλλακτικής λύσης, δηλαδή η σύναψη νέας συνεργασίας µε αντικείµενο την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού συνεπαγόταν σοβαρή οικονομική επιβάρυνση και ανταγωνιστικά μειονεκτήματα.
Έκφανση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης αποτελεί επιπρόσθετα το γεγονός ότι η διάθεση ανταλλακτικών ""GAMBRO" στην ενάγουσα από την εναγοµένη, η οποία από το 2016 τα διαθέτει αποκλειστικά στην ελληνική αγορά, είναι αντικειμενικά απαραίτητη για την άσκηση της εµπορικής δραστηριότητας της ενάγουσας και δη για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO" στο πλαίσιο των προαναφερθεισών συµβάσεων συντήρησης, που η ενάγουσα είχε συνάψει µε τα ως άνω νοσοκομεία, αφού τα εν λόγω ανταλλακτικά, σύµφωνα µε τα προεκτεθέντα, δεν είναι εναλλάξιμα µε αυτά έτερων κατασκευαστικών οίκων.
Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται από τις σκέψεις της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΟλΕΑ), σύµφωνα µε τις οποίες "η µη παροχή ανταλλακτικών για εκκρεµείς/τρέχουσες συμβάσεις θα μπορούσε να επιφέρει βλάβη στην υγεία των ασθενών, αλλά δεν φαίνεται να αποτελεί ενδεχόμενο το οποίο έλαβε σοβαρά υπόψη της η Βaxter, ώστε να διαμορφώσει ανάλογα την πολιτική της ως προς το συγκεκριµένο ζήτημα".
Περαιτέρω, και αν ακόµη ήθελε υποτεθεί ότι δεν προϋπήρχε της επίµαχης άρνησης της εναγοµένης για προμήθεια της ενάγουσας µε ανταλλακτικά η προπεριγραφείσα μεταξύ τους σχέση, εντούτοις και στην περίπτωση αυτή συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση σχέσης οικονοµικής εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγοµένη, αφού όπως προαναφέρθηκε, η προσήκουσα εκπλήρωση των απορρεουσών από τις παραπάνω συναφθείσες συμβάσεις υποχρεώσεών της για συντήρηση και επισκευή των εγκατεστηµένων στα ανωτέρω νοσοκομεία μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO", εξαρτάτο από τα απαραίτητα για την εκτέλεση των εργασιών αυτών µη εναλλάξιµα, ανταλλακτικά, που διαθέτει κατ' αποκλειστικότητα στην ελληνική αγορά η εναγομένη.
Ο ισχυρισμός της εναγοµένης ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της αδυναμίας εξεύρεσης ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, αφού η ενάγουσα, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, δύναται αξιοποιώντας τη δοµή της να ενταχθεί στην κάθετη οργάνωση άλλης ανταγωνιστικής εταιρίας είναι ουσία αβάσιµος, διότι, εκτός των άλλων, η ίδια η εναγοµένη ισχυρίζεται ότι το καθετοποιηµένο σύστηµα οργάνωσης, που εκείνη υιοθέτησε είναι κυρίαρχο στη σχετική αγορά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, όπου το σύνολο των κατασκευαστικών εταιριών των εν λόγω μηχανημάτων είναι πλήρως καθετοποιηµένο παρέχοντας ταυτοχρόνως υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής αυτών στα δηµόσια νοσοκομεία είτε µέσω θυγατρικών εταιριών, είτε µέσω εξουσιοδοτηµένων διανοµέων.
Με βάση επομένως, την παραδοχή αυτή συνάγεται ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής η εκ µέρους της ενάγουσας σύναψη νέας συνεργασίας µε την ιδιότητά της ως ανεξάρτητης παρόχου των ως άνω υπηρεσιών, καθόσον οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις είναι καθετοποιηµένες, ήτοι κατέχουν ιδιόκτητα δίκτυα διανοµής μηχανημάτων και ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης, πράγµα που καθιστά πρακτικά εξαιρετικά δυσχερή την ένταξη της ενάγουσας σε αυτά και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εναγοµένης είναι κατ' ουσίαν αβάσιµος.Συνεπώς, η άρνηση της εναγοµένης να εκτελέσει τη µε αριθ. ...-2017 παραγγελία της ενάγουσας για ανταλλακτικά, αλλά και οποιαδήποτε άλλη παραγγελία της τελευταίας για προμήθεια ανταλλακτικών, συνιστά καταρχήν αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή της ανωτέρω μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης αυτής (ενάγουσας) µε την εξαγορασθείσα σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", µε την οποία η εναγοµένη αποτελούν, κατά τα προαναφερθέντα, µία ενιαία οικονομική οντότητα, εφόσον δεν χορήγησε η εναγοµένη στην ενάγουσα, µε βάση την παραπάνω μείζονα σκέψη µία εύλογη προθεσµία, η οποία δεν µπορεί να ξεπεράσει τους έξι µήνες, προκειµένου αυτή (ενάγουσα), α) να εκτελέσει προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις από τις εκκρεµείς συμβάσεις συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro µε τα δημόσια νοσοκομεία, που υφίσταντο τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής το πρώτον, κατά τη βάση του άρθρου 18 αν. 146/1914, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι η ενάγουσα σε εκτέλεση της εκκαλουµένης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, προμηθεύεται ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro για εκκρεµείς συμβάσεις της µε δηµόσια νοσοκομεία συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro, β) να µπορέσει να αποσβέσει σηµαντικό µέρος των επενδύσεων στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και γ) να µπορέσει να προσαρμοστεί στα νέα δεδοµένα βρίσκοντας κάποια ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Εξάλλου, τα εν λόγω ανταλλακτικά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro, ήταν αναγκαία, για να εκπληρώσει η ενάγουσα µε επιμέλεια τις υποχρεώσεις της, από τις εκκρεμείς συμβάσεις συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro µε τα δηµόσια νοσοκομεία και να διατηρήσει τη βιωσιµότητά της στη σχετική αγορά, εφόσον ο κύκλος εργασιών της, ως προεκτέθηκε, προερχόταν από τις αμοιβές που εισέπραττε για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
Με τις ως άνω ενέργειές της η εναγοµένη, που διέθετε οικονομική ισχύ στη σχετική αγορά, αφού καταλάμβανε τη δεύτερη θέση, προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης υπό την οποία τελούσε η ενάγουσα, η οποία δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Ο ισχυρισμός της εναγοµένης ότι η ίδια έως το έτος 2016 δεν δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO και για το λόγο αυτό δεν νοείται η ανάπτυξη μακρόχρονης συνεργασίας µε την ενάγουσα, για να συντρέχει περίπτωση διακοπής της είναι ουσία αβάσιµος, καθόσον η παραπάνω μητρική εταιρία της εναγοµένης "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", η οποία εξαγόρασε την σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" συνεχίζει τις έννομες σχέσεις της και η εν λόγω µητρική εταιρία, η εναγοµένη θυγατρική και η εξαγορασθείσα αποτελούν µία ενιαία οικονομική οντότητα.
Επίσης, η εναγοµένη, για αντίκρουση του ξαφνικού και αδικαιολόγητου χαρακτήρα της εκ µέρους της άρνησης προμήθειας µε ανταλλακτικά της ενάγουσας, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι η διοίκηση του ομίλου εταιριών "Βaxter" έλαβε στο πλαίσιο της οικονοµικής και επιχειρηματικής του ελευθερίας την εύλογη απόφαση να καταργήσει το σύστηµα διάθεσης των προϊόντων της µέσω διανοµέα και να εφαρμόσει στην ελληνική αγορά από τις αρχές 2016, όπως πράττει παγκοσμίως, ένα απολύτως καθετοποιηµένο μοντέλο οργάνωσης, κατά το οποίο η πώληση των ανταλλακτικών και οι υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων της θα παρέχονται µόνο από την εναγοµένη θυγατρική εταιρία κατ' αποκλεισμό τρίτων ανεξάρτητων παρόχων, α) για να διασφαλισθεί η συμμόρφωση του κατασκευαστικού οίκου με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, β) να προασπίσει τα εύλογα συμφέροντα του οµίλου και γ) να βελτιωθεί η ποιότητα και αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Ότι κατ' εφαρµογή της ως άνω απόφασης λύθηκε η παραπάνω σύμβαση αποκλειστικής διανοµής μεταξύ της εξαγορασθείσας σουηδικής εταιρίας και της διανοµέως "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", βάσει της από ...-2015 "Σύμβασης Συμβιβασμού Λύσης και Μετάβασης" και ότι κατ' επέκταση λύθηκε και η ως άνω παρεπόµενη σύμβαση "υπεργολαβίας" καταρτισθείσα μεταξύ της ως άνω διανοµέως "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ" και της ενάγουσας και ότι τελικά συνέπεια της παραπάνω απόφασης καθετοποίησης ήταν η παράλειψη προμήθειας µε ανταλλακτικά κάθε τρίτου, και της ενάγουσας και ότι έτσι, η άρνηση αυτής (εναγοµένης) να προμηθεύσει την ενάγουσα µε ανταλλακτικά είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη.
Η επίκληση, όµως, εκ µέρους της εναγοµένης της θεµιτής και σύμφωνα µε τα χρηστά ήθη, ως προαναφέρθηκε, λήψης απόφασης από τη διοίκηση του ομίλου "ΒΑΧΤΕR" για αναδιάρθρωση του συστήµατος οργάνωσης της προμηθεύτριας εταιρίας δεν αποτελεί δικαιολογητικό λόγο, που την απαλλάσσει από την υποχρέωσή της να παράσχει την ως άνω εύλογη προθεσµία διάρκειας 6 µηνών στην εξαρτημένη ενάγουσα, διότι η παροχή της εν λόγω προθεσμίας δεν επιβάλλει στην εναγοµένη τη συνέχιση της συνεργασίας της µε την ενάγουσα στο διηνεκές και για αόριστο χρονικό διάστηµα και ως εκ τούτου δεν αναιρείται η εφαρµογή της παραπάνω απόφασης της διοίκησης του οµίλου "ΒΑΧΤΕR" για αναδιάρθρωση, ώστε να προσβάλλεται ο πυρήνας της επιχειρηματικής ελευθερίας της, αλλά στο πλαίσιο µιας αξιολογικής στάθµισης των αντιτιθέµενων συµφερόντων των μερών παρατείνεται η µεταξύ τους εμπορική σχέση για το περιορισμένο χρονικό διάστηµα των 6 µηνών, έτσι ώστε η ενάγουσα, ενόψει της αλλαγής του τρόπου διάθεσης των επίδικων προϊόντων και παροχής των υπηρεσιών συντήρησης, να έχει τη δυνατότητα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες αναζητώντας κατά το εν λόγω διάστηµα τη σύναψη νέας συνεργασίας και την άσκηση νέας δραστηριότητας.
Άλλωστε και η εναγοµένη επικουρικά ισχυρίζεται ότι στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υφίσταται εµπορική σχέση, η εύλογη προθεσµία που πρέπει να χορηγηθεί στην ενάγουσα εξαρτώµενη επιχείρηση δεν πρέπει να ξεπερνά τους έξι µήνες. Περαιτέρω, η εναγοµένη, αν και αρχικά σε δήλωσή της στα νοσοκομεία, ως προεκτέθηκε, ανέφερε ότι µετά την 1-1-2016 εκκρεµείς τυχόν συμβάσεις, δυνατό να εξυπηρετούνται και από τους υφιστάμενους παρόχους, στη συνέχεια προς αντίκρουση της αγωγής προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι είχε εξαρχής σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την αιφνίδια άρνηση προμήθειας της ενάγουσας µε ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro, και οποίος (σπουδαίος λόγος) συνίσταται στο ότι µετά από επιτόπιους ελέγχους που διενήργησε αυτή (εναγοµένη) µε τεχνικούς στα µηχανήµατα αιμοκάθαρσης της εταιρίας κατασκευής Gambro, τα οποία λειτουργούσαν στα νοσοκομεία "Νεφρός Νέας Ιωνίας", "Γ.Ν.
Φιλιατών", "Π.Γ.Ν. Αρεταίειο", "404 ΓΣΝΑΘ" και "Γ.Ν. Ρεθύμνου", διαπιστώθηκαν πλημμέλειες ως προς την ορθή συντήρησή τους, που οφείλονται στην ενάγουσα (χρήση µη γνήσιων ανταλλακτικών, επέµβαση στο μηχανολογικό σχέδιο, επισκευή ελαττωματικών ανταλλακτικών και χρήση εκ νέου αυτών, παρέκκλιση από το πρωτόκολλο του κατασκευαστή όσον αφορά την τακτική αντικατάσταση του ελάχιστου αριθμού αναγκαίων ανταλλακτικών, παροχή υπηρεσιών συντήρησης άνευ εφαρµογής των σχετικών πρόσφατων ενημερώσεων και χρήση μεταχειρισμένων µερών εκ νέου ως ανταλλακτικών), µε συνέπεια να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία των ασθενών, αλλά και η φήμη και το κύρος αυτής (εναγοµένης) ως εταιρίας αποκλειστικής διανοµής των εν λόγω μηχανημάτων.
Προσκομίζει δε η εναγοµένη τα µε αριθμούς ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ...-2016, ..., ..., ..., ...-2017, ...-2017, ...-2017, ..., ..., ...-2017, ...-2017, ...-2017, δελτία τεχνικού ελέγχου, µε τις αναφερόμενες σε αυτά πλημμέλειες συντήρησης, που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro στα παραπάνω νοσοκομεία από τους υπαλλήλους - τεχνικούς της εναγοµένης, τα οποία συνυπογράφονται από τον αρμόδιο υπάλληλο κάθε νοσοκομείου.
Πράγματι τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού, λόγω της εγγενούς επικινδυνότητάς τους, ανήκουν στην ειδική ΚλάσηΙΙβ των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και η πλημμελής συντήρησή τους επιφέρει διακινδύνευση της υγείας των ασθενών. Ωστόσο, στην προκείμενη περίτωση αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρχές Ιανουαρίου του 2016, που διέκοψε αιφνίδια κάθε συνεργασία µε την ενάγουσα, δεν είχε σπουδαίο λόγο να αρνηθεί να προμηθεύσει την τελευταία µε ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro, για το εύλογο χρονικό διάστηµα των έξι µηνών, προκειµένου αυτή (ενάγουσα) να εξυπηρετεί τις εκκρεµείς συμβάσεις της µε τα δηµόσια νοσοκομεία, να αποσβέσει σηµαντικό µέρος των επενδύσεών της και να προσαρμοστεί στα νέα δεδοµένα, αφού η εναγοµένη διαπίστωσε τον ως άνω σπουδαίο λόγο το Μάρτιο του 2016 και εφεξής µετά την αντιδικία της µε την ενάγουσα και ως εκ τούτου ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγοµένης περί εξαρχής ύπαρξης σπουδαίου λόγου πλημμελούς συντήρησης από την ενάγουσα των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro και δικαιολογηµένης για το λόγο αυτό αιφνίδιας άρνησης προµηθείας της τελευταίας µε ανταλλακτικά για την εκτέλεση των εκκρεμών συµβάσεων της µε τα δηµόσια νοσοκομεία πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιµος.
Περαιτέρω, ο ως άνω ισχυρισμός της εναγοµένης είναι απορριπτέος και για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι ως άνω διαπιστωθείσες από την εναγοµένη πλημμέλειες στη συντήρηση μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro στα παραπάνω νοσοκομεία οφείλονται σε πλημμελή συντήρηση αυτών από την ενάγουσα, διότι, αν η τελευταία προέβαινε σε πλημµελή συντήρηση των ως άνω μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, τα παραπάνω νοσοκομεία δεν θα της χορηγούσαν βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης σύμβασης και άριστες αξιολογήσεις, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, όπου τα ανωτέρω νοσοκομεία, µετά τα ως άνω δελτία τεχνικού ελέγχου των υπαλλήλων της εναγοµένης, που συνυπογράφονται, ως προεκτέθηκε, από τους αρμόδιους υπαλλήλους των ανωτέρω νοσοκομείων, χορήγησαν στην ενάγουσα βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης σύμβασης (οι αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, που διέθεταν τα ως άνω δελτία τεχνικού ελέγχου), προκειµένου η ενάγουσα να συμμετέχει σε νέους διαγωνισμούς, καθώς και άριστες αξιολογήσεις (οι αρμόδιοι ιατροί νεφρολόγοι).
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν επιμελής κατά την εκτέλεση του έργου συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, καθόλη τη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας της και µε την κατασκευάστρια εταιρία Gambro Lundia. Τα ως άνω αποδεικνύονται μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι ουδέποτε οι αρμόδιες αρχές των νοσοκομείων, με τα οποία η ενάγουσα όλα αυτά τα χρόνια είχε συμβάσεις συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, διαμαρτυρήθηκαν στην ενάγουσα για πλημμµελή συντήρηση και επισκευή των ως άνω μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα µε αριθμό 5667/7-11-2013 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση των µε αριθ.
κατάθεσης 463/2012 και 6208/2012 αγωγών µε διαδίκους τη "ΣΕΡΚΟ ΕΠΕ" ως ενάγουσα και τις εταιρίες "GAMBRO LUNDIA AB" και "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΕΠΕ" ως εναγόµενες και ειδικότερα, α) του μάρτυρα Α. Χ., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης της εταιρίας"GAMBRO LUNDIA AB" και κατέθεσε ότι γνώριζε τη "ΣΕΡΚΟ ΕΠΕ" ως µια αξιόπιστη και σοβαρή εταιρία και β) του μάρτυρα Δ.
Μ. μηχανολόγου μηχανικού και τεχνικού διευθυντή στο Γ.Ν. Αθηνών "ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", ο οποίος κατέθεσε ότι η ΣΕΡΚΟ ΕΠΕ εκτελούσε άψογα το έργο της συντήρησης. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα όλα τα χρόνια δραστηριοποίησής της στη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro χρησιμοποιούσε τόσο αυθεντικά, όσο και ενδεδειγµένα από την ως άνω κατασκευάστρια εταιρία GAMBRO LUNDIA ανταλλακτικά, από τα οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος κατά τη χρήση τους, όπως φίλτρα αέρα, που έχουν ίδιες προδιαγραφές µε αυτά της ανωτέρω κατασκευάστριας εταιρίας, για τα οποία η τελευταία από παλιά (δεκαετία 1990) της είχε δώσει τις ακριβείς προδιαγραφές των διαστάσεων τους µε σύσταση να τα παρασκευάζει η ίδια (ενάγουσα), ρόδες µηχανηµάτων, που δεν κατασκευάζονται από την GAMBRO LUNDIA, αλλά από το εργοστάσιο Steinco της Γερμανίας, αντιπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα είναι η εταιρία ...
ΑΕ, από την οποία προμηθεύεται η ενάγουσα και μπαταρίες μηχανημάτων κατασκευής εργοστασίου Varta Gmbh Γερμανίας, που είναι ίδιες µε αυτές που εμπορεύεται η εναγοµένη. Το παραπάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι δεν δικαιολογούνταν εν προκειμένω η αιφνίδια διακοπή της επίµαχης μεταξύ των διαδίκων εμπορικής σχέσης, χωρίς την παροχή από την εναγοµένη της ως άνω εύλογης προθεσμίας των έξι μηνών, προκειµένου η ενάγουσα να εξυπηρετήσει τις εκκρεµείς συμβάσεις της με τα ως άνω νοσοκομεία και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, δεν ανατρέπεται ούτε από την από 8-6-2017 Γνωµοδότηση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του Τµήµατος Μηχανικών Βιοϊατρικής Τεχνολογίας του Τ.Ε.Ι.
Αθηνών Ι. Β., η οποία αναφέρει µόνο τις συνέπειες από την πλημμµελή συντήρηση των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, χωρίς, όµως, να επιβεβαιώνει αν πράγματι υφίσταντο οι επικαλούμενες από την εναγοµένη πλημμέλειες στα ως άνω νοσοκομεία και σε καταφατική περίπτωση αν οι πλημμέλειες αυτές προκλήθηκαν από την ενάγουσα.Συνεπώς, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγοµένης συνιστά καταχρηστική διακοπή από την τελευταία της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης µε την ενάγουσα κατά παράβαση του άρθρου 18α ν. 146/1914, µε έννομη συνέπεια την αναγκαστική συνέχιση της για εύλογο χρονικό διάστηµα, που δεν µπορεί να υπερβεί την προθεσµία των έξι µηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991, σύμφωνα µε τα εκτεθέντα στην παραπάνω µείζονα σκέψη.
Επομένως, και ενόψει του ότι η ενάγουσα αποδείχθηκε ότι δεν έχει μπορέσει ακόµη να αποσβέσει σηµαντικό µέρος των επενδύσεών της, δεν έχει κατορθώσει να βρει ισοδύναµη εναλλακτική λύση και να συνάψει νέα εμπορική συνεργασία µε άλλη εταιρία, εξακολουθεί δε, δυνάµει της εκκαλουµένης, που κηρύχθηκε, προσωρινά εκτελεστή, να προμηθεύεται από την εναγοµένη ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro για εξυπηρέτηση συµβάσεων συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro µε δηµόσια νοσοκομεία, πρέπει η εναγοµένη να άρει τις ως άνω πράξεις προσβολής της ενάγουσας, και να τις παραλείπει στο µέλλον για το εύλογο χρονικό διάστηµα των 6 µηνών από τη δηµοσίευση της παρούσας απόφασης, προκειµένου η ενάγουσα να αποσβέσει µέρος των επενδύσεων στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριµένης εµπορικής συνεργασίας και να καταφέρει να προσαρμοστεί στα νέα δεδοµένα.
Περαιτέρω, η ως άνω συμπεριφορά της εναγοµένης, πέρα από παράβαση του άρθρου 18α ν. 146/1914, συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής (εναγομένης), που υπάγεται και στο πραγµατικό της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, που καθιερώνει την ευθύνη από αδικοπραξία, εξαιτίας της οποίας η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, κατ' άρθρο 932 ΑΚ συνιστάµενη στην τρώση της εμπορικής φήμης της, της αξιοπιστίας και του κύρους της στη σχετική αγορά και στην προσβολή του εμπορικού μέλλοντος αυτής, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηµατική ικανοποίηση.
Η χρηματική ικανοποίηση, που η ενάγουσα δικαιούται µε βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τη φύση και το είδος της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγοµένης και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, που κρίνεται εύλογο.....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά τις συρρέουσες βάσεις της, από την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην αγορά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro (αρθρ. 2 ν. 3959/2011, 102 ΣΛΕΕ) και την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 146/1914, περί αθέμιτου ανταγωνισμού, δεχόμενο ότι η παραπάνω μητρική εταιρία της εναγοµένης, "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", η οποία εξαγόρασε την κατασκευάστρια των μηχανημάτων και ανταλλακτικών GAMBRO, σουηδική εταιρία, "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" και συνεχίζει τις έννομες σχέσεις της, η εναγοµένη, ως θυγατρική αυτής και η εξαγορασθείσα εταιρία, αποτελούν µία ενιαία οικονομική οντότητα, η οποία δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά, μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro, ανταλλακτικών και υπηρεσιών συντήρησης αυτών, την οποία οριοθέτησε ως ενιαία, και επιπλέον ότι η άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO στην ενάγουσα από την εναγοµένη, δεν συνιστά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά εκ µέρους της τελευταίας ενάντια στα χρηστά ήθη, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 ν. 146/1914, σε συνδυασμό και µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Η ενάγουσα εταιρία, (αναιρεσείουσα), ιδρύθηκε το έτος 1976, με αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, της σουηδικής εταιρίας παραγωγής, µε την επωνυμία, "GAMBRO LUNDIA AB", στα πλαίσια συµβάσεων, που κατάρτιζε µε κλινικές και δημόσια νοσοκομεία.
β) Ο εκ των εταίρων της (ενάγουσας), Κ. - Π. Β., είχε παράλληλα συστήσει το έτος 1977, την εταιρία περιορισμένης ευθύνης µε την επωνυμία, "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", η οποία από το έτος 1985 άτυπα και εν συνεχεία από το έτος 2003 εγγράφως, υπήρξε αποκλειστική διανομέας των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού της εταιρίας κατασκευής µε την επωνυμία "GAMBRO LUNDIA AB", παρέχοντας στους αγοραστές αυτών, ιδιωτικά και δηµόσια νοσοκομεία, διετή εγγύηση, ήτοι δωρεάν επισκευή και συντήρηση των εν λόγω μηχανημάτων, την οποία παρείχε, από το έτος 1980, µέσω της ενάγουσας ως "υπεργολάβου", μέχρι και τη χρήση 2010, που καταγγέλθηκε από τα συμβαλλόμενα µέρη η εν λόγω σύμβαση επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού για το χρόνο εγγύησης καλής λειτουργίας των μηχανημάτων μεταξύ της ενάγουσας και της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ.
γ) Το έτος 1986, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας κατασκευής, µε την επωνυμία, "GAMBRO LUNDIA AB", καταρτίστηκε άτυπη (προφορική) σύμβαση αποκλειστικής διανομής ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, που κατασκεύαζε η "GAMBRO LUNDIA AB", µε βάση την οποία η ενάγουσα αγόραζε ανταλλακτικά από την "GAMBRO LUNDIA AB" και τα µεταπωλούσε σε τρίτους αναλαμβάνοντας τον οικείο επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ όσον αφορά στις υπηρεσίες συντήρησης η ενάγουσα, µετά τη λήξη της ως άνω διετούς περιόδου επισκευής και συντήρησης, η ίδια, ως αποκλειστική διανομέας από το έτος 1986 και εφεξής των ως άνω ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, GAMBRO, παρείχε τις υπηρεσίες αυτές (συντήρησης), κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης και άδειας από την κατασκευάστρια εταιρία "GAMBRO LUNDIA AB", μέχρι το έτος 2010, οπότε λύθηκε η άτυπη αυτή σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB", µε καταγγελία από την τελευταία και από το έτος 2011 και εφεξής, αποκλειστικός διανομέας των οικείων ανταλλακτικών και αποκλειστικά εξουσιοδοτηµένος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και επιδιόρθωσης των ως άνω μηχανημάτων, κατέστη η εταιρία µε επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ".
δ) Η ως άνω αποκλειστική διανομέας της GAMBRO, εταιρία "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ" αρνήθηκε να πωλήσει στην ενάγουσα ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, υποχρεώθηκε, όμως, προς τούτο με τη µε αριθμό 5667/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την 2041/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ε) Το έτος 2013, ο όμιλος εταιριών ΒΑΧΤER, του οποίου επικεφαλής είναι η εταιρία, "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", που εδρεύει στις Η.Π.Α, προέβη, σε παγκόσμιο επίπεδο, στην απόκτηση του αποκλειστικού ελέγχου του οµίλου εταιριών "GAMBRO LUNDIA AB", µε εξαγορά των µετοχών της σουηδικής εταιρίας "Indap Holding AB", θυγατρικής κατά 100% της σουηδικής εταιρίας "Indap Sweden AB", της οποίας μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ήταν οι μετοχές της εταιρίας "GAMBRO LUNDIA AB" και η διαδικασία αυτή της εξαγοράς ολοκληρώθηκε το έτος 2015, οπότε και εγκρίθηκε η εξαγορά αυτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
στ) Ο όμιλος "ΒΑΧΤΕR", που παρήγαγε µηχανήµατα τεχνητού νεφρού περιτοναϊκής κάθαρσης (HD), αποφάσισε, µετά την παραπάνω εξαγορά, να εφαρμόσει στην ελληνική αγορά ένα πλήρως καθετοποιηµένο μοντέλο οργάνωσης, στο πλαίσιο του οποίου η εναγόµενη εταιρία, (αναιρεσίβλητη), θυγατρική της παραπάνω εταιρίας, "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", ανέλαβε στην Ελληνική Επικράτεια την αποκλειστική διανοµή των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, των ανταλλακτικών τους, καθώς και τη συντήρηση και επισκευή τους, για το σκοπό δε αυτό, στις ...-2015, λύθηκε µε κοινή συμφωνία των µερών, η σύμβαση αποκλειστικής διανοµής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού και ανταλλακτικών μηχανημάτων GAMBRO, που ίσχυε κατά τα ανωτέρω μεταξύ της εταιρίας, "GAMBRO LUNDIA AB" και της εταιρίας, "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", δυνάµει της αυθημερόν συναφθείσας μεταξύ τους "Σύμβασης Συμβιβασμού Λύσης και Μετάβασης", ενώ τον Ιανουάριο του 2016 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ της εναγοµένης και της εταιρίας "Βaxter Services Europe SA", οµοίως θυγατρικής της εταιρίας "ΒΑΧΤER INTERNATIONAL INC", οι οποίες ανήκουν πλέον στον ενιαίο όμιλο εταιριών "ΒΑΧΤER" και "GAMBRO", µε την οποία ανατέθηκε στην πρώτη η διανοµή των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO" και των ανταλλακτικών τους, καθώς και η συντήρηση και επισκευή αυτών, για να εξυπηρετηθεί η ανάγκη διακίνησης των παραπάνω ειδών εντός του οµίλου "ΒΑΧΤER", στον οποίο, ανήκε πλέον και ο όμιλος "GAMBRO".
ζ) Κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της παραπάνω εξαγοράς, η ενάγουσα είχε εκκρεµείς και σε αναμονή λόγω της κατακύρωσης σε αυτή, διαγωνισμών 35 συμβάσεις µε νοσοκομεία, στα οποία παρείχε υπηρεσίες συντήρησης επισκευής των εγκατεστηµένων σε αυτά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού "GAMBRO", συνολικού αριθμού 273, µε κόστος ανταλλακτικών 65 ευρώ ανά µήνα για κάθε μηχάνημα.
η) Η εναγομένη, από το έτος 2016 και εφεξής, αρνήθηκε τόσο προς την ενάγουσα, όσο και προς κάθε τρίτο την προµήθεια ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD GAMBRO, η απόφασή της δε αυτή υπήρξε απόρροια εύλογης επιχειρηµατικής απόφασης να διαθέτει η ίδια, ως θυγατρική εταιρία της μητρικής ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC, ενταγμένη στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων µε την κατασκευάστρια εταιρεία GAMBRΟ, προς τους καταναλωτές τόσο το πρωτογενές προϊόν (μηχάνημα τεχνητού νεφρού GAMBRO, όσο και τη δευτερογενή υπηρεσία (παροχής συντήρησης και επισκευής του μηχανήματος τεχνητού νεφρού "GAMBRΟ µε χρήση ανταλλακτικών) στα πλαίσια εφαρµογής ενός πλήρως καθετοποιηµένου μοντέλου οργάνωσης στην Ελλάδα, όπως έχει επικρατήσει διεθνώς, όπου οι υπηρεσίες παροχής συντήρησης ανταλλακτικών κυρίως στα δημόσια νοσοκομεία παρέχονται από τον ίδιο τον διανομέα του κατασκευαστικού οίκου, που είναι ενταγµένος στο μοντέλο οργάνωσης του και όχι από τρίτους ανεξάρτητους παρόχους, όπως η ενάγουσα, το μοντέλο δε αυτό καθετοποίησης εφαρµόζεται και από τους κατασκευαστικούς οίκους μηχανηµάτων τεχνητού νεφρού ΗD, ήτοι τις εταιρίες, Fressenius, Νikkisο, Βelicο, Β Βraun, όπου υπηρεσίες παροχής συντήρησης - ανταλλακτικών παρέχουν οι διανομείς αυτών, MediPrime, ΑΡΗΤΗ ΑΕ, DEMO ΑΒΕΕ, PAROFIL και ήδη ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΕ, αντίστοιχα.
θ) Έκτοτε, η εναγομένη (από το έτος 2016 και εφεξής) δεν πραγματοποιεί χονδρικές πωλήσεις παρά µόνο πωλήσεις λιανικής προς τους τελικούς καταναλωτές, ήτοι δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές, οι όποιες δε πωλήσεις ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro έλαβαν χώρα, προς την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, αποτελούσαν εκπλήρωση υποχρέωσης, που είχε αναλάβει ο κατασκευαστικός οίκος "GΑΜΒRΟ", υπό την ιδιότητα του προμηθευτή, έναντι της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, ως διανοµέα από την από ...-2015 "Σύμβαση Συμβιβασμού, Λύσης και Μετάβασης".
ι) Στην ελληνική αγορά τεχνητού νεφρού, συνήθως η ίδια εταιρία, θυγατρική ή εξουσιοδοτημένος διανομέας, παρέχει τόσο το µηχάνηµα τεχνητού νεφρού, όσο και την επισκευή και συντήρηση και τα ανταλλακτικά των μηχανημάτων αυτών. ια) Η πρωτογενής αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) στο πλαίσιο της οποίας δραστηριοποιούνται πλείονα ανταγωνιστικά σήματα (ενδ.
Fressenius, Νiκίssο, Βεlcο, ΒβΒraun) και η δευτερογενής αγορά πώλησης ανταλλακτικών, πλην των αναλωσίµων, και συντήρησης και επισκευής αυτών, αποτελούν µία ενιαία αγορά, εφόσον, αφενός απουσιάζει η διαλειτουργικότητα των ανταλλακτικών στην αγορά των εργασιών συντήρησης και επισκευής, αφετέρου τα δημόσια νοσοκομεία κατά τους διαγωνισμούς που προκηρύσσουν για την προμήθεια μηχανημάτων τεχνητού νεφρού λαμβάνουν υπόψη πέραν του κόστους αγοράς και τη δαπάνη προληπτικής συντήρησης και επισκευαστικών εργασιών, που έχουν αυξημένο συντελεστή βαρύτητας και το συνολικό αυτό κόστος λαμβάνουν υπόψη και τα ιδιωτικά θεραπευτήρια κατά τη σύναψη των συμβάσεων χρησιδανείου.
ιβ) Η απώτερη µητρική εταιρία της εναγομένης, "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", η εναγομένη εταιρία και η εξαγορασθείσα από τη μητρική της εναγομένης, σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", κατασκευάστρια των άνω μηχανημάτων και ανταλλακτικών τεχνητού νεφρού GAMBRO, αποτελούν µία ενιαία οικονοµική οντότητα. ιγ) Με την αναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αφού λήφθηκε υπόψη ως βάση υπολογισμού για τον προσδιορισμό των σχετικών µεριδίων, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν οι εταιρίες από τη λιανική πώληση μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD), την επισκευή, την συντήρηση αυτών και την εμπορία ανταλλακτικών, προσδιορίστηκε ότι αθροιστικά το μερίδιο αγοράς των δραστηριοποιούµενων στην εµπορία μηχανημάτων GAMBRO, εταιριών, ήτοι της "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ", της ενάγουσας, ΣΕΡΚΟ ΕΠΕ, που δραστηριοποιείται σε νοσοκομεία της Νότιας Ελλάδος και της εταιρίας, "...
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που δραστηριοποιείται σε νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδος, ανήλθε µέχρι και το έτος 2014, σε ποσοστό που υπερβαίνει το 45% - 55%, ενώ το 2015 μειώθηκε σε ποσοστό 30% - 45% και ότι η εταιρία "Μediprime", αποκλειστική διανομέας της ανταγωνίστριας εταιρίας "FRESENIUS", είχε έως το έτος 2014 μερίδιο στη λιανική αγορά που κυμαινόταν σε ποσοστό µεταξύ 15% - 25% και 25%- 35%, ενώ το έτος 2015 το µερίδιό της στη λιανική αγορά ανήλθε σε ποσοστό 35% - 45%.
ιδ) Κατά την περίοδο των ετών 2008 - 2015, η "GAMBRΟ" στην αγορά χονδρικής πώλησης μηχανημάτων τεχνητού νεφρού και ανταλλακτικών αυτών, όπου δραστηριοποιείται, δεν κατείχε παρά µόνο το έτος 2008, το υψηλότερο μερίδιο αγοράς στην ελληνική επικράτεια. Ειδικότερα, το µερίδιό της παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις και κυµάνθηκε από 25% - 35% (2008) έως 5%-10% (2018), µε σαφή πτωτική τάση κατά την πάροδο των ετών αυτών, ενώ ο πλησιέστερος ανταγωνιστής της, ήτοι η πλήρως καθετοποιηµένη εταιρία, "FRESENIUS", διέθετε κατά την ίδια περίοδο µερίδια αγοράς, που κυμαίνονταν από 10% - 15% έως 35% - 45% (κατά το έτος 2012), µε σοβαρή ανοδική τάση κατά τη διάρκεια της περιόδου.
ιε) Η σαφής αυτή εικόνα για την ισχύ των δύο βασικότερων επιχειρήσεων στην αγορά δεν ανατρέπεται ουσιωδώς κατά τη διετία 2016 - 2017, κατά την οποία η "GAMBRΟ" ενσωματώθηκε στον όμιλο της "ΒΑΧΤΕR ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΙΝC", ο οποίος δραστηριοποιείται πλέον από το 2016 και στην αγορά λιανικής, για τη διανοµή των σχετικών προϊόντων (μηχανημάτων, ανταλλακτικών), αλλά και για την παροχή των υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής, µέσω της θυγατρικής του ομίλου εταιρίας ΒΑΧΤΕR, η οποία αντικατέστησε την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ στην ίδια αγορά.
ιδ) Περαιτέρω, στην αγορά λιανικής του συστήµατος τεχνητού νεφρού ΗD, η θέση της ΒΑΧΤΕR (εναγομένης) υπολείπεται σηµαντικά έναντι των ανταγωνιστών της, καθώς κατά τα έτη 2016 - 2017 πραγματοποίησε κύκλο εργασιών, που υπολείπεται έναντι των πωλήσεων, που κατά το προηγούμενο έτος 2015 πραγματοποιήθηκε για τα προϊόντα GAMBRΟ από την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ (κατά ποσοστό ανώτερο του 45 - 50%), αλλά και έναντι των ανταγωνιστών της, με τη μνεία, ότι το μερίδιο της ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ για το έτος 2015 υπολογίζεται, βάσει του κύκλου εργασιών της στην αγορά του συστήµατος τεχνητού νεφρού ΗD, σε 10% - 15%, το στοιχείο δε αυτό περί των πωλήσεων της ΒΑΧΤΕR, κατά τα έτη 2016 - 2017, παρέχει ισχυρή ένδειξη ότι το μερίδιο αγοράς της επιχείρησης κυµάνθηκε σε ποσοστά κατώτερα του 10% - 15%, ήτοι σε επίπεδο, που δεν δύναται να θεµελιώσει δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
Και, ιζ) Η GAMBRΟ, η οποία για τα έτη µετά το 2016, λογίζεται ως ενιαία οντότητα µε την ΒΑΧΤΕR, δεν συγκεντρώνει, ούτε διατηρεί το υψηλότερο µερίδιο της αγοράς, αλλά το µερίδιό της υπολείπεται κατά τα περισσότερα έτη του πλησιέστερου ανταγωνιστή της και επομένως, η εν λόγω επιχείρηση δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η ενάγουσα δεν αποτελεί µέρος ενός δικτύου επιλεκτικής διανοµής GAMBRΟ στην ελληνική αγορά, αφού από το έτος 2016 και εφεξής δεν υφίσταται δίκτυο διανομής GAMBRΟ στην ελληνική αγορά, διότι η διοίκηση του ομίλου εταιριών ΒΑΧΤΕR, στον οποίο εντάσσεται και η εναγομένη, ως θυγατρική εταιρία, έλαβε στο πλαίσιο της οικονοµικής και επιχειρηματικής του ελευθερίας και για προάσπιση των οικονομικών του συµφερόντων, την απόφαση να εφαρμόσει στην ελληνική αγορά (όπως εφαρμόζει σε παγκόσμιο επίπεδο), ένα απολύτως καθετοποιημένο μοντέλο οργάνωσης, κατά το οποίο η πώληση των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro και η παροχή της υποστηρικτικής υπηρεσίας συντήρησης και επισκευής αυτών µε χρήση ανταλλακτικών, θα διενεργούνται πλέον στην Ελλάδα µόνο από την εναγομένη ως θυγατρική εταιρία, που ανήκει στον ίδιο όμιλο µε την κατασκευάστρια των ιατρικών μηχανημάτων της εταιρίας "GAMBRΟ", κατ' αποκλεισμό κάθε τρίτου αδιακρίτως και ότι δεδομένης της µη στοιχειοθέτησης δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, της επιχειρηµατικής απόφασης περί καθετοποίησης της διοίκησης του ομίλου εταιριών ΒΑΧΤΕR, και της ανυπαρξίας ειδικής νοµοθετικής διάταξης, που να εισάγει ειδική υποχρέωση της εναγομένης, ως προμηθεύτριας μηχανημάτων HD GAMBRO και ανταλλακτικών για τη συντήρηση και επισκευή αυτών, να προμηθεύει τρίτους µη τελικούς καταναλωτές µε ανταλλακτικά, καθώς και της μη πραγματοποίησης πωλήσεων με υψηλές χρεώσεις, καθίσταται σαφές ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας να πωλεί στην αναιρεσίβλητη ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 ν. 146/1914.
Τα ως άνω περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο και στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι, ότι, i) η σχετική αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνται, πέραν των διαδίκων, περισσότερα ανταγωνιστικά σήματα, όπως των άνω εταιριών, Fressenius, Νikkisο, Βelicο, ΒΒraun, είναι ενιαία, αποτελούμενη από την πρωτογενή αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, τη δευτερογενή αγορά πώλησης ανταλλακτικών και την παρεπόμενη παροχή της υπηρεσίας επισκευής και συντήρησης των άνω μηχανημάτων, με τη χρήση ανταλλακτικών, με τις παραδοχές ότι, τα δευτερογενή προϊόντα, δηλαδή τα ανταλλακτικά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (HD), τα οποία (μηχανήματα), εκτός από την εξαγορασθείσα εταιρία GAMBRO, παράγουν και διαθέτουν στην ελληνική αγορά και οι ως πιο πάνω ανταγωνίστριες αυτής εταιρίες, δεν είναι μεν εναλλάξιµα µε αυτά άλλου κατασκευαστικού οίκου, με συνέπεια να μην υφίσταται διαλειτουργικότητα των ανταλλακτικών στην αγορά επισκευής και συντήρησης των εν λόγω μηχανημάτων, πλην, όμως, οι καταναλωτές αυτών, κυρίως δημόσια νοσοκομεία, που αποτελούν την πλειονότητα των αγοραστών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σε μεγάλο βαθµό και βάθος χρόνου, πως µια αισθητή αύξηση στην τιµή θα επηρεάσει το κόστος επισκευής και συντήρησης για όλο το προσδόκιμο κύκλο ζωής του μηχανήματος και έτσι, κατά την προκήρυξη των μειοδοτικών διαγωνισμών για την προμήθεια αυτών, οι οποίοι διενεργούνται με κριτήριο τη συμφερότερη τιμή, απαιτούν την υποβολή δεσμευτικών προσφορών, για τη δαπάνη συντήρησης και επισκευής τους, που λαμβάνουν υπόψη με αυξημένο συντελεστή βαρύτητας, καθορίζοντας αυτή κατ' ανώτατο όριο κατά το χρόνο αγοράς τους, για χρονικό διάστημα, που κατά κανόνα υπερβαίνει τον ενδεικνυόμενο από τον κατασκευαστή κύκλο ζωής τους, τον οποίο προσδιόρισε σε δέκα πέντε έτη, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, επτά διακηρύξεις διαγωνισμών νοσοκομείων, και ii) ότι στην αγορά αυτή, την οποία οριοθέτησε ως ενιαία, η εναγομένη, ως αποτελούσα μία ενιαία οικονομική οντότητα, με τη μητρική εταιρία, ''ΒΑΧΤΕR INTERNATIONAL INC'' και την ''GAMBRO LUNDIA AB'', κατασκευάστρια εταιρία των μηχανημάτων και ανταλλακτικών τεχνητού νεφρού, ''GAMBRO'', λαμβάνοντας υπόψη ως βάση το μερίδιο συμμετοχής της, όπως προσδιορίστηκε στις προαναφερθείσες παραδοχές, και τις λοιπές συνθήκες, δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, δεν δικαιολογούν την επικαλούμενη από την ενάγουσα δεσπόζουσα θέση της εναγομένης, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική εκμετάλλευσή της, με τη μορφή της άρνησης πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD GAMBRO, από την εναγομένη στην ενάγουσα.
Επιπλέον, για το ίδιο λόγο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, με την εκ μέρους της, υιοθέτηση καταχρηστικής συμπεριφοράς τιμολογιακού χαρακτήρα, με τη χρέωση διαφορετικών τιμών σε πελάτες της, για όμοια προϊόντα, ή με την πρακτική της συμπίεσης κέρδους, πρακτικές που προϋποθέτουν δεσπόζουσα θέση.
Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας όμοια, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων, 2 ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ (καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης), σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, ούτε υπέπεσε σε οποιοδήποτε υπαγωγικό σφάλμα.
Επίσης, με βάση τα άνω περιστατικά, περί μη κατοχής δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην άνω αγορά, σε συνδυασμό με τα λοιπά περιστατικά που έγιναν δεκτά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο και ειδικότερα, α) την απόφαση της διοίκησης του ομίλου εταιριών, ΒΑΧΤΕR, στον οποίο εντάσσεται και η εναγομένη, ως θυγατρική εταιρία, στο πλαίσιο της οικονοµικής και επιχειρηματικής του ελευθερίας και για προάσπιση των οικονομικών του συµφερόντων, για την εφαρμογή στην ελληνική αγορά (όπως εφαρμόζει σε παγκόσμιο επίπεδο), ενός καθετοποιημένου μοντέλου οργάνωσης, κατά το οποίο η πώληση των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro και η παροχή της υποστηρικτικής υπηρεσίας συντήρησης και επισκευής µε χρήση ανταλλακτικών, θα διενεργούνται στην Ελλάδα µόνο από την εναγομένη ως θυγατρική εταιρία, που ανήκει στον ίδιο όμιλο µε την κατασκευάστρια των ιατρικών μηχανημάτων της εταιρίας "GAMBRΟ", κατ' αποκλεισμό κάθε τρίτου αδιακρίτως και τη μη ένταξη της ενάγουσας σε δίκτυο επιλεκτικής διανοµής μηχανημάτων GAMBRΟ στην ελληνική αγορά, αφού από το έτος 2016 και εφεξής δεν υφίσταται τέτοιο δίκτυο, β) τη δομή της σχετικής αγοράς, στην οποία δραστηριοποιούνται οι αναφερόμενες εταιρίες, με αντίστοιχη κάθετη οργάνωση, γ) την μη πραγματοποίηση πωλήσεων ανταλλακτικών από την εναγομένη, σε τρίτους αδιακρίτως, πλην της αναφερόμενης εταιρίας, ''ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΕ'', προς την οποία έλαβαν μεν χώρα πωλήσεις, στα πλαίσια, όμως, της αναφερθείσας συμφωνίας συναινετικής λύσης της σύμβασης, για την εξυπηρέτηση και μόνο εκκρεμών συμβάσεων, δ) την μη χρήση καταλόγου χονδρικής πώλησης ανταλλακτικών από την εναγομένη, καθώς δεν πραγματοποιούσε πωλήσεις χονδρικής, ε) τη μη διαφοροποίηση των τιμών πώλησης από την εναγομένη προς την ενάγουσα (στα πλαίσια της προσωρινής διαταγής) με αυτές που πραγματοποιούσε η ίδια (εναγομένη) προς τα νοσοκομεία, πλην των αναφερόμενων στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, δύο περιπτώσεων, που έλαβαν χώρα προς τα νοσοκομεία Ιωαννίνων και Ηρακλείου - Γ.Ν.
ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ, οι οποίες αποτέλεσαν μοναδική περίπτωση στο σύνολο των αναγκαστικών πωλήσεων της εναγοµένης στην ενάγουσα και στο σύνολο των λιανικών πωλήσεων της εναγοµένης στα νοσοκοµεία, γεγονός από το οποίο δεν προκύπτει γενικευμένη εφαρµογή πολιτικής υποτιµολόγησης - συμπίεσης κέρδους από πλευράς της εναγοµένης, αλλά μεμονωμένη τέτοια περίπτωση, καθώς και την απουσία οποιασδήποτε διακριτικής μεταχείρισης, προς την ενάγουσα, δεν καταφάσκεται συμπεριφορά της εναγομένης αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Ενόψει αυτών, το Εφετείο, που έκρινε όμοια, δεν παραβίασε ευθέως και τις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 146/1914, περί αθέμιτου ανταγωνισμού, ούτε αυτές της παρ. 91 των κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για τους κάθετους περιορισμούς. Οι προβαλλόμενες με τον ένατο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες, το Εφετείο απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της, περί υπερβολικής τιμολόγησης των πωληθέντων σ' αυτή ανταλλακτικών, σε εκτέλεση της προσωρινής διαταγής, όχι σε τιμές χονδρικής, αλλά σε τιμές λιανικής, προσαυξημένες ακόμη και 37 φορές πάνω από το κόστος αγοράς τους, από την ενδοομιλική συνδεδεμένη εταιρία BAXTER SERVICES EUROPE SA, που αποτελεί το κέντρο διανομής ανταλλακτικών στην Ευρώπη, με βάση τον ενδοομιλικό κατάλογο της τελευταίας, με τις παραδοχές ότι οι τιμές ενδοομιλικής συναλλαγής ανερχόμενες στο εργοστασιακό κόστος παραγωγής, με ένα περιθώριο κέρδους γύρω στο 10%, δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο για να συναχθεί αν η τελική τιμή πώλησης ενός ανταλλακτικού μηχανήματος τεχνητού νεφρού, είναι υπερβολική ή όχι, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ως προς την υπερβολική τιμολόγηση (αθέμιτη τιμολογιακή πρακτική) και ιδίως την καθεριούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 50 του ν. 4172/2013 (φορολογική) αρχή των ίσων αποστάσεων, η οποία αν και δεν αποτελεί αγορανομικό κανόνα, ούτε κανόνα του αθέμιτου ανταγωνισμού, αποτυπώνει, όμως, την οικονομική αξία των επίδικων ανταλλακτικών, είναι αβάσιμες.
Και τούτο διότι, όπως ορθά κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κανόνας των ίσων αποστάσεων, που δεν αποτελεί αγορανοµικό κανόνα, ούτε κανόνα του δικαίου του ελεύθερου ή αθέµιτου ανταγωνισμού, αλλά κανόνα φορολογικού δικαίου, δεν σκοπεύει να υπαγορεύσει συγκεκριμένες τιµές πώλησης ή επιτρεπόμενα περιθώρια κέρδους, αλλά να αποτρέψει την καταστρατήγηση των κανόνων περί φορολόγησης εισοδήµατος σε περίπτωση πλασματικής μεταβίβασης εισοδήµατος σε κράτος άλλο από εκείνο στο οποίο το εισόδημα θα έπρεπε να προκύψει και να δηλωθεί, κατά καταστρατήγηση της ελευθερίας διαμόρφωσης των τιμών.
Πρόκειται για µια αρχή για την αποτίµηση των κερδών που προκύπτουν από τις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων και κατ' ουσία επιβάλλει την αποτίµηση των ενδοεπιχειρησιακών (ή ενδοομιλικών) συναλλαγών, σαν να είχαν πραγµατοποιηθεί από μη συνδεδεμένες επιχειρήσεις, αλλά από ανεξάρτητες, κάθε µία από τις οποίες ενεργεί προς όφελός της.
Έτσι, σύµφωνα µε την αρχή αυτή, από την τιμολογιακή πολιτική της ΒΑΧΤΕR SERVICES EUROPE SA, διανοµέα του Ομίλου ΒΑΧΤΕR προς την εναγοµένη, δεν µπορεί να συναχθεί τεκμήριο περί του ευλόγου τιµήµατος των ανταλλακτικών Gambro, στα πλαίσια συναλλαγών μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ και 1 του ν. 146/1914, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Και τούτο διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ως προς τα ζητήματα, της έννοιας της σχετικής αγοράς μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, ανταλλακτικών και υπηρεσίας επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων αυτών, ως ενιαίας και της μη κατοχής δεσπόζουσας θέσης από την εναγογομένη στην αγορά αυτή (κατά την αγωγική βάση από την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην οικεία αγορά) και επιπλέον τη μη εκδήλωση αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της, με τη μορφή της άρνησης πώλησης ανταλλακτικών των άνω μηχανημάτων, την αθέμιτη τιμολογιακή πρακτική και τη συμπίεση του περιθωρίου κέρδους (κατά το μέρος που αφορά τη συρρέουσα αγωγική βάση από τον αθέμιτο ανταγωνισμό), με βάση τα οποία θεμελιώνεται πλήρως το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, περί μη συνδρομής της αποδιδόμενης στην εναγομένη καταχρηστικής συμπεριφοράς, με την άρνηση πώλησης των άνω μηχανημάτων, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Δεν αποτελούν δε αντιφατικές αιτιολογίες, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά τις οποίες η εναγομένη από το έτος 2016, δεν προέβαινε σε πωλήσεις χονδρικής, με εκείνες κατά τις οποίες πραγματοποίησε πωλήσεις κατά τα έτη 2016 και 2017, προς τις εταιρίες, ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ και ... -ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ, αφού στη συνέχεια των άνω αιτιολογιών το Εφετείο δέχθηκε ότι οι πωλήσεις προς την ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, έλαβαν χώρα αποκλειστικά και μόνο προς εκτέλεση της από ...-2015 ''σύμβασης συμβιβασμού λύσης και μετάβασης'', μεταξύ των μη διαδίκων εταιριών, GAMBRO LUNDIA AB και ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ, και περαιτέρω ότι η τελευταία εταιρία, από το έτος 2017 αποτελεί αποκλειστικό διανομέα του ανταγωνιστικού σε σχέση με την εναγομένη κατασκευαστικού οίκου Β.ΒRAUN, ενώ όσον αφορά την εταιρία ...
δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι η εναγομένη δεν πραγματοποίησε πωλήσεις προς αυτή άμεσες ή έμμεσες και ότι και η εταιρία αυτή από το έτος 2019 είχε ξεκινήσει συνεργασία με τον ελβετικό οίκο, INFOMED. Επίσης, δεν είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της απόφασης, κατά τις οποίες, η αναιρεσίβλητη βρίσκεται σε σχέση οικονομικής εξάρτησης με την αναιρεσείουσα, με αυτές, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσίβλητη δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην άνω αγορά, αφού η οικονομική εξάρτηση δεν προϋποθέτει και την κατοχή δεσπόζουσας θέσης, ούτε αυτές, κατά τις οποίες το κόστος συντήρησης των άνω μηχανημάτων είναι υψηλό σε σχέση με το κόστος αγοράς του κύριου εξοπλισμού, με αυτές, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την αγορά των μηχανημάτων λαμβάνεται υπόψη από τα νοσοκομεία, το κόστος συντήρησης.
Επομένως, οι άνω λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες στο δέκατο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της, ότι η εναγομένη ασκεί σε βάρος της μία τιμολογιακή πολιτική συμπίεσης του περιθωρίου κέρδους της, πωλώντας σ' αυτή ανταλλακτικά Gambro, σε τιμές λιανικής μειωμένες κατά 10%, ελλείψει τιμοκαταλόγου χονδρικής, παραβίασε ευθέως, τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του ν. 4412/2016, που αφορούν τις κρατήσεις που διενεργούν τα δημόσια νοσοκομεία στα τιμολόγια των προμηθευτών τους, με τη μη εφαρμογή τους, αιτιάσεις, με τις οποίες επιχειρείται θεμελίωση λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως εκτίθεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των άνω διατάξεων, και πως αυτό πως το σφάλμα αυτό συνδέεται με την εφαρμογή από την εναγομένη τιμολογιακής πολιτικής συμπίεσης κέρδους της ενάγουσας.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθώς αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τα μερίδια συμμετοχής της εναγομένης στην επίδικη αγορά, την εφαρμογή του συστήματος καθετοποίησης από αυτή και τη μη πραγματοποίηση πωλήσεων από την ίδια, σε τιμές χονδρικής και κατά συνέπεια, προβάλλονται απαραδέκτως.
Κατά το άρθρο 297 ΑΚ, ''Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση, το δικαστήριο μπορεί εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση στην προηγούμενη κατάσταση, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή''.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως κανόνας τίθεται η αποζημίωση να οφείλεται σε χρήμα, διότι η λύση αυτή εξυπηρετεί πληρέστερα το μηχανισμό της σύγχρονης οικονομίας, η οποία στηρίζεται στη λειτουργία του χρήματος ως καθολικού μέτρου αξιών και εξόφλησης των ενοχών. Κατ' εξαίρεση δε, παρέχεται στο δικαστή η ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικά τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον αυτό είναι από τα πράγματα δυνατό και επιπλέον δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.
Δοθέντος δε, ότι το άρθρο 914 ΑΚ, δεν αναφέρει τον τρόπο, κατά τον οποίο θα καταβληθεί η αποζημίωση σε περίπτωση ζημίας που προξενήθηκε κατά τρόπο παράνομο και υπαίτιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 297 ΑΚ και επομένως ότι αυτή πρέπει κατά κανόνα να καταβληθεί σε χρήμα, ενώ αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη του εδ.
β του άρθρου 297 ΑΚ προϋποθέσεις, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις περιστάσεις, να επιδικάσει αποζημίωση in natura, η οποία μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη (ΑΠ 754/2024, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 425/2014 ΑΠ 813/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμο, το αγωγικό αίτημά της, περί άρσης της προσβολής (άρνησης πώλησης ανταλλακτικών τεχνητού νεφρού Gambro) και παράλειψης αυτής στο μέλλον, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 2 ν. 3959/1911 (για την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης) και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και ιδίως αυτή από το άρθρο 297 εβ.
β ΑΚ, για αποζημίωση in natura, με τη μη εφαρμογή της. Ωστόσο, ενόψει του ότι, όπως ορθά κρίθηκε από το Εφετείο, δεν υφίσταται ευθύνη της εναγομένης από την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην άνω αγορά, ούτε αδικοπραξία, λόγω της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της θέσης αυτής και κατ' ακολουθία, ούτε υποχρέωση αυτής για αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, με την κατάρτιση σύμβασης για την εκτέλεση σχετικών παραγγελιών, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, καθόσον και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης.
Και τούτο διότι, ακόμη και αν το εν λόγω αγωγικό αίτημα κρινόταν νόμιμο, ως στηριζόμενο στο άρθρο 297 εδ. β ΑΚ, που προβλέπει την in natura αποζημίωση και στην περίπτωση αδικοπραξίας, το γεγονός αυτό δεν θα αναιρούσε το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 297 εδ.
β του ΑΚ, προυποθέτει την ύπαρξη υπόχρεου προς αποζημίωση, ιδιότητα, που δεν έχει εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη, μετά την απόρριψη των άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, που αφορούν την ευθύνη της, από αδικοπραξία.Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 1786/2024, ΑΠ 1182/2024) και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς, όμως, να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1786/2024).
Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 190/2024, ΑΠ 1028/2023, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017).
Περαιτέρω, i) κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 1290/2024, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 69/2023).
Επομένως, δεν αποτελούν ''πράγματα'' οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, όπως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 1458/2024, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022) και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1062/2025, ΑΠ 961/2023, ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε ''εκ του πράγματος'', με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1769/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 96/2023, ΑΠ 1155/2021, AΠ 630/2020). ii) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1838/2023, ΑΠ 425/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).
Έτσι, αν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικά ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 425/2021, ΑΠ 752/2020 ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017). iii) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα, α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΑΠ 312/2014, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 737/2023).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 363/2023, ΑΠ 284/2023, ΑΠ 25/2023, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018). iv) Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη.
Η τελευταία διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του.
Στην περίπτωση αυτή, είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 336/2025, ΑΠ 228/2024, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 445/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά, α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 542/2023, ΑΠ 950/2021, ΑΠ 225/2009).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1445/2024, ΑΠ 544/2023, ΑΠ 542/2023, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/ 2016, ΑΠ 677/2015). v) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτά.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (AΠ 635/2024, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 301/2019). Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως, όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 13/2005, ΑΠ 635/2024). vi) Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα, ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 22/2025, ΑΠ 17/2024, ΑΠ 1495/2023, AΠ 1291/2019, ΑΠ 489/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) με τους διαλαμβανόμενους στον έκτο λόγο της αίτησής της, ισχυρισμούς, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της σχετικής αγοράς (μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD, ανταλλακτικών και εργασίας επισκευής και συντήρησης αυτών) ως ενιαίας, δέχθηκε εσφαλμένα ότι τα δημόσια νοσοκομεία λαμβάνουν υπόψη με αυξημένο συντελεστή βαρύτητας, το κόστος επισκευής και συντήρησης των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού, με την παράθεση των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη διακηρύξεων επτά διαγωνισμών νοσοκομείων, για την προμήθεια μηχανημάτων αιμοκάθαρσης, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη τους προβαλλόμενους με τις προτάσεις της, στις σελίδες 221-227, ισχυρισμούς, σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο των δημόσιων διαγωνισμών, με βάση το οποίο κρίνεται κατά τους ισχυρισμούς της, αν τα δημόσια νοσοκομεία λαμβάνουν υπόψη ή όχι κατά την αγορά των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού το συνολικό κόστος τους (των ανταλλακτικών, της συντήρησης κλπ), καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους, όπως απαιτεί η παρ. 91 των κατευθυντηρίων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς και τους όρους διακήρυξης των διαγωνισμών αυτών, όπως αναλύθηκαν στις προτάσεις της, από τους οποίους προέκυπτε αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή τα αναφερόμενα νοσοκομεία κατά την κατακύρωση των διαγωνισμών δεν έλαβαν υπόψη το κόστος συντήρησης, με αυξημένο συντελεστή βαρύτητας και συνεπώς δεν μπορεί, ούτε με βάση την παρ. 1 των κατευθυντήριων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς να οριοθετηθεί η υπό κρίση αγορά, ως ενιαία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα, δεν αποτελούν ''πράγματα'', όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στην μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, ως προς την έννοια της σχετικής αγοράς, προς επίρρωση των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών της, ότι η αγορά μηχανημάτων τεχνικού νεφρού και ανταλλακτικών και επισκευής τους, δεν είναι ενιαία, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας ως προς την έννοια της αγοράς αυτής, που συνάγονται από τα αναφερόμενα έγγραφα και από την αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
β) Με τον ίδιο όπως παραπάνω (έκτο) λόγο αναίρεσης και τον έβδομο λόγο, κατά τα σχετικά μέρη τους, την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού, Gambro έχουν κύκλο ζωής κατά μέσο όρο περί τα 15 έτη στα δημόσια νοσοκομεία, ενώ στα ιδιωτικά αντικαθίστανται εντός 8 ετών και ότι η εταιρία BAXTER, το έτος 2016 που διακινούσε πλέον αποκλειστικά τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού HD του οίκου GAMBRO, κατείχε ποσοστό 5-10% της ενιαίας αγοράς, χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, για το το περιστατικό αυτό, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ειδικά αναφέρονται σ' αυτή και συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων), για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
γ) Με τον ίδιο (έκτο) λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ''τις ακλόνητες αποδείξεις, που επικαλέστηκε με τις σελίδες 205-412 των προτάσεών της και προσκόμισε, από τις οποίες προκύπτει ότι το συντριπτικό ποσοστό των νοσοκομείων (σε ποσοστό 98,55%), δεν λαμβάνει υπόψη κατά την αγορά των μηχανημάτων (τεχνητού νεφρού), το κόστος συντήρησης και συνεπώς δεν μπορεί, ούτε με βάση την παρ. 91 των κατευθυντηρίων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς, να οριοθετηθεί η υπό κρίση αγορά, ως ενιαία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και δεν εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, ούτε γίνεται επίκληση του περιεχομένου τους, ώστε από το περιεχόμενο αυτών να κριθεί αν αυτά ήταν ή όχι κρίσιμα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το άνω ζήτημα, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, ''.... και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, κατ' άρθρα 240 και 529 ΚΠολΔ, καθώς και των εγγράφων τα οποία προσκομίστηκαν από τρίτους μη διαδίκους, ήτοι την εταιρία με την επωνυμία, "ΙΑΤΡΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΠΕ" και την εταιρία με την επωνυμία, "ΤΕΧΝΟΪΑΤΡΙΚΗ ΔΟΥΛΓΚΕΡΗΣ ΑΕ", δυνάμει της με αριθ. 737/2017 Διάταξης του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, κατόπιν της από 29-6-2017 αίτησης του άρθρου 232Α ΚΠολΔ της ενάγουσας, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...., χωρίς, ωστόσο, να παραλείπτεται οιοδήποτε εξ αυτών, κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς ......'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους, καθορίζοντας τη βαρύτητά τους ή την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.
δ) Με τους διαλαμβανόμενους στον ίδιο ως άνω λόγο (έκτο) αναίρεσης ισχυρισμούς, την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε, ''στα αναφερόμενα και επικαλούμενα, με τις προτάσεις της, (σελ. 221-412) δημόσια έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι το συντριπτικό ποσοστό των νοσοκομείων (σε ποσοστό 98,5%) δεν λαμβάνει υπόψη κατά την αγορά των σχετικών μηχανημάτων (τεχνητού νεφρού) το κόστος συντήρησης'', τη δέουσα (πλήρη) αποδεικτική δύναμη αυτών, δεχόμενο τα αντίθετα.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού ουδόλως αναφέρονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, στα οποία το δικαστήριο, ως δημόσια έγγραφα, δεν προσέδωσε πλήρη αποδεκτική δύναμη, είναι αβάσιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγούμενη μείζονα σκέψη, τα περιεχόμενα στα άνω δημόσια έγγραφα, (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας), ότι το κόστος συντήρησης δεν αποτελεί κριτήριο βαθμολόγησης των οικονομικών προσφορών που κατατίθενται για την προμήθεια των μηχανημάτων από τα νοσοκομεία, είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αφού δεν βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του.
Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω. ε) Με τον έβδομο λόγο κατά το οικείο μέρος του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, δεχόμενο ότι το μερίδιο χονδρικής της GAMBRO το έτος 2015, ήταν της τάξης 5-10%, με σαφή πτωτική πτώση, χωρίς την αναφορά των αντίστοιχων ποσοστών των λοιπών ανταγωνιστικών κατασκευαστικών οίκων, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία τα μερίδια στη σχετική αγορά εξάγονται μόνο μέσω αναγωγής και στάθμισης σε σχέση με το σύνολο της αγοράς.
Ο λόγος, αυτός είναι απαράδεκτος, καθώς η επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
στ) Με τους διαλαμβανόμενους στον ίδιο ως άνω (έβδομο) λόγο αναίρεσης ισχυρισμούς, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η εταιρία BAXTER το έτος 2016 που διακινούσε αποκλειστικά πλέον τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού HD του οίκου GAMBRO, κατείχε 5-10% της ενιαίας αγοράς, έλαβε υπόψη αναπόδεικτους ισχυρισμούς, ως προς την κατοχή ή όχι δεσπόζουσας θέσης.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η απλή αναφορά στο αναιρετήριο των αριθμών 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης, αφού ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναίρεσης.
Και, ζ) Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ενώ απέρριψε το αγωγικό αίτημα της άρσης της προσβολής και της παράλειψής της στο μέλλον, κατά τη θεμελίωσή του στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και σ' αυτές του άρθρου 2 του ν. 3959/2011, ως μη νόμιμο, στην συνέχεια ερεύνησε την αγωγή, ως προς το ανωτέρω αίτημά της, βάσει του άρθρου 2 του ν. 3959/2011 και την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι αποδείχθηκε, ''αφενός µεν ότι η αγορά τεχνητού νεφρού ΗD είναι ενιαία και περιλαμβάνει τόσο τα μηχανήματα τεχνητού νεφρού, όσο και την επισκευή και συντήρηση και τα ανταλλακτικά αυτών, πλην των αναλωσίμων, αφετέρου δε ότι η σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ" και εν συνεχεία η εναγοµένη εταιρία, που αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα µε την εν λόγω σουηδική εταιρία, δεν κατέχει δεσπόζουσα (µονοπωλιακή) θέση στην ανωτέρω οριοθετηµένη ενιαία αγορά τεχνητού νεφρού και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται από µέρους της εναγοµένης καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της, µε την άρνηση πώλησης ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD GAMBRO στην ενάγουσα κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 ν. 3959/2011, 102 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις περί αδικοπραξιών'', επικαλούμενη ότι οι πιο πάνω κρίσεις συνιστούν ταυτόχρονη απόρριψη του αγωγικού αιτήματός της, προς άρση και παράλειψη, κατά το άρθρο 2 του ν. 3959/2011, ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο και ως τέτοιες συνιστούν αντιφατικές διατάξεις, κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον και υπό την εκδοχή, ότι πρόκειται για παραδοχές που έχουν προσόντα διατακτικού, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τη συρρέουσα βάση της αγωγής, από την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης (αρθρ. 2 ν. 3959/2011 και 102 ΣΛΕΕ), η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συνιστά και αδικοπραξία στα πλαίσια του αυτοτελούς αγωγικού αιτήματος, περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω παραβίασης των άνω διατάξεων, αφού δε διαπίστωσε τη μη στοιχειοθέτηση δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην άνω ενιαία αγορά, απέρριψε το αγωγικό αυτό αίτημα, ως ουσιαστικά αβάσιμο, κατά το μέρος που η θεμελίωσή του επιχειρήθηκε στη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3959/2011, σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1212/2022, ΑΠ 999/2020, ΑΠ 397/2020, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).
Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 2036/2022, ΑΠ 1212/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, επιδιώκει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της, ως προς τη βάση της, από την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως προς τις αιτιολογίες αυτής και συγκεκριμένα, κατά το μέρος που αφορούν την έννοια της σχετικής αγοράς μηχανημάτων και ανταλλακτικών τεχνητού νεφρού GAMBRO, ως ενιαίας και τη μη κατοχή δεσπόζουσας θέσης της αναιρεσίβλητης στην αγορά αυτή, επικαλούμενη ότι το αίτημά της για άρση της άρνησης πώλησης και παράλειψή της στο διηνεκές, θεμελιούμενο στην καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης της αναιρεσίβλητης, είχε ήδη απορριφθεί ως μη νόμιμο, με συνέπεια να κρίνεται αναγκαία η απάλειψη των άνω αιτιολογιών, προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία δεδικασμένου σε βάρος της, δυσμενέστερου εκείνου από την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής, κατά το άνω μέρος, Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε, το Δικαστήριο ερεύνησε τη συρρέουσα βάση της αγωγής, από την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης (αρθρ. 2 του ν. 3959/2011), κατά το μέρος που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση, αλλά και τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας από τις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αντικατάσταση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, με την απάλλειψη αυτών, κατά το μέρος που αφορούν την έννοια της σχετικής αγοράς και την μη κατοχή δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, σ' αυτή. Τέτοια δε αντικατάσταση δεν χωρεί, λόγω της απόρριψης ως μη νόμιμου του θεμελιούμενου στην ίδια διάταξη αγωγικού αιτήματος για παύση της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον, καθόσον η απόρριψη αυτή, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.
Ενόψει αυτών το άνω αίτημα (από το άρθρο 578 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και, στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ υπέρ του δανειστή (όπως το ποσό αυτό ορίστηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 ν. 2298/1995 και η μετατροπή του σε ευρώ με τα άρθρα 3-5 ν. 2943/2001, άρθρο 52 παρ. 1 ν. 3994/2011) και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Η προεκτεθείσα διάταξη από την πλευρά του αντικειμένου της εκτέλεσης, προϋποθέτει υποχρέωση προς υλική πράξη, αφενός μεν μη δυνάμενη να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αφετέρου δε εξαρτωμένη αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο και κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζει την απαίτηση, αφού καταδικάσει τον οφειλέτη σε επιχείρηση της πράξης, συγχρόνως και με την ίδια απόφασή του οφείλει να προβλέψει και για την περίπτωση της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη και να καταδικάσει αυτόν αυτεπάγγελτως σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή μέχρι του ως άνω ποσού και σε προσωπική κράτηση μέχρι ενός έτους.
Επομένως, η καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση χωρεί αυτεπαγγέλτως, υποχρεωτικά και αθροιστικά μέχρις ότου ο καθού η εκτέλεση εξαναγκασθεί να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της απόφασης. Ο δανειστής δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα δύο αυτά μέσα της έμμεσης εκτέλεσης ή οποιοδήποτε απ' αυτά προς πειθαναγκασμό του καθού η εκτέλεση (ΑΠ 66/2021, ΑΠ 1333/2020, 1627/2018).
Στην περίπτωση δε αυτή (υποχρέωση για ενέργεια πράξης, μη συμμόρφωση του οφειλέτη και έμμεση εκτέλεση κατ' άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν απαιτείται, όπως αντίθετα προβλέπεται για τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το άρθρο 947 ΚΠολΔ (εκτέλεση για παράλειψη ή ανοχή πράξης) βεβαίωση της παράβασης της απόφασης με νέα απόφαση και καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, διότι η καταδίκη στα αναφερόμενα μέσα εκτέλεσης έχει χωρήσει αυτεπαγγέλτως με την αρχική απόφαση, με την οποία ο οφειλέτης υποχρεώθηκε σε επιχείρηση της πράξης (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 193/2014, ΑΠ 188/2014, ΑΠ 966/2009 ΝΟΜΟΣ).
Έτσι, αν το δικαστήριο παρέλειψε να απαγγείλει τα προαναφερόμενα μέσα εξαναγκασμού ή το ένα από αυτά, για την περίπτωση της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη προς το περιεχόμενο της απόφασης, ο ενάγων δεν μπορεί με ιδιαίτερη αίτηση να ζητήσει την καταδίκη του οφειλέτη στις προαναφερόμενες ποινές, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν παρέχεται στο δανειστή από την ως άνω διάταξη.
Στην περίπτωση αυτή χωρεί διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης κατά τα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα δε στους λόγους αυτούς, δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, για τη διόρθωση ή συμπλήρωση των οποίων προβλέπουν ειδικά τα άρθρα 315 επ.
του ΚΠολΔ (ΑΠ 1083/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αν και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη στην πώληση ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro σε τιμές χονδρικής προς αυτήν, απάγγειλε σε βάρος της χρηματική ποινή μόνο για την περίπτωση άρνησης της εκτέλεσης καθεμιάς παραγγελίας, χωρίς να συμπεριλάβει στην απαγγελθείσα ποινή την παραβίαση του διατακτικού, κατά το μέρος που αφορά εκτέλεση των παραγγελιών της, σε τιμές χονδρικής.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό είναι δεκτική συμπλήρωσης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αφού στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι δεκτικές διόρθωσης ή συμπλήρωσης (ΑΠ 362/2023, ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 1083/2014).
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης, και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε η τελευταία, με προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
II. Επί της δεύτερης, από 4-7-2023 (αρ. καταθ. 561/5-7-2023) αίτησης αναίρεσης (της εναγομένης). Η αναιρεσείουσα - εναγομένη, με τον πρώτο λόγο της άνω αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 18 α του ν. 146/1914, για την καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης οικονομικής εξάρτησης, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, υποχρεώνοντας την ίδια να εκτελεί τις παραγγελίες της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, για χρονικό διάστημα έξι μηνών, με αφετηρία τη δημοσίευση της απόφασής του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, έκρινε ότι τα αναφερόμενα στις προεκτεθείσες παραδοχές του, διαπιστωθέντα πραγµατικά περιστατικά, εμπίπτουν στο πραγµατικό της διάταξης του άρθρου 18α ν. 146/1914, δεχόμενο αφενός, ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) τελούσε σε σχέση οικονοµικής εξάρτησης από την αναιρεσείουσα (εναγομένη), που αποτελεί ενιαία οικονοµική οντότητα µε την εξαγορασθείσα σουηδική εταιρία, "GAMBRO LUNDIA AB", αφετέρου ότι, η αναιρεσείουσα προέβη σε κατάχρηση της σχέσης αυτής οικονοµικής εξάρτησης, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι, από τον Ιανουάριο του έτους 2016, όταν, σε εφαρμογή του ως άνω απολύτως καθετοποιηµένου μοντέλου οργάνωσης, κατά το οποίο η πώληση των ανταλλακτικών και οι υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων της θα παρέχονται µόνο από αυτή, κατ' αποκλεισμό τρίτων ανεξάρτητων παρόχων, αρνήθηκε τη διενέργεια πωλήσεων χονδρικής προς οποιοδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), παρέλειψε δε να χορηγήσει στην τελευταία, εύλογη προθεσµία, διάρκειας έξι (6) μηνών, προκειμένου να αποσβέσει μέρος των επενδύσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης εμπορικής συνεργασίας και να καταφέρει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Ειδικότερα δέχθηκε, ότι, α) την 7-1-2016, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγοµένη τη µε αριθμό ...-2016 παραγγελία της για την προμήθεια ανταλλακτικών μηχανημάτων τεχνητού νεφρού GAMBRO, την οποία επανέλαβε µε την από 14-1-2016 επιστολή της, ωστόσο η εναγοµένη αρνήθηκε να την εκτελέσει. Την 5-2-2016, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγοµένη την από 3-2-2016 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωσή της και πρόσκληση, επίσης την 10-3-2016, απέστειλε στην εναγοµένη τη µε αριθµό ...-2016 παραγγελία της και την 15-3-2017, τη µε αριθµό ...-2017 παραγγελία της, πλην, όµως, η εναγοµένη ουδεμία από τις ανωτέρω παραγγελίες της ενάγουσας εκτέλεσε, ενώ στην από 17-12-2015 δήλωσή της προς τα νοσοκομεία ανέφερε ότι, "μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 στην Ελλάδα η τεχνική υποστήριξη των προϊόντων GAMBRO θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά από την Βαxter Ελλάς ΕΠΕ ......
εκκρεµείς τυχόν συμβάσεις δυνατό να εξυπηρετούνται και από τους υφιστάμενους παρόχους". β) Η εναγοµένη, σε εκτέλεση της από 28-3-2016 προσωρινής διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Αθηνών, πώλησε στην ενάγουσα τα ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού που αναφέρονται στην αγωγή σε τιμές αυξημένες, με ειδική αναφορά στα με αριθμούς, ...-2016 και ...-2016 ......
γ) Παράλληλα στην ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας έχει παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, λόγω της άρνησης της εναγομένης να την προμηθεύει με ανταλλακτικά των άνω μηχανημάτων, άσκησε σε βάρος της την από 21-3-2016 αίτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα να υποχρεωθεί να την προμηθεύει προσωρινά με ανταλλακτικά και ότι στα πλαίσια της αίτησης αυτής, έγινε δεκτή αίτησή της για την έκδοση προσωρινής διαταγής, εκδοθείσας της από 28-3-2016 προσωρινής διαταγής, κατόπιν της οποίας η εναγομένη, εκτέλεσε τις πιο πάνω παραγγελίες της, μετά δε την απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την 2153/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη αρνήθηκε και δεν εκτέλεσε τη µε αριθμό 380/2017 νέα παραγγελία της, για την προμήθεια της, με τα αναφερόμενα (στην αγωγή) ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro.
δ) Η ενάγουσα σε εκτέλεση της εκκαλουµένης, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, προμηθεύεται ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro για εκκρεµείς συμβάσεις της µε δηµόσια νοσοκομεία συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro. ε) Οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν προς την ενάγουσα έλαβαν χώρα αναγκαστικά σε συμμόρφωση της εναγοµένης αρχικά µε την ως άνω προσωρινή διαταγή, εν συνεχεία µε τη µε αριθ. 176/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τέλος µε την εκκαλουµένη, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή.
στ) Η άρνηση της εναγοµένης να εκτελέσει τη µε αριθμό ...-2017 παραγγελία της ενάγουσας για ανταλλακτικά, αλλά και οποιαδήποτε άλλη παραγγελία της τελευταίας για προμήθεια ανταλλακτικών, συνιστά καταρχήν αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή της ανωτέρω μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης αυτής (ενάγουσας), µε την εξαγορασθείσα σουηδική εταιρία "GAMBRO LUNDIA ΑΒ", µε την οποία η εναγοµένη αποτελούν, κατά τα προαναφερθέντα, µία ενιαία οικονομική οντότητα, εφόσον δεν χορήγησε η εναγοµένη στην ενάγουσα, µε βάση την παραπάνω μείζονα σκέψη µία εύλογη προθεσµία, η οποία δεν µπορεί να ξεπεράσει τους έξι µήνες, προκειµένου αυτή (ενάγουσα), ι) να εκτελέσει προσηκόντως τις συμβατικές της υποχρεώσεις από τις εκκρεµείς συμβάσεις συντήρησης και επισκευής των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού HD Gambro µε τα δημόσια νοσοκομεία, που υφίσταντο τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής το πρώτον, κατά τη βάση του άρθρου 18α ν. 146/1914, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ιι) να µπορέσει να αποσβέσει σηµαντικό µέρος των επενδύσεων στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και ιιι) να µπορέσει να προσαρμοστεί στα νέα δεδοµένα βρίσκοντας κάποια ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
ζ) Με τις ως άνω ενέργειές της, η εναγοµένη, που διέθετε οικονομική ισχύ στη σχετική αγορά προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης υπό την οποία τελούσε η ενάγουσα, η οποία δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η) Η παροχή της εν λόγω προθεσμίας δεν επιβάλλει στην εναγοµένη τη συνέχιση της συνεργασίας της µε την ενάγουσα στο διηνεκές και για αόριστο χρονικό διάστηµα και ως εκ τούτου δεν αναιρείται η εφαρµογή της παραπάνω απόφασης της διοίκησης του οµίλου "ΒΑΧΤΕR" για αναδιάρθρωση, ώστε να προσβάλλεται ο πυρήνας της επιχειρηματικής ελευθερίας της, αλλά στο πλαίσιο µιας αξιολογικής στάθµισης των αντιτιθέµενων συµφερόντων των μερών παρατείνεται η µεταξύ τους εμπορική σχέση για το περιορισμένο χρονικό διάστηµα των 6 µηνών, έτσι ώστε η ενάγουσα, ενόψει της αλλαγής του τρόπου διάθεσης των επίδικων προϊόντων και παροχής των υπηρεσιών συντήρησης, να έχει τη δυνατότητα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες αναζητώντας κατά το εν λόγω διάστηµα τη σύναψη νέας συνεργασίας και την άσκηση νέας δραστηριότητας, θ) η ενάγουσα δεν έχει μπορέσει ακόµη να αποσβέσει σηµαντικό µέρος των επενδύσεών της, δεν έχει κατορθώσει να βρει ισοδύναµη εναλλακτική λύση και να συνάψει νέα εμπορική συνεργασία µε άλλη εταιρία, εξακολουθεί, όμως, δυνάµει της εκκαλουµένης, που κηρύχθηκε, προσωρινά εκτελεστή, να προμηθεύεται από την εναγοµένη ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro για εξυπηρέτηση συµβάσεων συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων τεχνητού νεφρού Gambro µε δηµόσια νοσοκομεία, και ι) η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγοµένης συνιστά καταχρηστική διακοπή από την τελευταία της σχέσης οικονοµικής εξάρτησης µε την ενάγουσα κατά παράβαση του άρθρου 18α ν. 146/1914, µε έννομη συνέπεια την αναγκαστική συνέχιση της για εύλογο χρονικό διάστηµα, που δεν µπορεί να υπερβεί την προθεσµία των έξι µηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991, σύμφωνα µε τα εκτεθέντα στην παραπάνω µείζονα σκέψη.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όπως ήδη εκτέθηκε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά τη συρρέουσα βάση της, της κατάχρησης της σχέσης της οικονονομικής εξάρτησης με την ενάγουσα, υποχρεώνοντας την εναγοµένη να εκτελεί τις απευθυνόµενες σε αυτή από την ενάγουσα μηνιαίες παραγγελίες ανταλλακτικών των μηχανημάτων τεχνητού νεφρού (ΗD) GAMBRO, για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασής του και να παραλείπει για ίδιο χρονικό διάστημα, να αρνείται προς την ενάγουσα την πώληση και εκτέλεση αντίστοιχων παραγγελιών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις του άρθρου 18α του ν. 146/2014, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, ως προς την εύλογη προθεσμία, που χορήγησε στην ενάγουσα για την προσαρμογή της στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, τη δυνατότητα να αποσβέσει τις φερόμενες επενδύσεις της, αλλά και να εξεύρει εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση της επιχειρηµατικής της δραστηριότητας, την οποία όρισε μεν σε αυτή των έξι μηνών, με αφετηρία, όμως, τη δημοσίευση της απόφασής του, που έλαβε χώρα στις 2-3-2023, ήτοι σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο του χρόνου εκδήλωσης της άρνησης της εναγομένης προς πώληση μηχανημάτων στην ενάγουσα, αν και σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η εναγομένη καθόλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, (από τον Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι τη συζήτηση στο Εφετείο, στις 14-4-2022, συνεπώς και μέχρι την άσκηση της αγωγής, το Μάρτιο του έτους 2017), εκτελούσε τις παραγγελίες της ενάγουσας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, η άρνηση της εναγομένης για την εκτέλεση των παραγγελιών της ενάγουσας εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του έτους 2016 (14-1-2016), στα πλαίσια της επιλογής του άνω καθετοποιημένου συστήματος, στη συνέχεια, όμως, η εναγομένη, αρχικά σε εκτέλεση της άνω από 28-3-2016 προσωρινής διαταγής, ακολούθως, σε εκτέλεση της 176/2017 απόφασης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τέλος σε εκτέλεση της 1415/2018 πρωτόδικης απόφασης, που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, εκτελούσε τις παραγγελίες της για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ το εξάμηνο από την εκδήλωση της άρνησής της, µε αποτέλεσµα να έχει δοθεί εν τοις πράγµασι στην ενάγουσα, η δυνατότητα να αποσβέσει τις φερόμενες επενδύσεις της, αλλά και να εξεύρει εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση της επιχειρηµατικής της δραστηριότητας.
Έτσι, η υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας να συνεχίσει την εκτέλεση των παραγγελιών της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης στα εν λόγω ανταλλακτικά για χρονικό διάστηµα έξι μηνών, από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια και το σκοπό της διάταξης του άρθρου 18α ν. 146/1914, η οποία σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν επιδιώκει να επιβάλει τη διαιώνιση συμβατικών σχέσεων, παρεμποδίζοντας το δικαίωμα του διανομέα ή γενικότερα του αντισυμβαλλόμενου στην αγορά να τροποποιήσει τη δομή του δικτύου διανομής του, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση μιας εύλογης (με αντικειμενικά κριτήρια) προθεσμίας, εντός της οποίας η εξαρτώμενη επιχείρηση θα έχει τη δυνατότητα να αναδιοργανωθεί, να αποσβέσει σημαντικό μέρος των επενδύσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα, αρχίζοντας μία νέα δραστηριότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η εν λόγω κρίση από το το γεγονός ότι η τελευταία, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε κατορθώσει να βρει ισοδύναµη εναλλακτική λύση και να συνάψει νέα εμπορική συνεργασία µε άλλη εταιρία, ενόψει και του ότι αυτή καθόλο το άνω χρονικό διάστημα εξακολουθούσε δυνάµει της πρωτόδικης απόφασης, που κηρύχθηκε, προσωρινά εκτελεστή, να προμηθεύεται από την εναγοµένη ανταλλακτικά μηχανημάτων τεχνητού νεφρού ΗD Gambro.
Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 18α του ν. 146/1914, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, από τη διαπραχθείσα σε βάρος της αδικοπραξία, στο ποσό των 40.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 932 ΑΚ.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: .......Η ως άνω συμπεριφορά της εναγοµένης, πέρα από παράβαση του άρθρου 18α ν. 146/1914, συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής (εναγομένης), που υπάγεται και στο πραγµατικό της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, που καθιερώνει την ευθύνη από αδικοπραξία, εξαιτίας της οποίας η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, συνιστάµενη στην τρώση της εμπορικής φήμης της, της αξιοπιστίας και του κύρους της στη σχετική αγορά και στην προσβολή του εμπορικού μέλλοντος αυτής, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηµατική ικανοποίηση.
Η χρηματική ικανοποίηση, που η ενάγουσα δικαιούται µε βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τη φύση και το είδος της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγοµένης και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, που κρίνεται εύλογο.....".
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο και την χρηματική ικανοποίηση που δέχθηκε ως ευλόγως επιδικασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την διάταξη αυτή, με κριτήρια αντικειμενικά, αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου στον οποίο περιέχεται και στα οποία υπόκειται, με έμμεση εφαρμογή και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 Συντάγματος και με το ποσό που επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις περί αναλογικότητας, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Τούτο δε διότι, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, από το έτος 2016, χρόνο εκδήλωσης της άρνησης πώλησης προς αυτή των άνω ανταλλακτικών μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης και συνεπώς και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, εξακολούθησε να προμηθεύεται από την εναγομένη τα επίμαχα ανταλλακτικά και ως εκ τούτου, μέσω αυτών να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε παραδοχή, στην προσβαλλόμενη περί περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως, ότι, με την παραπάνω περιγραφείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που ήταν παράνομη και υπαίτια, η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην τρώση της εμπορικής φήμης της, της αξιοπιστίας και του κύρους της στη σχετική αγορά και στην προσβολή του εμπορικού μέλλοντος αυτής, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηµατική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας προσδιόρισε σε 40.000 ευρώ, χωρίς και τον προσδιορισμό άλλων εκ των ανωτέρω αναφερθέντων αντικειμενικών κριτηρίων, που να προσδιορίζουν την βαρύτητα και το μέγεθος της ηθικής αυτής βλάβης, δεδομένου, μάλιστα ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έγινε δεκτή περιουσιακή ζημία της ενάγουσας από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας, όπως ήδη εκτέθηκε.
Έτσι επιδίκασε το ποσό των 40.000 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, που υπερβαίνει τα ακραία όρια της αναλογικότητας και της διακριτικής ευχέρειας τούτου (Εφετείου) και που έπρεπε να λάβει υπόψη του το Εφετείο, ήτοι μεταξύ της ζημίας και της βαρύτητας της ηθικής βλάβης που υπέστη (η αναιρεσίβλητη) και του επιδικασθέντος ποσού προς αποκατάσταση αυτής, αφού το εν λόγω ποσό κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνει τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, και ο άνω λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή των άνω, πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από την εναγομένη και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της αίτησης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη, κατά το ήδη αναιρεθέν μέρος της, που αφορά την καταχρηστική εκμετάλλευση.
Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αποτελούμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτή παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει, α) την από 26-5-2023 (αρ.
καταθ. 455/29-5-2023) αίτηση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, β) τους από 14-10-2024 (αρ. καταθ. 154/15-10-2024) πρόσθετους αυτής λόγους και γ) την από 4-7-2023 (αρ. καταθ. 561/5-7-2023) αίτηση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της με αριθμό 1085/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Απορρίπτει την από 26-5-2023 (αρ.
καταθ. 455/29-5-2023) αίτηση αναίρεσης και τους από 14-10-2024 (αρ. καταθ. 154/15-10-2024) πρόσθετους αυτής λόγους.Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.Δέχεται την από 4-7-2023 (αρ.
καταθ. 561/5-7-2023) αίτηση αίτηση αναίρεσης.Αναιρεί τη με αριθμό, 1085/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτή παραβόλου.Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης