Legislator Case Law & Legislation
2103/2017 AI generated

2103/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2103/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2103/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
road traffic law agricultural law street vending right-of-way violation dismissal of traffic proceedings voluntary withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2103 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2103/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1) Π. Κ. του Ν., 2)Κ. συζύγου Π. Κ., το γένος Ι. Σ., 3)Μ. συζύγου Σ. Α., το γένος Δ. Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Δέσποινα Λοϊζου.

Των αναιρεσίβλητων:1)Ν. Β. του Σ., 2)Ι. Β. του Σ.,3)Κ. Γ. του Δ.,4)Π. Ε. του Μ., 5)Δ. Ε. του Μ., 6)Η. Κ. του Θ., 7)Χ. Δ. του Κ., 8)Α. Τ. του Ν. κ’ 9)Μ. Φ. του Χ., κατοίκων .... Ο 3ος εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θαλή Πολυχρονάκο, οι 6η και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γάλλο, οι 1η 2ος 4ος 5η 7ος 8η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12261/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2125/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ’ αριθμ. ...24-2-2017, .../24-2-2017, ...21-2-2017, ...24-2-2017, .../23-2-2017 και .../7-3-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Π. Π. Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-9-2016 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2125/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους πρώτη, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτη, έβδομο και όγδοη των αναιρεσίβλητων, αντιστοίχως, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ’ αυτούς.

Όμως, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ.).- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 εδ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η παράβαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν και αποτέλεσαν τις παραδοχές του.

Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.8/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας, με το να παραλείψει να χρησιμοποιήσει αυτά, κατά α) την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της καλής πίστης και β) την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως, στους κανόνες των άρθρων 1041, 1045, 1046 και 1051 Α.Κ., στη συνδρομή των όρων των οποίων στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες και οι δικαιοπάροχοί τους δεν νέμοντο με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας τα επίδικα ακίνητα, απορρίπτοντας τον οικείο ισχυρισμό περί κτήσης της κυριότητας αυτών (αναιρεσειόντων) με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον δέχθηκε για τον πρώτο αναιρεσείοντα ότι "...

Με την μεταγραφή όμως του άνω συμβολαίου (υπ’ αριθμ. ...1991 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ.) ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εκκαλών δεν απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου και τούτο γιατί ο μεταβιβάσας κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως δεν ήταν κύριος αυτού, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο της μεταγραφής της άνω απόφασης καθώς και του άνω συμβολαίου οι αναγνωριστικές αποφάσεις οι οποίες αναγνώριζαν κυριότητα σε ακίνητο κτηθέν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν αποτελούσαν τίτλο, τούτο, δε, προβλέφθηκε με την παρ. 1 του άρθρου του Ν 2298/1995 επιπλέον η άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν δεσμεύει τους εναγομένους, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην άνω δίκη.

Περαιτέρω ο ενάγων δεν απέκτησε την νομή του επιδίκου τμήματος καθόσον ο μεταβιβάσας δεν ήταν νομέας αυτού και δεν ήταν δυνατόν ο εν λόγω ενάγων να αποκτήσει την νομή του με ειδική διαδοχή. Επίσης και η άνω Φ. Π. δεν ήταν νομέας του μεταβιβασθέντος στον πρώτο ενάγοντα επιδίκου εδαφικού τμήματος όπως επίσης δεν ήταν νομέας του μεταβιβασθέντος εδαφικού τμήματος ο πατέρας της τελευταίας Χ.

Π.. Άλλωστε ο Χ. Π. με το άνω υπ’ αριθ. ...1970 συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα των 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους προαναφερόμενους Ι. και Μ. Φ. παρά το ότι με το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. .../1966 προσύμφωνο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Π. Φ., είχε υποσχεθεί αυτός και οι λοιποί συμβαλλόμενοι να μεταβιβάσουν στους τελευταίους την κυριότητα ολοκλήρου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου παρά το ότι γνώριζαν πως η δικαιοπάροχός τους Σ.

Σ. χήρα Β. Π., το γένος Ε. Σ., εξουσίαζε το 1/4 αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού. Από το γεγονός αυτό καθίσταται πρόδηλο ότι ο Χ. Π. ήταν συγκύριος και νομέας του μείζονος εκτάσεως ακινήτου κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό 4/48 και όχι διαιρετού τμήματος αυτού όπως ισχυρίσθηκε ο πωλητής Σ. Ζ. με την προαναφερόμενη αγωγή του .

Έτσι δεν ήταν δυνατόν αυτός να μεταβιβάσει στην θυγατέρα του Φ. Π. την νομή του παραπάνω διαιρετού τμήματος του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ο Σ. Ζ.. Περαιτέρω ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού στο πρόσωπό του δεν συνέτρεχαν οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητος αυτού με τα εν λόγω προσόντα, ήτοι φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου επί του ακινήτου αυτού και καλή πίστη, και τούτο γιατί κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου αυτός δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, αφού παραμέλησε να ελέγξει τα δημόσια βιβλία μεταγραφών για το δικαίωμα κυριότητος της Φ.

Π. και του Χ. Π.. Άλλωστε με έναν απλό έλεγχο των άνω βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εύκολα θα διαπίστωνε ότι ο Χ. Π. με το άνω νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως τα περιελθόντα σ’ αυτόν 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους άνω αδελφούς Φ." και για τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων ότι "...Με την μεταγραφή όμως των άνω συμβολαίων (υπ’ αριθμ....1993 και .../1997 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Τ. - Μ.) η δεύτερη και η τρίτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσες δεν απέκτησαν την κυριότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου, γιατί οι μεταβιβάσαντες κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως δεν ήταν συγκύριοι αυτού. Και τούτο γιατί το ως άνω ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του Χ. Π. και η αποδοχή αυτού με νόμιμα μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη δεν προσπόρισε στους άνω πωλητές κυριότητα.

Άλλωστε, όπως προαναφέρεται, ο Χ. Π. ήταν συγκύριος του μείζονος εκτάσεως ακινήτου κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου και όχι διαιρετού τμήματος την κυριότητα δε των εξ αδιαιρέτου αυτών ποσοστών είχε μεταβιβάσει προ του θανάτου του στους αδελφούς Ι. και Μ. Φ. και αποξενώθηκε έτσι από το ακίνητο αυτό. Οι ενάγουσες δεν απέκτησαν επίσης την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί στο πρόσωπό τους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, καθόσον αυτές δεν υπεισήλθαν στην νομή του ακινήτου με ειδική διαδοχή, δοθέντος ότι οι άνω μεταβιβάσαντες δεν ήταν νομείς αυτού.

Περαιτέρω οι ενάγουσες αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου δευτέρου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού στο πρόσωπό τους δεν συνέτρεχαν οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητος αυτού με τα εν λόγω προσόντα, ήτοι φυσική εξουσία επί του ακινήτου τούτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δοθέντος ότι κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου αυτές δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, αφού παραμέλησαν να ελέγξουν τα δημόσια βιβλία μεταγραφών για το δικαίωμα κυριότητος των άνω πωλητών αλλά ούτε και του δικαιοπαρόχου αυτών Χ.

Π.. Άλλωστε με έναν απλό έλεγχο των άνω βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εύκολα θα διαπίστωναν ότι ο δικαιοπάροχος των πωλητών Χ. Π. με το άνω νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως τα περιελθόντα σ’ αυτόν 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους προαναφερόμενους αδελφούς Φ.", ενώ, εάν είχε λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση της ανωτέρω έννοιας της καλής πίστης και να μην αρκεστεί στο γεγονός και μόνο ότι αυτοί παρέλειψαν να διενεργήσουν έλεγχο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και αναφορικά με την υπαγωγή στους κανόνες των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ύπαρξη νομής στο πρόσωπο αυτών (αναιρεσειόντων) και των δικαιοπαρόχων τους, θα κατέληγε στο αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή υπήρχε στο πρόσωπό τους καλή πίστη και ότι αυτοί νομίμως απέκτησαν τη νομή των επιδίκων με ειδική διαδοχή και να τους αναγνωρίσει κυρίους αυτών με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, αιτιώμενος για την παράλειψη της χρησιμοποίησης μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, και όχι για υπαγωγικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και στην εξειδίκευση των νομικών εννοιών της καλής πίστης και της νομής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος γιατί, υπό την επίκληση των προαναφερόμενων πλημμελειών, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- Σύμφωνα με το άρθρο 1033 Α.Κ., για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1043, 1044, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας πράγματος ακινήτου (δεκτικού χρησικτησίας), με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση δε νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστά η διενέργεια υλικών, εμφανών και συνεχών πράξεων πάνω στο πράγμα, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του, όπως η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, κλπ.

Το στοιχείο της καλής πίστης, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, συνιστά η πεποίθηση του νομέα, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα κατά νόμιμο τρόπο και η οποία πρέπει να συνδέεται με το νόμιμο τίτλο. Το ως άνω στοιχείο δεν υπάρχει, όταν ο νομέας γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί αυτό από βαριά αμέλεια.

Περίπτωση δε τέτοιας αμέλειας συνιστά και η κατά την αγορά ακινήτου παράλειψη ελέγχου των σχετικών βιβλίων μεταγραφών, γιατί αυτή ενέχει σοβαρή εκτροπή από τους κανόνες της στοιχειώδους επιμέλειας, η οποία επιβάλλει τον έλεγχο των προαναφερόμενων βιβλίων, που για την ασφάλεια των συναλλαγών θεσπίστηκε ακριβώς για να προστατευθεί αυτός που αποκτά ακίνητο ελέγχοντας το επ’ αυτού δικαίωμα του δικαιοπαρόχου, που περιέρχεται σ’ αυτόν.

Η δε τυχόν δυσχέρεια του ελέγχου αυτού δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού η πραγματοποίησή του γίνεται με σύμπραξη νομικού παραστάτη. Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και η κρίση του, ότι η νομή ασκήθηκε με αυτή ή όχι, είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοιά της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις (Α.Π.1097/2017, Α.Π.569/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.12/2016, Ολ.Α.Π.7/2006).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.9/2016).

Ως ‘ ‘ ζήτημα’ ‘ , δε, του οποίου η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.12/1995, Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ’ αριθ. .../1966 προσύμφωνο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Π.

Φ., ο Χ. Π., η Μ. χήρα Α. Λ., το γένος Β. Π. και ο Α. Β. Π. υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν κατ’ ισομοιρία στον Ι. και Μ. Φ. λόγω πωλήσεως την κυριότητα ενός αγρού εμβαδού δεκαπέντε περίπου στρεμμάτων κείμενο στην κτηματική περιοχή της Κοινότητος Πυλαίας του Δήμου Θεσσαλονίκης στη θέση "...", συνορευόμενο Ανατολικά με ρέμα, Δυτικά με αγρό ..., Βόρεια με.

αγρό Μ. και Νότια με αγρό ..., οι πωλητές δε επικαλέσθηκαν ότι ο άνω αγρός είχε περιέλθει σ’ αυτούς κατ’ ίση μοίρα από κληρονομιά του αποβιώσαντος επί τουρκοκρατίας πατέρα τους. Με τον όρο 2 του παραπάνω προσυμφώνου οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τα παρακάτω όπως κατά λέξη αναφέρεται σ’ αυτό "....Το πωλητήριο συμβόλαιο συνταχθήσεται ενώπιον μου μετά την νομιμοποίηση των πωλητών και την υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών και την απόφασιν του αρμοδίου δικαστηρίου δι’ ην να αναγνωρίζονται ούτοι ως κύριοι νομείς και κάτοχοι του αγρού τούτου δυνάμενοι να μεταβιβάσουν την κυριότητα αυτού στους αγοραστάς".

Με την από 6-4-1968 εξώδικη δήλωση oι δύο πρώτοι από τους παραπάνω πωλητές και κληρονόμοι του τρίτου αυτών Α. Π. ήτοι 1) Μ. χήρα Α. Π., 2) Σ. Π., 3) Η. Π. και 4) Σ. Π. κάλεσαν τους ως άνω αγοραστές να εμφανισθούν στις 10-4-1968 ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Χ., προκειμένου να συμπράξουν στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως σε εκτέλεση του προσυμφώνου προς μεταβίβαση σ’ αυτούς της κυριότητος του προπεριγραφομένου ακινήτου.

Στους ως άνω αγοραστές όμως στις 4-4-1968 επέδωσαν την από 3-4-1968 εξώδικη δήλωση οι παρακάτω αναφερόμενοι, οι οποίοι αξίωναν δικαίωμα κυριότητος επί του πωληθέντος ακινήτου, δηλαδή Α) οι κληρονόμοι του Κ. Σ. του Ε. ήτοι 1) Β. Σ., 2) Ε. Σ., 3) Ε. συζ. Σ. Κ., 4) Χ. Π. Κ., 5) Α. συζ. Α. Γ., 6) Κ. συζ. Δ. Κ.. Β) Οι κληρονόμοι της Α. συζ. Σ.

Ρ., το γένος Ε. Σ., ήτοι 1) Α. Σ. Ρ. και 2) Σ. Α. Μ. και Γ) οι κληρονόμοι της Π. Π. συζ. Γ. Κ., το γένος Ε. Σ., ήτοι 1)Ν. Γ. Κ., 2) Ε. συζ. Χ. Κ., 3) Μ. συζ. Χ. Κ. 4) Α. συζ. Σ. Σ., 5) Β. συζ. Α. Κ.. Με την εξώδικο δήλωση αυτή οι άνω δηλούντες γνωστοποίησαν στους αγοραστές Ι. και Μ. Φ. ότι τυγχάνουν συγκύριοι του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και ότι οι προαναφερόμενοι πωλητές κληρονόμοι της Σ.

συζ. Β. Π., το γένος Ε. Σ., τυγχάνουν συγκύριοι του ακινήτου αυτού μόνο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και όχι κατά ποσοστό 4/4 όπως εμφανίζονταν. Με την ίδια δήλωση τους καλούν να απέχουν από την σύμπραξη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως με τους άνω πωλητές προς μεταβίβαση της κυριότητος του πωληθέντος ακινήτου, το οποίο περιγράφουν στην δήλωσή τους αυτή ως κατωτέρω, ήτοι " ...δεκαπέντε (15) στρεμμάτων αγρόν κείμενον εις την θέσιν Α. - Τ., της κτηματικής περιοχής Κοινότητος Πυλαίας, Περιφέρεια Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, συνορευόμενον Ανατολικώς με ... (ρέμα), Δυτικώς με Αγρόν ...

και ήδη ..., Βορείως με ... Μ. και ήδη κληρονόμων Μ. και Νοτίως με Αγρόν ...... Στις 10-4-1968 οι άνω αγοραστές εμφανίσθηκαν πράγματι ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Χ. και συντάχθηκε προς τούτο η υπ’ αριθ. ...-4-1968 "Πράξη εμφανίσεως και δήλωσις", στην οποία οι τελευταίοι δήλωσαν ότι στις 4-4-1968 οι προαναφερόμενοι εξωδίκως δηλούντες του επέδωσαν την από 3-4-1968 εξώδικη δήλωση, με την οποία τους γνωστοποιούσαν ότι τυγχάνουν και αυτοί συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου καθώς και ότι οι άνω πωλητές τυγχάνουν συγκύριοι αυτού μόνο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ότι το εν λόγω ποσοστό περιήλθε στους τελευταίους από κληρονομιά της μητέρας τους Σ.

Β. Π.. Επίσης οι άνω αγοραστές Ι. και Μ. Φ. δήλωσαν ότι μετά από έλεγχο που έκαναν στο καθολικό βιβλίο κτημάτων του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας διαπίστωσαν πως το ως άνω ακίνητο φέρεται εγγεγραμμένο στο όνομα του Κ. Ε. και των αδελφών Κ., Π. και Σ., που ήταν η μητέρα των πωλητών. Ότι τα ονόματα των τελευταίων ως ιδιοκτητών του ακινήτου αυτού και φορολογουμένων γράφτηκαν κατά την γενομένη το τουρκικό έτος 1323 ( καθ’ ημάς 1907) καταγραφή κατά σειρά συνοικιών και θέσεων κατόπιν καταμετρήσεως όλων των ακινήτων που βρίσκονται στην Κοινότητα ... (Πυλαίας Θεσσαλονίκης) καθώς και ότι ο αγρός αυτός αναγράφεται με αριθμό οικογενειακού μητρώου …, γενικό αύξοντα αριθμό … και αριθμό μετώπου … της θέσεως "Α. - Τ." στα ονόματα των άνω ιδιοκτητών και φορολογουμένων, τα σύνορά του δε περιγράφονται όπως αυτά αναφέρονται στο άνω προσύμφωνο.

Ότι μετά τα παραπάνω έχουν βάσιμη αμφισβήτηση σχετικά με το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητος των πωλητών επί του πωληθέντος ακινήτου και ότι μέχρι να εκκαθαριστεί τελεσίδικα το εν λόγω δικαίωμά τους με το δικαίωμα συγκυριότητος που επικαλούνται πως έχουν επ’ αυτού οι άνω εξωδίκως δηλούντες κληρονόμοι των 1) Κ.

Ε. Σ., 2) Α. συζύγου Σ. Ρ., το γένος Ε. Σ., 3) Π. συζύγου Γ. Κ., το γένος Ε. Σ., με τους άνω πωλητές του αγρού αυτού κληρονόμους της Σ. συζύγου Β. Π., το γένος Ε. Σ.. Μετά τα παραπάνω ο εκ των άνω πωλητών Χ. Π. Π. Π. με το υπ’ αριθμό ...1979 συμβόλαιο πωλήσεως, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Δ. Ξ. και μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στους αδελφούς Ι.

και Μ. Φ. την κυριότητα των 4/48 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο στο συμβόλαιο αυτό περιγράφεται ως ακολούθως ήτοι "...αγρός συνολικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών δώδεκα χιλιάδων διακοσίων (12.200), κειμένου εντός της κτηματικής περιοχής της Κοινότητος Πυλαίας Θεσσαλονίκης της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και εις την θέσιν Α. - Τ., συνορευομένου γύρωθεν με αγρόν ιδιοκτησίας Χ.

Κ., με αγρόν ιδιοκτησίας πρώην ... και ήδη Ν. ... και με ρέμα και όπερ αγρός διά ετέρου δρόμου χωρίζεται εις δύο τεμάχια, ως τούτο εμφαίνεται εν τω επισυναπτομένω ώδε σχεδιαγράμματι". Κατά τα αναφερόμενα επίσης στο συμβόλαιο αυτό τα 3/48 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου περιήλθαν στον πωλητή από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1916 μητέρας του Σ.

ή Σ. χήρας Β. Π., το γένος Ε. Σ. και το υπόλοιπο 1/48 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του κηρυχθέντος με την υπ’ αριθ. 1.155/1962 απόφαση του εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών σε αφάνεια αδελφού του Θ. Β. Π., στον οποίο είχαν περιέλθει τα 3/48 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας τους επίσης. Στο ίδιο συμβόλαιο γίνεται η κατωτέρω αναφορά "...

των ετέρων μεριδίων ανηκόντων εις τους λοιπούς συγκληρονόμους του". Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Σ. Ζ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της Φ. θυγατέρας του άνω Χ. Π. την με αριθ. καταθέσεως .../3-12-1990 αγωγή, με την οποία ισχυριζόταν ότι η εναγομένη το έτος 1970 του παρέδωσε λόγω άτυπης πωλήσεως την νομή ενός αγρού εμβαδού 1.200 τ.μ.

κείμενο στη θέση "..." του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης που συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία ... σε πλευρά 20 γ.μ., Νότια με ιδιοκτησία Π. σε πλευρά 20 γ.μ., Ανατολικά με ιδιοκτησία Π. σε πλευρά 56 γ.μ. και Δυτικά με ιδιοκτησία ... (πρώην ...) σε πλευρά 57 γ.μ., ότι στην εναγομένη είχε περιέλθει το έτος 1952 από άτυπη δωρεά του πατέρα της Χ.

Π. και ότι αυτή αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητος που αυτός απέκτησε επί του άνω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ζητούσε δε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου αυτού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 911/1990 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή λόγω της ομολογίας της εναγομένης που δικάσθηκε ερήμην.

Στην συνέχεια ο Σ. Ζ. με το υπ’ αριθ. ...1991 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Π. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον πρώτο των εναγόντων και ήδη πρώτο των εκκαλούντων το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα. Στο άνω συμβόλαιο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως ακολούθως " ...ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών χιλίων εκατόν πενήντα οκτώ (1.158) ή όσης έκτασης κι αν είναι, τμήμα του μεγαλύτερης έκτασης αγρού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών δώδεκα χιλιάδων διακοσίων (12.200), (αν και το ακίνητο αυτό είχε ήδη διαχωρισθεί σε δύο τμήματα με τη διάνοιξη δια μέσω αυτού της οδού ...) κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης στη θέση "..." και ευρισκόμενη εντός ζώνης και εκτός σχεδίου, συνορευόμενο γύρω του βορειοδυτικά με υπόλοιπο τμήμα αγρού ιδιοκτησίας ..., ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα αγρού ιδιοκτησίας Ι.

Φ. και νότια με οδό (προς ...). Με την μεταγραφή όμως του άνω συμβολαίου ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εκκαλών δεν απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου και τούτο γιατί ο μεταβιβάσας κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως δεν ήταν κύριος αυτού, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο της μεταγραφής της άνω απόφασης καθώς και του άνω συμβολαίου οι αναγνωριστικές αποφάσεις οι οποίες αναγνώριζαν κυριότητα σε ακίνητο κτηθέν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν αποτελούσαν τίτλο κτήσεως τούτο δε προβλέφθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν 2298/1995, επιπλέον η άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν δεσμεύει τους εναγομένους, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην άνω δίκη.

Περαιτέρω ο ενάγων δεν απέκτησε την νομή του επιδίκου τμήματος καθόσον ο μεταβιβάσας δεν ήταν νομέας αυτού και δεν ήταν δυνατόν ο εν λόγω ενάγων να αποκτήσει την νομή του με ειδική διαδοχή. Επίσης και η άνω Φ. Π. δεν ήταν νομέας του μεταβιβασθέντος στον πρώτο ενάγοντα επιδίκου εδαφικού τμήματος, όπως επίσης δεν ήταν νομέας του μεταβιβασθέντος εδαφικού τμήματος ο πατέρας της τελευταίας Χ.

Π.. Άλλωστε ο Χ. Π. με το άνω υπ’ αριθ. ...1970 συμβόλαιο μεταβίβασε την κυριότητα των 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους προαναφερόμενους Ι. και Μ. Φ., παρά το ότι με το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. .../1966 προσύμφωνο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Π. Φ., είχε υποσχεθεί αυτός και οι λοιποί συμβαλλόμενοι να μεταβιβάσουν στους τελευταίους την κυριότητα ολοκλήρου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, παρά το ότι γνώριζαν πως η δικαιοπάροχός τους Σ.

Σ. χήρα Β. Π., το γένος Ε. Σ., εξουσίαζε το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού. Από το γεγονός αυτό καθίσταται πρόδηλο ότι ο Χ. Π. ήταν συγκύριος και νομέας του μείζονος εκτάσεως ακινήτου κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό 4/48 και όχι διαιρετού τμήματος αυτού, όπως ισχυρίσθηκε ο πωλητής Σ. Ζ. με την προαναφερόμενη αγωγή του .

Έτσι δεν ήταν δυνατόν αυτός να μεταβιβάσει στην θυγατέρα του Φ. Π. την νομή του παραπάνω διαιρετού τμήματος του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή του ο Σ. Ζ.. Περαιτέρω ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού στο πρόσωπό του δεν συνέτρεχαν οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητος αυτού με τα εν λόγω προσόντα, ήτοι φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου επί του ακινήτου αυτού και καλή πίστη, και τούτο γιατί κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου αυτός δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, αφού παραμέλησε να ελέγξει τα δημόσια βιβλία μεταγραφών για το δικαίωμα κυριότητος της Φ.

Π. και του Χ. Π.. ‘ Αλλωστε με έναν απλό έλεγχο των άνω βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εύκολα θα διαπίστωνε ότι ο Χ. Π. με το άνω νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως τα περιελθόντα σ’ αυτόν 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους άνω αδελφούς Φ.. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο πρώτος ενάγων δεν απέκτησε το παραπάνω ακίνητο ούτε με παράγωγο αλλά και ούτε με πρωτότυπο τρόπο, όπως αβάσιμα με την αγωγή επικαλείται.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι με το υπ’ αριθ....1993 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η Σ. Σ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως κατά ποσοστό 50,60% εξ αδιαιρέτου στην δεύτερη ενάγουσα Κ. συζ. Π. Κ., το γένος Ι. και Α. Σ., ένα αγροτεμάχιο, όμορο του προπεριγραφομένου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 1.460 τ.μ.

και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 1.383,58 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του τότε Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης στη θέση "...", το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου και εντός ζώνης και συνορεύει σε πλευρά 78, 65 γ.μ. με ιδιοκτησία Κ. Γ., σε πλευρά 16,50 γ.μ. με δρόμο προς ..., σε πλευρά 83,82 γ.μ. με ιδιοκτησία ... και σε πλευρά 18,23 γ.μ.

με ιδιοκτησία Π. Κ.. Η παραπάνω πωλήτρια επικαλείται ως τίτλο κτήσεως του παραπάνω ακινήτου το υπ’ αριθ. ...1993 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Π. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα. Με το συμβόλαιο αυτό οι 1) Γ. Π., 2) Β. Π., 3) Φ. Π., 4) Ό. συζ. Κ. Σ. το γένος Χ. Π. 4) Θ. σύζυγος Α. Κ., το γένος Χ. Π. και 6) Ι. Π.

μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην Α. Σ. το προπεριγραφόμενο ακίνητο, επικαλούμενοι ότι περιήλθε σ’ αυτούς από κληρονομιά του πατέρα τους Χ. Π. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, ο οποίος απεβίωσε την 24-9-1970 και ως προς το ακίνητο αυτό εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αφού αυτό δεν διατέθηκε με τη διαθήκη του, την κληρονομιά δε αυτού αποδέχθηκαν οι παραπάνω πωλητές νόμιμα.

Τα όρια του ως άνω πωληθέντος ακινήτου περιγράφονται στο συμβόλαιο αυτό ως ακολούθως ".... συνορευόμενο κατά τον τίτλο κτήσεως με δρόμο προς ... και με ιδιοκτησία βίλλας ..., τέως ... ήδη ..., Π. Κ. (πρώην Φ. Π.) και Ι. Φ.". Με το υπ’ αριθ. .../1997 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Μ. και μεταγράφηκε νόμιμα, οι ίδιοι ως άνω κληρονόμοι, επικαλούμενοι ότι είναι συγκύριοι του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 έκαστος από κληρονομιά του πατέρα τους, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην τρίτη ενάγουσα Μ.

σύζυγο Σ. Α., το γένος Δ. Ε., ποσοστό 49,40% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού. Με την μεταγραφή όμως των άνω συμβολαίων η δεύτερη και η τρίτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσες δεν απέκτησαν την κυριότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου, γιατί οι μεταβιβάσαντες κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως δεν ήταν συγκύριοι αυτού.

Και τούτο γιατί το ως άνω ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του Χ. Π. και η αποδοχή αυτού με νόμιμα μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη δεν προσπόρισε στους άνω πωλητές κυριότητα. Άλλωστε όπως προαναφέρεται, ο Χ. Π. ήταν συγκύριος του μείζονος εκτάσεως ακινήτου κατά ποσοστό 4/48 εξ αδιαιρέτου και όχι διαιρετού τμήματος την κυριότητα δε των εξ αδιαιρέτου αυτών ποσοστών είχε μεταβιβάσει προ του θανάτου του στους αδελφούς Ι.

και Μ. Φ. και αποξενώθηκε έτσι από το ακίνητο αυτό. Οι ενάγουσες δεν απέκτησαν επίσης την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί στο πρόσωπο τους δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο καθόσον αυτές δεν υπεισήλθαν στην νομή του ακινήτου με ειδική διαδοχή, δοθέντος ότι οι άνω μεταβιβάσαντες δεν ήταν νομείς αυτού.

Περαιτέρω οι ενάγουσες αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου δευτέρου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού στο πρόσωπό τους δεν συνέτρεχαν οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητος αυτού με τα εν λόγω προσόντα, ήτοι φυσική εξουσία επί του ακινήτου τούτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δοθέντος ότι κατά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου αυτές δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, αφού παραμέλησαν να ελέγξουν τα δημόσια βιβλία μεταγραφών για το δικαίωμα κυριότητος των άνω πωλητών αλλά ούτε και του δικαιοπαρόχου αυτών Χ.

Π.. Άλλωστε με έναν απλό έλεγχο των άνω βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης εύκολα θα διαπίστωναν ότι ο δικαιοπάροχος των πωλητών Χ. Π. με το άνω νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως τα περιελθόντα σ’ αυτόν 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους προαναφερόμενους αδελφούς Φ..

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η δεύτερη και η τρίτη των εναγόντων δεν απέκτησαν την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου ούτε με παράγωγο αλλά και ούτε με πρωτότυπο τρόπο, όπως αβάσιμα με την αγωγή επικαλούνται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, θεμελιούμενη στον παράγωγο αλλά και στον πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση αυτών, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1044, 1045, 1046, 1051, 513, 1033 και 1192 Α.Κ., και τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2298/1995, τις οποίες εφάρμοσε, ούτε παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 785-787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 Α.Κ., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων, εφόσον τόσο οι ανωτέρω φερόμενοι απ’ αυτούς ως δικαιοπάροχοί τους, όσο και οι ίδιοι δεν ασκούσαν σ’ αυτά εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής.

Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, επί των ουσιωδών ζητημάτων της έλλειψης των νόμιμων προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνων που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές :

α) αναφορικά με τον πρώτο αναιρεσείοντα ότι : "ο απώτερος δικαιοπάροχός του Χ. Π. ή Π. ήταν συγκύριος, κατείχε και νεμόταν μόνο τα 4/48 εξ αδιαιρέτου του ενιαίου ακινήτου, το οποίο μεταβίβασε το έτος 1970 στους ανωτέρω αναφερόμενους αδελφούς Φ. και αποξενώθηκε έτσι από το ακίνητο αυτό. Αυτός δεν νεμόταν κανένα άλλο διαιρετό τμήμα ακινήτου, όπως και του μεταβιβασθέντος (στον πρώτο ενάγοντα) εδαφικού τμήματος από τη θυγατέρα του Φ.

Π.. Έτσι δεν ήταν δυνατόν να μεταβιβάσει στη θυγατέρα του Φ. Π. τη νομή του διαιρετού αυτού τμήματος. Επίσης ότι και η άνω Φ. Π. δεν ήταν νομέας του μεταβιβασθέντος στον πρώτο ενάγοντα επίδικου εδαφικού τμήματος, αυτός δε δεν απέκτησε τη νομή του επίδικου τμήματος, γιατί ο μεταβιβάσας (ήτοι ο δικαιοπάροχός του Σ.

Ζ.) δεν ήταν νομέας αυτού και δεν ήταν δυνατόν ο εν λόγω ενάγων να αποκτήσει τη νομή του με ειδική διαδοχή...Ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος Σ. Ζ. δεν κατέστη κύριος του ακινήτου με τη μεταγραφή της τελεσίδικης υπ’ αριθμ. 911/1990 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι κατά το χρόνο της μεταγραφής της ως άνω απόφασης ...οι αναγνωριστικές αποφάσεις, οι οποίες αναγνώριζαν κυριότητα σε ακίνητο κτηθέν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν αποτελούσαν τίτλο κτήσεως, τούτο δε προβλέφθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2298/1995..." και β) αναφορικά με τις δύο τελευταίες αναιρεσείουσες ότι : "αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα του μεταβιβασθέντος επίδικου ακινήτου, γιατί οι μεταβιβάσαντες (οι πιο πάνω κληρονόμοι του απώτερου δικαιοπαρόχου) κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως δεν ήταν συγκύριοι αυτού, γιατί το ως άνω ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομία αυτού.

Επίσης, δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, γιατί αυτές δεν υπεισήλθαν στη νομή του, δοθέντος ότι οι άνω μεταβιβάσαντες δεν ήταν νομείς αυτού". Οι περαιτέρω αιτιάσεις, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, διότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση, κατά το χρόνο της μεταγραφής της, δεν αποτελούσε τίτλο κτήσης κυριότητας κα ότι εξ αυτού του λόγου κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσείοντος δεν ήταν κύριος κατά το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στον εν λόγω διάδικο, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του στην παραδοχή ότι στο πρόσωπο αυτού καθώς και των δικαιοπαρόχων του δεν συνέτρεχε το στοιχείο της νομής στο επίδικο ακίνητο και έτσι δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα απ’ αυτόν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, οι πρώτος, κατά το δεύτερο και το τρίτο μέρος, και ο δεύτερος, κατά το πρώτο και το δεύτερο μέρος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 α’ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι αυτοί (αναιρεσείοντες - ενάγοντες) και οι δικαιοπάροχοί τους δεν κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων παραγώγως και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς, και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και σε ανάπτυξη των απόψεών τους που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού τους περί της απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων με τους ως άνω αναφερόμενους τρόπους.

Επίσης, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την έλλειψη καλής πίστης των αναιρεσειόντων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό τους το στοιχείο αυτό, ενόψει της βαριάς αμέλειας που επέδειξαν κατά τη σύνταξη των οικείων συμβολαίων αγοράς των επιδίκων, διότι δεν προέβησαν αυτοί προηγουμένως σε έλεγχο των σχετικών βιβλίων μεταγραφών, από τον οποίο θα διαπίστωναν ότι ο δικαιοπάροχος των ως άνω πωλητών τους, Χ.

Π., με το πιο πάνω μεταγραφέν συμβόλαιο είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως τα περιελθόντα σ’ αυτόν 4/48 εξ αδιαιρέτου του μείζονος εκτάσεως ακινήτου στους προαναφερόμενους αδελφούς Φ. και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1044 και 1051 ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς τις πιο πάνω αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αφενός κατά την κατάρτιση των κτητικών τίτλων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αυτοί δεν βρίσκοντο σε καλή πίστη, αφού παραμέλησαν να ελέγξουν τα δημόσια βιβλία μεταγραφών για το δικαίωμα κυριότητας των πωλητών τους και αφετέρου ότι δεν άσκησαν φυσική εξουσία διανοία κυρίου επί των επίδικων ακινήτων, γεγονότα που συναρτώνται με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτοί δεν κατέστησαν κύριοι αυτών με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί από κάποιο αποδεικτικό μέσο και ότι με βάση αυτήν την παραδοχή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την οικεία επικουρική βάση της ένδικης αγωγής.

Όμως, η μομφή αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσης της κυριότητάς τους με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της καταθέσεως του μάρτυρα του τρίτου των αναιρεσίβλητων, της υπ’ αριθμ. .../2014 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.- Kατά το άρθρο 559 αρ. 11 περίπτ. γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Oλ.Α.Π.42/2002).

Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.Α.Π. 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) - ενώ από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο για αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (Α.Π. 898/2015, Α.Π.373/2011).

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), ενώ, εξάλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ., αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, συνάγεται ομολογία (Α.Π 114/2017). Τέλος, ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις : 1) τις αναφερόμενες στο λόγο αυτόν δικαστικές και εξώδικες ομολογίες των αναιρεσίβλητων και συγκεκριμένα τη δικαστική ομολογία των πρώτης, δεύτερου, τέταρτου, πέμπτης, έκτης και ένατου των αναιρεσίβλητων, τη δικαστική και εξώδικη ομολογία των έκτης και ένατου των αναιρεσίβλητων και τη δικαστική και εξώδικη ομολογία του τρίτου αναιρεσίβλητου, που είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τους ισχυρισμούς τους περί κτήσης κυριότητας επί των επιδίκων τόσο παραγώγως (σύμβαση πωλήσεως) όσο και πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας και τους επανέφεραν παραδεκτώς και ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της υπ’ αριθμ..../2013 έφεσή τους (δεύτερο και τέταρτο λόγους έφεσης, σελ. 3 επ.

και 21, αντίστοιχα). Ειδικότερα δε, με τις από 24-1-2013 πρωτόδικες στα πλαίσια της παρούσας δίκης προτάσεις τους και τις από 30-04-2014 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των 1ης, 2ου, 4ου, 5ης, 6ης και 9ου των αναιρεσίβλητων, αλλά και την υπ’ αριθμ. .../2007 ανωγή της Η. Κ. χήρας Ι. Φ. και Μ. Φ., ήτοι των 6ης και 9ου των αναιρεσιβλήτων, ομολόγησαν στα πλαίσια της παρούσας δίκης αλλά και εξωδίκως, με την παραπάνω αγωγή τους, τις πράξεις voμής του απώτερου δικαιοπαρόχου, Χ.

Π., ήδη από το χρόνο θανάτου της μητέρας του και ειδικότερα αναφέρουν αυτολεξεί ότι "... Εις τον ανωτέρω πωλητή Χ. Π. ή Π. Π. το εν λόγω ποσοστό των 4/48 ή 16/192 εξ αδιαιρέτου περιήλθε, κατά μεν τα 3/48 ή 12/192 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομιάς της, κατά το έτος 1916 αποβιωσάσης, χωρίς να αφήσει διαθήκη, μητρός του Σ. ή Σ. χήρας Β.

Π., το γένος Ε. και Χ. Σ. και κατά το 1/48 ή 4/192 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομιάς εξ αδιαθέτου του εις αφάνεια κηρυχθέντος αμφιθαλούς αδελφού του Θ. Π. του Β., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1.155/1962 αποφάσεως του Δικαστηρίου των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών, με την οποία κηρύχθηκε χρόνος ενάρξεως της αφάνειας η 1η Ιανουαρίου 1946, την κληρονομιά του οποίου αυτός απεδέχθη, δια της ενεργούς αναμείξεως του εις αυτήν, ασκών από τον χρόνο του θανάτου της μητρός του αλλά και της κηρύξεως εις αφάνεια του αμφιθαλούς αδελφού του, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής επ’ αυτής, οι οποίες προσιδιάζουν στον κύριο, χαρακτηριστικότατη δε εκδήλωση της οποίας ήταν η υπογραφή του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. .../1966 προσυμφώνου πωλήσεως των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του, επί του επίδικου αγρού του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π.

Τ...". Επίσης, στην ίδια παραπάνω υπ’ αριθμ. .../2007 αγωγή των Η. Κ. χήρας Ι. Φ. και Μ. Φ. ομολογούν τις πράξεις νομής του Χ. Π. ή Π. αλλά και τις δικές μας, καθώς όπως ομολογούν επανειλημμένως "....αναθέσαμε στον... ο μεν μηχανικός μας στη σύνταξη τεχνικής εκθέσεως διακριβώσεως της εκτάσεως, την οποία οι εναγόμενοι αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβαν από τον επίδικο αγρό μας από την οποία και μας απέβαλαν...".

Επίσης ομολογούν το γεγονός ότι το παραπάνω μείζον ακίνητο εντός του οποίου ευρίσκονται και τα επίδικα δικά μας, είχε ήδη κατατμηθεί και διανεμηθεί από τους τότε αρχικούς συγκυρίους-συγκληρονόμους, όπως προκύπτει και από το από Οκτωβρίου του 1978 τοπογραφικό διάγραμμα των 6ης και 9ου των αντιδίκων και ήδη 6ης και 9ου των αναιρεσιβλήτων, ήτοι της Η.

Κ. χήρας Ι. Φ. και Μ. Φ., το οποίο επισυνάπτουν στην υπ’ αριθμ. .../2007 αγωγή τους, από το οποίο προκύπτει ότι τα επίδικα δικά μας ακίνητα ήταν τουλάχιστον από τότε διαιρετά. Το γεγονός αυτό γνώριζαν και οι αντίδικοι, ήτοι τόσο ο δικαιοπάροχος της Η. Κ. χήρας Ι. Φ., Ι. Φ., όσο και ο Μ. Φ., καθώς το παραπάνω τοπογραφικό επισυνάπτεται στο υπ’ αριθμ. .../1978 συμβόλαιο δυνάμει του οποίου απέκτησαν αυτοί από τους κληρονόμους Α.

Π. και Μ. χήρας Α. Λ., ποσοστό 8/48, επί του παραπάνω μείζονος ακινήτου, στο οποίο τοπογραφικό αποτυπώνεται με ευκρίνεια η περίφραξη των διαιρετών τμημάτων των αγροτεμαχίων μας. Επιπλέον ομολογούν στα πλαίσια της παρούσας δίκης η 1η, 2ος,4ος, 5η, 6η και 9ος των αναιρεσιβλήτων την γνώση από τους λοιπούς συγκληρονόμους - συγκυρίους περί της αντιποίησης της νομής εκ μέρους του Χ.

Π. ή Π., οι οποίοι αναφέρουν αυτολεξεί στις από 24.01.2013 πρωτόδικες προτάσεις τους ότι " ...περί το έτος 1965 εμφανίζεται ο Γ. Φ., γεωργοκτηματίας στο επάγγελμα και εκδηλώνει την επιθυμία του να αγοράσει όλον τον ανωτέρω αγρό από την οικογένεια Π., η οποία επιχειρώντας και τότε να αποκομίσει οικονομικά οφέλη που δεν εδικαιούτο, εμφανίζεται ως η μόνη έχουσα δικαίωμα κυριότητας στο εν λόγω ακίνητο", αλλά και με τις από 30-04-2014 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όπου ομολογούν την πληροφόρηση των λοιπών συγκληρονόμων για τη μεταβίβαση του αγρού και την εντεύθεν αποστολή του από 03/04/1968 εξωδίκου.

Περαιτέρω τις πράξεις νομής τις δικές μας αλλά και των δικαιοπαρόχων μας αλλά και την ύπαρξη διαιρετών τμημάτων, ομολόγησε και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων δικαστικώς και εξωδίκως, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../2008 πρόσθετη παρέμβαση του, στα πλαίσια συζήτησης της υπ’ αριθμ. .../2007 αγωγής της Η. Κ. χήρας Ι.

Φ. και Μ. Φ. εφ’ ης εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 13306/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο Κ. Γ., και ήδη τρίτος των αναιρεσιβλήτων, δικαιοδόχος της αρχικής συγκληρονόμου- συγκυρίας του Χ. Π. ή Π., ήτοι της Α. συζ. Σ. Ρ., το γένος Ε. Σ., όπως ομολόγησε κατέστη κύριος τμήματος διαιρετού, ήτοι ενός τμήματος έκτασης 3.562,52 τ.μ.

εκ του παραπάνω μείζονος ακινήτου, ευρισκόμενου ομού μετά των επιδίκων δικών μας στην δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου. Στην κατάτμηση δε του παραπάνω μείζονος ακινήτου, όπως επικαλέστηκε, και σε άτυπη διανομή αυτού είχαν ήδη προβεί οι αρχικοί συγκύριοι - συγκληρονόμοι του όλου ενιαίου αγρού, μεταξύ των οποίων και η Α.

Ρ. και Κ. Γ. κατέστη αποκλειστικός κύριος τμήματος διαιρετού ήδη από το έτος 1979, όταν και του παραδόθηκε η νομή του, με την υπογραφή του υπ’ αριθμ. .../7-8-1979 προσυμφώνου, δυνάμει του οποίου απέκτησε από τον Α. Ρ., κληρονόμο της Α. Ρ., το γένος Σ., το ως άνω διαιρετό τμήμα έκτασης 3.562,52 τ.μ. του μείζονος ακινήτου, ενώ στη συνέχεια συνετάγη και το υπ’ αριθμ. .../24-10-1983 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.

Π.- Λ.. Επιπλέον οι εκεί ενάγοντες, ήτοι οι Η. χήρα Ι. Φ. και Μ. Φ., όπως προκύπτει και από το δικόγραφο της ως άνω πρόσθετης παρέμβασης, ποτέ δεν άσκησαν οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις στον όλο αγρό ή σε τμήματα αυτού, ουδέποτε δε τους συνάντησε εκεί ο προσθέτως παρεμβάς, αντιθέτως τους μόνους που γνωρίζει και βλέπει να κατέχουν τα επίδικα τμήματα, είμαστε εμείς καθώς όπως αυτολεξεί αναφέρει "...γι’ αυτό έχω άμεσο έννομο συμφέρον να ασκήσω την παρούσα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων και κατά των εναγόντων, όταν μάλιστα επιθυμώ να διατηρήσω τις σχέσεις καλής γειτονίας μ’ αυτούς, τους οποίους και μόνο βλέπω να κατέχουν το επίδικο τμήμα καθώς και τμήματα του όλου αγρού...".

Επιπλέον, όπως προέκυψε και από την δικαστική ομολογία του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Κ. Γ. (βλ. σελ. 9 και 20 των από 28/04/2014 προτάσεων του τρίτου των αναιρεσίβλητων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου), ο οποίος είχε παρέμβει υπέρ ημών προσθέτως κατά τα ανωτέρω, στα πλαίσια συζήτησης της υπ’ αριθμ. .../2007 αγωγής των 6ης και 9ου των αναιρεσίβλητων και αναγκαίων ομοδίκων του, οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, ομού μετά του Κ.

Γ., γνώριζαν ότι είχε λάβει χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των αρχικών συγκυρίων-συγκληρονόμων και κατάτμηση του ακινήτου, καθένας καλλιεργούσε πάντα διαιρετό τμήμα αλλά και μετά τον Απρίλιο του 1968, χρόνος αντιποίησης της νομής εκ μέρους του Χ. Π., είχε πραγματοποιηθεί άτυπη διανομή και κατάτμηση μεταξύ των συγκυρίων, τις οποίες (ομολογίες) επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες και από την οποίες αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός τους για την κτήση της κυριότητάς τους τόσο παραγώγως όσο και πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας.

Και 2) το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα του τρίτου αναιρεσίβλητου, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε ήδη και προ του 1979 περιφράξει το δικό του ακίνητο με χονδρούς πασσάλους, έκτασης 3.500 τ.μ. περίπου και είχε τοποθετήσει εντός αυτού ζώα, αφού προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας του, από την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη τμημάτων διαιρετών.

Από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ., επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και ειδικότερα στις προαναφερόμενες σελίδες αυτής διαλαμβάνονται τα ακόλουθα ‘ ‘ όπως και πρωτοδίκως επικαλεσθήκαμε και αποδείξαμε από τοπογραφικό συνημμένο στην καθ’ ημών .../2007 αγωγή των αντιδίκων Η. και Μ. Φ. για αναγνώριση κυριότητάς τους σε ακίνητο που κατά τους ισχυρισμούς τους αφορά το αυτό ακριβώς ακίνητο αποδείχθηκε ότι τα αιτούμενά μας ακίνητα είναι διαιρετά τουλάχιστον από τον Οκτώβρη του 1978...’ ‘ .

Συνεπώς, εφόσον δεν πρόκειται για δικαστικές ομολογίες υπό την προεκτεθείσα έννοια, το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικαλούμενες ανύπαρκτες δικαστικές ομολογίες, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ’ ΚΠολΔ και ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις εξώδικες ομολογίες των τρίτου, έκτης και ένατου των αναιρεσίβλητων, που περιέχονται αφενός στην υπ’ αριθμ..../2007 αγωγή των ήδη έκτης και ένατου των αναιρεσίβλητων, στην οποία ομολογείται από τους τελευταίους ότι τόσο ο απώτερος δικαιοπάροχος Χ.

Π. από το χρόνο του θανάτου της μητέρας του (1916) αλλά και της κηρύξεως εις αφάνεια από 1ης Ιανουαρίου 1946 του αμφιθαλούς αδελφού του ασκούσε συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη όλες τις πράξεις νομής και κατοχής επί των κληρονομιαίων ακινήτων, που προσιδιάζουν στον κύριο, μεταξύ των οποίων και η υπογραφή του υπ’ αριθμ. .../1966 προσυμφώνου πωλήσεως των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του επί του επίδικου αγρού του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π.

Τ., όσο και αυτοί από την οποίο (αγρό) παράνομα τους απέβαλαν και τον νέμονται χωρίς να έχουν κανένα προς τούτο δικαίωμα και εξακολουθούν την παράνομη κατοχή τους μέχρι και σήμερα, καθώς και στο από Οκτωβρίου του 1978 τοπογραφικό διάγραμμα, που επισυνάπτεται στο υπ’ αριθμ. .../1978 συμβόλαιο δυνάμει του οποίου απέκτησαν αυτοί από τους κληρονόμους Α.

Π. και Μ. χήρ. Α. Λ., ποσοστό 8/48, επί του παραπάνω μείζονος ακινήτου, και αφετέρου στην υπ’ αριθμ. .../2008 πρόσθετη παρέμβαση του τρίτου των αναιρεσίβλητων στα πλαίσια συζήτησης της πιο πάνω αγωγής των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων, όπου ομολόγησε πράξεις νομής των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους αλλά και τη ύπαρξη διαιρετών τμημάτων καθώς και ότι κατέστη κύριος τμήματος διαιρετού, ήτοι ενός τμήματος έκτασης 3.562,52 τ.μ.

εκ του παραπάνω μείζονος ακινήτου, ευρισκόμενου ομού μετά των επιδίκων στη δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και ‘ ‘ των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι’ ‘ , σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εξώδικη ομολογία των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία.

Συνεπώς, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος, ως άνω, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, που αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλεια αναγόμενη στην εκτίμηση του περιεχομένου μαρτυρικής κατάθεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής, καθορίζοντας τη βαρύτητά της ή την επιρροή της στα αποδεικτέα θέματα.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 - 9 - 2016 αίτηση των Π. Ν. Κ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2125/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει για μεν τον τρίτο απ’ αυτούς Κ. Γ. στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για δε τους έκτη και ένατο απ’ αυτούς, Η. Κ. και Μ. Φ., στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ