2103/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 954/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2012 αίτησή της και τους από 20-2-2014 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη ως απαράδεκτων των από 20-2-2014 πρόσθετων λόγων, β) αν δε ήθελε κριθεί διαφορετικά: την απόρριψη όλων των λόγων της από 2-10-2012 αιτήσεως, όπως διαμορφώθηκε αυτή με τους από 20-2-2014 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 954/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated2103/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, αμφότεροι οι λόγοι αυτοί (πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι), καθόσον μέρος τους αποδίδεται και η από την αυτή διάταξη αιτίαση, ότι το δικαστήριο δέχθηκε (τα ως άνω) πράγματα, χωρίς να διατάξει απόδειξη, πρέπει ν' απορριφθούν ως μη νόμιμοι, καθόσον ο αναιρετικός αυτός λόγος έχει καταργηθεί, ως γνωστόν, με το άρθ.17§2 ν.2915/2001.
Full text
Απόφαση 2103 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2103/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Α. Δουλγεράκη, κωλυομένου του Α.ιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ.. του Α. κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αργυρώς Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Γ. του Α., 2. Δ. Γ. χήρας Α., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Κορίνας Φασούλη-Γραφανάκη, η 2η εκπροσωπήθηκε από την ανωτέρω πληρεξούσια και κατέθεσαν προτάσεις. 3. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 954/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2012 αίτησή της και τους από 20-2-2014 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη ως απαράδεκτων των από 20-2-2014 πρόσθετων λόγων, β) αν δε ήθελε κριθεί διαφορετικά: την απόρριψη όλων των λόγων της από 2-10-2012 αιτήσεως, όπως διαμορφώθηκε αυτή με τους από 20-2-2014 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 954/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης (α) με αριθ.... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Γ. (β) με αριθ.... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Δ. και (γ) ... της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Σ. Χ., στον 3ο αναιρεσίβλητο Α. Μ. επιδόθηκαν, αντίστοιχα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ακριβή αντίγραφα (α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου της 1-4-2014 και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν (β) των από 20-2-2014 προσθέτων λόγων αναίρεσης και (γ) της με αριθ.141/2014 βεβαίωσης αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης από την ως άνω δικάσιμο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής με κλήση για παράσταση κατ' αυτήν. Επομένως, εφόσον αυτός, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ.576 ΚΠολΔ). Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ.... και ... εκθέσεις επίδοσης του δκαστ. επιμελητή Αθηνών Α. Δ. ακριβές αντίγραφο των ως άνω προσθέτων λόγων αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (1ο και 2η ) και επομένως αυτοί είναι παραδεκτοί.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος (ΑΠ 68/2012). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι καθόσον μέρος τους στρέφονται και κατά του 3ου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όμως, δεν υπήρξε καν διάδικος στην ενώπιον του Εφετείου δίκη (εκκαλών μαζί με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους) και στον οποίο είχε απλώς κοινοποιηθεί η έφεση, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή Α.ίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31|2009, 7|2006, 4|2005). Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτόν λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, που εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο κρίση του διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη στην σύμβαση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, τέτοιου κενού ή αμφιβολίας, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων βούλησης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ, αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ 137/2014, 115/2013).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 31/2011). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαμορφωτικά του αποδεικτικού πορίσματός του, δηλ.
αιτιολογία της απόφασης που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά στα πλαίσια του ως άνω λόγου για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, ούτε εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαίτερα ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 2236/2013. 2234/2013).
Σύμφωνα την διάταξη του αριθ.10 του αυτού ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει, από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του (ΑΠ 259/2014, 2234/2013).
Συναφώς προς τα παραπάνω, κατά τον αριθ.11 περ.α' του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις του άρθ.671§1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην έφεση δίκη (άρθ.674§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.663 αυτού (εργατικών διαφορών) λαμβάνονται υπόψη στην δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη ή Α.απόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού, και αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αρκεί αυτά να μην είναι πλαστά ή μη γνήσια (ΑΠ 137/2014).
Περαιτέρω, κατά τον αυτόν αριθ.11 περ. γ του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή Α.απόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, ενώ δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά, κατ' Α.ιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και ενγένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 259/2014, 1485/2012).
Τέλος, κατά τον αριθ.12 του αυτού άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον εάν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει δεσμευτικά γι' αυτό ο νόμος, άρα και στην διαδικασία των άρθ.663 επ.
ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών, κατά την οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, καταρχήν, τα αποδεικτικά μέσα, άρθ. 340, 671 ΚΠολΔ), όσον αφορά την δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα (άρθ.352§1, 438 επ. ΚΠολΔ), όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στις περιπτώσεις που έχει κατ' άρθ.340 ΚΠολΔ δικαίωμα προς τούτο, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1113/2013). (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, διακρινομένη από την σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη (ΑΠ 984/2013, 720/2013, 373/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά των (α) υπό εκκαθάριση κοινοπραξίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Α.Μ.-Δ.Γ.-Δ.Γ.", μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη και (β) τώρα αναιρεσιβλήτων Δ. Γ., Δ. Γ. και Α. Μ., ως προς τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι έχουν κριθεί απαράδεκτοι, με Α.ικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την προσβαλλομένη 954/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι εκκαλούντες, δηλ.
οι 3ος και 4η εναγόμενοι (1ος και 2η αναιρεσίβλητοι αντίστοιχα), και ο (αρχικά) 2ος εναγόμενος Α. Μ. (3ος αναιρεσίβλητος) είχαν συστήσει κοινοπραξία να σκοπό την οικοδόμηση ακινήτου σε οικόπεδο που είχαν αγοράσει στο Αιγάλεω (...), μετά, όμως, την αποπεράτωση της οικοδομής τα μέλη της κοινοπραξίας, λόγω ερίδων μεταξύ τους, δεν προχώρησαν στην πώληση των διαμερισμάτων και έτσι ο Α.
Μ. (2ος αρχικά εναγόμενος) την 26.9.2008 κατήγγειλε την κοινοπραξία που λύθηκε και βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, ότι σύμφωνα με το συμφωνητικό σύστασης (της κοινοπραξίας) εκκαθαριστές έπρεπε να ορισθούν οι Γ. Μ., πατέρας του Α. Μ., και Α. Γ., πατέρας των εκκαλούντων (το ορθόν: σύζυγος της 1ης εκκαλούσας, 2ης αναιρεσίβλητης, και πατέρας του 2ου εκκαλούντος, 1ου αναιρεσίβλητου), που ήταν οι ουσιαστικοί μέτοχοι της κοινοπραξίας, αφού η συμμετοχή σ' αυτήν του Α..
Μ. και των ως άνω ήταν εντελώς τυπική, ότι και πριν το έτος 2006 με τον ίδιο τρόπο οι Γ. Μ. και Α. Γ. είχαν ανεγείρει άλλες δύο πολυκατοικίες στο Αιγάλεω, τα διαμερίσματα των οποίων είχαν πωληθεί, χωρίς προστριβές και έριδες μεταξύ τους, μέχρι τον Ιούλιο του 2007, όταν πέθανε ο Α. Γ., ότι μετά τον θάνατο, όμως, του Α.
Γ. και δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν είχαν προβεί σε εκκαθάριση των λογαριασμών τους άρχισαν οι προστριβές μεταξύ τους σχετικά με τις οικονομικές εκκρεμότητες από την εκμετάλλευση των διαμερισμάτων των ανεγερθεισών πολυκατοικιών που οδήγησαν τους διαδίκους αρχικά σε ανταλλαγή εξωδίκων και στην συνέχεια στα δικαστήρια, ότι η ενάγουσα, που είναι αδελφή του Γ.
Μ. και θεία του Α. Μ., είναι μηχανικός, τεχνικός δομικών έργων, απόφοιτος της Σιβιτανιδείου Σχολής και ηλικίας 65 ετών το 2006, έτος σύστασης της κοινοπραξίας, συνταξιούχος, έχοντας παραιτηθεί από την Τεχνική Υπηρεσία του Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας, λαμβάνοντας μειωμένη σύνταξη, ότι σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ότι δηλ.
προσλήφθηκε από τον θανόντα Α. Γ. και τον αδελφό της Γ. Μ.-ενεργούντες κατ' εντολή και για λογαριασμό της κοινοπραξίας-με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως μηχανικός για την παρακολούθηση των εργασιών της οικοδομής επί της οδού ... και μέχρι την ολοκλήρωση αυτών, έναντι μηνιαίου μισθού 3000€, και ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν τις αποδοχές της κλπ.
από 7.4.2006 έως 29.9.2008, συνολικού ύψους 107.308€, προς επιβεβαίωση των οποίων (αγωγικών ισχυρισμών) επικαλείται καταβολή υπέρ αυτής την 31.3.2006 ποσού 10.000€ που εμφανίζεται στις πρόχειρες σημειώσεις με τα έξοδα της οικοδομής, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, ούτε από τα άλλα στοιχεία της δικογραφίας αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνδεόταν με την κοινοπραξία και τα μέλη της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε υπό νομική και προσωπική εξάρτηση από τους εργοδότες της, που εκδηλωνόταν με τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες που ελάμβανε απ' αυτούς ως προς τον τρόπο και τον χρόνο εργασίας της, ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, ούτε έλεγχος και εποπτεία των εργοδοτών της, ούτε συμμόρφωσή της σε συγκεκριμένες οδηγίες, ούτε μηνιαίος μισθός, ενώ δεν φέρεται στα βιβλία των εργαζομένων της κοινοπραξίας και δεν αποδείχθηκε ότι με σύμβαση εργασίας απέβλεπε στην παροχή εργασίας και στον μισθό της, ότι ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι ως μηχανικός δομικών έργων, λόγω των ειδικών της γνώσεων, ανέπτυσσε πρωτοβουλία στον χώρο της εργασίας της δεν αποδεικνύεται, έστω και χαλαρά, το στοιχείο του ελέγχου του εργοδότη με δεσμευτικές οδηγίες προς αυτήν για να θεωρηθεί η εργασία της εξαρτημένη, ότι η αμοιβή των 10.000€ που επικαλείται ότι έλαβε την 31.3.2006 και είναι καταγεγραμμένη στο πρόχειρο ημερολόγιο δαπανών της εταιρείας φέρεται να έχει καταβληθεί πριν την ημερομηνία πρόσληψης που επικαλείται στην αγωγή της (7.4.2006), ότι σε σχέση με το θέμα αυτό, με δήλωση στο ακροατήριο η ενάγουσα διόρθωσε την ημερομηνία πρόσληψης από 7.4.2006 σε 7.3.2006, που είναι η ημερομηνία σύστασης της κοινοπραξίας, η εγγραφή, όμως, αυτή δεν αναφέρει ότι αφορά προκαταβολή μισθών της ενάγουσας, ότι οι αντιφάσεις που εμφανίζονται στα δικόγραφά της δημιουργούν πρόσθετες αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών της, ότι ειδικότερα στην με αριθ.15033/295/2008 αγωγή της και την συμπληρωματική αυτής με αριθ.118624/29197/2008 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τις οποίες παραιτήθηκε, αναφέρει ότι είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί ορισμένου χρόνου που αναφέρει στην ένδικη αγωγή, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι η πρώτη αγωγή της κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2008, όταν πλέον είχε πεθάνει ο Α.
Γ. και άρχισε η ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ του αδελφού της Γ. Μ. και των εκκαλούντων, κληρονόμων του Α. Γ., χωρίς έως το τέλος του 2007 να έχει εκδηλώσει με οποιονδήποτε τρόπο (εξώδικη δήλωση ή άλλη όχληση) ότι διεκδικούσε χρήματα από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και ότι σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα και λαμβανομένων επίσης υπόψη της ηλικίας της ενάγουσας, της στενής συγγενικής σχέσης της με τον Γ.
Μ., της κατοικίας της, που ήταν δίπλα στην ανεγειρομένη οικοδομή και τα γραφεία της κοινοπραξίας, κρίνονται πιο πειστικοί οι ισχυρισμοί των άνω εναγομένων, ότι ουδέποτε προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τα μέλη της κοινοπραξίας, ούτε από αντιπρόσωπο αυτών, αλλά οσάκις προσέφερε υπηρεσίες κατά την ανέγερση της οικοδομής επί της οδού ..., απλά εξυπηρετούσε τον αδελφό της για λόγους προσωπικούς, που μόνο αυτοί οι δύο γνώριζαν, ενόψει του ότι τόσο ο Γ.
Μ. όσο και ο θανών Α. Γ. ήσαν εργολάβοι οικοδομών, δραστηριοποιούνταν στον χώρο αυτόν πλέον των 20 ετών, γνώριζαν το αντικείμενο της εργασίας τους και δεν είχαν ανάγκη από επιβλέποντα για τα συνεργεία τους και τις ενγένει εργασίες τους. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης των ως άνω εναγομένων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή κατά την κύρια βάση της, απέρριψε την αγωγή ως προς την βάση αυτήν και στην συνέχεια ερεύνησε την αγωγή ως προς την μη ερευνηθείσα, ως εικός, πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, διότι θεμελιώνονταν στα ίδια περιστατικά με εκείνα της κύριας βάσης από έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.648 επ. ΑΚ και 6 ν.765/1943, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλ. η ενάγουσα δεν συνδεόταν με την κοινοπραξία και τα μέλη της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το τελευταίο μέρος των προσθέτων λόγων, δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ.19 του αυτού άρθρου, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, επίσης από τον αριθ.19, οι οποίοι αφορούν κυρίως την αιτία καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των 10.000€.
Εξάλλου, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθ.1 του ως άνω άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ανυπαρξία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, παρέλειψε να προσφύγει στην ερμηνευτική διάταξη του άρθ.173 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει την αληθή βούληση των διαδίκων και να ερμηνεύσει το είδος της μεταξύ τους σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή αμφιβολία ως προς τα παραπάνω, ώστε να είναι απαραίτητο να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ. (Β) Δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.10 του ίδιου άρθρου, δεν εδέχθη δηλ. "πράγματα" ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι η καταβολή ποσού 10.000€ στην ενάγουσα δεν αφορά προκαταβολή μισθών αυτής από την παροχή εξαρτημένης εργασίας προς τους εναγομένους, αφού από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απ' όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ' αριθ...., ..., ..., ..., ..., .......
και υπ' αριθ...., ..., ... ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα υπέρ της ενάγουσας..., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιλίου...οι πέντε πρώτες...και υπέρ των εναγομένων..., ενώπιον της συ/φου Αθηνών Αικατερίνης Κουτάκου, οι τρεις τελευταίες..", προκύπτει ότι το Εφετείο την ενγένει επί της ουσίας κρίση του, άρα και για το ως άνω θέμα, καθώς και για την μεταξύ των διαδίκων σχέση, σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα ως άνω αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι συναφείς περί του αντιθέτου από τον αριθ.10 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρώτος πρόσθετος, κατά το σχετικό μέρος του, και δεύτερος πρόσθετος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο αυτός πρώτος πρόσθετος λόγος ως προς την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφασή του, με ποιά αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην παραδοχή ότι το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα ως μεσιτική αμοιβή, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως περιέχεται τέτοια παραδοχή, όπως άλλωστε και στον λόγο αυτόν αναφέρεται, αλλά και ως πλήρως αντιφατικός και αυτοαναιρούμενος, καθόσον γίνεται εκεί λόγος για "υποτιθέμενη παραδοχή".
Τέλος, αμφότεροι οι λόγοι αυτοί (πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι), καθόσον μέρος τους αποδίδεται και η από την αυτή διάταξη αιτίαση, ότι το δικαστήριο δέχθηκε (τα ως άνω) πράγματα, χωρίς να διατάξει απόδειξη, πρέπει ν' απορριφθούν ως μη νόμιμοι, καθόσον ο αναιρετικός αυτός λόγος έχει καταργηθεί, ως γνωστόν, με το άρθ.17§2 ν.2915/2001.
Συναφώς προς τα προεκτεθέντα, από την περιεχομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως άνω βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά μέσα και δη τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητά μνημονεύει, και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις από τον αριθ.11 περ.
γ' του ίδιου άρθρου, που περιλαμβάνονται στο σχετικό μέρος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης καθώς και στο τέλος του δικογράφου των προσθέτων, ενώ λαμβάνοντας υπόψη και τις εκεί αναφερόμενες προγενέστερες αγωγές της ενάγουσας, από τις οποίες είχε παραιτηθεί, ουδόλως έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτός τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος του από την διάταξη του αριθ.11 περ.
α' του άρθ.559 ΚΠολΔ, επίσης δε ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ.12 του αυτού άρθρου, καθόσον μέρος του αποδίδεται η από την διάταξη αυτή αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν απέδωσε σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και δη τις προσκομισθείσες από την ενάγουσα ως άνω ένορκες βεβαιώσεις μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που έχουν κατά το νόμο, ούτε μεγαλύτερη σε άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας ελεύθερα, ως είχε το δικαίωμα, ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα και αποδίδοντας σε ορισμένα απ' αυτά μεγαλύτερη αξιοπιστία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί αυτού κρίση του.
Τέλος, απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις (α) από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ που περιλαμβάνεται στο τέλος του δικογράφου των προσθέτων λόγων προς συμπλήρωση του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης, λόγω πλήρους αοριστίας, καθόσον εκτός από την αριθμητική αναφορά της διάταξης αυτής ουδεμία συναφής πλημμέλεια προσάπτεται για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" προταθέντων από την αναιρεσείουσα και (β) οι πλήττουσες, όντας διάσπαρτες στους λόγους αναίρεσης, απαράδεκτα την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων, και γενικά πραγματικών γεγονότων, από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ.561§1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2012 αίτηση της Μαρίας Α. Μ. και τους επ' αυτής από 20-2-2014 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 954/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων (Δ. Α. Γ. και Δ. χας Α. Γ.), τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2014 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ