Legislator Case Law & Legislation
2103/2009 AI generated

2103/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2103/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21 Ιανουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 211/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαΐου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2103/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ΣΙΑ Ο.Ε. κατά ΔΕΛΤΑ Εταιρεία Συμμετοχών ΑΕ). Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπεία αορίστου χρόνου και εκείνη της διανομής, στην περίπτωση αναλογικής επί της τελευταίας εφαρμογής του π.δ. 219/1991, ο εντολέας έχει δικαίωμα οποτεδήποτε καταγγελίας αυτής με τήρηση ορισμένης προθεσμίας κατ' άρθρο 8 §§ 3 και 4 π.δ. 219/1991, η οποία κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση ορίζεται σε δύο (2) μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2103 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2103/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SUBARU MOTORS HELLAS ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ψ Μ.Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21 Ιανουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 211/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαΐου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 26/18.5.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 211/9-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 26/28-5-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 211/9-10-2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 154/ΤΠ 19/21-1-2003 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-5-2002 καταγγελίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας της προφορικώς συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων αρχές Ιουνίου του έτους 2000 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας-διανομής αορίστους χρόνου, κύρια (α) ως γενομένης χωρίς τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 5§2 αρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1475/1995 διετούς προθεσμίας και επικουρικώς (β) ως καταχρηστικής, κατά την έννοια των άρθρων (αα) 281 ΑΚ και (ββ) 2 Α του ν. 703/1977.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά παραδοχή της κατά τη με στοιχ. β(αα) βάση της η 85/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 237/20-7-2005 έφεση της εναγομένης, η 211/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, μετά από αντικατάσταση των διαφορετικών αιτιολογιών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους. "Στις αρχές Ιουνίου 2000, στη ..., μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Ψ Μ.Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη Λαμία, και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SUBARU ΜΟΤΟRS HELLAS S.A", που εδρεύει στην ..., συμφωνήθηκε προφορικά να αναλάβει η πρώτη την προώθηση στην περιοχή του νομού ..., των προϊόντων της δεύτερης και συγκεκριμένα των αυτοκινήτων εργοστασίου κατασκευής SUBARU, που εισάγονται στην Ελλάδα από αυτή.

Ειδικότερα, κατά τη συμφωνία τους. η ενάγουσα, α) τα μεν οχήματα που εξοφλούνταν από τον πελάτη της "τοις μετρητοίς" τα προεξοφλούσε στην εναγομένη και ο πελάτης κατέβαλε σ' αυτήν το τίμημα της πώλησης, δηλαδή η εναγομένη εξέδιδε τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής στο όνομα της ενάγουσας και αυτή στη συνέχεια, συναλλασσόμενη πλέον επ' ονόματί της και για λογαριασμό της, μεταπωλούσε το όχημα στον πελάτη σε μεγαλύτερη τιμή, έχοντας ως εμπορικό κέρδος το χρηματικό ποσό της διαφοράς μεταξύ των δύο πωλήσεων, ενώ β) όταν ο υποψήφιος αγοραστής, που είχε εξεύρει η ενάγουσα, επρόκειτο να αγοράσει το πωλούμενο όχημα μέσω χρηματοδότησης της Τράπεζας Κύπρου, η οποία είχε συμβληθεί με την εναγομένη προς τούτο, η τελευταία εξέδιδε δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης στο όνομα του πελάτη απευθείας, η δε ενάγουσα εισέπραττε για τη διαμεσολάβηση αυτή ως αμοιβή την εκάστοτε συμφωνημένη μεταξύ τους προμήθεια.

Για την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης η ενάγουσα ανέπτυξε μια πλήρως καθετοποιημένη μονάδα εμπορίας και τεχνικής υποστήριξης των αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής SUBARU, διατηρώντας τις αναγκαίες κτιριακές εγκαταστάσεις για έκθεση αυτοκινήτων, τμήμα πώλησης ανταλλακτικών και συνεργείο επισκευής, η οποία λειτουργούσε με το σήμα της εταιρείας αυτής, και με βάση τις υποδείξεις και τις οδηγίες της εναγομένης, στελέχη της οποίας επισκέπτονταν τις εγκαταστάσεις της εναγομένης τακτικά προβαίνοντας σε ελέγχους και σχετικές υποδείξεις.

Ακόμη, για την εξυπηρέτηση της μεταξύ τους σύμβασης, η ενάγουσα προσέλαβε και απασχολούσε προσωπικό πέντε ατόμων, ενώ, επίσης καθ' υπόδειξη της εναγομένης, προέβη στη διαφήμιση των πωλουμένων προϊόντων είτε σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας, είτε με την τοποθέτηση πινακίδων σε λεωφορεία, και στάσεις του Αστικού ΚΤΕΛ της ...

Έτσι η ενάγουσα με την προβολή και προώθηση των προϊόντων της εναγομένης και την ποιότητα εξυπηρέτησης των πελατών, πριν και μετά την πώληση των οχημάτων, αύξησε τις πωλήσεις αυτών στην περιοχή του νομού ..., κατακτώντας σημαντική θέση στο δίκτυο αντιπροσώπων διανομέων της εναγομένης πανελλαδικά, γεγονός το οποίο δεν αρνείται άλλωστε η τελευταία.

Και ενώ η πιο πάνω μικτή σύμβαση λειτουργούσε κανονικά, η εναγομένη, εντελώς αιφνιδιαστικά, προέβη στη λύση της μεταξύ τους σύμβασης με την από 29-4-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και διαμαρτυρία προς την ενάγουσα. Ειδικότερα με την πιο πάνω καταγγελία, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 1-5-2002, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα αθέτησε τις μεταξύ τους συμβατικές υποχρεώσεις και προμηθεύτηκε επανειλημμένως αυτοκίνητα SUBARU, όχι από αυτήν, που είναι αποκλειστική εισαγωγέας τους στην Ελλάδα, αλλά από την ανταγωνιστική της εταιρεία με την επωνυμία "MEVA POWER ΑΕ", η οποία διαθέτει στην αγορά αυτοκίνητα τύπου SUBARU, που όμως δεν είναι γνήσια, αλλά προϊόντα "μετατροπής" ή "βελτίωσης", με αποτέλεσμα των αντισυμβατικών της ενεργειών τη σταθερή μείωση των πωλήσεων αυτοκινήτων εισαγωγής της εναγομένης, αφού η ενάγουσα διέθετε τα μη γνήσια οχήματα που προμηθευόταν σε χαμηλότερες τιμές.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ουσιαστική βασιμότητα του σπουδαίου λόγου που επικαλέστηκε η εναγομένη για τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι όσο διαρκούσε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η ενάγουσα αγόρασε από την εταιρεία "ΜΕVΑ POWER ΑΕ" αυτοκίνητα τύπου SUBARU, τα οποία και μεταπώλησε σε τρίτους, βλάπτοντας αθεμίτως τα συμφέροντα της εναγομένης.

Μέχρι την καταγγελία της ένδικης σύμβασης η μόνη συναλλαγή που είχε λάβει χώρα με την ανταγωνίστρια της εναγομένης, ήταν η αγορά ενός αυτοκινήτου SUBARU, αγωνιστικού τύπου από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ψ, που ενεργούσε ατομικά, και, ως οδηγός αυτοκινήτων αγώνων ταχύτητας, ήθελε να το χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτό.

Η εν λόγω αγορά έγινε με τη συμφωνία ότι, όταν θα έπαυε να αγωνίζεται με το πιο πάνω όχημα, θα είχε δικαίωμα να το πωλήσει στην εταιρεία αυτή ("ΜΕVΑ ΡΟWR ΑΕ") εκ νέου. Η συναλλαγή αυτή έλαβε χώρα στις αρχές του έτους 2000, πριν δηλαδή την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Σημειωτέον ότι για την αγορά τέτοιου αγωνιστικού αυτοκινήτου ο Ψ αρχικά είχε απευθυνθεί και στην εναγομένη, και συγκεκριμένα είχε επαφές με τον γενικό διευθυντή της ..., τον οποίο είχε συναντήσει σε διοργανώσεις αγώνων ταχύτητας, χωρίς όμως, οι σχετικές διαπραγματεύσεις να.

καταλήξουν σε αγορά. Στη συνέχεια, μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, με την παραπάνω ιδιότητά του (του οδηγού αυτοκινήτου σε αγώνες) συμμετείχε σε διάφορες αγωνιστικές διοργανώσεις (ράλλυ), όπως στο RALLY ΟΛΥΜΠΙΟΝ 2001, RALLY ΑΧΑΪΑΣ 2001, 29ο Μαύρο Ρόδο, 48ο ΑCROPOLIS RALLY 2001 ΕLΡΑ κλπ, με το συγκεκριμένο όχημα, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στην εναγομένη, αφού αυτή δέχθηκε να τοποθετηθεί πινακίδα με την επωνυμία της στον ανεμοθώρακα του εν λόγω αυτοκινήτου για την διαφήμιση της, κατέβαλε δε και στον οδηγό του, νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, και χρηματική αμοιβή για το λόγο αυτό, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και ο μάρτυρας της εναγομένης.

Η μόνη εμπορική συναλλαγή που έλαβε χώρα μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕVΑ ΡΟWER ΑΕ" και του Ψ ήταν η κατά τη συμφωνία τους επιστροφή του πιο πάνω αγωνιστικού αυτοκινήτου το Μάρτιο του έτους 2002, οπότε ο τελευταίος άλλαξε αγωνιστικό αυτοκίνητο και δεν το χρειαζόταν πλέον. Η εν λόγω εταιρεία, όμως, αντί καταβολής μετρητών, πρότεινε και αντίστοιχα έγινε δεκτό, να μεταβιβάσει στον πατέρα του Ψ, Σωτήριο, το υπ' αριθ.

κυκλ. ... ΙΧΕ όχημα εργοστασίου κατασκευής FUJI HEAVY τύπου ΙΜΡRΕΖΑ (βλ. την από 13-3-2002 άδεια κυκλοφορίας).Ούτε άλλωστε προέκυψε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, με την ιδιότητα του αυτή, είχε κάποια ανάμειξη στην καταχώρηση διαφημίσεων της ανταγωνιστικής της εναγομένης εταιρείας "ΜΕVΑ ΡΟWER ΑΕ" στα σχετικά με αυτοκίνητα περιοδικά α) "ΑUTOCAR", στα τεύχη Απριλίου και Ιουλίου 2002, στις oποίες περιλαμβάνει σε κατάλογο πελατών της τον Ψ ως πρωταθλητή Ελλάδος σε αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων αγωνιστικού τύπου με αυτοκίνητο Ιmpreza ΝΕW ΑGΕ STL, και β) "DRIVE", Απριλίου και Νοεμβρίου 2001, στις οποίες συγχαίρει τον Ψ για την κατάκτηση της πρώτης θέσης στα ράλλυ ΟΛΥΜΠΙΟΝ 2001 και ΑΧΑΙΟΣ με αυτοκίνητο ΙΜΡREZA Sti ΤΥΡΕ R, που είχε προμηθευτεί από την εταιρεία της, πράγμα που άλλωστε ήταν αληθές και, όπως προαναφέρθηκε, γνωστό στην εναγομένη, αφού μάλιστα, στους αγώνες αυτούς το εν λόγω αυτοκίνητο έφερε την επωνυμία της για τη διαφήμιση της.

Από όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρέβη κάποια συμβατική της υποχρέωση έναντι της εναγομένης προβαίνοντας σε ανταγωνιστικές σε βάρος της ενέργειες και ειδικότερα ότι δεν τήρησε την υποχρέωση της για αποκλειστική συναλλαγή με την εναγομένη κατά παράβαση και της αρχής της καλής πίστης λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και, συνεπώς, πρέπει, δεκτής γενομένης της αγωγής, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε το αίτημα της, ως βάσιμης από ουσιαστική άποψη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης άκαιρης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων ένδικης μικτής σύμβασης αντιπροσωπείας-διανομής αορίστου χρόνου, η οποία έγινε χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεδομένου ότι υφίσταται έννομο συμφέρον της ενάγουσας προς τούτο .αφού στην περίπτωση αυτή γεννάται υπέρ αυτής δικαίωμα αποζημίωσης".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1981 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού -οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ. 2)- εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α πδ 219/1991) και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρ. 1 παρ. 2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείει μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.

Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΝΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.

Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.

Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά.

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.

Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας (ΔΕΚ - Υποθ. 85/2003- απόφαση της 10-2-2004, ...

και ΣΙΑ Ο.Ε. κατά ΔΕΛΤΑ Εταιρεία Συμμετοχών ΑΕ). Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπεία αορίστου χρόνου και εκείνη της διανομής, στην περίπτωση αναλογικής επί της τελευταίας εφαρμογής του π.δ. 219/1991, ο εντολέας έχει δικαίωμα οποτεδήποτε καταγγελίας αυτής με τήρηση ορισμένης προθεσμίας κατ' άρθρο 8 §§ 3 και 4 π.δ. 219/1991, η οποία κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση ορίζεται σε δύο (2) μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους.

Τέλος, ο Κανονισμός 1475/95 εφαρμόζεται μόνο αν υπάρχει συνδυασμός αποκλειστικότητας και επιλεξιμότητας της διανομής. Τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων 1 και 4 του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 1: "Πρόκειται για συμφωνίες ορισμένης ή αορίστου διάρκειας με τις οποίες ο συμβαλλόμενος προμηθευτής αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο μεταπωλητή την προώθηση της διανομής, της πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων σε καθορισμένη περιοχή και ο προμηθευτής αναλαμβάνει έναντι του διανομέα την υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της συμφωνίας, στη συμφωνημένη περιοχή, μόνο στο διανομέα, εκτός αυτού σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων του δικτύου διανομής, με σκοπό τη μεταπώλησή τους.

Εξάλλου στην αιτιολογική σκέψη 4 αναφέρεται: "Οι ρήτρες που αφορούν την αποκλειστική και επιλεκτική διανομή ". Από το επεξηγηματικό φυλλάδιο του μετέπειτα Κανονισμού (ΕΚ) 1400/02, όπου αναφέρεται ότι εν λόγω Κανονισμός βασίζεται στην "απαγόρευση του συνδυασμού αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής που επέτρεπε ο Κανονισμός 1475/95" συνάγεται αβιάστως, ότι ο Κανονισμός 1475/95 εφαρμόζεται όταν υπάρχει συνδυασμός αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη θεωρία του δικαίου των εμπορικών συμβάσεων, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχή, με την οποία μια ανεξάρτητη επιχείρηση (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που καλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής τη με σταθερό και διαρκή τρόπο επιμέλεια των υποθέσεων μιας άλλης επιχείρησης (φυσικού ή νομικού προσώπου) που καλείται κύριος της υπόθεσης ή αντιπροσωπευόμενος.

Εξάλλου, ως προς τη διάκριση του διανομέα από τον εμπορικό αντιπρόσωπο εφαρμόζεται το κριτήριο της κατανομής του κινδύνου της υπόθεσης. Ενόψει τούτου, η κρίση, κάθε φορά αν ένας εμπορικός αντιπρόσωπος είναι επιχείρηση στα πλαίσια εφαρμογής των ανωτέρω, εξαρτάται αν αυτός φέρει τόσο τους κινδύνους της υπόθεσης όσο και κινδύνους άσχετους με αυτούς της υπόθεσης όπως είναι η παροχή υπηρεσιών μετά την πώληση, οι ειδικές επενδύσεις και τέλος αν αυτός είναι ενσωματωμένος στην επιχείρηση του αντιπροσωπευομένου.

Περαιτέρω, στη γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή φέρει ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου και ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στις συγκεκριμένες αγορές γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας.

Η γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, σε αντίθεση με τη μη γνήσια, δεν εμπίπτει στο αρθρ. 81 παρ. 1 της Συνθ. ΕΟΚ και αντίστοιχα στο άρθρο 1 του ν. 703/1977. Τέλος, καθόσον αφορά τους Κανονισμούς Ομαδικής Απαλλαγής, υπό την εμβέλεια πάντα του Κανονισμού 1475/95, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπαγωγή της συγκεκριμένης περίπτωσης στο καθεστώς της ομαδικής απαλλαγής, δεν είναι υποχρεωτική.

Αντιθέτως, συνιστά μια ευχέρεια του επιχειρηματία η οποία κατευθύνεται από δικές του επιχειρηματικές επιλογές και εκτιμήσεις χωρίς να μπορεί να του καταλογισθεί ως παράβαση του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να εξετασθεί αν ισχύουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 81 της Συνθ. ΕΚ και ακόμα χωρίς την εξέταση του ζητήματος αν τελικά η συγκεκριμένη συμπεριφορά υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του, ότι αυτή συνιστά απαγορευμένη συμφωνία.

Περαιτέρω κατά τη νομολογία του ΔΕΚ (80 απόφαση 18-12-96, VΑG France 10/86 Συλλογή σελ. 4071 σκ. 12) "οι διατάξεις των κανονισμών περί απαλλαγής δεν επιβάλλουν στους επιχειρηματίες τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, ούτε και έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της συμφωνίας ή την ακυρότητα της σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι των εν λόγω Κανονισμών".

Εξ' αυτού συνάγεται ότι όταν μια συμφωνία δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει ένας Κανονισμός περί απαλλαγής, εμπίπτει στην απαγόρευση του αρθ. 81 παρ. 1 της ΕΚ μόνον αν έχει ως σκοπό τον αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και αν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών - μελών.

Ανεξάρτητα όμως από την ύπαρξη συμφωνίας για την υπαγωγή στο καθεστώς της ομαδικής απαλλαγής του άρθρου 81 της Συνθ. ΕΚ, του ν. 703/1977 και του 1475/1995 κανονισμού η οριζόμενη πενταετής τουλάχιστον διάρκεια της συμβάσεως και η προειδοποιητική προθεσμία, διετής ή ενός έτους, τακτικής καταγγελίας της συμφωνίας αορίστου χρόνου (άρθρο 5§2 του 1475/1995 Κανονισμού) για την υπαγωγή τους στο καθεστώς ομαδικής απαλλαγής, δεν καθιστά την κατά παράβαση αυτών καταγγελία άκυρη, αλλά έχει ως συνέπεια την απώλεια της απαλλαγής.

Περαιτέρω, εν προκειμένω, κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση έφερε τον χαρακτήρα μικτής συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας-διανομής αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της αν δέχθηκε και επί της διανομής την εφαρμογή των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων.

Δέχεται δε στη συνέχεια το Εφετείο, αντικαθιστώντας παράλληλα την αιτιολογία της πρωτοβάθμιας αποφάσεως (παραδοχή της αγωγής κατά την ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ με στοιχείο (αα) επικουρική της βάση) "ακυρότητα της γενόμενης άκαιρης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων ένδικης μικτής σύμβασης αντιπροσωπείας, διανομής αορίστου χρόνου, η οποία έγινε χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος", κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 §§ 3 και 4 του π.δ. 219/1991, κατά τους ορισμούς της οποίας ο εντολέας έχει δικαίωμα οποτεδήποτε καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με τήρηση της οριζόμενης στην εν λόγω διάταξη προθεσμίας, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου προς τούτο λόγου και χωρίς ακυρότητα της καταγγελίας αν δεν τηρηθεί η σχετική προθεσμία (παρά μόνο με γένεση αξίωσης αποζημίωσης σχετικώς), κατά την βάσιμη περί τούτου διατυπούμενη με τους πρώτο (β' μέρος) και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως.

Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Λαμίας, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (179,183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 211/9-10-2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Λαμίας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ