2103/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2103/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αριθ. .., που έχει ανεγερθεί με το σύστημα της αντιπαροχής, με τα σ' αυτές αντιστοιχούντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του οικοπέδου, έχει ανασταλεί, σωστά κρίθηκε από το Εφετείο; ότι η ένδικη διαφορά αφορά την αξίωση του εναγομένου εργολάβου κατά του ενάγοντα εργοδότη να απαιτήσει το εργολαβικό του αντάλλαγμα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2103 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2103/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, 3. Χ3 , 4. Χ4 και 5. Χ5. Οι 1ος 4ος, 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χέλμη και η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 και 2.Ψ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Περδικάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1992 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1771/1993 προδικαστική, 5409/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5693/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-4-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβαλλόμενη από τον πρώτο εναγόμενο - εργολάβο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του αρχικού ενάγοντα οικοπεδούχου - εργοδότη, για ελλείψεις του έργου, γιατί η διάταξη του άρθρου 693 ΑΚ αναφέρεται στην παραγραφή των αξιώσεων του εργοδότη κατά του εργολάβου, ενώ το αντικείμενο της υπό εκδίκαση διαφοράς αφορά την αξίωση του εργολάβου κατά του εργοδότη αναφορικά με το δικαίωμά του να απαιτήσει το εργολαβικό του αντάλλαγμα.
Ενόψει του αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητήθηκε, μεταξύ άλλων αιτημάτων, να αναγνωριστεί ότι η υποχρέωση του αρχικού ενάγοντα να μεταβιβάσει στον πρώτο εναγόμενο ή στους τρίτους που αυτός θα υποδείξει τις σ΄ αυτή -αγωγή- ειδικότερα αναφερόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ....., επί της οδού ....
αριθ. .., που έχει ανεγερθεί με το σύστημα της αντιπαροχής, με τα σ' αυτές αντιστοιχούντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του οικοπέδου, έχει ανασταλεί, σωστά κρίθηκε από το Εφετείο; ότι η ένδικη διαφορά αφορά την αξίωση του εναγομένου εργολάβου κατά του ενάγοντα εργοδότη να απαιτήσει το εργολαβικό του αντάλλαγμα.
Ο πρώτος επομένως, κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια της ευθείας από το Εφετείο παραβίασης του άρθρου 693 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: Με το ....... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου - Πούσκουρη ο ενάγων Ψ, που πέθανε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ψ1 και το γιό του Ψ2, οι οποίοι νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη (οι και ήδη αναιρεσίβλητοί), ανέθεσε στον πρώτο από τους εναγομένους και εκείνος ανέλαβε, με δικά του υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, να εκτελέσει τις υπολειπόμενες.
εργασίες (πλην των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και κεντρικής θέρμανσης) πολυκατοικίας επί της οδού .... αριθμ ... των ....., αποτελουμένης από υπόγειο, ισόγειο, έξι (6) πάνω από το ισόγειο ορόφους, από τους οποίους οι τρεις τελευταίοι με εσοχή και δώμα, σε ιδιόκτητο οικόπεδο του ενάγοντα. Ως εργολαβικό αντάλλαγμα του εργολάβου, σύμφωνα με το εργολαβικό και την προσαρτημένη σ΄ αυτό συγγραφή υποχρεώσεων, συμφωνήθηκε για τον εργολάβο να μεταβιβαστούν σ΄ αυτόν ή σε τρίτους που αυτός θα υποδείξει τα 240/000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, με τις αντιστοιχούσες σε αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες του τέταρτου στη δεύτερη εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου, του πέμπτου στην τρίτη εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου και του έκτου στην τέταρτη εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου.
Στον ενάγοντα οικοπεδούχο δε θα περιέρχονταν τα υπόλοιπα 760/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, με τις αντιστοιχούσες σ΄ αυτά λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου με τον ημιόροφο, του πρώτου και του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου, του πέμπτου στην τρίτη εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου και του έκτου στην τέταρτη εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου.
Η μεταβίβαση των ποσοστών στον εργολάβο θα γινόταν σταδιακά και συγκεκριμένα τα 41/000 με την αποπεράτωση των οπτοπλινθοδομών, τα 79/000 με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων και τα υπόλοιπα 120/000 με την αποπεράτωση όλης της πολυκατοικίας. Στη συνέχεια με τη σύμπραξη και του εργολάβου ο ενάγων συνέστησε την ........
πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που νόμιμα μεταγράφηκε, με την οποία έγινε υπαγωγή της οικοδομής στις διατάξεις του ν. 3741/1929. του ν.δ. 1024/71 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. Στην πράξη αυτή προσδιορίζονταν και οι ιδιοκτησίες που θα μεταβιβάζονταν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον εργολάβο, μεταξύ των οποίων ήταν:
α) η Δ2 ιδιοκτησία (αίθουσα) του τετάρτου στην εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου. επιφάνειας 17,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 31/000, β) η Δ3 ιδιοκτησία (αίθουσα) του τετάρτου στην εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 17 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 31/000 και γ) η ΣΤ1 ιδιοκτησία (αίθουσα) του έκτου στην εσοχή πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 26,60 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 45/000. Οι τελευταίες τρεις (3) αυτές ιδιοκτησίες περιλαμβάνονταν στα 120/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που θα μεταβιβάζονταν στον εργολάβο με την ολική παράδοση αποπεράτωσης της πολυκατοικίας. Στις ....... μεταξύ εργοδότη και εργολάβου, υπογράφτηκε ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε, αντί εργολαβικής αμοιβής ποσού 180.000 δραχμών, να εκτελέσει και τις εργασίες που θα εκτελούσε ο πρώτος, δηλαδή τις εργασίες υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και κεντρικής θέρμανσης, με συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης της οικοδομής την 30-10-1981.
Κατά τον όρο 9 του πιο πάνω εργολαβικού, όταν ο οικοπεδούχος προσκληθεί από τον εργολήπτη, με έγγραφο πριν από τρεις τουλάχιστον ημέρες, να προσέλθει σε συμβολαιογράφο για υπογραφή συμβολαίου μεταβίβασης των ποσοστών που περιέρχονται στον τελευταίο (εργολάβο) και δεν συμπράξει αν και υποχρεούται προς τούτο από την πρόοδο του έργου, τότε παρέχεται δικαίωμα στον εργολάβο, ενεργώντας ως πληρεξούσιο του οικοπεδούχου, να προβαίνει σε μεταβίβαση των πιο πάνω ποσοστών με αυτοσύμβαση στον εαυτό του ή τρίτους.
Εάν ο προσκληθείς οικοπεδούχος δεν διατυπώσει έγγραφη αμφισβήτηση στην πρόσκληση αυτή του εργολάβου ως προς την αποπεράτωση των εργασιών, τότε αρκεί, για την απόδειξη των οικοδομικών εργασιών, η σχετική πιστοποίηση του επιβλέποντα μηχανισμού την ανέγερση της οικοδομής, που υπογράφει την οικοδομική άδεια, Εάν η αμφισβήτηση αφορά την τυχόν ύπαρξη κακοτεχνιών, τότε δεν θα αναστέλλεται η υποχρέωση του οικοπεδούχου για μεταβίβαση των πιο πάνω χιλιοστών, αλλά η προκύπτουσα διαφορά θα λύνεται με προσφυγή στη διαιτησία.
Εάν; όμως, ο οικοπεδούχος ή ο ορισθησόμενος από αυτόν ως επιβλέπων μηχανικός, αμφισβητήσει την ολοσχερή εκ μέρους του εργολήπτου αποπεράτωση των επί μέρους κατανεμηθεισών τμηματικών κατασκευών της πολυκατοικίας, υποχρεούται να το δηλώσει εγγράφως, παραδίδοντας στον εργολήπτη και σχετική έκθεση πολιτικού μηχανικού της εκλογής αυτού (οικοπεδούχου) ενώπιον του ορισθησόμενου από τον εργολήπτη συμβολαιογράφου, κατά την ημέρα που προσκλήθηκε ο οικοπεδούχος για τη μεταβίβαση, συντασσόμενης σχετικής πράξης.
Στην περίπτωση αυτή. κατά το εργολαβικό συμβόλαιο, αναστέλλεται το δικαίωμα του εργολήπτη να μεταβιβάσει τα αντίστοιχα ποσοστά με αυτοσύμβαση, μέχρι να επιλυθεί η διαφορά με διαιτησία. Κατά το άρθρο 22 του ίδιου εργολαβικού κάθε διαφωνία, διαφορά και διένεξη μεταξύ των συμβαλλομένων ως προς την εκτέλεση του έργου, τις προθεσμίες αποπεράτωσης και την ποιότητα των υλικών, θα λύνεται με διαιτησία, διοριζόμενων διαιτητών από τον οικοπεδούχο, του ........, τον εργολάβο, του ........, πολιτικών μηχανικών και σε περίπτωση διαφωνίας αυτών οριζόμενου επιδιαιτητού του Προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή του οριζόμενου από τον τελευταίο αναπληρωτή του.
Με το από 13-1-82 εξώδικό του ο εργολάβος, που επέδωσε στον οικοπεδούχο στις 14-1-82; προσκάλεσε αυτόν να προσέλθει στις 25-1-82 στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Κουρεμένου - Πούσκουρη για να παραλάβει τα κλειδιά των ιδιοκτησιών που περιέρχονταν στον τελευταίο αποπερατωμένων. Ο οικοπεδούχος εμφανίστηκε στην παραπάνω συμ/φο την πιο πάνω ημερομηνία και δήλωσε, ότι οι ιδιοκτησίες αυτές με τους κοινόχρηστους χώρους είναι ελλιπείς, κακότεχνες και ανέτοιμες και αρνήθηκε να παραλάβει τα προσφερόμενα κλειδιά των εν λόγω ιδιοκτησιών.
Μετά την άρνηση αυτή του οικοπεδούχου ο εργολάβος παράδωσε τα αντίστοιχα κλειδιά (12) στη συμβολαιογράφο, συντάχθηκε δε σχετικά η ........ πράξη αυτής. Με το από 12-10-82 εξώδικό του ο εργολήπτης, που επιδόθηκε στον οικοπεδούχο στις 20-10-82, κάλεσε τον τελευταίο να προσέλθει στις 19-11-82 ενώπιον της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Αθηνών για να συμπράξει στη μεταβίβαση των παραπάνω τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Κατά την ημέρα αυτή εμφανίστηκαν στη συμβολαιογράφο και τα δυο μέρη και δήλωσε ο οικοπεδούχος, συνταχθείσας της ....... πράξης αυτής (συμ/φου), ότι αρνείται να συμπράξει στη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών αυτών, γιατί δεν έχουν αποπερατωθεί οι αναγκαίες εργασίες του όλου έργου, ώστε να είναι έτοιμες προς χρήση, επικαλούμενος για την απόδειξη των ισχυρισμών του την από ......
έκθεση αυτοψίας του Πολιτικού Μηχανικού ........, που κατέθεσε στη συμ/φο για να την παραλάβει ο παριστάμενος εργολάβος, δηλώνοντας συγχρόνως ότι θα καταφύγει στη συμφωνηθείσα διαιτησία για την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και καλώντας συγχρόνως και τον εργολάβο να πράξει το ίδιο για την έναρξη της διαδικασίας λειτουργίας της διαιτησίας.
Μετά την τήρηση των πιο πάνω από πλευράς ενάγοντα, δηλαδή την εμφάνισή του ενώπιον της συμβολαιογράφου - ανταποκρινομένου στη σχετική πρόσκληση του εργολάβου για να του μεταβιβάσει τις επίμαχες ιδιοκτησίες, με επίκληση από τον τελευταίο ότι περάτωσε το αναληφθέν έργο-,τη δήλωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου ότι αρνείται να συμπράξει στη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών, γιατί ο εργολάβος δεν αποπεράτωσε το έργο, παραδίδοντας ενώπιον της συμ/φου για τον εργολάβο την προβλεπόμενη έκθεση πολιτικού μηχανικού, περί της μη αποπεράτωσης του έργου και τη σύνταξη για τις δηλώσεις και ενέργειες αυτές της προαναφερόμενης..........
πράξης της εν λόγω συμβολαιογράφου, σύμφωνα με το άρθρο 9 του εργολαβικού, που διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση, ανεστάλη το δικαίωμα του εργολήπτη να μεταβιβάσει, με αυτοσύμβαση, τις ιδιοκτησίες αυτές στον εαυτό του ή τρίτους, μέχρι να επιλυθεί η διαφορά τους από την προβλεπόμενη από το εργολαβικό συμβόλαιο ιδιοκτησία.
Πρόκειται, όπως από το περιεχόμενο του εργολαβικού αποδεικνύεται, για συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, ως μοναδικού αποδεικτικού μέσου της διαφοράς και όχι για υπαγωγή της διαφοράς αυτής στη διαιτησία των άρθρων 867 επ. Κ.Πολ.Δ. Ακολούθως έκρινε το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός του εργολάβου εναγομένου περί απαραδέκτου της αγωγής ως εισαγομένης στην παρούσα τακτική διαδικασία, λόγω υπαγωγής της διαφοράς για την υπόθεση στη διαιτησία των άρθρων 867 επ.
Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί. Τονίζεται, στο σημείο αυτό, ότι και οι δύο πλευρές (εργολάβου- οικοπεδούχου) κανένα απολύτως ενδιαφέρον δεν επέδειξαν στη συνέχεια για να κριθεί το ζήτημα της αποπεράτωσης ή μη της οικοδομής από τη διαιτησία (διαιτητική πραγματογνωμοσύνη) και, συνακόλουθα αν συντρέχει πράγματι ή όχι υποχρέωση του οικοπεδούχου να μεταβιβάσει τις πιο πάνω ιδιοκτησίες στον εργολάβο.
Έτσι παραμένουν έκτοτε τα πράγματα; με συνέπεια τη διατήρηση της κατάστασης της αναστολής της υποχρέωσης του πρώτου να μεταβιβάσει στο δεύτερο τις εν λόγω ιδιοκτησίες. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γι΄ αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της αμέσως πιο πάνω διάταξης, υποστηρίζεται, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, με το να μ Γ] δεχθεί τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την υπό κρίση αγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι΄ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990). Οι πρώτος συνεπώς, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ρητά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τις ενστάσεις των υπό στοιχεία 2-5 εναγομένων - εφεσίβλητων και ήδη αναίρεσειόντων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης και περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αρχικού ενάγοντα, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 693 και 281 του Α.Κ.
αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι Ο τέταρτος, επίσης, αναιρετικός λόγος με τον οποίο προβάλλεται η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μην απαντήσει και, έτσι, να απορρίψει σιωπηρά τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί της από μέρους του αρχικού ενάγοντα αμετάκλητης πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, με τις από 7-1-1982, 8-2-1982 και 14-3-1982, αντίστοιχα, εξώδικες δηλώσεις του προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, επιλογής της αυτούσιας αποκατάστασης των ελλείψεων των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της, είναι, για την ταυτότητα του αμέσως πιο πάνω νομικού λόγου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, της ανταγωγής κ.ά.. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του και τον έκτο.
κατά το δεύτερο μέρος του, υπό στοιχείο β', αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο) κατ' ορθή εκτίμηση τους. παραμόρφωσε: α) Το περιεχόμενο των άρθρων (όρων) 22 και 9 του ........ προσυμφώνου εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου - Πουσκούρη, με το να μη δεχθεί ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται υποχρεωτικώς σε διαιτησία, β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25-8-1984 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. 6214/1984) αγωγής του αρχικού ενάγοντα κατά του εναγόμενου εργολάβου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης, μεταξύ άλλων αιτημάτων, του ότι αυτός -ενάγων- έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση του προς μεταβίβαση στον αντίδικό του των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών και των αντιστοιχούντων σ΄ αυτές εξ αδιαιρέτου ποσοστών, που απορρίφθηκε με τη 2677/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το να μη δεχθεί το απορρέον από την εν λόγω (τελεσίδικη) απόφαση δεδικασμένο και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, με το να μη δεχθεί ότι η τελευταία ήταν αόριστη όσον αφορά τον εναγόμενο εργολάβο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, οι δύο πρώτοι μεν απ΄ αυτούς, γιατί, υπό την επίκληση της παραμόρφωσης των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, δηλαδή, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Εφετείο της αποδεικτικής αξίας των προμνημονευόμενων εγγράφων., ο τρίτος δε, γιατί το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ως διαδικαστικό έγγραφο, δεν εμπίπτει στην έννοια του αποδεικτικού εγγράφου ου άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά της απόφασης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ..
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό στοιχείο α' και τον έβδομο, κατά το δεύτερο, επίσης, μέρος του, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης, προβάλλουν οι υπό στοιχεία 2-5 αναιρεσείοντες την αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο, με το να μην απαντήσει στους ισχυρισμούς που πρόβαλαν στο Πρωτοδικείο και επανέφεραν με τις προτάσεις τους σε εκείνο (Εφετείο) περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω αμετάκλητης επιλογής από τον αρχικό ενάγοντα της αυτούσιας αποκατάστασης των ελλείψεων των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών με τις πριν από το χρόνο άσκηση της ένδικης αγωγής από 7-1-1982, 8-2-1982 και 14-3-1982, αντίστοιχα, εξώδικες δηλώσεις του προς τον πρώτο απ' αυτούς και λόγω αοριστίας του δικογράφου της εν λόγω αγωγής, καθώς και στους πρωτόδικους ισχυρισμούς τους περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αρχικού ενάγοντα, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω δεδικασμένου και λόγω ρήτρας διαιτησίας, αντίστοιχα, άφησε αδίκαστες αιτήσεις. Οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην "αίτηση", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ, ως μη αποτελούντες αυτοτελή ιδιαίτερα κεφάλαια της δίκης, όπως υπολαμβάνουν οι πιο πάνω αναιρεσείοντες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ, που ορίζει, ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Εξάλλου, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά, όμως, τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 1339/1985), ώστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο πέμπτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση του, η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι η από τον αριθμό 16 εδάφ. α' του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από την ειδικότερα μνημονευόμενη στο λόγο αυτό - τελεσίδικη- απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρέον δεδικασμένο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, - εφόσον δεν τίθεται σ΄ αυτόν -(λόγο)-, ότι η ένσταση του ήδη επικαλούμενου δεδικασμένου προτάθηκε νόμιμα από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής.
ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 8 περίπτ.
β΄ και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προτάθηκε ενώπιόν του με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της οι κακοτεχνίες και οι ελλείψεις του έργου, καθώς και οι υπολειπόμενες εργασίες, τις οποίες εκτέλεσε ο αρχικός ενάγων, άμεσος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ποιο το ειδικότερο κόστος των τελευταίων και περαιτέρω παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την εν λόγω αγωγή λόγω αοριστίας ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο μέρος του ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε μεν υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά δέχθηκε το σχετικό περί του ορισμένου της ένδικης αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα λόγο της έφεσης των και ήδη αντιδίκων τους, καθολικών διαδόχων του αρχικού ενάγοντα, ως βάσιμο κατ΄ ουσίαν, εξαφάνισε ως προς αυτόν την συνεκκαλούμενη 1771/1993 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστη την εν λόγω αγωγή ως προς αυτόν και έκρινε ότι η τελευταία ήταν ορισμένη (και νόμιμη) ως προς τον ίδιο, ακολούθως δε, εξαφάνισε ως προς τους λοιπούς εναγόμενους - εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες την, επίσης, συνεκκαλούμενη 5409/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς όλες τις παραδεκτά σωρευόμενες στο δικόγραφό της βάσεις της, κατά δε το δεύτερο μέρος του, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά τον εργολάβο, πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, δεν στηρίζεται, όπως δέχθηκε το Εφετείο, στην αξίωση αυτού - πρώτου αναιρεσείοντα- να ζητήσει από τον οικοπεδούχο και εργοδότη του έργου, αρχικό ενάγοντα, το εργολαβικό του αντάλλαγμα, για το ορισμένο της οποίας, ως έχουσας αρνητικό αναγνωριστικό χαρακτήρα, αρκεί η προβαλλόμενη από μέρους του τελευταίου άρνηση της σχετικής αξίωσης του πρώτου αναιρεσείοντα και δεν απαιτείται η αναφορά σ΄ αυτή -αγωγή- των προμνημονευόμενων στοιχείων.
Με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει χωρίς αιτιολογία τους ισχυρισμούς των υπό στοιχεία 2-5 αναιρεσειόντων : α) περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αρχικού ενάγοντα, β) περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω δεδικασμένου, γ) περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω ρήτρας διαιτησίας, δ) περί του νόμου αβασίμου της αγωγής λόγω αμετάκλητης επιλογής από μέρους του αρχικού ενάγοντα της αυτούσιας αποκατάστασης και ε) περί αοριστίας της αγωγής, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται σ΄ αυτόν, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, αλλιώς ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τους πιό πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αυτών, αλλά απέρριψε ρητά τους τρεις πρώτους απ' αυτούς, εκ του πράγματος δε τον τέταρτο και τον πέμπτο, όπως ήδη για τον τελευταίο έγινε εκτενής αναφορά κατά την ανάπτυξη του έκτου λόγου της αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο όγδοος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι υπό στοιχεία 2-5 αναιρεσείοντες συνομολόγησαν ρητά την επί των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών κυριότητα του αρχικού ενάγοντα, όσον αφορά την περί διεκδίκησης της κυριότητας των τελευταίων αγωγική βάση, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ομολογία από μέρους τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2004 αίτηση για αναίρεση της 5693/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ