Legislator Case Law & Legislation
2102/2025 AI generated

Supreme Court annuls First Instance decision on property ownership, finding evidence of public road status invalidates private title.

Case Number 2102/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's dismissal of a property ownership claim against the Municipality of Topiro. The appellant argued that a disputed strip of land was a public road with Byzantine-era common use, rendering it inaccessible to the intervener, while the municipality contended the land remained privately owned. The Court ruled that the First Instance failed to properly evaluate documentary evidence and historical usage patterns, thereby overturning the lower court's decision and remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a First Instance decision dismissing a property claim when the lower court fails to adequately examine evidence regarding the historical common use and public road status of the disputed land under Byzantine and Ottoman law.

Keywords

AI generated
property ownership dispute public road status Byzantine common use Ottoman law application annulment of judgment remittal to first instance municipal liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 63, 65, 68 of the Lawyers Code
Article 281 of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2102 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2102/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ο. Φ. του Χ. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπρατίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "Δήμος Τοπείρου", που εδρεύει στο Εύλαλο του Δήμου Τοπείρου, της Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καραβέλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Ο. Ο. του Σ. και της Σ., συζύγου Φ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Γκανιά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου και την από 9-6-2017 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε την απόρριψη της αγωγής, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-12-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθ. 66/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της με αρ. 287/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη η από 3-4-2017 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου Δήμου Τοπείρου , στην οποία παρενέβη προσθέτως, υπέρ του τελευταίου ΝΠΔΔ, η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η κρινόμενη ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί στις 19-12-2023 νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 20-12-2021 (δεδομένου ότι από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση ώστε να μην υπάρχει η πεποίθηση ότι κατασκευάσθηκαν από συνεισφορά ιδιώτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013).

Ο επικαλούμενος την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημόνευτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υφίσταται από χρόνου τόσου ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας από αυτές νοούμενης και εκτεινόμενης επί 40 έτη, να μην γνώρισε διαφορετική κατάσταση (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 137/2015, ΑΠ 410/2013).

Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσης. Αυτό ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή πρώην κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (281ΑΚ) ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli generalis ) κατά του ιδιοκτήτη ο οποίος άφησε εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο Ο.Τ Α.

με τη χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 425/2023, ΑΠ 447/2021, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1081/2019, ΑΠ 293/2018, ΑΠ 46/2018, ΑΠ 954/2017). Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, σχετικά με το καθεστώς της κτήσης του κοινοχρήστου χαρακτήρα μιας έκτασης, ότι κατά την Οθωμανική Νομοθεσία μεταξύ των οθωμανικών γαιών περιλαμβανόταν και η κατηγορία των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση.

Ο προσδιορισμός της έννοιας αυτών γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατ` άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914, παρά το γεγονός ότι η Θράκη στις 20-5-1917 τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή με συνέπεια την ισχύ του βουλγαρικού δικαίου, καθόσον σκοπός του νομοθέτη ήταν η εξομοίωση των ρυθμίσεων των Νέων Χωρών του 1912-1913 με αυτές των Νέων Χωρών του 1923 (ΑΠ 937/2024).

Περαιτέρω με το ΝΔ 26/10-11-1923 (άρθρο μόνο), επεκτάθηκαν και στην Θράκη όλοι ανεξαιρέτως οι ελληνικοί νόμοι και γενικά κάθε διάταξη του ρυθμίζει αστικές σχέσεις στην Ελλάδα (ΑΠ 937/2024, ΑΠ 1124/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ταυτόσημη με εκείνη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 ή 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996).

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π 27/1998, 32/1996, ΑΠ 214/2024, ΑΠ 38/2020).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 19 ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1870/2023).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 633/2025, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020).

3.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα ακίνητο, λωρίδα γης, που βρίσκεται στην θέση "Αλημπάς Αυλουσού" ή "Τσαϊλάρ", της αγροτικής περιφέρειας Π.Ολβίου Ξάνθης, έχει μήκος 160 μέτρα, πλάτος 3 μέτρα και συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ.

Χ. και ακίνητο του ενάγοντος, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Ο. Ο. και ήδη προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβαίνουσας και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω ακίνητο, του ανήκει, αποτελούν τμήμα ευρύτερου ακινήτου του, το οποίο απέκτησε αιτία κληρονομικής διαδοχής, από τον πατέρα του.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος δεν αποδεικνύεται. Κατ' αρχήν, πρέπει να αναφερθεί, ότι η ανωτέρω επίδικη έκταση, βρίσκεται μεταξύ των αγροτεμαχίων αφενός του ενάγοντος, με ΚΑΕΚ 370102823075 και αφετέρου της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με ΚΑΕΚ 370102823028, δυτικά του ακινήτου του πρώτου, ανατολικά δε, του ακινήτου της τελευταίας.

Στους τίτλους κτήσης κυριότητας των εν λόγω διαδίκων - ενάγοντος και προσθέτως παρεμβαίνουσας - και συγκεκριμένα, στην με αριθμό ...-1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ξάνθης, Θ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, στον τόμο 882 και με αριθμό 16 και στην με αριθμό ...-1997 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του Πρωτοδικείου Ξάνθης, νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, στον τόμο 1026 και με αριθμό 470, στα οποία περιγράφονται τα όρια αμφοτέρων των ακινήτων των εν λόγω διαδίκων, αναφέρεται ότι τα ακίνητα είναι όμορα, δίχως να υφίσταται οιαδήποτε μνεία στην ύπαρξη διαχωριστικής κοινοτικής οδού μεταξύ αυτών.

Παρολ' αυτά, τα συγκεκριμένα όρια, όπως αναφέρονται στους ανωτέρω τίτλους κυριότητες, από ουδέν έτερο αποδεικτικό στοιχείο ενισχύονται, αλλά ούτε και συνοδεύονται οι τελευταίοι (οι τίτλοι κυριότητας) από τοπογραφικά διαγράμματα, που καταδεικνύουν την ακριβή οριογραμμή τους και τα σύνορα των ακινήτων.

Αντιθέτως, τα ως άνω αναφερόμενα όρια των προαναφερθέντων αγροτεμαχίων, αντικρούονται, από τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα και από τα αποσπάσματα των προσωρινών κτηματολογικών χαρτών, που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους εφεσίβλητους - εναγόμενο και προσθέτως παρεμβαίνουσα - με σαφήνεια εμφαίνεται ότι μεταξύ των με ΚΑΕΚ 370102823028 και 370102823075 ακινήτων, ήτοι των ιδιοκτησιών της προσθέτως παρεμβαίνουσας και του ενάγοντος, αντίστοιχα, παρεμβάλλεται δρόμος.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω αποτύπωση της οδού στους χάρτες του Ο.Κ.Χ.Ε., έλαβε χώρα ήδη από το έτος 1999, ο δε εκκαλών ουδόλως προκύπτει ότι αμφισβήτησε την εν λόγω απεικόνιση. Η παρεμβολή οδού μεταξύ των εν λόγω αγροτεμαχίων, εμφαίνεται και στον κτηματολογικό πίνακα αγροκτήματος "Παλαιόν Όλβιον" Ξάνθης, κτηματογράφησης έτους 1976, αντίγραφο του οποίου προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από το εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο.

Στον τελευταίο αυτό κτηματολογικό πίνακα, απεικονίζονται τα αγροτεμάχια των ανωτέρω αντιδίκων, με αριθμούς 344, το αγροτεμάχιο του εκκαλούντος και 324 το αγροτεμάχιο της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Μεταξύ δε αυτών, με ευκρίνεια εμφαίνεται η παρεμβολή οδού. Την διαφορετική χρήση της συγκεκριμένης λωρίδας γης, όπως αυτή εμφαίνεται, στον χάρτη που συνοδεύει τον κτηματολογικό πίνακα κατηματογράφησης έτους 1976, αναγνωρίζει και επισημαίνει και η τεχνική έκθεση του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ.

Γ., που συνετάχθη με επιμέλεια του ενάγοντος. Η τελευταία αυτή τεχνική έκθεση, κατά την ερμηνεία του εν λόγω χάρτη, επιχειρεί να ενισχύσει τα όσα από τον ενάγοντα διατείνονται, εκθέτοντας ότι καίτοι διαφαίνεται η διαφορετική χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας στον συγκεκριμένο χάρτη, λόγω της ύπαρξης διακεκομμένων γραμμών, τούτη δεν συνιστά κοινόχρηστη, αλλά ανήκει στο αγροτεμάχιο του ενάγοντος, καθόσον, κάθετα, επί των διακεκκομένων γραμμών που οριοθετούν το επίδικο ακίνητο, υφίσταται συμβολισμός με διπλά βέλη, ήτοι με την ένδειξη "<->", καταδεικνύοντας ότι η εν λόγω έκταση, συνιστά τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη αναφορά της τεχνικής έκθεσης, περί του ότι ο συμβολισμός του διπλού βέλους, επί των διακεκομμένων γραμμών σε τοπογραφικό διάγραμμα ή κτηματολογικό χάρτη έχει την έννοια, ότι η οριοθετούμενη με τις διακεκομμένες γραμμές έκταση, έχει προσμετρηθεί, στο όμορο ακίνητο που ανήκει στον ενάγοντα, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι, ο σχετικός συμβολισμός (του διπλού βέλους επί διακεκομμένων γραμμών που οριοθετούν εδαφική λωρίδα γης), σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο, αφορά σε ένδειξη είτε διάνοιξης οδού, είτε διαπλάτυνσης ήδη υπάρχουσας, όχι δε σε αναφορά ότι η εν λόγω λωρίδα ανήκει στο όμορο - και μάλιστα προς την ανατολή -, ακίνητο, καίτοι τα βέλη είναι αμφίδρομα.

Ξεκάθαρα συνεπώς απεικονίζεται στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη λωρίδα γης, αποτελούσα αγροτική οδό. Και ναι μεν σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2016 έγγραφο του Τμήματος Τοπογραφίας Εποικισμού - Αναδασμού της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, τα στοιχεία αποτυπώσεων και κτηματογραφήσεων ουδεμία αποδεικτική ισχύ έχουν ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, επειδή είναι ενδεικτικά και βασίζονται σε οριοδείκτες, δίχως να έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος τίτλων κυριότητας, πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, τα ως άνω έγγραφα των κτηματολογικών πινάκων, χρησιμοποιούνται, όχι για την απόδειξη των τίτλων κυριότητας των αναφερομένων εκεί αγροτεμαχίων - η οποία (κυριότητα των αγροτεμαχίων) ούτως ή άλλως εν προκειμένω δεν αμφισβητείται -, αλλά προς απόδειξη αφενός της χρήσης της κτηματογραφούμενης έκτασης και αφετέρου και κατ' επέκταση, της ύπαρξης διαχωριστικής οδού μεταξύ αυτών (των αγροτεμαχίων).

Εν προκειμένω, η επίδικη λωρίδα γης, μεταξύ των δύο ως άνω αγροτεμαχίων, χαρτογραφείται, συνιστά ακαλλιέργητη έκταση, καταδεικνύοντας ότι ήδη, από εκείνο το χρονικό διάστημα, χρησιμοποιούνταν για την πρόσβαση στο αγροτεμάχιο της προσθέτως παρεμβαίνουσας και των λοιπών γειτνιαζόντων αγροτεμαχίων. Η συγκεκριμένη οδός απεικονίζεται, συνιστώντας ξεχωριστή των τεμαχίων ακαλλιέργητη έκταση και στον ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, από έτους 1996, που συνιστά τμήμα της από μηνός Ιουλίου 2017 τεχνικής έκθεσης του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ.

Γ., που συνετάχθη με επιμέλεια του ενάγοντος, παρά τα όσα περί αντιθέτου διατείνεται ο τελευταίος, αφού με σαφήνεια εμφαίνεται ο διαχωρισμός των δύο καλλιεργειών, εδαφικών τμημάτων 1. και 2. στην εν λόγω φωτογραφία (χάρτης 5 της τεχνικής έκθεσης σελ. 8). Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, ενισχύεται πλήρως ο ισχυρισμός του εναγομένου περί του ότι η επίδικη έκταση, συνιστά κοινόχρηστη οδό, ενώ αντικρούεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος πως η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν τμήμα της ιδιοκτησίας του, αφού από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, καταδεικνύεται η διαφορετική χρήση αυτής, ως οδού, παρά τα από τον ίδιο διατεινόμενα, περί καλλιέργειας αυτής.

Και ναι μεν, στο τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1978 της Γενικής Υπηρεσίας Στρατού (Χάρτης 3 της ανωτέρω τεχνικής έκθεσης) και στην αεροφωτογραφία της ίδιας υπηρεσίας, από έτους 1945 (χάρτης 4 της ίδιας τεχνικής έκθεσης), ο συγκεκριμένος δρόμος δεν απεικονίζεται, πλην όμως, αφενός στα τελευταία αυτά αποδεικτικά μέσα, δεν υφίσταται απεικόνιση και λοιπών δρόμων, καίτοι οι τελευταίοι εμφαίνονται με σαφήνεια στους λοιπούς χάρτες και φωτογραφίες, με συνέπεια να καθίστανται αναξιόπιστα ως αποδεικτικά μέσα για την απεικόνιση των εν λόγω οδών και αφετέρου, ιδίως ως προς την αεροφωτογραφία του έτους 1945, πρέπει να επισημανθεί ότι τούτη, δεν είναι ευκρινής, ως προς τα καταδεικνύοντα τοπογραφικά στοιχεία.

Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα χρησιμοποιείται και χρησιμοποιούνταν ως δρόμος. Η δε τοιαύτη χρήση αυτής, προσδιορίζεται ήδη από τουρκοκρατίας, από ευρύτερο αριθμό ανθρώπων κυρίως κατοίκων και αγροτών της περιοχής του οικισμού Παλαιού Ολβίου, με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό, απέκτησε δε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη ως άνω νομική σκέψη, την ιδιότητα του κοινοχρήστου, καθώς αποδείχθηκε ότι ήδη, επί τουρκοκρατίας, πριν την εισαγωγή του ΑΚ, συνεχώς και αδιαλείπτως, όλοι οι ιδιοκτήτες αγροτεμαχίων εκατέρωθεν της οδού μεταξύ των οποίων και οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, χρησιμοποιούσαν την οδό αυτή ελεύθερα και ανεμπόδιστα.

Η κρίση αυτή δε του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, Χ. Φ., κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση, της με αριθμό ...-2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί προσβολής προσωπικότητας, εξαιτίας κατάληψης κοινοχρήστου χώρου, με αιτούσα την ήδη παρεμβαίνουσα και καθ' ου η αίτηση, τον ήδη ενάγοντα, ο οποίος, σύζυγος της προσθέτως παρεμβαίνουσας μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ότι καλλιεργεί ο ίδιος το αγροτεμάχιο της αιτούσας για είκοσι δύο έτη, χρησιμοποιώντας το επίδικο εδαφικό τμήμα, καθώς και ότι γνωρίζει πως το τελευταίο, χρησιμοποιούνταν από τους παππούδες του και τους λοιπούς κατοίκους του οικισμού, ανέκαθεν, για την μετάβασή τους, με τα ζώα, από τον οικισμό Π.

Ολβίου, στην κοινότητα Ευλάλου.

Εξάλλου, δεν υφίσταται με άλλον τρόπο πρόσβαση στο συγκεκριμένο - όμορο του επιδίκου - ακίνητο της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ώστε να χρησιμοποιηθεί αυτό (το ακίνητο) ως καλλιέργεια, καθόσον, ο προς βορρά αυτού (του ακινήτου) ευρισκόμενος δρόμος, απέχει από το έδαφος, ύψος 1,20 μέτρα, με συνέπεια, να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση με γεωργικά οχήματα και εργαλεία. Άλλωστε, ακόμη και ο έτερος μάρτυρας, κατά την ως άνω δικάσιμο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, Σ. Γ., αγροφύλακας της περιοχής, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ήδη ενάγοντος, κατέθεσε ότι η επίδικη έκταση συνιστά δρόμο, που χρησιμοποιείται από τα γύρω ακίνητα.". Κατόπιν τούτων το Εφετείο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση.

Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και της εκ του λόγου τούτου εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί της κτήσεως της ιδιότητας του κοινοχρήστου με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3), υπό τις αιτιάσεις ότι με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί του χρόνου και του τρόπου κτήσης της κυριότητας του ακινήτου του από τον δικαιοπάροχό του το έτος 1925 και του ακινήτου της προσθέτως, υπέρ του εναγομένου Δήμου Τοπείρου, παρεμβαίνουσας το 1967, δεν αιτιολογείται η κοινή χρήση του επιδίκου ακινήτου από τους ιδιοκτήτες των εκατέρωθεν του δρόμου αγροτικών ακινήτων, από την τουρκοκρατία και ακολούθως η κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο κτήση της ιδιότητας του κοινοχρήστου αγροτικού δρόμου, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα και συγκεκριμένα η ύπαρξη δρόμου ογδόντα έτη πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την παραδοχή του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί κοινόχρηστη οδό, που απέκτησε την ιδιότητα αυτή, συγκεκριμένα, με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, διότι η επίδικη εδαφική λωρίδα χρησιμοποιείται και χρησιμοποιούνταν ελεύθερα, ανεμπόδιστα και αδιάλειπτα, ως δρόμος ήδη από την τουρκοκρατία, από όλους τους ιδιοκτήτες των εκατέρωθεν αυτής αγροτικών ακινήτων, με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό και για ογδόντα έτη μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το έτος 1946 και ότι η μη ύπαρξη του δρόμου αυτού καθιστά αδύνατη την πρόσβαση της προσθέτως παρεμβαίνουσας στο όμορο του επιδίκου ακίνητό της, για το λόγο ότι ο προς βορράν αυτού δρόμος έχει υψομετρική διαφορά με το δικό της ακίνητο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί της, με την από αμνημονεύτου χρόνου χρήση, κτήσης της ιδιότητας του κοινοχρήστου.

Τούτο διότι ενώ διαλαμβάνει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιέχεται ως δρόμος στους τίτλους κτήσης κυριότητας του ενάγοντα και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, των ετών 1989 και 1997, στους οποίους αναγράφεται ότι τα δύο ακίνητα είναι όμορα, ότι δεν εμφαίνεται ως δρόμος στην αεροφωτογραφία του 1945 της Γενικής Υπηρεσίας Στρατού αλλά αντίθετα αποτυπώνεται ως δρόμος στον κτηματολογικό πίνακα αγροκτήματος "Παλαιόν Όλβιον" Ξάνθης, στην κτηματογράφηση του έτους 1976 και στον από το έτος 1996 ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, περαιτέρω χωρίς αιτιολογίες περί της κοινής χρήσης του επιδίκου εδαφικού τμήματος, επί δύο γενεές των σαράντα ετών εκάστη, μέχρι τις 23-2-1946 σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και περί της εγκατάλειψης αυτού στην κοινή χρήση κατά την Οθωμανική Νομοθεσία, καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα, με την από αμνημονεύτου χρόνου χρήση αυτού κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.

Επίσης δεν αιτιολογείται η χρήση του από τους ιδιοκτήτες -πλην της προσθέτως παρεμβαίνουσας, - των λοιπών αγροτικών ακινήτων που βρίσκονται εκατέρωθεν του επιδίκου. Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Κατ ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερομένου δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στον καταθέσαντα.

Περαιτέρω πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που παραστάθηκαν με χωριστούς δικηγόρους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους, (άρθρ. 176, 182, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 63, 65, 68 του Κώδικα Περί Δικηγόρων), η οποία για τον Δήμο Τοπείρου πρέπει να είναι μειωμένη κατ' άρθρο 281 § 2 του νόμου 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. 66/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο Τοπείρου ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ και για την δεύτερη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις16 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ