2102/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1815/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 19-11-2013 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated2102/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. §2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.
Full text
Απόφαση 2102 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2102/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. Κ., επίτιμου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Αντωνόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. ( Α.Ε.Ι.) με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Παπαδάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1815/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 19-11-2013 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την από 24-4-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, ύστερ' από ματαίωση της συζήτησης κατά τη αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-10-2013.
ΙΙ.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31|2009, 7|2006, 4|2005). Επίσης, κατά το άρθ.559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 137/2014, 120/2013, 103/2013, 11/2012). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 137/2014, 2234/2013). (Β) (i) Με την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005, ΑΠ 22/2013), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, συντελείται παραβίαση της αρχής της ισότητας και η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΑΠ 955/2014, 587/2011).
Ειδικότερη εκδήλωση της ως άνω κατ' άρθ.4§1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αποτελεί η καθιερουμένη από το άρθ.22§1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων. Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει, ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες, ουσιωδώς, συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, με βάση διάταξη νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ως εκ του είδους της εργασίας τους, με διαφορετικούς όρους και απολαβές (ΑΠ 696/2014, 587/2011). (ii) Εξάλλου, με το άρθ.4 του "Κανονισμού Δικαστικού Τμήματος Πανεπιστημίου Αθηνών" (απόφ.1612/19562/1981, ΦΕΚ Β' 254), που καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθ.5 ν.118/1975 (με το οποίο αντικαταστάθηκαν τα άρθ.271 και 272 του ν.5343/1992 "Περί κανονισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών") ορίζονται τα εξής : "Συνιστώνται παρά τω Δικαστικώ Τμήματι τα υπό στοιχεία Α', Β', Γ', Δ' και Ε' γραφεία, έχοντα έκαστον τας ακολούθους αρμοδιότητας :
Γραφείον Α' :. Εις την αρμοδιότητα του Α'' Γραφείου υπάγονται : α) Η νομική εξυπηρέτησις και η ενδεικνυομένη καθοδήγησις της Δ/νσεως Κληροδοτημάτων εν τη εκκαθαρίσει των καταλειπομένων εις το Πανεπιστήμιον δωρεών, κληρονομιών και κληροδοτημάτων β) Η νομική εξυπηρέτησης και διεξαγωγή των δικών, των αφορωσών την νομιμοποίησιν του Παν/μίου ως κληρονόμου, κληροδόχου και δωρεοδόχου και την κατοχύρωσιν των συμφερόντων αυτού γ) Η νομική εξυπηρέτησις προς εκτέλεσιν του σκοπού της κληρονομίας, κληροδοσίας και δωρεάς.
Γραφείον Β' : Εις την αρμοδιότητα του Γραφείου Β' υπάγονται : α) Η νομική εξυπηρέτησις της ακινήτου περιουσίας του Παν/μίου και η διεξαγωγή των δικών, των αφορωσών εις την προστασίαν και εκμετάλλευσιν της ακινήτου περιουσίας του Παν/μίου β) Η νομική εξυπηρέτησις της κινητής περιουσίας του Παν/μίου και η διεξαγωγή των δικών, των αφορωσών εις την προστασίαν και εκμετάλλευσιν της κινητής περιουσίας του Παν/μίου...Γραφείον Γ' .
Εις την αρμοδιότητα του Γραφείου Γ' υπάγονται : α) Η νομική εξυπηρέτησις του Παν/μίου εις τας δημοσίου δικαίου πάσης φύσεως σχέσεις και διαφοράς αυτού και η διεξαγωγή των σχετικών προς τας σχέσεις ταύτας δικών β) Η νομική εξυπηρέτησις του Παν/μίου εις τας σχέσεις αυτού μετά των φοιτητών και υποψηφίων φοιτητών γ) Η νομική εξυπηρέτησις και διεξαγωγή των φορολογικών υποθέσεων και δικών δ) Αι του άρθρου 5 παρ.3 υπό τα στοιχεία α και β αρμοδιότητες, ήτοι α) Η κατ' εντολήν της Διοικήσεως κατάρτισις σχεδίων νόμων ή Δ/των ή υπουργικών αποφάσεων μετά των σχετικών εισηγητικών εκθέσεων β) Η ενημέρωσις της Διοικήσεως και των Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου επί εκδιδομένων ή αφορώντων εις το Πανεπιστήμιον Νόμων, Δ/των, δικαστηριακής νομολογίας κλπ.
Γραφείον Δ' : Εις την αρμοδιότητα του Δ' Γραφείου υπάγεται η επεξεργασία και η κατάρτισις των συμβάσεων διά την εκτέλεσιν τεχνικών έργων του Παν/μίου, η εν γένει νομική εξυπηρέτησις της τεχνικής υπηρεσίας αυτού και η διεξαγωγή των δικών και διαιτησιών, των αφορωσών εις την Τεχνικήν Υπηρεσίαν του Παν/μίου Αθηνών (ΤΥΠΑ).
Γραφείον Ε' : Εις την αρμοδιότητα του Γραφείου Ε' υπάγονται : α) Η επεξεργασία και η κατάρτισις των μετά των τρίτων συμβάσεων λοιπών έργων και προμηθειών του Παν/μίου και η νομική εξυπηρέτησις και διεξαγωγή των δικών των προκυπτουσών εκ των συμβάσεων αυτών β) Η νομική εξυπηρέτησις και διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων και δικών γ) Αι εξ εργασιακών συμβάσεων ιδιωτικοί δικαίου δημιουργούμεναι διαφοραί και αι σχετικαί προς αυτάς δίκαι δ) Η νομική εξυπηρέτησις και διεξαγωγή των δικών επί υποθέσεων μη υπαγομένων εις τα λοιπά Γραφεία" (iii) Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με το άρθ.92Α του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθ.2 ν.1093/1980, όπως αυτό το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθ.12 ν.1816/1988, ορίσθηκε, κατ' αντιστοιχία προς τον βασικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ότι "§1.
Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο.
γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. §2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος.
§3.Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν...". Με την ΚΥΑ 2022210/2776/002/1997 (ΦΕΚ Β' 319), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.24 ν.2470/1997 επεκτάθηκαν ενμέρει οι διατάξεις του ως άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο άρθ.92 Α§1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθ.7 ν.2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός, χορηγούνται δε σε αυτούς και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθ.8 ν.2470/1997.
Περαιτέρω, κατά το άρθ.21 εδ.α' ν.3205/2003 "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής και του άρθ.2 ν.1093/1980 εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 355), που ορίζει ότι "1. Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής, στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.1093/80, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του αρ. 12 του Ν. 1816/88, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής:
α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο Μ.Κ. β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο Μ.Κ. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο Μ. Κ. 2. Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/03. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1816/88". Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται, καταρχήν, η μισθολογική κατάσταση των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση (πάγιας) έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ.
Με το άρθρο 21 του ν. 3274/2004 εισήχθη διαφορετική ρύθμιση μόνο για τους δικηγόρους που υπηρετούν με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ. Ειδικότερα : (1) Με την §2 του ως άνω άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν.1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" που ορίζει πλέον ως προς τους δικηγόρους Δήμων και Ιδρυμάτων ότι (α) με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία (β) με την διαδικασία της §1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους, ενώ στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (2) Επίσης, με την §3 του ίδιου άρθ.21 ν.3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ", το οποίο ορίζει ως προς την αντιμισθία των ούτω προσλαμβανομένων δικηγόρων, ότι (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία (β) η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.
Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπόψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφετέρου, εφόσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 567/2011).
Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του αυτού άρθ.246 ν.1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθ.21§3 ν.3274/2004, στους παραπάνω δικαιούχους (δηλ. τους δικηγόρους των δήμων και των ν.π.δ.δ. ή ιδρυμάτων που ανήκουν σε δήμους) χορηγείται, μεταξύ άλλων, το επίδομα της περ.γ' της §6 του άρθ.8 ν.3205/2003, δηλ. το χαρακτηριζόμενο ως επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ, το οποίο διαβαθμίζεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού και ανέρχεται για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σε 84€ μηνιαίως.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και η χορήγηση των προβλεπομένων απ' αυτό και τις διατάξεις, στις οποίες παραπέμπει, παροχών και σε άλλες κατηγορίες δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, προϋποθέτει ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο, στο οποίο υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις η διεύρυνση αυτή δεν μπορεί να γίνει και η ως άνω διαφορετική μεταχείριση είναι δικαιολογημένη και δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας (ΑΠ 2122, 2123/2013, 587/2011, 638/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, συνταξιούχου δικηγόρου, κατά του τώρα αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. "Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών" (ΕΚΠΑ), με αντικείμενο αξιώσεις του για τα έτη 2004-2007, για την καταβολή των διαφορών που προκύπτουν από την επέκταση, κατ' εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών ρυθμίσεων, και σ' αυτόν, που απασχολήθηκε στο εναγόμενο με σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής αορίστου χρόνου, της προσαύξησης 30%, επί της πάγιας αντιμισθίας του, καθώς και του επιδόματος ειδικής απασχόλησης, που χορηγήθηκαν καταρχήν μόνο στους απασχολουμένους στους ΟΤΑ α' βαθμού δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αμοιβή, με την προσβαλλομένη 1815/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενάγων είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και από το 1974 με την από 2-8-1974 έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες στο εναγόμενο ν.π.δ.δ.
στο Δικαστικό Τμήμα αυτού με μηνιαία πάγια αντιμισθία, που αντιστοιχεί στο 1ο μ.κ. και ανέρχεται σε 1.971, 07€, καθορίζεται δε από το άρθ.92 Α του Κώδικα Δικηγόρων και την ΚΥΑ 2/8250/0022/2004,, με την οποία οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ν.π.δ.δ.
κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια και ειδικότερα οι δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω στο 1ο μ.κ. και σ' αυτούς καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθ.12 ν.3205/2003, ότι κατά τον Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας του Δικαστικού Τμήματος του εναγομένου σ' αυτό έχουν συσταθεί πέντε Γραφεία, στην αρμοδιότητα κάθε ενός των οποίων περιλαμβάνονται διαφορετικές υποθέσεις που ορίζονται σαφώς στον Κανονισμό, στο δε πέμπτο Γραφείο περιλαμβάνεται και κάθε υπόθεση που δεν υπάγεται στα λοιπά Γραφεία, ότι οι δικηγόροι του Δικαστικού Τμήματος του εναγομένου είναι 14 συνολικά, το Πανεπιστήμιο έχει περί τα 4.000 άτομα προσωπικό, περίπου 100.000 φοιτητές, 33 Σχολές-Τμήματα, δύο Νοσοκομεία-Πανεπιστημιακές Κλινικές, ότι (με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις που αποτελούν το νομικό πλαίσιο άσκησης του λειτουργήματος των δικηγόρων των δήμων και λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών συνθηκών άσκησης αυτού, κατά την διαμόρφωσή τους με τις διατάξεις αυτές, και τις αντίστοιχες διατάξεις για την άσκηση του λειτουργήματος του ενάγοντος στο Δικαστικό Τμήμα του εναγομένου, και τις κατά τις διατάξεις αυτές πραγματικές συνθήκες άσκησης αυτού, και ειδικά του γεγονότος ότι οι δικηγόροι των δήμων με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων αλλά και αυτών με πληθυσμό έως 100.000 κατοίκους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα χωρίς αμοιβή, και ότι κατά την διάταξη του άρθ.245 περ.ε' ν.1188/1981, που ισχύει το πρώτον με την διάταξη του άρθ.21§3 ν.3274/2004 με την οποία αντικαταστάθηκε το παραπάνω άρθρο, υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών) το νομοθετικό καθεστώς άσκησης του λειτουργήματος του ενάγοντος ως δικηγόρου του εναγομένου και των δικηγόρων των δήμων κατά τα παραπάνω είναι διαφορετικό, ομοίως δε και οι ενγένει επαγγελματικές, υπηρεσιακές και πραγματικές συνθήκες άσκησης του λειτουργήματος αυτών δεν ταυτίζονται, είναι διαφορετικές και ανόμοιες, και μάλιστα μετά την ισχύ της παραπάνω διάταξης για την παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ, έτσι ώστε δικαιολογείται η χορήγηση με τις διατάξεις του άρθ.246 ν.1188/1981 στους δικηγόρους των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους της προσαύξησης 20% και 30% επί της πάγιας αντιμισθίας αυτών, ως και του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στους ΟΤΑ που χορηγείται στο λοιπό προσωπικό των ΟΤΑ και η μη χορήγηση αντίστοιχα αυτών στους δικηγόρους του εναγομένου και τον ενάγοντα, ως προς τους οποίους δεν επήλθε καμία μεταβολή στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο, αλλά εξακολούθησε αυτή ως και πρότερον κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, ότι κατά συνέπεια δεν συντρέχει ως προς τον ενάγοντα ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την παραπάνω ειδική μεταχείριση για τους δικηγόρους των ΟΤΑ, ότι εξάλλου ο όγκος της εργασίας των δικηγόρων του εναγομένου δεν συναρτάται με τον αριθμό των φοιτητών, ούτε με τον προϋπολογισμό του εναγομένου, ούτε έχει άμεση σχέση με τις κατηγορίες υποθέσεων που αναφέρονται στην αγωγή και στον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας του Δικαστικού Τμήματος του εναγομένου, αφού η κατάταξη αυτή υπηρετεί την ανάθεση ομοειδών υποθέσεων κατ' αντικείμενο στα πέντε Γραφεία που έχουν συσταθεί στο παραπάνω Δικαστικό Τμήμα και συνακόλουθα την απασχόληση των δικηγόρων κάθε Γραφείου με ομοειδείς υποθέσεις για την ταχύτερη και καλύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων αυτών και δεν καταδεικνύει τον μεγάλο ή μη όγκο των υποθέσεων, ενώ αντίστοιχα ο όγκος των υποθέσεων των δικηγόρων των δήμων συναρτάται με τον αριθμό των κατοίκων του δήμου, και ότι κατά συνέπεια στην προκειμένη υπόθεση πρόκειται καταφανώς για διαφορετικές υπηρεσιακές συνθήκες και καταστάσεις και η χορήγηση των παραπάνω παροχών και στον ενάγοντα δεν δικαιολογείται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθ.4, 22 του Συντάγματος, 245,246 ν.1188/1981, 92 Α Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κανονισμού του Δικαστικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών) και ουδόλως παραβίασε αυτές, ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του από τον αριθ.1 εδ.
α' του άρθ.559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από το εδ. β' της ως άνω διάταξης, με το οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι (α) οι δικηγόροι του εναγομένου, όπως και οι δικηγόροι των μεγάλων οργανισμών του Δημοσίου, του ΟΤΕ, της ΔΕΗ κλπ. απασχολούνται στους χώρους που τους παρέχουν οι εντολείς τους, εντός των εγκαταστάσεων των οργανισμών κλπ, το γεγονός δε ότι στον Κανονισμό του εναγομένου δεν περιέχεται πρόβλεψη αντίστοιχη προς την διάταξη του άρθ.245 ε' ν,1188/1981 (κατά την οποία οι δικηγόροι των ΟΤΑ υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ κλπ.) δεν σημαίνει ότι οι δικηγόροι του εναγομένου δεν έχουν αντίστοιχη υποχρέωση, αλλά αντίθετα, κατά τα διδάγματα αυτά, τέτοια υποχρέωση προκύπτει και για τους δικηγόρους του εναγομένου, από τις συνθήκες ενγένει, υπό τις οποίες παρέχουν τις υπηρεσίες τους και ειδικότερα την ανάγκη συνεχούς συνεργασίας με τα στελέχη και τις υπηρεσίες του εναγομένου (β) η συνακόλουθη συνεχής απασχόληση με τις υποθέσεις του εναγομένου περιορίζει δραστικά την δυνατότητα παροχής νομικών υπηρεσιών σε πρόσωπα εκτός Πανεπιστημίου (γ) ο επιβαλλόμενος από τον Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας του Δικαστικού Τμήματος του εναγομένου στους δικηγόρους του χειρισμός υποθέσεων, που αφορούν στην εκκαθάριση των καταλειπομένων στο Πανεπιστήμιο δωρεών, κληρονομιών και κληροδοτημάτων δεν διαφοροποιείται από πλευράς περιεχομένου και δεν υπολείπεται σε όγκο εργασίας και επιστημονική ενασχόληση από τον χειρισμό των υποθέσεων των θυγατρικών εταιρειών των ΟΤΑ (δ) οι δικηγόροι μεγάλων δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων διεκπεραιώνουν υποθέσεις θυγατρικών εταιρειών ή συγγενών επιχειρήσεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και πάντως δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά υπό την επίκληση αυτών ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Β) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και επομένως ο περί του ακτιθέτου δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 1815/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ