Supreme Court allows appeal against lower court for failure to apply mandatory contract interpretation rules under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a lease dispute. The appellant argued the lower court failed to apply mandatory interpretation rules regarding contract gaps, specifically concerning rent obligations after the lease term ended. The court found the lower court erred by rejecting the claim solely on the basis of a lack of explicit agreement, without first attempting to fill the contractual gap using the principles of good faith and contract interpretation found in the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Greek Civil Code; A court must apply mandatory interpretation rules to fill contractual gaps based on good faith and the overall content of the agreement, rather than dismissing a claim simply because the contract lacks explicit wording on the matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2102 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2102/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιαννούλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΦΩΚΑΣ Α.Ε Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Νεωτερισμών - Υφασμάτων, Ηλεκτρικών Συσκευών και Αντιπροσωπειών που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη ως καθολική διάδοχος της συγχωνευθείσας δια απορροφήσεως εταιρίας με την επωνυμία "ΦΩΚΑΣ Βιομηχανική, Εμπορική Αντιπροσωπευτική Εταιρία Είδη Ενδύσεως και Οικιακής χρήσεως" και το δ.τ. "ΦΩΚΑΣ ΑΒΕ Α.Ε" όπως εκπροσωπείται σύμφωνα με το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοψιδά , με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5418/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1976/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή του ως και του από 6 Αυγούστου 2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο λόγων του κυρίου δικογράφου και του μοναδικού λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος του, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1976 /2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, μέσω της συμπληρωματικής ερμηνείας, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης από τον αριθμό 19 μπορεί να δημιουργηθεί και κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, όταν στην απόφαση, ενώ διευκρινίζεται ότι δεν υπάρχει κενό στην ένδικη δικαιοπραξία, παρά ταύτα, η ίδια απόφαση περιέχει ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για τις οποίες δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1976/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του από 21.5.1999 σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγομένη εταιρεία είχε μισθώσει ένα παλαιό πολυώροφο κτίριο επί της οδού ...
με διάρκεια μίσθωσης τριάντα έτη. Μπροστά στο κτίριο αυτό υπήρχε περίπτερο με δικαιούχο εκμετάλλευσης την Δ1, του οποίου μισθωτής ήταν ο ενάγων, δυνάμει του σχετικού από 3.5.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως που είχε συνάψει με την ως άνω, με διάρκεια αυτής τριετή και χρόνο λήξεως την 1.5.2002. Λόγω του ότι το παλαιό μίσθιο η εταιρεία ήθελε να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα και ως εκ τούτου υπήρχε ανάγκη εκτεταμένων επισκευών αυτού, ζήτησε από τον ενάγοντα - μισθωτή και την εκμισθώτρια του περιπτέρου να συναινέσουν στη μεταφορά αυτού και, όταν αυτό δεν έγινε δεκτό από τις αρμόδιες αρχές, στην προσωρινή μη λειτουργία και αποξήλωση αυτού, όπως και έγινε.
Έτσι καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν στις 20-7-2001 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ εναγομένης και ενάγοντα -μισθωτή του περιπτέρου το πρώτο και εκμισθώτριας αυτού το δεύτερο. Στο υπογραφέν μεταξύ των διαδίκων πρώτο απ' αυτά ο ενάγων αποδέχθηκε να αποξηλωθεί και να μη λειτουργήσει το περίπτερο τους επόμενους οκτώ μήνες (όσο προβλεπόταν η διάρκεια των εργασιών ανακατασκευής του μισθίου κτιρίου), ως αποζημίωση δε του ενάγοντος για το χρονικό αυτό διάστημα συμφωνήθηκε η ενάγουσα να του καταβάλει:
α) ποσό 3.066.666 δρχ. στις 3-10-2001, β) ποσό 3.066.666 δρχ. στις 3-11-2001 και γ) ποσό 3.066.666 δρχ. στις 19-3-2002, ποσά τα οποία του κατέβαλε όντως η εναγομένη, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, πλέον του αναλογούντος σ' αυτά ΦΠΑ ποσοστού 18%. Στο ίδιο επίσης ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ρητά ότι: "Σε περίπτωση παράτασης των εργασιών ανακατασκευής θα καταβάλλεται μηνιαίο μίσθωμα στον πρώτο συμβαλλόμενο (ενάγοντα) πέραν της 13-3-2002 αντίστοιχο του ποσού των 1.150.000 δραχμών και έως τη λήξη του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που είχε υπογραφεί ανάμεσα στην κ.
Δ1 δια της πληρεξουσίας της ... και του ... . Ο πρώτος συμβαλλόμενος θα κάνει κάθε νόμιμη ενέργεια και δεν θα έχει καμία περαιτέρω αξίωση ή απαίτηση από τη δεύτερη συμβαλλόμενη εκτός από την καταβολή των ανωτέρω ποσών". Όντως ο ενάγων μετέφερε τα εμπορεύματα του περιπτέρου και αυτό αποξηλώθηκε, άρχισαν δε οι εργασίες για την ανακατασκευή του μισθίου κτιρίου της εναγομένης, οι οποίες και ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του έτους 2003.
Η εναγομένη εταιρεία κατέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, τα ποσά της αποζημίωσης που προβλεπόταν μέχρι και τον Μάρτιο του 2002, μετά δε από σχετική εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος, παρακατέθεσε δημόσια και το ποσό των 6.749,82 ευρώ (1.150.000 δρχ. ή 3.374,91 ευρώ Χ 2), που αντιστοιχεί στην συμφωνημένη αποζημίωση των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2002.
Όπως δε προκύπτει από το υπογραφέν μεταξύ των διαδίκων παραπάνω από 20-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, η διατύπωση του οποίου είναι σαφής και δεν επιδέχεται ερμηνεία, ο ενάγων δεν δικαιούται άλλη αποζημίωση, πέραν του Απριλίου 2002, οπότε έληξε η μίσθωση του περιπτέρου δυνάμει του από 3-5-1999 συμφωνητικού μισθώσεως μεταξύΔ1 και ενάγοντος, το οποίο είχε υπογραφεί και ήταν σε ισχύ, κατά τον χρόνο υπογραφής του από 20-7-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων.
Κατά τη σαφή έννοια λοιπόν του εν λόγω συμφωνητικού η καταβολή αποζημίωσης από την εναγομένη στον ενάγοντα θα γινόταν εφόσον διαρκούν οι εργασίες, με απώτατο χρονικό όριο όμως τη λήξη της μίσθωσης του περιπτέρου δυνάμει του τότε εν ισχύει από 3-5-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού αυτού, ήτοι μέχρι το τέλος Απριλίου 2001.
Η μετέπειτα ανανέωση της μισθωτικής σχέσης δυνάμει του μεταγενέστερου από 1-5-2002 σχετικού συμφωνητικού μεταξύ εκμισθώτριας και ενάγοντα δεν επηρεάζει, κατά τους όρους του ως άνω από 20-7-2001 συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, την αξίωση του ενάγοντος προς απόληψη αποζημίωσης. Αν η βούληση των διαδίκων ήταν η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης να υφίσταται καθ' όλο το χρόνο διαρκείας των εργασιών ανακαίνισης, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιζόταν και η μισθωτική σχέση, δεν θα ετίθετο στο μεταξύ τους συμφωνητικό ο ως άνω σαφής όρος "......έως τη λήξη του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που έχει υπογραφεί.....".
Η ανανέωση της μισθωτικής σχέσης μεταξύ εκμισθώτριας και ενάγοντος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναμενόμενη ενέργειά τους, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ήταν μισθωτής και προ του Μαΐου 1999 και από κανένα στοιχείο επίσης δεν αποκλειόταν η εκμίσθωση του περιπτέρου σε άλλον μισθωτή μετά τον Μάιο 2002.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι στο ταυτόχρονο μεταξύ Δ1 και εναγομένης από 20-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου συμφωνήθηκε όντως καταβολή αποζημίωσης στην δικαιούχο εκμισθώτρια του περιπτέρου για όλο το διάστημα διαρκείας των εργασιών, χωρίς άλλη προϋπόθεση, χωρίς δηλαδή να εξαρτάται η καταβολή αυτή από τη διάρκεια και τη συνέχιση ή μη της εν ισχύει μισθώσεως του περιπτέρου, δεν ετέθη παρόμοιος με τον παραπάνω όρος.
Κατά συνέπεια όλων αυτών, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η εκκαλουμένη λοιπόν απόφαση, που τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη και ανεγνώρισε τη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52.987,97 ευρώ, ως αποζημίωση για το από 13-5-2002 έως 13-6-2003 χρονικό διάστημα, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανιστεί, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της από 19-12-2005 εφέσεως της εναγομένης".
Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του αρχικά δέχεται ότι: "η μεταξύ των διαδίκων από 20.7.2001 έγγραφη ιδιωτική σύμβαση ήταν σαφής και πλήρης και δεν ήταν δεκτική ερμηνείας ή ερμηνευτικής συμπλήρωσης ως προς το ότι ο αναιρεσείων - ενάγων εδικαιούτο από την αναιρεσίβλητη αποζημίωση συμβατική για το μέχρι το τέλος Απριλίου 2002 χρονικό διάστημα, οπότε θα έληγε συμβατικά η μίσθωση του περιπτέρου του, που είχε μισθώσει και που είχε συμφωνήσει με την αναιρεσίβλητη να αποξηλώσει και να στερηθεί την χρήση του και εκμετάλλευσή του, ώστε να καταστεί δυνατή η διενέργεια εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των αναγκαίων επισκευαστικών εργασιών στο παρακείμενο προς το ίδιο περίπτερο ακίνητο".
Όμως στη συνέχεια το Εφετείο, όχι με την έννοια της επάλληλης ή επικουρικής αιτιολογίας: 1) διαπιστώνει έμμεσα κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια των πιο πάνω δηλώσεων των διαδίκων ως προς το κρίσιμο σημείο της τυχόν μελλοντικής συμβατικής παράτασης της μίσθωσης του περιπτέρου εκ μέρους του αναιρεσείοντος και των τυχόν αξιώσεων του τελευταίου αποζημίωσης για το ίδιο διάστημα με την ενδοιαστική παραδοχή του ότι: "αν η βούληση των διαδίκων ήταν να συνεχίζεται η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον αναιρεσείοντα καθ' όλο τον χρόνο διάρκειας των εργασιών ανακαίνισης, και πέραν της λήξεως του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης του περιπτέρου στο τέλος Απριλίου 2002, υπό την αίρεση (προϋπόθεση) ότι θα συνεχιζόταν κατά παράταση η μισθωτική σχέση του περιπτέρου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (κάτι όμως που δεν δέχεται το Εφετείο ότι ήταν βέβαιο και αναμενόμενο), δεν θα ετίθετο στο μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικό ο πιο πάνω σαφής όρος .....", και 2) με την προσφυγή "ενισχυτικά" στη συνέχεια στο περιεχόμενο του ταυτόχρονου από 20.7.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εκμισθώτριας του περιπτέρου Δ1, με το οποίο συμφωνήθηκε (όπως δέχεται το Εφετείο) "να υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να καταβάλει το μίσθωμα του περιπτέρου για όσο χρόνο θα συνεχιζόταν η αποξήλωση και οι εργασίες ανακαίνισης του κτιρίου της αναιρεσίβλητης", καταλήγει στο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (το Εφετείο) ότι: "αφού δεν τέθηκε στο μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικό παρόμοιος όρος για συνέχιση καταβολής της αποζημίωσης, εάν θα συνεχιζόταν κατά παράταση και η μισθωτική σχέση του περιπτέρου από τον αναιρεσείοντα, δεν δικαιούται ο τελευταίος της συμφωνημένης αποζημίωσης για το μετά το τέλος Απριλίου 2002 χρονικό διάστημα, που παρατάθηκε η μίσθωση του περιπτέρου και συνεχιζόταν η αποξήλωση του περιπτέρου και οι εργασίες ανακαίνισης του κτιρίου της αναιρεσίβλητης".
Ενώ όμως κρίνει το Εφετείο ενδοιαστικά την ύπαρξη κενού στη συμβατική ρύθμιση των διαδίκων για τις οποιεσδήποτε αξιώσεις αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για τον χρόνο μετά το τέλος Απριλίου 2002, εάν μεσολαβούσε παράταση της μισθωτικής σχέσης, που έκρινε ότι δεν αποτελούσε και αναμενόμενη ενέργεια, δεν προχώρησε, όπως είχε υποχρέωση, σε συμπληρωματική ερμηνεία των όρων του από 20.7.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων για την πλήρωση του κενού αυτού, και με βάση τις αρχές των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σε συνάρτηση και με το όλο περιεχόμενο του άλλου ταυτόχρονου από 20.7.2001 συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εκμισθώτριας του περιπτέρου, ενόψει και του ρητού όρου του τελευταίου, όπως τον δέχεται το Εφετείο, ήτοι να συνεχίζεται η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υποχρέωση καταβολής του μισθώματος του περιπτέρου προς την εκμισθώτρια για όσο χρόνο θα συνεχιζόταν και η αποξήλωσή του, δηλαδή και μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης που είχε συνάψει ο αναιρεσείων.
Αρκέστηκε δε το Εφετείο, για να καταλήξει στην ουσιαστική παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος μόνο στο εξ αντιδιαστολής πιο πάνω επιχείρημα, χωρίς να υπαγάγει, μέσω ερμηνευτικής συμπλήρωσης, το σύνολο των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών της διαφοράς στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τους οποίους παρέλειψε να εφαρμόσει.
Με τις παραδοχές της αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που οδηγήθηκε στην παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί αντίθετα, και στη συνέχεια στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, υπέπεσε, κατά τους βάσιμους περί τούτου πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, όπως διευκρινίζονται και συμπληρώνονται και με τον μοναδικό λόγο του από 5.8.2008 δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το πρώτο και τέταρτο μέρος του, στη πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ.
α' του ΚΠολΔ, με το να παραβιάσει τους ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, καίτοι ήταν αναγκαία, η εφαρμογή τους (πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου).
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1976/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ