2102/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2102/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2102 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2102/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....... και 2. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στα Λιμενάρια Θάσου και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσατήρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-10-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσίβλητων: 1........., 2. ........, 3. ........., 4. .......... και 5. ............., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/1994 προδικαστική, 289/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ. ΑΠ 25/2003). Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 8 εδάφ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραδεκτά επανέφεραν ενώπιόν του τον ουσιώδη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό τους περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου απ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολομ.
ΑΠ 32/1996). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, πρώτο σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μην απαντήσει στον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων και έτσι να απορρίψει σιωπηρά τον προβαλλόμενο με αυτόν ισχυρισμό των τελευταίων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου απ' αυτούς, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62, 68 και 211 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν παρατίθενται σ'αυτόν παρά μόνο αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του εν λόγω Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προς την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του επίδικου ακινήτου από μέρους των αναιρεσειόντων, καθώς και τη συγκατοχή του τελευταίου από τους ίδιους κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η αιτίαση που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι'αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά την παραδοχή της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο. (Ολομ.
ΑΠ 3/1997, Ολομ. ΑΠ 44/1990). Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ρητά ως μη νόμιμη την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού δεν διέλαβε καμιά αιτιολογία ως προς την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο πρώτος, επίσης, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερο σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μην απαιτήσει και, έτσι, να απορρίψει σιωπηρά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου απ' αυτούς, που παραδεκτά προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της, είναι, για την ταυτότητα του αμέσως πιο πάνω νομικού λόγου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολομ. ΑΠ 12/1991). Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 εδάφ.
β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας περαιτέρω ως απαράδεκτη την προβολή από τους αναιρεσείοντες στο πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας νέων πραγματικών ισχυρισμών, που δεν είχαν προταθεί από τους ίδιους στην πρωτόδικη δίκη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση, όπως είχε προταθεί στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όπως απαράδεκτα βελτιώθηκε και συμπληρώθηκε σ' αυτό και την απέρριψε.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολομ.
ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαίουχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις. (Ολομ.
ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή.
Έτσι, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 § 2 και 527 ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (Ολομ.
ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι, από τους οποίους οι δεύτερος και τετάρτη ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 3-3-1994 προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, πρόβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αντιδίκων τους, ισχυριζόμενοι ότι η κατασκευή του τοιχείου άρχισε το μήνα Μάρτιο του έτους 1991 και ολοκληρώθηκε περί το μήνα Μάρτιο του έτους 1992, ότι καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα οι αντίδικοί τους δεν αντέλεξαν, αφού τους άφησαν να κατασκευάζουν τον τοίχο από οπλισμένο σκυρόδεμα χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία και, τέλος, ότι η εν λόγω κατασκευή, που ξεπέρασε το ποσό των δρχ. 10.000.000, έγινε σύμφωνα με τις υποδείξεις του τοπογράφου - μηχανικού ......
και μέσα στην αδιαφιλονίκητη ιδιοκτησία τους, τυχόν δε κατεδάφιση του τοίχου θα τους προξενήσει τρομακτική οικονομική ζημία, ενόψει του ότι άρχισε ήδη να λειτουργεί η μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα τους. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 284/1994 προδικαστική του απόφαση, απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, και αληθινά υποτιθέμενα, δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, "αφού η τέταρτη των εναγομένων επικαλείται την, επί ένα (1) έτος, εκτέλεση εργασιών εντός της εκτάσεως των 32,23 μ2, υπό τα όμματα, όχι των εναγόντων - συγκυρίων αυτής, αλλά του δικαιοπαρόχου τους Ψ, ο οποίος όμως στο μεταξύ είχε αποξενωθεί από την, ως άνω, έκταση (γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους) και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο να αντιλέξει ή να εμποδίσει την ανέγερση του τοιχείου".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι "ο επαναφερόμενος με το δικόγραφο της έφεσης και με τις προτάσεις της πρώτης, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτησης της υπόθεσης, ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης (του επικαλούμενου από τους ενάγοντες δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο, γιατί η κατασκευή περίφραξης με τοίχο επί του επίδικου τμήματος σε διάστημα ενός (1) έτους μπροστά στα μάτια των εναγόντων, που δεν πρόβαλαν καμιά διαμαρτυρία, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ορθά η με αριθμό 284/1997 προδικαστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τον έκρινε μη νόμιμο.
Και αυτό γιατί, υπό τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του προκείμενου δικαιώματος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, κατ' αρθρ. 281 ΑΚ, ενόψει μάλιστα και του παντελώς αόριστου ισχυρισμού για δαπάνες 10.000.000 δρχ., για τις οποίες οι εναγόμενοι-εκκαλούντες δεν αναφέρουν τίποτε συγκεκριμένο, η δε επιχειρούμενη τώρα βελτίωση και συμπλήρωσή τους είναι απαράδεκτη, καθόσον είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή από τους εκκαλούντες πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα επικαλούμενα από τους ενιστάμενους εναγομένους πραγματικά περιστατικά, που παραδεκτά προβλήθηκαν με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του επίδικου δικαιώματος των εναγόντων, γι'αυτό και ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος πιο πάνω αναιρετικός λόγος, για τον οποίο, ας σημειωθεί, δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσής του από τον κανόνα του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την επιχειρούμενη με τον έκτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων βελτίωση και συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν οπωσδήποτε την αμέσως πιο πάνω ένσταση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σ' αυτόν, ότι η καθυστερημένη προβολή των εν λόγω περιστατικών στο Εφετείο έγινε από δικαιολογημένη αιτία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 269 § 2 περίπτ.
α΄ και 527 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την από ...... τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ......, καθώς και τα από .... και ......, αντίστοιχα, τοπογραφικά διαγράμματα που τη συνοδεύουν, τα οποία επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι η επίδικη έκταση ανέρχεται μόνο σε 32,23 τετρ.
μέτρα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα ουσιώδη αυτής σημεία, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Το εν λόγω ακίνητο κατείχε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1962. Ειδικότερα ο Ψ από το έτος 1962 που περιήλθε το παραπάνω ακίνητο σ' αυτόν μέχρι του χρόνου των πιο πάνω μεταβιβάσεων κατείχε συνεχώς το παραπάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και ενεργούσε σ' αυτό με αντιπροσώπους του λόγω της αναπηρίας του από εργατικό ατύχημα, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν σε κύριο.
Ειδικότερα ανέθετε με αμοιβή σε τρίτους τον καθαρισμό, διαμόρφωση, καλλιέργεια και περισυλλογή των καρπών. Από τη μεταβίβαση του πιο πάνω αγρού στους ενάγοντες ενεργούσαν στο ακίνητο αυτό πράξεις νομής και κατοχής οι τελευταίοι, οι οποίοι είτε οι ίδιοι είτε με αντιπροσώπους καλλιεργούσαν τα ελαιόδενδρα, συνέλεγαν τον ελαιόκαρπο, επιτηρούσαν και προστάτευαν τα όριά του από επίδοξους καταπατητές.
Μάλιστα στην "αυλακιά" που διαχώριζε το ακίνητό του με την όμορη ιδιοκτησία των εναγομένων (τουλάχιστον από το 1924) τοποθέτησαν σιδερένιους πασσάλους για να είναι πιο ευκρινή τα όριά του. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, του προαναφερόμενου ακινήτου, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ο δικαιοπάροχός τους Ψ και αυτοί συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1962 και μέχρι το 1991 κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου και ενεργούσαν σ' αυτό τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν σε κύριο.
Με βάση τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές, (αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση), το Εφετείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας κυριότητας της δεύτερης απ' αυτούς στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, περί αποσβεστικής παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αντιδίκων τους και περί αδυναμίας απόδοσης της έκτασης, εμβαδού 32,23 τετρ.
μέτρων, που οι ίδιοι, όπως ομολόγησαν, έχουν καταλάβει, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, δέχθηκε, στη συνέχεια, την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς αυτούς -αναιρεσείοντες-, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που εξέφερε την ίδια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνεχή και αδιάλειπτη με διάνοια κυρίου νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ψ στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1962 και εφεξής μέχρι το έτος 1991.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προμνημονευόμενων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 506/200 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ